Menu
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2020
Ευάγγελος Κοροβίνης

Ευάγγελος Κοροβίνης

Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι διεθνείς σχέσεις

Σήμερα η έκταση και το πλάτος της νομοθεσίας και των θεσμών που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και των οργανώσεων που τα υπερασπίζονται, είναι τεράστια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και κυρίως μετα το τέλος του ψυχρού πολέμου, η “γλώσσα” των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενσωματώθηκε σε πολλές διεθνείς συμβάσεις και χρησιμοποιήθηκε από διαφόρους θεσμούς και δικαστήρια, σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, περιορίζοντας σημαντικά την κυριαρχία των εθνών-κρατών.

Ευρύτερα και στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, η βεστφαλιανού τύπου κρατοκεντρική δομή του διεθνούς συστήματος έτεινε, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από διεθνή δίκτυα εξουσίας, τα οποία προσπαθούσαν να παρακάμψουν τα νομοθετικά σώματα των εθνών-κρατών. 

Σε αυτό ακριβως το πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί και η ιλιγγιώδης ανάπτυξη των Μ.Κ.Ο για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

***

Κρίσιμος καταλύτης για την πλανητική διάδοση της γλώσσας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν η προεδρία Κάρτερ που άρχισε το1977. 

Το νέο δόγμα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έγινε προσπάθεια να ενοποιήσει ολες τις μερίδες των δημοκρατικών και να διασφαλίσει μιαν ηθική αναγέννηση  της Αμερικής μετά το σκάνδαλο Γουέτεργκειτ.  Η επίκληση όμως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήταν κυρίως το βασικό ιδεολογικό οπλο της τελευταίας φάσης του ψυχρού πολέμου, ενάντια στην «αυτοκρατορία του κακού», τη Σοβιετική Ένωση.  Η εργαλειοποίηση αυτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνεχίσθηκε και μετα τη νίκη της Δύσης στον ψυχρό πόλεμο με τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις του Κλίντον στην Γιουγκοσλαβία. 

Παρα την οργανωτική αυτοτέλεια των Μ.Κ.Ο, που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι οι οργανώσεις αυτές βρίσκονται σε συμβιωτική σχέση με τα μεγάλα δυτικά κρατη. Και αυτό όχι μόνο γιατί χρηματοδοτούνται, για ορισμένες δράσεις τους από αυτά, αλλά κυρίως, γιατί μπορεί να γίνει λόγος για εκλεκτικές ιδεολογικές συγγένειες μεταξύ τους. Πράγματι και οι δύο πλευρές συμμερίζονται έναν ανιστορικό και αφηρημένο οικουμενισμό. Στα πλαίσια του οικουμενισμού αυτού, τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίζονται ως αυταπόδεικτες αλήθειες, ως ηθικά αξιώματα και ρυθμιστικά ιδεώδη, που δεσμεύουν τις κοινωνίες ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου. Το αποκομμένο από τους κοινωνικούς του δεσμούς (με την οικογένεια, την τάξη και το έθνος του) αδιαφοροποίητο άτομο ανάγεται σε κεντρικό υποκείμενο του εθνικού και του διεθνούς δικαίου. Η «γυμνή» ανθρώπινη ιδιότητα του υποκειμένου αυτού, στα πλαίσια του οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανάγεται σε απόλυτη αξία. 

Η μόνη αποδεκτή συλλογικότητα είναι εδώ το ανθρώπινο είδος. Πρόκειται για μιαν απολίτικη στην ουσία της προσέγγιση, η οποία υποκρύπτει, πάνω από όλα, μια παράκαμψη των επιμέρους εθνικών κοινωνών ως πηγών νοήματος. Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που στα πλαίσια αυτά, ως αδιαμφησβήτητοι φορείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο σύνολό τους (ατομικών, πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών), αντιμετωπίζονται ακόμα και οι παράτυποι μετανάστες, από πολλούς δικαιωματιστές. 

Το κοινωνικό σωμα κάθε έθνους-κράτους θεωρείται ως προϊόν ενός συμβολαίου σταθερά και μόνιμα ανοιχτού στη συμμετοχή νέων συμβαλλομένων, απροσδιόριστου αριθμού και προέλευσης. Το κοινωνικό σώμα όμως κάθε χώρας δεν είναι ξέφραγο αμπέλι, αναπτύσσει και στηρίζεται σε αξιακά συστήματα, τα οποία συνδέουν τους πολίτες μεταξύ τους και με το τμήμα της γης που αποτελεί το έδαφος της κάθε επικράτειας, με τα συγκεκριμένα σύνορα της. Και αν αυτό ισχύει για όλα τα έθνη-κράτη, ισχύει και με το παραπάνω για τη χώρα μας, οπου οι λεγόμενες μεταναστευτικές ροες γίνονται απροκάλυπτα εργαλείο του τουρκικού επεκτατισμού. 

***

Παρα την αλματώδη ανάπτυξη του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εκφράζεται από ορισμένους επιφανείς δικαιωματιστές μια αυξανόμενη αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα του κινήματος. 

Το κίνημα αυτό φαίνεται να αποδίδει μόνο στις κοινωνίες που δεν το έχουν μεγάλη ανάγκη. Δεν τα πάει όμως και τόσο καλα σε κράτη με ελλειμματικές η και σχεδόν ανύπαρκτες δομές. Ερωτηματικά εγείρονται επίσης, για τον τρόπο κάλυψης κοινωνικών αναγκών για στέγη και τροφή, υγεία και εκπαίδευση, στον φτωχό Νότο του πλανήτη, όταν οι Μ.Κ.Ο διεθνούς εμβέλειας ιεραρχούν, ως σημαντικότερα θέματα, την κατάργηση της θανατικής ποινής, την ελευθερία έκφρασης, την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης κ.ά. Όταν δηλαδή πριμοδοτούν την υποστήριξη των λεγόμενων αρνητικών η φιλελεύθερων δικαιωμάτων, έναντι των λεγομενων «θετικών» η «κολεκτιβιστικών». Τέλος, εκφράζονται αμφιβολίες κατά πόσον η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών και των ομοφυλοφίλων, είναι συμβατή με τον στόχο της σύναψης ευρύτερων συμμαχιών με κινήματα κατά της φτώχειας που εμπνέονται από τις κατά τόπους θρησκείες.                                                             

Τα ερωτηματικά αυτά και οι αμφιβολίες, παραπέμπουν σε δυο σχετικά πιο πρόσφατες εξελίξεις, που αφορούν την αρχιτεκτονική των διεθνών σχέσεων. Γίνεται λόγος για την παρακμή της Δυσης και την ανάδυση μη δυτικών ισχυρών δυνάμεων καθώς και για την αναβίωση των θρησκειών. 

Όπως είδαμε, το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα άρχισε να αποκτά παγκόσμια δυναμική στη δεκαετία του 1970, ενώ το τέλος του ψυχρου πολέμου και οι δύο δεκαετίες μονοκρατορίας των Η.Π.Α που ακολουθησαν, έδωσαν μια νέα ισχυρή ώθηση σε αυτό το κίνημα. Σήμερα όμως η Αμερική δεν είναι πια παρά πρώτη μεταξύ περίπου ίσων μεγάλων δυνάμεων. Όπως έδειξε μάλιστα η στάση της απέναντι στην πανδημία του κορωνοϊού κατά βάσιν παραπαίει. Εξάλλου φαίνεται να παλινωδεί μεταξύ απονομωτισμού και μονομερών επιθετικών ενεργειών (π.χ. δολοφονία Σουλειμανί, επιβολή οικονομικών κυρώσεων προς πάσα κατεύθυνση κλπ.) Η Ευρώπη παρακμάζει και αυτή. Δεν μπορεί να προωθήσει μια συνεκτική εξωτερική πολιτική, ενώ νέες ισχυρές μη δυτικές δυνάμεις αναδύονται στο προσκήνιο. 

Παράλληλα, ήδη από την δεκαετία του 1990, στην Ασία το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίσθηκε ως η τελευταία νεοαποικιοκρατική προσπάθεια της Δύσης να επιβάλλει με ιεραποστολικό ζήλο ξενόφερτους τρόπους ζωής. Η χρηματοπιστωτική κρίση των «τίγρεων» της Ασίας, που ξέσπασε το 1997, φάνηκε προς στιγμήν να επιβεβαιώνει τους επικριτές των ασιατικών αξιων. Το γνωστό δυτικό μάντρα, ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να συμβαδίζει επι μακρόν με τον αυταρχισμό.  Μετά την γρήγορη ανόρθωση των οικονομιών της περιοχής, οι υπερασπιστές των ασιατικών κολεκτιβιστικών αξιών πέρασαν στην αντεπίθεση. Οι αξίες αυτές όχι μονον δεν ήταν υπεύθυνες για την κρίση, αλλά συνετέλεσαν αποφασιστικά στο ξεπέρασμα της, με τα ισχυρά δίκτυα αλληλοβοήθειας και την γρήγορη κινητοποίηση των αποταμιεύσεων και κεφαλαίων που εξασφάλισαν. 

Κατά πολλούς δυτικούς (και δικαιωματιστές), η επίκληση των ασιατικών αξιών γίνεται για να καταπατηθούν τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των λαών της περιοχής. Οσοι κάνουν λόγο για τις αξίες αυτές είναι απολογητές δικτατόρων… Όλα αυτά ηχούν ολοένα και πιο κακόηχα στα αυτιά των μεσαίων τάξεων της Ασίας, που αποτελούν το ακροατήριο στο οποίο φιλοδοξούν να βρουν απήχηση οι δικαιωματιστές. 

Το ίδιο σκηνικό βλέπουμε σήμερα να επαναλαμβάνεται και με την πανδημία του κορωνοιού. Τα βέλη στρέφονται κατά της Κίνας, η οποία εγκαλείται για απόκρυψη του «πραγματικού» αριθμού θανάτων των κατοίκων της. Άλλοι πάλι αποδίδουν τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, που επέδειξε η Κινα στην αντιμετώπιση της πανδημίας, στο ψηφιακό, αστυνομικό της κράτος. Υποτιμούν έτσι τη σημασία της ήρεμης, γαλήνιας και πειθαρχημένης στάσης του λαού της, απέναντι στην απειλή του ιου. Μιας στάσης που συνδέεται αποφασιστικά με την κομφουκιανή και ταοϊστική κληρονομιά της Κίνας. 

Οι κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες λοιπόν, που έχουν στον πυρήνα τους τη θρησκευτική πίστη, δεν συνυπάρχουν εύκολα με την γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια γλώσσα καταστατικά κοσμική, που εισπράττεται επιπλέον ως υποστηρίζουσα χαλαρά ήθη και αποκλίνοντες σεξουαλικούς τρόπους ζωής. 

***

Μετά την σύντομη αυτή επισκόπηση της ανάδυσης και της προώθησης του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα πλαίσια των μεταβαλλόμενων διεθνών σχέσεων, σημειώνουμε ότι την τελευταία δεκαετία ιδίως, οι φιλόσοφοι διαιρέθηκαν σε δυο στρατόπεδα, σε ότι αφορά την εννοιολόγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Στην μια πλευρά βρίσκονται οι λεγόμενοι ορθόδοξοι θεωρητικοί. Αυτοί αντιμετωπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ηθικά δικαιώματα, τα οποία κατέχουμε επειδή «ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος». Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι λεγόμενοι πολιτικοί θεωρητικοί. Αυτοί με τη σειρά τους θεωρούν, ότι τα δικαιώματα  παίζουν έναν διακριτό ρολο στις διεθνείς σχέσεις, οικοδομώντας πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς και επιβάλλοντας όρια στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Ακόμη όμως και αν δεχθεί κανείς ότι τα δικαιώματα διαθέτουν έναν αφετηριακό ηθικό πυρήνα, φαίνεται να είναι στην πραγματικότητα «παιδιά του νόμου», όπως πρώτος υποστήριξε ο Μπένθαμ, ο πατέρας του νεωτερικού φιλοσοφικού ωφελιμισμού. 

Το βαθύτερο πρόβλημα που τίθεται πάντως, σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, πέραν του αν είναι ηθικά η πολιτικά στην αφετηρία τους, είναι ότι τα σύγχρονα κράτη, αλλά και οι δικαιωματιστές, αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως απρόσωπο φορέα δικαιωμάτων. Αποσπούν τους ανθρώπους από τους κοινωνικούς τους δεσμούς και δεν αναδεικνύουν την ταυτότητα και την μοναδικότητά τους. Τα κράτη αλλά και οι δικαιωματιστές, δεν δουλεύουν με τους πραγματικούς ανθρώπους, αλλά με φανταστικούς φορείς τυποποιημένων αναγκών και τυποποιημένων δικαιωμάτων, που επιδέχονται τυποποιημένη ικανοποίηση. 

Μόνον μια προσωποκεντρική προσέγγιση μπορεί να εξανθρωπίσει τα δικαιώματα. Αλλά αυτος ο εξανθρωπισμός, παραπέμπει στην υπέρβαση του νεωτερικού παραδείγματος, καθώς το απρόσωπο δικαίωμα  είναι η ιδέα-κλειδί που συνόδευσε την ανάδυση και την αναπαραγωγή του. 

 

Πηγές

  • Η απανθρωπία του δικαιώματος. Του Χρήστου Γιανναρά. Εκδόσεις Δόμος. 2006
  • Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο. Του Παναγιώτη Κονδύλη. Εκδόσεις Θεμέλιο. 1992.                                    
  • Το ζωτικό σύνορο. Του Γιώργου Πρεβελάκη. Καθημερινή 15 Μαρτίου 2020. 
  • Two concepts of Liberty. By Isaiah  Berlin. Oxford University Press. 1969.
  • Challenges to the global human rights regime. Are human rights an effective language for social change? By stephen Hopgood.www.surjournal.org. 2014.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Η Σεμίραμις χτίζει την Βαβυλώνα”, 1861) είναι έργο του, γάλλου, Ενγκάρ Ντεγκά.

 

Η πανδημία και ο πειρασμός του κολεκτιβισμού

Α. Προϋπάρχουσες οι τάσεις υποστροφής προς τον κολεκτιβισμό.

Στη Δύση το ζητούμενο της τρέχουσας συγκυρίας, πέραν της αντιμετώπισης των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας του κορονοϊού, εμφανίζεται να είναι η κατάργηση των υπερεξουσιών που απέκτησαν οι κυβερνήσεις για να ελέγξουν την εξάπλωση του ιού.

Η ανησυχία και το ενδιαφέρον αρκετών για την διαφύλαξη των θεμελιωδών ελευθεριών είναι μεν γνήσια αλλά εκδηλώνεται κάπως όψιμα και καθυστερημένα. Και αυτό γιατί και πριν την πανδημία υπήρχε ήδη η τάση να συγκεντρώνεται τεράστιος όγκος προσωπικών δεδομένων και να αξιοποιείται από τα πολιτικά κόμματα και τις επιχειρήσεις για να χειραγωγηθεί η πολιτική συμπεριφορά και οι καταναλωτικές προτιμήσεις των πολιτών.

Ο πειρασμός  του κολεκτιβισμού, λοιπόν, προϋπήρχε της πανδημίας. Η ανθρωπολογική βάση της επαπειλούμενης υποστροφής από τον ατομικισμό στον κολεκτιβισμό είναι η μετάπτωση τις τελευταίες δεκαετίες από το υποκείμενο της αναβεβλημένης απόλαυσης στο υποκείμενο της αποχαλινωμένης ιδιωτικής επιθυμίας.

Ο πρώτος τύπος υποκειμένου αναβάλλει έλλογα την εκπλήρωση των όποιων επιθυμιών του της  στιγμής, ώστε να συσσωρεύσει τις προϋποθέσεις (σπουδές, για παράδειγμα, με στόχο την απόκτηση παντοειδών δεξιοτήτων) ικανοποίησης των επιθυμιών του στο διηνεκές. Στο δεύτερο είδος υποκειμένου δεν υπάρχει πλέον εσωτερικευμένος έλλογος έλεγχος της επιθυμίας. Ο προσανατολισμός και ο έλεγχος της επιθυμίας έρχεται από έξω και από πάνω, μέσω της χειραγώγησης της από το πολιτικό μάρκετινγκ και την εμπορική διαφήμιση.

Το υποκείμενο της αποχαλινωμένης ιδιωτικής επιθυμίας δεν είναι βιώσιμο παρά μόνον υπό την προϋπόθεση της εξάρτησης του από τις παραγωγικές ικανότητες των μεταναστών στο εσωτερικό των δυτικών οικονομιών και από τις βιομηχανικές δραστηριότητες έξω από τις μητροπολιτικές οικονομίες, στην  Κίνα ή αλλού. Η πανδημία έφερε στο φως αυτήν την αναπηρία της Δύσης. Οι δυτικές χώρες δεν κατάφεραν να προμηθεύσουν με μάσκες ούτε καν όλο το υγειονομικό τους προσωπικά.

Θα μπορούσε να πει κανείς, λοιπόν, ότι η άλλη όψη των  ισχυρών τάσεων υποστροφής της Δύσης στον κολεκτιβισμό, είναι η εξάρτηση της από την Κίνα και άλλες χώρες για την προμήθεια βασικών βιομηχανικών αγαθών ή έστω κάποιων τμημάτων τους. Τι ισχύει όμως για την Ανατολή ως προς το εξεταζόμενο εδώ ζήτημα της υποστροφής προς τον κολεκτιβισμό;

Β. Είναι η Ανατολή συλλήβδην κολεκτιβιστική;

Πολλοί φοβούνται ότι η απομυθοποίηση της Δύσης λόγω των χαμηλών επιδόσεων της στην αντιμετώπιση της πανδημίας και λόγω της αποκάλυψης των παραγωγικών της ελλειμμάτων θα στρέψει όλον τον πλανήτη στην μίμηση των επιτυχημένων μεθόδων των «δεσποτικών» ασιατικών κρατών .

Ποια είναι όμως τα επιτυχημένα αυτά κράτη και τι κοινό έχουν μεταξύ τους; Σε αντίθεση με πολλά δυτικά κράτη η Κίνα, η Σιγκαπούρη, η Ν. Κορέα, η Ιαπωνία, το Χονγκ Κονγκ και η Ταιβάν τα πήγαν πολύ καλά στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Σε ό,τι αφορά την Κίνα, βέβαια, τα αντανακλαστικά της στην αρχή της εξάπλωσης του ιού αποδείχθηκαν τουλάχιστον νωθρά και αργά. Όταν έγινε όμως αντιληπτή η σοβαρότητα της κατάστασης λήφθηκαν αυστηρά και συντονισμένα μέτρα.

Αναζητώντας την κοινή βάση της επιτυχίας των κρατών αυτών, θα πρέπει να αποκλείσουμε τον δεσποτικό, υποτίθεται, χαρακτήρα του πολιτικού τους συστήματος. Ναι μεν στην Κίνα και τη Σιγκαπούρη υπάρχουν μονοκομματικά καθεστώτα, αλλά το Χονγκ Κονγκ έχει μιαν ισχυρή αντιπολίτευση, ενώ στη Ν. Κορέα, την Ιαπωνία και την Ταιβάν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί λειτουργούν ικανοποιητικά.

Αν δεν είναι ο δεσποτισμός η αιτία της επιτυχίας αυτών των κρατών, τι είναι εκείνο που τα εξόπλισε με την ικανότητά να κινητοποιούνται έγκαιρα και αποφασιστικά για να αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις; Όλα αυτά τα κράτη μοιράζονται μια κοινή παράδοση, η οποία μάλιστα αναγεννήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Η παράδοση αυτή είναι ο κομφουκιανισμός.

Στα πλαίσια αυτής της παράδοσης το κράτος στελεχώνεται από αξιοκρατικά επιλεγμένους αξιωματούχους. Και στις έξι αυτές χώρες επίσης υπάρχει προθυμία να εμπιστευθούν τους ειδικούς, τη στιγμή που στη Δύση η εμπιστοσύνη προς τους ειδικούς έχει κλονισθεί. Τέλος τα καθεστώτα αυτών των έξι κρατών, κοινοβουλευτικά ή μη, εξαρτούν την νομιμοποίηση τους από την αποτελεσματική αντιμετώπιση κρίσεων. Η «εντολή του Ουρανού» αφαιρείται από τους κυβερνώντες αν αποδειχθούν απαράσκευοι και αναποτελεσματικοί.

Η κομφουκιανή παράδοση δεν είναι κολεκτιβιστική. Είναι αντίθετα ατομικιστική. Δεσποτική και κολεκτιβιστική είναι μια άλλη κινεζική παράδοση, η νομοκρατική, η οποία όντως φαίνεται να είναι κυρίαρχη, αλλά όχι και αποκλειστική, στην σημερνή Κίνα. Η νομοκρατική παράδοση συνυπάρχει και συναρθρώνεται με τον κομφουκιανισμό, έναν «φιλελευθερισμό» με κινεζικά χρώματα, ιθαγενή και όχι εισαγόμενο και πολύ συνεκτικότερο από ηθική άποψη του δυτικού ομολόγου του .

Αν η πανδημία σηματοδοτήσει το τέλος της δυτικής ηγεμονίας στο παγκόσμιο σύστημα αυτό δεν θα οφείλεται στην ανωτερότητα του κολεκτιβισμού της Ανατολής έναντι του ατομικισμού της Δύσης, αλλά στο μεγάλο απόθεμα πολιτισμικών «καυσίμων», κολεκτιβιστικών και ατομικιστικών, που διαθέτει η Ανατολή, την ίδια στιγμή που τα δυτικά αντίστοιχα εξαντλούνται και  λιγοστεύουν.

Πηγές

Τα δύο τέρατα και η αριστερά. Για την παρακμή και τις δυνατότητες ανάσχεσής της. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός2019.

The new cold war, the industrial dependence war. By Ghassan Kadi, for the Saker blog. May 25, 2020.

East and West. By R. Taaggart  Murphy. N.L.R 122, March-April 2020.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας, ένα δείγμα παραδοσιακής κινεζικής ζωγραφικής.

Εξουσία, Ηγεσία, Ηγεμονία           

Α. Η εξουσία ως συλλογικό μέγεθος

Στην ελληνική παράδοση όπως ο κόσμος προέκυψε από το χάος, έτσι και η αρχαιοελληνική πόλις αναδύθηκε από το χάος και την ανομία των εμφυλίων πολέμων. Όμως το χάος αυτό και η ανομία παραμένει δυνητικά παρόν στα θεμέλια της πόλεως. Η αντιπαλότητα και η ανάγκη υποβόσκουν μόνιμα στη ζωή των πόλεων η άλλων συλλογικών υποκειμένων όπως τα νεωτερικά έθνη-κράτη. Πρέπει να σημειωθεί μάλιστα ότι η αντιπαλότητα δεν θα εξέλιπε ακόμη και στην ιδανική περίπτωση που θα εξαλειφόταν η ανάγκη. Ο “καυγάς” μπορεί να “είναι για το πάπλωμα”, αλλά πολλές φορές γίνεται “για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιάν Ελένη”.

Η αντιπαλότητα λοιπόν δεν μπορεί να καταργηθεί. Το πρόβλημα είναι να θεσμισθεί. Να τεθούν κανόνες στο συγκρουσιακό παιχνίδι ώστε να είναι αναίμακτο. Το ζητούμενο δηλαδή είναι να υποταχθεί η αντιπαλότητα στη νομιμότητα, πάνω στην οποία υψώνεται η συλλογική ισχύς και εξουσία.

Η εξουσία είναι πάντοτε συλλογικό μέγεθος, αν και η συλλογική δύναμη μπορεί να ιδιοποιηθεί από ατομικούς φορείς εξουσίας. Η ιδιοποίηση αυτή δεν εμποδίζει την εξουσία να λειτουργεί σαν συλλογικής αφετηρίας ανάχωμα απέναντι στην τάση αλληλοσφαγής που γεννά η αντιπαλότητα και η ανάγκη.

Γι’ αυτό, όσοι στην προσπάθεια τους να ορίσουν την εξουσία ισχυρίζονται ότι ένας δρών ασκεί εξουσία πάνω σε έναν άλλον δρώντα όταν επηρεάζει, διαμορφώνει και καθορίζει τα θέλω, τα πιστεύω και τις απόψεις του, χάνουν από τα μάτια τους τη συλλογική γένεση της εξουσίας. Στέκονται απλώς στις δευτερογενείς εκδηλώσεις της που λαμβάνουν χώρα μετά την ιδιοποίηση της από ατομικούς φορείς.

 

Β. Η πολιτική ηγεσία ως σχέση

Τις τελευταίες δεκαετίες εντάθηκε διεθνώς το επιστημονικό ενδιαφέρον για την φύση και τα όρια της πολιτικής ηγεσίας. Το ζήτημα όμως παραμένει ακόμη υπό διερεύνηση, με εννοιολογικά  εργαλεία, προσεγγίσεις και μεθοδολογίες που ποικίλουν

Οι πιο πολλά υποσχόμενες προσεγγίσεις της πολιτικής ηγεσίας είναι η συνεργατική και η θεσμική. Οι προσεγγίσεις αυτές είναι συμπληρωματικές. Η πρώτη επικεντρώνεται στη σχέση ηγετών και οπαδών, ενώ η δεύτερη εστιάζει την προσοχή της στη σχέση ηγετών και του θεσμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δρουν.

Ο ορισμός που δίνει η συνεργατική προσέγγιση στην πολιτική ηγεσία είναι ότι πρόκειται για σχέση επιρροής μεταξύ ηγετών και οπαδών που αποβλέπει σε αλλαγές οι οπαίες αντανακλούν τους κοινούς τους στόχους. Οι οπαδοί είναι οιονεί συνεργάτες του  ηγέτη και όχι πιστοί του ακόλουθοι. Η ηγεσία είναι γεγονός σχέσης ηγετών και οπαδών και όχι ατομικό κτήμα των πρώτων, μια ιδιοκτησία τους σταθερή και ακατάλυτη.

Ως σχέση η πολιτική ηγεσία είναι εγγενώς ανταγωνιστική, δεδομένου ότι τους οπαδούς της τους διεκδικούν και άλλες πολιτικές ηγεσίες. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών ηγετών θεσμίζεται με διάφορους τρόπους. Μια μορφή τέτοιας θέσμισης είναι το κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Πρόκειται για αναίμακτη σύγκρουση  κομμάτων που διεκδικούν την κυβέρνηση.

Στις συγκρούσεις αυτού του είδους αντιπαρατίθενται διάφορα στυλ ηγεσίας. Στον ένα πόλο του φάσματος αυτών των στυλ βρίσκεται το λεγόμενο συναλλακτικό στυλ. Εδώ η σχέση ηγετών και οπαδών εκπίπτει σε συναλλαγή. Ή συναλλακτική ηγεσία παρέχει κίνητρα (κυρίως υλικά) στους οπαδούς για να συσπειρωθούν γύρω της και ταυτόχρονα επιβάλλει τιμωρίες στους αποκλίνοντες. Στον άλλο πόλο του φάσματος των ηγετικών στυλ βρίσκεται η μετασχηματιστική ηγεσία. Εδώ ο ηγέτης εμπνέει και ενοποιεί με το όραμα του τους οπαδούς για την επίτευξη των συλλογικών στόχων. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να γίνει λόγος  για οικοδόμηση μιας πραγματικής σχέσης μεταξύ ηγετών και οπαδών. Γι’ αυτό και οι τελευταίοι, στην εξέλιξη αυτής της σχέσης και ιδεωδώς, καθίστανται ολοένα και πιο ελεύθεροι, αυτόνομοι και πολιτικά ώριμοι. Ο ηγέτης με την σειρά του εμπλουτίζει τις δεξιότητες και τις αρετές του.

Μετά τη σύντομη αυτή αναφορά στη συνεργατική προσέγγιση θα επιχειρηθεί και μια ανάλογη αναφορά στη θεσμική προσέγγιση της πολιτικής ηγεσίας. Η προσέγγιση αυτή επικεντρώνει την προσοχή της στην αλληλεπίδραση των πολιτικών ηγετών με το θεσμικό και άλλου τύπου περιβάλλον μέσα στο οποίο δρούν. Βασική προκείμενη της θεσμικής προσέγγισης είναι ότι οι θεσμοί διαμορφώνουν σε υπολογίσιμο βαθμό την συμπεριφορά των πολιτικών ηγετών. Δεν γίνεται βέβαια λόγος για θεσμικό ντετερμινισμό της πολιτικής δράσης, αλλά απλώς για μια πιθανοκρατική προσέγγιση της. Το θεσμικό περιβάλλον δημιουργεί πρότυπα και κίνητρα πολιτικής συμπεριφοράς των ηγετών, επιτρέποντας ταυτόχρονα αποκλίσεις από τις παρατηρούμενες σταθερές.

Οι πολιτικές προβλέψεις είναι επισφαλείς ακόμη και στα πλαίσια της θεσμικής προσέγγισης που επιτρέπει κάποια διαύγαση του θολού πολιτικού γίγνεσθαι. Κατά πρώτον δεν μπορεί να απομονωθεί και να μελετηθεί ξεχωριστά μια μόνον θεσμική μεταβλητή από την πλειάδα των θεσμικών μεταβλητών που συνδιαμορφώνουν το όποιο πολιτικό αποτέλεσμα. Έξαλλου τα χαρακτηριστικά του ηγέτη (πολιτικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, γενναιότητα, ευφυΐα κ.λ.π) και το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτός δρα (οικονομική κατάσταση, πολιτισμικές παραδόσεις, θέση της χώρας του στο διεθνές σύστημα) περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση και καθιστά αβέβαιες τις πολιτικές προβλέψεις.

Οι δυσκολίες αυτές δεν είναι τυχαίες. Σχετίζονται με την ουσιωδώς ρευστή και ασταθή φύση του πολιτικού πεδίου .Αστάθεια και ρευστότητα που συνδέονται με τη δημιουργικότητα και ελευθερία των ηγετών και των πολιτών. Αν και η θεσμική προσέγγιση αναζητεί θεμιτά σταθερές, πρέπει όμως να είναι ανοιχτή στη σύλληψη των αλλαγών. Παράγοντες και αίτια όπως οι οικονομικές κρίσεις μπορούν να αποσταθεροποιήσουν υπάρχουσες θεσμικές ισορροπίες και να προκύψουν έτσι αναθεσμίσεις, που οδηγούν σε νέα πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς.

 

Γ. Η φύση της αστικής ηγεμονίας

Η πρώτη εννοιολόγηση της ηγεμονίας στους νεότερους χρόνους έγινε από τον Μακιαβέλι. Εκείνος όμως που την ανήγαγε σε κλειδί για την ανατομία της εξουσίας της αστικής τάξης στις αναπτυγμένες χώρες του καιρού του, ήταν ο ιταλός κομμουνιστής ηγέτης Αντόνιο Γκράμσι. Το ειδικό χαρακτηριστικό της εξουσίας αυτής είναι ότι για πρώτη φορά στην ιστορία δεν γίνεται επίκληση της ανωτερότητας της κυρίαρχης τάξης για να δικαιολογηθεί η άσκηση εξουσίας από μέρους της. Μέσω του κοινοβουλευτισμού και των ιδεολογικών μηχανισμών του αστικού κράτους δημιουργείται η πεποίθηση στις μάζες ότι αυτοκυβερνώνται. Ότι απουσιάζει η οποιαδήποτε ταξική κυριαρχία και ότι όλοι από κοινού, ως ισότιμοι πολίτες, καθορίζουν το μέλλον τους.

Κατά τον Γκράμσι το αστικό κράτος της εποχής του είναι ισχυρότερο του φεουδαλικού τσαρικού, για παράδειγμα, όχι μόνο γιατί μπορεί να υπολογίζει στη συναίνεση των μαζών αλλά και διότι διαθέτει αποτελεσματικότερους μηχανισμούς καταστολής. Η αποτελεσματικότητα αυτή συνδέεται, σε ένα πρώτο πλάνο, με την τεχνολογική ανωτερότητα των μέσων που διαθέτει το αστικό κράτος. Βαθύτερα όμως σχετίζεται με το γεγονός ότι τα μέσα αυτά χρησιμοποιούνται από μια εκλεγμένη εξουσία. Σε αντίθεση  με τον Λένιν που πίστευε ότι η συναίνεση των μαζών στα αναπτυγμένα κράτη διασφαλίζεται από την συμμετοχή τους στη νομή των ιμπεριαλιστικών υπερκερδών, ο Γκράμσι στάθηκε περισσότερο στη φύση του αστικού κράτους και  των θεσμών του ως αιτίου της ηγεμονίας των αστών.

Η αστική ηγεμονία  είναι τελικά μέγεθος συλλογικό. Αφορά και πραγματώνει μια σχέση του ηγεμονεύοντος με τους συμμάχους και τους αντιπάλους του. Πρόκειται για προσπάθεια σύμπηξης των ευρύτερων κατά το δυνατόν συμμαχιών και ταυτόχρονα για προσπάθεια αδρανοποίησης και κατακερματισμού των αντιπάλων. Η εξουσία στην περίπτωση αυτή θέλει να εμφανίζεται όχι μόνον σαν εκπρόσωπος της ολότητας και εγγυητής της αναπαραγωγής της αλλά και σαν ανοιχτή εκ προοιμίου στον καθένα.

 

 Δ. Κρίσεις και ηγεμονικοί κύκλοι. 

Η ηγεμονία, τελικά, είναι αναντικατάστατη για την άσκηση της εξουσίας από τους ηγέτες. Με αφορμή μια συγκεκριμένη κρίση (οικονομική, πολιτική ή αλλιώς αποτέλεσμα πολεμικής αναμέτρησης και πανδημίας) αναπτύσσεται ο ανταγωνισμός διαφόρων πολιτικών ηγεσιών για να κερδίσουν οπαδούς και να ηγεμονεύσουν στο πολιτικό πεδίο μέσω ενός ερμηνευτικού σχήματος για την φύση της κρίσης. Ερμηνευτικό σχήμα που σαν ιδρυτικός μύθος επιδιώκεται να γίνει αποδεκτό από την ολότητα, πράγμα που αποτελεί βασικό στοιχείο της ηγεμονίας. Ο κύκλος  αυτός τελειώνει με την αποκρυστάλλωση της ηγεμονίας σε θεσμούς. Μια νέα κρίση μπορεί να διασαλεύσει την προϋπάρχουσα ηγεμονία και να καταλήξει σε έναν νέο κύκλο συγκρούσεων, συναινέσεων και θεσμικών αναδιαρθρώσεων.

 

Πηγές

-Ο σύγχρονος μηδενισμός. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός.2008

-Γράμματα από τη φυλακή. Του Αντόνιο Γκράμσι. Εκδόσεις Ηριδανός. Ιούλιος 2005.

-Leadership  for the twenty-first century. By Joseph. C. Rost. Greenwood Publishing Group, 1991.

-The  institutional approach to political leadership. By R.Elgie.2014

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Ο ρήτορας”) είναι έργο του Γιάννη Γαΐτη.

Είναι παράλογες οι θεωρίες συνωμοσίας;

Αν και η διάδοση θεωριών συνωμοσίας είναι φαινόμενο γνωστό από την αρχαιότητα, η ενασχόληση με τις αιτίες του, τον λογικό του έλεγχο και τις πρακτικές του συνέπειες, ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 για να απογειωθεί στην επόμενη δεκαετία. Η επιστημονική ενασχόληση με τις θεωρίες συνωμοσίας τις τελευταίες δεκαετίες συμπίπτει με την εκρηκτική άνθηση και διάδοση τους. Οι θεωρίες συνωμοσίας είναι προσπάθειες να εξηγηθούν οι βαθύτερες αιτίες σημαντικών γεγονότων και καταστάσεων, μέσω μυστικών σχεδίων δυο η περισσότερων δρώντων, που ενεργούν στο σκότος και έχουν κακόβουλους σκοπούς.

Α. Η «δίψα συνεκτικότητας» και οι θεωρίες συνωμοσίας.

Το βασικό αίτιο των θεωριών συνωμοσίας είναι, κατά την Χάνα Άρεντ, η «δίψα συνεκτικότητας», που χαρακτηρίζει τους ανέστιους πληθυσμούς των σύγχρονων κοινωνιών, όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με περιόδους αβεβαιότητας, κρίσεων και αναταράξεων. 

Όπως σημειώνει η Άρεντ στο γνωστό έργο της «Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού», η φυγή των μαζών από την πραγματικότητα, μέσω θεωριών συνωμοσίας, «είναι μια καταγγελία ενάντια στο κόσμο στον οποίο είναι αναγκασμένες να ζούν… Δεν μπορούν να αντέξουν τις τυχαίες και ακατανόητες πτυχές της πραγματικότητας… Στην κατάσταση της ανεστιότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει μια μετρημένη γνώση της αλληλεξάρτησης του αυθαίρετου και του σχεδιασμένου, του τυχαίου και του αναγκαίου».

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να κινητοποιείται η φαντασία και η μυθοπλαστική ικανότητα του ανθρώπινου νου, που συνδέεται με μια θεμελιωδεστέρη ικανότητα του, να λειτουργεί δηλαδή με σύμβολα. Να τείνει να είναι δομικά συνεκτικός και ανώτερος από το άθροισμα των απλών συμβάντων που παρατηρεί, τα οποία σπεύδει να «τακτοποιήσει» σε μια πειστική αφήγηση.

Οι θεωρίες συνωμοσίας ήταν πάντα διαδεδομένες σε όλον τον πληθυσμό των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά κυρίως στα άκρα του πολιτικού φάσματος. Είναι αλήθεια βέβαια, ότι στην πολιτική σκέψη της αριστεράς, από τον καιρό του Καρλ Μαρξ και μέχρι να μπει σε κρίση ο μαρξισμός, γίνονταν προσπάθειες να υποβαθμισθεί το συνωμοσιολογικό στοιχείο και οι εμπρόθετες ερμηνείες. Τονίζονταν αντίθετα η επίδραση απρόσωπων, κυρίως οικονομικών δυνάμεων, για να εξηγηθούν οι εκάστοτε εξελίξεις. Για τους μαρξιστές, η εμμονή των θεωριών συνωμοσίας με κάποιους συγκεκριμένους μεγιστάνες του πλούτου (όπως, για παράδειγμα, σήμερα με τον Μπιλ Γκέιτς) ή με κάποιους εβραίους τραπεζίτες (π.χ. τους Ρότσιλντ), κατευθύνει την οργή των πολιτών, όχι στο σύστημα αυτό καθ’ αυτό, αλλά σε ορισμένους και μόνον εκπροσώπους του.

Ο μαρξισμός με λίγα λόγια, μέχρι να μπει σε κρίση, εμφανιζόταν μεταξύ των άλλων, να λειτουργεί σαν σημαντικό ανάχωμα και αντίβαρο στην πολύ θορυβώδη, αλλά στην πράξη περιορισμένου βεληνεκούς κριτική, που ασκούσαν στο σύστημα οι θεωρίες συνωμοσίας. Μετά την έκλειψη του μαρξισμού, ο ανθρωπολογικός τύπος, που επικρατούσε κυρίως στο δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος και προσπαθούσε, μέσω θεωριών συνωμοσίας, να διαχειρισθεί την αβεβαιότητα και την ασάφεια, άρχισε να ενδημεί και να επιπολάζει και στις τάξεις στελεχών και οπαδών της αριστεράς.

Η κρίση του μαρξισμού θα πρέπει να τοποθετηθεί στο ευρύτερο πλαίσιο της παρακμής της νεωτερικότητας. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τις ηγεσίες των σύγχρονων κοινωνών και η έκλειψη της οραματικής των διεξόδου, του μαρξισμού, σπρώχνει τους ανέστιους πληθυσμούς των κοινωνιών αυτών να αγκιστρωθούν σε διαμφισβητούμενες μυθικές αφηγήσεις.

Β. Ο λογικός έλεγχος των θεωριών συνωμοσίας

Σχετικά με το ζήτημα του λογικού ελέγχου των θεωρών συνωμοσίας υφίστανται δυο προσεγγίσεις. Υπάρχουν, κατά πρώτον, εκείνοι που αντιμετωπίζουν όλες αυτές τις θεωρίες, ως συλλήβδην παράλογες. Ως προϊόντα δηλαδή συλλογικής παράνοιας.

Υπάρχουν και εκείνοι, που δέχονται, ότι ορισμένες τουλάχιστον από αυτές, δεν είναι παράλογες και ούτε καν λανθασμένες. Για αυτούς παράλογες είναι μόνον οι θεωρίες που αποδίδουν υπεράνθρωπες ιδιότητες στους συνωμότες (παντοδυναμία και παντογνωσία). Απίθανες και παράλογες είναι, επίσης, οι θεωρίες που εμπλέκουν μεγάλο αριθμό συνωμοτών και εκτείνονται σε μεγάλη χρονική διάρκεια, αφού  έτσι θα διέρρεαν εύκολα οι όποιοι σχεδιασμοί και δράσεις. 

Τέλος παράλογες και απίθανες, είναι και οι θεωρίες συνωμοσίας που δεν αποδίδουν συγκεκριμένα κίνητρα στους συνωμότες, πέραν της χαράς τους να διαπράττουν εγκλήματα.

Στις τρεις αυτές περιπτώσεις παράλογων θεωριών συνωμοσίας, το συλλογικό παραλήρημα που οικοδομείται διαφέρει κατά πολύ, από άλλες λειτουργικότερες μυθικές αφηγήσεις και ερμηνείες. Ο παράλογος συνωμοσιολόγος και οι οπαδοί του, διεκδικούν μιαν απόλυτη διαφορά από τους συνωμότες. Δεν μπορούν να ανεχθούν την ταυτότητα μαζί τους. Καλύτερα μια παράλογη αφήγηση, που δαιμονοποιεί εντελώς τους μισητούς αντιπάλους, παρά η οδυνηρή και αφόρητη παραδοχή, ότι αποτελούν ταυτόχρονα κρυφό πρότυπο μίμησης και αντικείμενο θαυμασμού.

Δεν σχηματίζονται όλες οι θεωρίες συνωμοσίας, μέσω του μηχανισμού του «λατρευτού αντιπάλου», ή έστω, δεν εξαρτώνται στην ίδια έκταση και ένταση από αυτόν. Δεν είναι όλες παράλογες. Ιδίως όταν διαθέτουν λογική συνοχή, ικανότητα πρόβλεψης επερχόμενων γεγονότων και καταστάσεων, πειστικές απαντήσεις για το ποιός ωφελείται και ποιός βλάπτεται από τη συνωμοσία και τέλος, απουσία κινήτρων στον δημιουργό της θεωρίας να πει ψέματα. Αυτές οι θεωρίες συνωμοσίας, αν και όχι πολύ συχνές, δεν είναι απλώς λογικές, αλλά μπορεί και να αληθεύουν.

Γ. Οι πρακτικές επιπτώσεις των θεωριών συνομωσίας.

Είναι σαφές, ότι υπό προϋποθέσεις, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε, κάποιες από τις θεωρίες συνωμοσίας μπορούν να βοηθήσουν στην αποκάλυψη πραγματικών συνωμοσιών, να καταστήσουν πιο διαφανή τη λειτουργία των θεσμών και να συμβάλλουν στον έλεγχο των πολιτικών, των ειδημόνων και των Μ.Μ.Ε.

Οι παράλογες ή ακόμη και οι λογικοφανείς, αλλά λανθασμένες θεωρίες, αντίθετα, μπορούν να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να επιτείνουν τάσεις προς τον σχετικισμό και τον μηδενισμό. Υπονομεύεται έτσι κάθε διάθεση για αποτελεσματική πολιτική δράση και παραλύει η θέληση για εποικοδομητικές αλλαγές.

Πηγές

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“The Green Bridge”, 1916) είναι έργο  της, αμερικανίδας, Deborah Feller.

Οι εξελίξεις στη Συρία και στη Λιβύη και ο ρόλος της Ελλάδας

Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Συρία και τη Λιβύη

Στη Συρία ο Πούτιν και ο Ερντογάν έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα, αλλά και σοβαρές αντιθέσεις. Στόχος και των δύο είναι να μη δημιουργηθεί κουρδικό κράτος στη Βόρεια Συρία. Ο μεν Ερντογάν αντιμετωπίζει την προοπτική δημιουργίας κουρδικού κράτους στην περιοχή της Β. Συρίας ως υπαρξιακή απειλή για την Τουρκία, ενώ ο Πούτιν υποστηρίζει την επαναπόκτηση του ελέγχου από τον Άσαντ επί όλων των εδαφών της Συρίας. Στο σημείο αυτό, ανακύπτει ακριβώς και η αντίθεση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας: Ποιος θα ελέγχει τα εδάφη της Βόρειας Συρίας; Η Τουρκία με τον στρατό της και τη βοήθεια των αντικαθεστωτικών ανταρτών και των τζιχαντιστών ή ο Άσαντ και ο συριακός στρατός;

Θα έλεγε κανείς, σε μια πρώτη ανάγνωση, ότι οι Ρώσοι ακολουθούν στη Συρία μια πολιτική που διασφαλίζει το μείζον για την Τουρκία, την παρεμπόδιση ίδρυσης κουρδικού κράτους και την αποφυγή δημιουργίας νέου κύματος προσφύγων, ενώ δεν της παραχωρεί το ελάσσον, τον έλεγχο δηλαδή των εδαφών της Β. Συρίας. Η αντίθεση αυτή δεν μοιάζει κατ’ αρχήν να είναι ασυμφιλίωτη και αξεπέραστη, με δεδομένο μάλιστα ότι η Αμερική δεν έχει να προτείνει τίποτε καλύτερο για την Τουρκία στην περιοχή. Άρα, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος, ότι κάθε άλλο παρά αγεφύρωτο φαίνεται να είναι το χάσμα μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, όταν επιπλέον είναι βέβαιος ο αντιδυτικισμός του ισλαμιστή Ερντογάν και η περιφρόνησή του για την παρακμιακή Δύση. Η έλξη της Τουρκίας από το βαρυτικό πεδίο της συνεργασίας των χερσαίων δυνάμεων της Ευρασίας, της Ρωσίας και της Κίνας, μοιάζει να είναι ισχυρή και φαίνεται ότι θα αντέξει παρά τους όποιους κλυδωνισμούς και κραδασμούς.

Όλα αυτά ισχύουν όμως, μόνο στο μέτρο που και υπό την αίρεση ότι ο Ερντογάν θα αποδεχθεί ότι είναι πρόεδρος απλώς ενός κατά τα άλλα ισχυρού έθνους κράτους της περιοχής και όχι «σουλτάνος» μιας υπό ανασύσταση Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που φιλοδοξούσε μεταξύ των άλλων μέχρι προχθές να ανατρέψει το καθεστώς του Άσαντ και που και σήμερα επιμένει να προστατεύει και να εξοπλίζει τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες και τους τζιχαντιστές. Ορισμένοι θα υποστήριζαν ότι η εμμονή της Τουρκίας του Ερντογάν για τη διατήρηση ισχυρής παρουσίας στη Β. Συρία στοχεύει απλώς στην ολοσχερή αποτροπή ίδρυσης κουρδικού κράτους, κάτι που υποτίθεται δεν μπορεί να εξασφαλίσει πλήρως ο συριακός έλεγχος αυτών των εδαφών. Όμως δεν πρόκειται μόνον γι’ αυτό. Πρόκειται κυρίως για την επιμονή του Ερντογάν στις νεοθωμανικές του φιλοδοξίες και βλέψεις και όχι τόσο για την προάσπιση εθνοκρατικών συμφερόντων. Πρόκειται δηλαδή για την προσπάθεια να διασφαλισθεί σημαντικός ρόλος για την Τουρκία στην επόμενη μέρα της Συρίας και να αποκτηθούν διαπραγματευτικά όπλα με στόχο τη συμμετοχή από καλές θέσεις σε μια μέλλουσα πολιτική λύση του συριακού προβλήματος.

Αν παρά ταύτα, πέσει η Ιντλίμπ στα χέρια του Άσαντ τότε θα ανοίξει ο δρόμος για την άλωση και των υπολοίπων θυλάκων που δημιούργησε η Τουρκία με τρεις διαδοχικές εισβολές, τα έτη 2017, 2018 και 2019, εναντίον των Κούρδων. Όσο οδυνηρή και αν αποδειχθεί μια τέτοια προοπτική για την Τουρκία του Ερντογάν, δεν θα πρόκειται για τίποτε άλλο παρά για απώλεια αυτού που θα μπορούσε να περιγραφεί ως απομεινάρι του μεγαλόπνοου νεοοθωμανικού ονείρου για ανατροπή του Άσαντ και εγκατάσταση φιλικού προς την Άγκυρα καθεστώτος στη Συρία. (Το όνειρο αυτό περιελάμβανε την εγκατάσταση φιλικού καθεστώτος και στην Αίγυπτο αλλά διαψεύσθηκε παταγωδώς). Δεν αποκλείεται πάντως η ένταση περί την Ίντλιμπ να εκτονωθεί προσωρινά με μια εκεχειρία.

Σε κάθε περίπτωση όμως το τέλος του συριακού δράματος μπορεί να αποδειχθεί και τέλος των φαντασιώσεων περί Οθωμανικής αναγέννησης. Στην πραγματικότητα, η αναγέννηση αυτή ήταν εξαρχής δυνατή μόνον στο πολιτιστικό επίπεδο. Η Τουρκία μοιράζεται πράγματι μια κοινή κληρονομιά με πληθυσμούς και πιθανόν και χώρες στη Μέση Ανατολή, στη Β. Αφρική και τα Βαλκάνια. Όμως είναι αδύνατο να δημιουργηθεί μια πολιτική δομή παρόμοια με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον 21ο αιώνα.

Εάν και εφόσον λοιπόν απομειωθεί η παρουσία της Τουρκίας στη Βόρεια Συρία, το μόνο που θα περισωθεί από τον νεοοθωμανισμό ως πολιτικό σχέδιο και όχι απλώς ως επιδίωξη πολιτισμικής επιρροής, θα είναι η «γαλάζια πατρίδα» που περιλαμβάνει εκτεταμένες περιοχές στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και σφετερίζεται μεγάλα τμήματα της Ελληνικής και Κυπριακής υφαλοκρηπίδας.

Το μνημόνιο οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης αυτόν τον σαφώς «κουτσουρεμένο» νεοοθωμανισμό του Ερντογάν έρχεται να εξυπηρετήσει. Και στην περίπτωση της Λιβύης παρ’ ό,τι η Ρωσία και Τουρκία υποστηρίζουν αντίθετα στρατόπεδα (η μεν Ρωσία τον κοσμικού προσανατολισμού Χαλίφα Χαφτάρ, η δε Τουρκία τον υποστηρικτή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας Σάρατζ) έχουν κοινό συμφέρον να ηγεμονεύσουν στη διαδικασία διευθέτησης της σύγκρουσης (ως οι δυνάμεις που διαθέτουν στρατεύματα, έστω και μισθοφορικά, στη χώρα) και να αποδυναμώσουν τη συμμετοχή των δυτικών κρατών στη διαδικασία ειρήνευσης. Στη Λιβύη όμως διακυβεύονται σημαντικά τουρκικά συμφέροντα ενώ η Ρωσία απλώς επιζητεί κυρίως να επιβεβαιώσει τον διαμεσολαβητικό και διαπραγματευτικό της ρόλο που της τον χαρίζει η καθ’ όλα επιτυχής της παρέμβαση στη Συρία.

Η προσπάθεια της Ρωσίας και της Τουρκίας, πάντως, να κυριαρχήσουν στη διαδικασία ειρήνευσης δεν στέφθηκε με επιτυχία. Και αυτό γιατί η συνέχιση του εμφυλίου στη Λιβύη μετά τη διάσκεψη του Βερολίνου κατέδειξε τα όρια της επιρροής του Πούτιν επί του Χαφτάρ, ενώ η ανάμειξη της Τουρκίας στη Λιβύη οδήγησε στη δημιουργία ισχυρών αντιτουρκικών συσπειρώσεων. Στο πλαίσιο αυτών των συσπειρώσεων, η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση χάνει ένα μέρος της αυτονομίας της και μετατρέπεται σε υποσύνολο της ευρύτερης σύγκρουσης που συνδέεται με την προσπάθεια της Τουρκίας να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο. Έστω και συρόμενη από τα γεγονότα η Ελλάδα που ονειρευόταν στις Βρυξέλλες ξύπνησε στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αποτρεπτική στρατηγική και ο ρόλος της Ελλάδας στην περιοχή

Η παθητική πολιτική του κατευνασμού και της άνευρης επίκλησης του διεθνούς δικαίου έχει εξαντλήσει από μακρού τα όριά της. Η χωρίς κανένα πρόσχημα όξυνση της τουρκικής επιθετικότητας έχει οδηγήσει στη συνειδητοποίηση ακόμη και από ένα μέρος των ελίτ της χώρας μας ορισμένων βασικών αληθειών. Ότι δηλαδή κράτη που απειλούνται μπορούν να λάβουν τα ακόλουθα μέτρα:

Πρώτον πρέπει να στείλουν ξεκάθαρο μήνυμα στον επιτιθέμενο ότι δεσμεύονται ακλόνητα να καταφύγουν σε πόλεμο αν παραβιασθούν οι κόκκινες γραμμές τους. Πράγματι, κλειδί της αποτροπής είναι να πεισθεί ο αντίπαλος ότι όταν κάνουμε λόγο για πόλεμο, το εννοούμε, και δεν είναι κάτι που βρίσκεται στους εφιάλτες μας.

Δεύτερον, τα απειλούμενα κράτη μπορούν και πρέπει να εργασθούν ώστε να δημιουργήσουν αμυντικές συμμαχίες. Μόνον όμως αν επιδείξουν διάθεση για ανοιχτή σύγκρουση στην περίπτωση που απειληθεί η εδαφική ακεραιότητα και τα κυριαρχικά τους δικαιώματα μπορούν να οικοδομήσουν αποτελεσματικές συμμαχίες.

Το τρίτο μέτρο σχετίζεται με την κινητοποίηση πρόσθετων και επιπλέον πόρων απ’ αυτούς που τα απειλούμενα κράτη διαθέτουν στην αρχή της σύγκρουσης, πόρων, ηθικών και υλικών, που θα επιτρέψουν μια αναβάθμιση στρατιωτική, οικονομική και πολιτική.

Ο κατευνασμός εξάλλου είναι «στρατηγική» προς αποφυγή, καθώς προβαίνοντας ο αμυνόμενος σε παραχωρήσεις στον επιτιθέμενο, του ανοίγει την όρεξη να πιέσει για περισσότερες παραχωρήσεις.

Τέλος, μπορεί μεν ο συσχετισμός δυνάμεων να είναι εις βάρος της Ελλάδος, αλλά οι σύγχρονες εξελίξεις στην τεχνολογία και τη μεθοδολογία του πολέμου επιτρέπουν σε μικρές χώρες να διαμορφώνουν αξιόπιστες και χαμηλού σχετικά κόστους αποτρεπτικές στρατηγικές.

Πάντως, μιλώντας γενικά η Τουρκία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί παρά μόνον οριακά στο πλαίσιο ακόμα και των πιο καλοδουλεμένων αποτρεπτικών στρατηγικών, κατά τα άλλα άκρως απαραίτητων. Σε συνδυασμό με αποτρεπτικές στρατηγικές τύπου Ισραήλ απαιτείται η παρέμβαση σε προβλήματα της περιοχής, όπως για παράδειγμα το παλαιστινιακό, με λύσεις συνθετικές και υπερβατικές, που μπορεί να επεξεργασθεί και να προτείνει η Ελλάδα παρά το μικρό της μέγεθος, καθώς διαθέτει ένα έρμα πολιτισμικό και ιστορικό που έστω και αν βρίσκεται εν υπνώσει, μπορεί να ενεργοποιηθεί και ξαναέλθει στο φως, επιτρέποντας στη χώρα μας να καταστεί χρήσιμη για τους γείτονές της και άρα και ελκυστική ως σύμμαχος.

Κάνουμε λόγο για μια ελληνικότητα που κάποτε (στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο) υπήρξε οικουμενική λόγω της καθολικότητας των προτύπων της και που λειτούργησε γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Αν αυτό το υπνώτον συμβολικό κεφάλαιο κινητοποιηθεί, θα μπορέσει να υπερβεί τόσο τον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, όσο και τον αριστερό αντιιμπεριαλισμό και να συμβάλει στην ειρήνευση της περιοχής και την αντιμετώπιση του χάους, της ανομίας και των πολέμων. Η πνευματική μας αφύπνιση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά όρος εθνικής επιβίωσης.

Πηγές:

  • Ρεβιζιονισμός και νεοοθωμανισμός στην Αν. Μεσόγειο. Του Cem Gürdeniz. Infognomon politics. 22 Ιανουαρίου 2020.
  • Οι γεωπολιτικές παράμετροι της τουρκικής εμπλοκής στην Λιβύη. Του Ιωάννη Ε. Κωτούλα, Π. Βιολάκη και Σπ. Πλακούδα. Foreign Affairs. The Hellenic addition. Φεβρουάριος – Μάρτιος 2020.
  • Η Τραγωδία της πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων. Του JohnJ. Mearsheimer. Εκδόσεις Ποιότητα, 6η έκδοση, Αθήνα 2011.
  • Η νέα στρατιωτική επανάσταση και η ελληνική αμυντική στρατηγική. Του Κωνσταντίνου Γρίβα. Εκδόσεις Λιβάνη. Αθήνα 2019.
  • Η Ελλάδα, ο EastMed, το Ισραήλ και ο Αραβικός κόσμος. Του Γιώργου Ρακκά. Περιοδικό Άρδην, τεύχος 117, Δεκέμβριος 2019 – Φεβρουάριος 2020.
  • Erdogan’s Long-Coming Reality Check. By ChassanKadi for the Saker blog. February 14, 2020.
  • Έθνος και Παράδοση. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εναλλακτικές Εκδόσεις – Εκδόσεις «Αιγαίον», Αθήνα-Λευκωσία 1993.
  • The new sultan. Erdogan and the crisis of modern Turkey. By SonerCagaptay. I.B. TAURIS, 2017.
  • Στη διαδρομή του «καζάν-καζάν». Του Δημήτρη Τζουβάνου. tzouvanosdim, 20 Ιανουαρίου 2020.

Η σύγχρονη Κίνα: ένα αίνιγμα με εύκολη λύση;

1. Τα ερωτήματα

Η Κίνα παραμένει και σήμερα ακόμη ένα αίνιγμα. Πώς μία χώρα κατ’ εξοχήν αγροτική μπόρεσε να εκσυγχρονισθεί και να μετατραπεί σε οικονομική υπερδύναμη μέσα σε μόλις τέσσερις δεκαετίες, γνωρίζοντας μια ανάπτυξη χωρίς προηγούμενο στα ιστορικά χρονικά; Μια χώρα και ένας πολιτισμός που άρχισε να διαμορφώνεται το 2200 π.Χ. στη μεγάλη πεδιάδα του κάτω Κίτρινου Ποταμού, για να επεκταθεί σταδιακά προς το νότο και να ενοποιηθεί πολιτικά από το 221 π.Χ. Και πώς μπορεί επιπλέον να εξηγηθεί ο ταχύς και καθ’ όλα επιτυχής εκσυγχρονισμός και εξαστισμός της Κίνας, όταν επί μαοϊκής περιόδου (1949-1978) είχαν εκδιπλωθεί τα πιο προωθημένα κομμουνιστικά πειράματα, το «Μεγάλο άλμα προς τα εμπρός» αρχικά και η «Πολιτιστική επανάσταση» στη συνέχεια; Πώς τέλος, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο της Αμερικής με τη σύγχρονη Κίνα ήταν ελλειμματικό επί σειρά ετών, μόλις πρόσφατα ξέσπασε ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας; Ποια είναι τα πραγματικά αίτια αυτού του πολέμου και ποιο είναι το διακύβευμά του; Σημειωτέον, ότι ο πόλεμος αυτός θα συνεχισθεί παρά την πρόσφατα ανακοινωθείσα εμπορική συμφωνία «πρώτης φάσης» μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η συμφωνία αυτή αποτελεί μία απλή εκεχειρία σ’ έναν πόλεμο που θα διαρκέσει καθώς οι διαφορές μεταξύ των δύο μερών, όπως θα φανεί παρακάτω, είναι βαθιές και διαρθρωτικού χαρακτήρα.

2. Οι παραδόσεις της Κίνας και οι προϋποθέσεις εκσυγχρονισμού της

Δύο κυρίως πολιτικο-πνευματικές παραδόσεις συνυπάρχουν και ταυτόχρονα ανταγωνίζονται στην κινεζική ιστορία: Ο Νομικισμός και ο Κομφουκιανισμός. Οι απόψεις των παραδόσεων αυτών καταγράφονται αντιπαραθετικά σ’ ένα αρχαίο κείμενο του 81 π.Χ., το περίφημο «Άλας και Σίδηρος». Το κείμενο αυτό διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται επί αιώνες στην Κίνα και αποτέλεσε τελευταία αφορμή οξείας πολιτικής αντιπαράθεσης στην κορύφωση της Πολιτιστικής επανάστασης, το 1974.

Ο Νομικισμός είναι κρατικιστικός. Αποβλέπει στην ενίσχυση του ρόλου του κράτους και στην ενδυνάμωση του στρατού με οποιοδήποτε τίμημα. Το κράτος σύμφωνα με τους Νομικιστές πρέπει να ελέγχει στενά τη ζωή των ιδιωτών και να επιβάλλει ακόμα και με άμετρη βία το νόμο. Ο νόμος και η άτεγκτη εφαρμογή του μπορεί να αναπληρώσει εντελώς τη φθορά και την απαξίωση των παραδοσιακών ηθικών αρχών. Ο Κομφουκιανισμός, ένας φιλελευθερισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά, δίνει μεγαλύτερη σημασία και έμφαση στην ηθική -παρά στον βίαιο εξαναγκασμό- για να επιτευχθεί η πρέπουσα κοινωνική συμπεριφορά. Όταν, κατά τον Κομφουκιανισμό, η ηθική γίνεται κτήμα του λαού δεν υπάρχει ανάγκη τιμωριών. Ένας ηγεμόνας που εμπνέει σεβασμό με το παράδειγμά του δεν χρειάζεται να σκοτώσει για να τον υπακούσουν. Και επιπλέον, από τη στιγμή που η αρετή και η παιδεία ποδοπατούνται από τους ισχυρούς, καμία τιμωρία δεν μπορεί να σώσει την κατάσταση.

Οι Νομικιστές ξεκινούν από μία απαισιόδοξη οπτική για την άνθρωπο, θεωρώντας τον εγγενώς εγωιστικό: ένα έρμαιο των παθών του που μπορεί να πειθαρχηθεί μόνον μέσω της ανταμοιβής και της τιμωρίας, ακόμη και της πιο σκληρής. Οι Κομφουκιανοί αντίθετα πιστεύουν ότι ο άνθρωπος ρέπει, έστω και ασθενώς, προς το ενάρετο βίο και κατ’ αυτούς η κύρια μέθοδος για την εμπέδωση της ορθής κοινωνικής συμπεριφοράς είναι η παιδεία και το προσωπικό παράδειγμα.

Στα πλαίσια αυτά, οι Νομικιστές υποστηρίζουν τα κρατικά μονοπώλια, όπως στο άλας και τον σίδηρο, με στόχο να περιορισθεί η ισχύς των μεσαζόντων και των χονδρεμπόρων, να αυξηθούν τα κρατικά έσοδα και να ενισχυθεί το στράτευμα. Κατά τους Κομφουκιανούς, όταν ο λαός πληρώνει μιαν άδεια για να λειώσει σίδηρο και να βγάλει αλάτι, τα εργαλεία από μέταλλο θα είναι κοφτερά και καλής ποιότητας, ενώ το αλάτι θα κοστίζει λιγότερο από αυτό που πωλείται από τα κρατικά μονοπώλια. Αιτία για όλα αυτά είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ πολλών παραγωγών του ίδιου προϊόντος. Με την υιοθέτηση των μονοπωλίων, αντίθετα, τα περισσότερα εργαλεία καταλήγουν να είναι κακής ποιότητας, ενώ οι εργάτες του κράτους δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους.

Σε ό,τι αφορά τέλος την εθνική άμυνα, οι Κομφουκιανοί, σε αντίθεση με τους πολεμοχαρείς Νομικιστές, πιστεύουν ότι η ασφάλεια των εθνών στηρίζεται λιγότερο στην κατά τα άλλα απαραίτητη στρατιωτική δύναμη και περισσότερο στην αρετή των ηγεμόνων που εξασφαλίζει τη συνοχή του λαού και το πνεύμα θυσίας για την πατρίδα, όπως και την πνευματική ακτινοβολία της Κίνας πάνω στους αντίπαλους και εχθρούς της.

Η αποδελτίωση των απόψεων του Νομικισμού και του Κομφουκιανισμού αποκαλύπτει ότι στην περίπτωση της Κίνας υπήρχαν τα κατάλληλα παραδοσιακά εφαλτήρια για τον εκσυγχρονισμό και τον εξαστισμό της. Ως ανάλογα εφαλτήρια μπορούν να θεωρηθούν και ορισμένα μόνιμα αποτελέσματα του επαναστατικού αναβρασμού της μαοϊκής περιόδου της κινεζικής ιστορίας. Ως το κυριότερο απ’ αυτά αναφέρεται η εξάλειψη του αναλφαβητισμού των μεγάλων μαζών και η επέκταση της στοιχειώδους και μέσης παιδείας σε πανεθνική κλίμακα. Τονίζεται μεταξύ των άλλων, ότι απελευθερώθηκε το δυναμικό της νεολαίας και των γυναικών από τα πατερναλιστικά ήθη του παρελθόντος, ενώ το ενδιαφέρον του πληθυσμού στράφηκε σχεδόν αποκλειστικά προς εγκόσμιες επιδιώξεις.  Δημιουργήθηκαν έτσι κάποιες επιπλέον προϋποθέσεις του εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης που προωθήθηκε στη συνέχεια.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Κομφουκιανισμός, πέραν των άλλων χαρακτηριστικών του που τον καθιστούν μια εκδοχή του φιλελευθερισμού με ισχυρές ηθικές βάσεις, διακρίνεται και αυτός με τη σειρά του, αν και όχι τόσο έντονα όπως ο μαοϊσμός, από έναν εγκόσμιο πνευματικό προσανατολισμό, επικεντρωμένο στον άνθρωπο και τα προβλήματα της καθημερινής ζωής και πολύ λιγότερο στα περί θεών και πνευμάτων. Σε ό,τι αφορά τους Νομικιστές ούτε λόγος δεν μπορεί να γίνει, στην περίπτωσή τους, για μεταφυσικές ανησυχίες. Μόνον ο Ταοϊσμός, μία τρίτη κινεζική παράδοση, διακρίνεται από ένα ιδιαίτερα ελεύθερο πνεύμα και μία έντονη μυστικιστική διάθεση.

Ο εγκόσμιος προσανατολισμός, εν πάση περιπτώσει, των κινεζικών παραδόσεων (πλην του Ταοϊσμού), μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που απαρτίζουν τη φυσιογνωμία τους, αποτέλεσαν το κατάλληλο έδαφος και υπόστρωμα για έναν επιτυχή και ομαλό εκσυγχρονισμό και εξαστισμό της Κίνας. Έναν εκσυγχρονισμό που στηριζόμενος σε γηγενείς και όχι ξενόφερτες παραδόσεις δεν πήρε το χαρακτήρα μιας πλήρους δυτικοποίησης και δεν συνδυάσθηκε με αποσυνθετικές και διαλυτικές διαδικασίες που θα μπορούσαν να συνοδεύουν μία ολοκληρωτική δυτικοποίηση. Το όλο εγχείρημα βασίσθηκε στο συνδυασμό της κληρονομιάς του Νομικισμού και του Κομφουκιανισμού κυρίως, σε ένα υβρίδιο δηλαδή μιας κεντρικά σχεδιαζόμενης οικονομίας με στοιχεία μηχανισμού της αγοράς.

Γενικότερα, το κινέζικο οικονομικό θαύμα διαψεύδει την πίστη ότι υπάρχει μία αναγκαία σχέση μεταξύ ώριμου καπιταλισμού και κοινοβουλευτισμού. Ο καπιταλισμός της Κίνας χαρακτηρίζεται από μεγάλη αυτονομία των πολιτικών ελίτ έναντι του κεφαλαίου και από πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Από αυτούς τους εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης αντλεί ένα μέρος της νομιμοποίησής του το καθεστώς. Σ

3. Τα αίτια του εμπορικού πολέμου Αμερικής και Κίνας

Επί αρκετά χρόνια η Αμερική και η Κίνα έχουν συνομολογήσει μια άτυπη συμφωνία, η Κίνα να δανείζει την Αμερική, ώστε η τελευταία να αγοράζει τα προϊόντα της πρώτης. Ένα μεγάλο μέρος, βέβαια, των κινεζικών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, αφορά σε προϊόντα που παράγουν αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες στην Κίνα.

Γιατί, λοιπόν, ενώ το εμπορικό έλλειμμα της Αμερικής έναντι της Κίνας είναι μια παλαιά υπόθεση, ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας ξεκίνησε μόλις πρόσφατα, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Τραμπ; Φαίνεται ότι η επιβολή δασμών στις κινεζικές εξαγωγές στην αμερικανική αγορά δεν είναι απλώς ένα μέσο περιορισμού του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, αλλά και ένα ισχυρό όπλο στα χέρια της Αμερικής για να παρεμποδίσει την προώθηση της κινεζικής πρωτοβουλίας made in China 2025 (MIC 2025).

Η ουσία του σχεδίου MIC 2025, που άρχισε να υλοποιείται από το 2015, είναι η κρατική στήριξη και ενίσχυση των ερευνητικών δραστηριοτήτων των κινεζικών επιχειρήσεων και των πανεπιστημίων, ώστε η Κίνα να καλύψει το τεχνολογικό κενό που την χωρίζει από την Αμερική στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, την επεξεργασία δεδομένων μεγάλου όγκου και τους κβαντικούς υπολογιστές. Μια πλευρά του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ και Κίνας είναι και η διαμάχη για τον έλεγχο των δικτύων κινητής τηλεφωνίας πέμπτης γενιάς (5G). Στο ζήτημα αυτό η Κίνα προπορεύεται κατά πολύ της Αμερικής. (Σημειωτέον ότι η κρατική στήριξη των κινεζικών επιχειρήσεων δεν απαγορεύεται από τον ΠΟΕ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, όσον αφορά τα ερευνητικά τους προγράμματα).

Στον πυρήνα της πρωτοβουλίας MIC 2025 βρίσκεται, λοιπόν, η επιδίωξη της τεχνολογικής ισοτιμίας με την Αμερική, η επικέντρωση στην εγχώρια παραγόμενη γνώση και όχι πλέον στην εισαγόμενη γνώση. Η Κίνα διαβεβαιώνει στις διαπραγματεύσεις της με την Αμερική, ότι θα εντείνει αποφασιστικά την νομική προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των ξένων εταιρειών. Δεν θέλει όμως να παραιτηθεί από τη δυνατότητα να ωθεί τις ξένες εταιρίες, εφ’ όσον το επιθυμούν, να μοιράζονται τα εμπορικά τους μυστικά με κινεζικές εταιρείες, με αντάλλαγμα να αποκτούν πρόσβαση στην αχανή αγορά που συγκροτούν τα ήδη πάνω από 400 εκατομμύρια της κινεζικής μεσαίας τάξης. Οι συμφωνίες αυτού του είδους αποτελούν για την Αμερική «εξαναγκαστική» μεταφορά τεχνογνωσίας. Η πρακτική όμως αυτή δεν απαγορεύεται από τον ΠΟΕ. Πέραν του σημαντικού ζητήματος της μεταβίβασης ξένης τεχνογνωσίας, η Κίνα κάνει σαφές στις εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, ότι δεν θα παραχωρήσει τον έλεγχο της οικονομίας της, ποτέ και κατά κανένα τρόπο, σε ξένα χέρια.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός της κινεζικής βιομηχανικής παραγωγής και της οικονομίας της χώρας γενικότερα, αποτελεί προϋπόθεση για να μην πέσει η Κίνα στην περίφημη στη διεθνή βιβλιογραφία «παγίδα μέσου εισοδήματος». Πρόκειται για μια κατάσταση όπου, σε ορισμένες χώρες, την υψηλή και επί πολλά έτη διαρκούσα ανάπτυξη, τη διαδέχεται μια σαφής επιβράδυνση της οικονομίας τους, όταν το κατά κεφαλήν εισόδημά τους προσεγγίζει τις 10.000 δολάρια.

4. Η αποφυγή της «παγίδας μέσου εισοδήματος»

Πιο συγκεκριμένα, ο όρος «παγίδα μέσου εισοδήματος» παραπέμπει σε μια συνθήκη όπου μια χώρα μέσου εισοδήματος δεν μπορεί πλέον να ανταγωνίζεται επιτυχώς σε τομείς παραγωγής προϊόντων εντάσεως εργασίας, επειδή οι μισθοί της είναι σχετικά υψηλοί, αλλά δεν μπορεί να ανταγωνισθεί ούτε και σε υψηλής προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες, επειδή η παραγωγικότητα των εργαζομένων της είναι σχετικά χαμηλή. Το αποτέλεσμα είναι η επιβράδυνση της οικονομίας και η καθήλωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων της. Η ανεπαρκής ανάπτυξη εγχώριων παραγωγικών ικανοτήτων βασισμένων στην ενσωμάτωση τεχνολογικών καινοτομιών είναι η κύρια αιτία παρεμπόδισης της μετάβασης στην ανώτερη εισοδηματική κλίμακα. Κλασικό παράδειγμα εγκλωβισμού στην παγίδα μέσου εισοδήματος είναι οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής, ενώ ως επιτυχημένο παράδειγμα αποφυγής της «παγίδας μέσου εισοδήματος» καταγράφονται οι λεγόμενες τίγρεις της Ασίας (Σιγκαπούρη, Ταϊβάν, Χονγκ Κονγκ και Νότια Κορέα).

Η Κίνα βρίσκεται, λοιπόν, σ’ αυτό ακριβώς το λεπτό σημείο, όπου συνεχίζει μεν να έχει ανάγκη το παλαιό παραγωγικό της μοντέλο, από το οποίο μόνο σταδιακά μπορεί να απομακρυνθεί και ταυτόχρονα δεν έχει εδραιώσει το νέο παραγωγικό της πρότυπο. Την πλήρη μετάβαση δηλαδή από την οικονομία της «απομίμησης» (imitation-led) στην οικονομία της γνώσης και της καινοτομίας (innovation-led), μία οικονομία επιπλέον βασισμένη κυρίως στην εσωτερική ζήτηση και κατανάλωση και όχι τόσο στις εξαγωγές και στα προϊόντα εντάσεως εργασίας.

Οι αρμόδιοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ θεωρούσαν ότι ο εμπορικός πόλεμος θα καταφέρει ισχυρά πλήγματα στην κινεζική οικονομία. Όμως οι δασμοί στις κινεζικές εξαγωγές προς την αμερικανική αγορά έβλαψαν λιγότερο από ό,τι πιστεύεται την Κίνα. Οι κινεζικές εξαγωγές προς την Αμερική τους πρώτους πέντε μήνες του 2019 έπεσαν μόνον κατά 4,8%. Την ίδια περίοδο οι εξαγωγές της Κίνας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την πιο μεγάλη αγορά κινεζικών προϊόντων, αυξήθηκαν κατά 14,2%, ενώ η αγορά της νοτιοανατολικής Ασίας αντικατέστησε τις ΗΠΑ ως η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά εξαγωγής κινέζικων προϊόντων.

Η πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος», ο λεγόμενος «νέος δρόμος του μεταξιού» που προωθεί η Κίνα από το 2013 και εντεύθεν, προσφέρει εξάλλου νέες διεξόδους στην κινεζική οικονομία. Αποτελεί έναν γαλαξία έργων υποδομής που συνδέει μεταξύ τους διάφορες ηπείρους. Όπως τονίζει η Πελαγία Καρπαθιωτάκη, η πρωτοβουλία αυτή δεν έχει ένα σαφή και προκαθορισμένο τελικό στόχο και ένα σαφές χρονοδιάγραμμα, πράγμα που συνήθως συμβαίνει στη δυτική κουλτούρα. Αφήνονται να προσδιορισθούν στην πορεία. Εάν το σχέδιο αυτό ακολουθούσε ένα ιδεατό πρότυπο θα αγνοούσε την πραγματικότητα και ως συνέπεια θα δημιουργούσε αντιστάσεις.

Η αμερικανική επίθεση στην άνοδο της Κίνας, εν πάση περιπτώσει, φαίνεται να συναντά τα εμπόδια που αναφέρθηκαν. Δεν απουσιάζουν όμως τα προβλήματα και από την ίδια την Κίνα. Γίνεται λόγος κυρίως για την υπερπαραγωγή που χαρακτηρίζει ορισμένους κλάδους της κινεζικής οικονομίας (π.χ. την κατασκευή υποδομών) μετά από δεκαετίες εκρηκτικής ανάπτυξης, καθώς και την υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα.

5. Η αποκατάσταση και διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας σταθερός και αταλάντευτος στόχος

Το πού θα καταλήξει ο εμπορικός πόλεμος Αμερικής – Κίνας είναι άγνωστο. Ένα είναι όμως βέβαιο, ότι η Κίνα δεν θα θέσει ποτέ υπό διαπραγμάτευση την οικονομική της αυτοδυναμία και ευρύτερα την εθνική της ανεξαρτησία.

Έχει πικρή πείρα, από το παρελθόν, εισβολής και κατοχής από ξένες δυνάμεις στη διάρκεια του λεγόμενου «αιώνα των ταπεινώσεων» (1849-1949). Μέχρι το 1830 η Κίνα παρουσίαζε σημαντικά πλεονάσματα στο εμπορικό της ισοζύγιο με τη Δύση. Ενώ οι δυτικές  χώρες ενδιαφέρονταν ζωτικά για τα κινεζικά προϊόντα (τσάι, πορσελάνη, μετάξι), η ίδια η Κίνα παρέμεινε αδιάφορη για τα προϊόντα της Δύσης. Η Βρετανία κατόρθωσε, με τη βοήθεια της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών, να ανατρέψει το παραπάνω καθεστώς, βρίσκοντας ένα ινδικό προϊόν για το οποίο υπήρχε κάποια ζήτηση στην Κίνα, το όπιο. Οι βρετανικές εισαγωγές οπίου στην Κίνα αυξήθηκαν αλματωδώς, λίγο πριν και μετά τους νικηφόρους για την Αγγλία πολέμους του οπίου που της επέτρεψαν να εγκαινιάσει τον περίφημο στην κινεζική ιστορία «αιώνα των ταπεινώσεων». Η μαοϊκή περίοδος έρχεται μετά από αυτόν τον αιώνα, διαρκώντας από το 1949 έως το 1978. Το διάστημα αυτό χαρακτηρίζεται από την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας της Κίνας επί των εδαφών της, αλλά την περίοδο αυτή η Κίνα παραμένει μία φτωχή χώρα. Κατά την διακυβέρνηση της χώρας από τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ και τους διαδόχους του, η Κίνα βγαίνει από τις στερήσεις και τη φτώχεια, αλλά υποσκάπτεται από φαινόμενα ενδημικής διαφθοράς. Η καινούργια περίοδος, που αρχίζει το 2012 με τον Σι Τζινπίνγκ, φαίνεται να απαλλάσσει την Κίνα σε αρκετό βαθμό από την ενδημική διαφθορά, ενώ στο ίδιο διάστημα η Κίνα διεκδικεί την τεχνολογική της ισοτιμία με τη Δύση.

Πηγές:

  • Κομφούκιος. Ανάλεκτα. Εκδόσεις Οδυσσέας. Πρώτη έκδοση Ιούνιος 2004.
  • Άλας και Σίδηρος. Πρόλογος από Κάρολο Παπούλια. Απόδοση στα ελληνικά και σχόλια από Χρήστο Καφτεράνη. Εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 1999.
  • TaoTeching. Μετάφραση Νικόλας Ρώσσης, PhD. Το ηλεκτρονικό αυτό βιβλίο διανέμεται δωρεάν  στη διεύθυνση www.istomediahost.gr/taotechnig
  • Η Κίνα από την Ουράνια αυτοκρατορία στην ανερχόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα. Του Χαράλαμπου Παπασωτηρίου. Εκδόσεις Ποιότητα, 2013.
  • Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης του SamuelHuntington. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016.
  • The third revolution. Xi Junping and the new Chinese State.Βy Elizabeth C. Economy. Oxford University Press, 2018.
  • Οι προοπτικές που διαγράφονται για την παγκόσμια οικονομία. ΤουΝικήταΠιττή. Foreign Affairs. The Hellenic edition. 3/9/2019.
  • How China really sees the Trade War. By Andrew J. Nathan. Foreign Affairs. June 27, 2019.
  • Escaping the middle income trap: innovate or perish. By Eva Peus. ADBI Working. Paper 685. March 2017.
  • The new silk Roads: an introduction to China’s Belt and Road Initiative. By Steven Brakman, Peter Frankopan, Harrg Garretsen and Charles van Marrewijk. Cambridge Journal of regions, economy and society, 2019.
  • Ο «Δράκος» του Σ. Τζινπίνγκ διεκδικεί πλανητικό ρόλο.Tης Πελαγίας Καρπαθιωτάκη. SlPress, 6 Νοεμβρίου 2019.
  • Για μία νέα βιομηχανική πολιτική. Του Δημήτρη Σκάλκου. Capitalgr., 27 Σεπτ. 2017.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Νικήτα Χριστόπουλου.

Η Ελλάδα των μνημονίων, η φύση της μεταπολεμικής ανάπτυξης και η διάσωση της μικρής ιδιοκτησίας

1. Το διεθνές πλαίσιο

Σήμερα η παγκοσμιοποίηση αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα: Ένας ελεγχόμενος προς το παρόν εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας που μπορεί όμως ανά πάσα στιγμή να καταστεί ανεξέλεγκτος. Μια ηπιότερη μεν εμπορική διένεξη ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης που κινδυνεύει όμως, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας, να ρίξει την ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης, τη γερμανική, σε ύφεση. Μια εντεινόμενη προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να σφραγίσουν τα σύνορά τους στους μετανάστες. Και τέλος, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ακόμη και οι πιο διαπρύσιοι υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης παραδέχονται ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.

Πώς από τη χρυσή εποχή των πρώτων δεκαετιών μεταπολεμικής ανάπτυξης φθάσαμε στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και μετέπειτα στην κρίση της; Και πώς τοποθετείται η Ελλάδα σ’ αυτό το πλαίσιο;

Το 1944 συνάφθηκε η συμφωνία του Bretton Woods που στο επίκεντρό της βρισκόταν η θέσπιση ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων μεταξύ των κρατών. Η φιλοσοφία της συμφωνίας αυτής ήταν η πεποίθηση ότι ο καλύτερος τρόπος για να ενισχυθεί το διεθνές εμπόριο και οι επενδύσεις μακροπρόθεσμα ήταν η διασφάλιση της ευρωστίας των εθνικών οικονομιών. Οι επί μέρους χώρες θα άνοιγαν τα σύνορά τους μόνον στην έκταση που αυτό το άνοιγμα δεν θα διατάρασσε την κοινωνική ειρήνη στο εσωτερικό τους και τη συνοχή τους.

Από το 1980 και μετά αρχίζει να απελευθερώνεται η κίνηση κεφαλαίων μεταξύ των κρατών και να «απορρυθμίζεται» ο χρηματοπιστωτικός τομέας γενικότερα, με τη δημιουργία ολοένα και περισσότερων περίτεχνων, αλλά και σαθρών, όπως αποδείχθηκε, πιστωτικών προϊόντων. Η παγκοσμιοποίηση καθίσταται τώρα ο αδιαμφισβήτητος στόχος. Οι εθνικές οικονομίες θεωρούνται πλέον απλά μέσα για την υλοποίηση αυτού του στόχου. Η διεύρυνση της παγκόσμιας αγοράς αναγορεύεται σε θεμελιώδη μοχλό ανάπτυξης.Οι εθνικές οικονομίες εκκαλούντο να ενθαρρύνουν πάση θυσία τις εξαγωγές τους και να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις ακόμη και αν αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο οικονομικής αστάθειας.

Θα πρέπει να υπογραμμισθεί πάντως ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης στην περίοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ήταν σαφώς χαμηλότεροι από εκείνους της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Η υπερχρέωση ιδιωτών και κρατών συντηρούσε τεχνητά την ανάπτυξη και συγκάλυπτε την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και τις ασθενείς επιδόσεις των άλλων – πλην του χρηματοπιστωτικού – τομέων της οικονομίας.

2. Οι δύο φάσεις της μεταπολεμικής ανάπτυξης στην Ελλάδα

Στην ελληνική περίπτωση η χρυσή εποχή της μεταπολεμικής ανάπτυξης διέφερε απ’ αυτή των χωρών του κέντρου του συστήματος σε δύο κυρίως σημεία. Η εντυπωσιακή για τα ελληνικά δεδομένα εκβιομηχάνιση που σημειώθηκε μετά τη λήξη του εμφύλιου πολέμου στηρίχθηκε στους δασμούς επί των εισαγομένων προϊόντων και στο χαμηλό εργατικό κόστος. Η εκβιομηχάνιση ακολούθησε κατά τα άλλα το γνωστό την περίοδο αυτή μοντέλο υποκατάστασης των εισαγωγών. Ένα δεύτερο στοιχείο που διαφοροποιεί την ελληνική περίπτωση ήταν ότι το κράτος μέσα από ένα πολυσύνθετο πλέγμα ρυθμίσεων θα στηρίξει την αναπαραγωγή της μικρής ιδιοκτησίας και επιχειρηματικότητας. Γίνεται λόγος για αναπαραγωγή, διότι το μεγάλο οικονομικό και πολιτικό βάρος της μικρής ιδιοκτησίας αποτέλεσε βασική ιδιαιτερότητα της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας από τα πρώτα, μετά την επανάσταση του 1821, χρόνια.

Αν το ελληνικό κράτος ανταποκρίθηκε σ’ ένα σχετικά ικανοποιητικό βαθμό στο ρόλο του ως αναπτυξιακός μοχλός στην πρώτη φάση της μεταπολεμικής ανάπτυξης, δεν μπόρεσε να κινηθεί με την ίδια επάρκεια στην επόμενη φάση, στην περίοδο δηλαδή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Πού οφείλεται η αδυναμία του κράτους να ανταποκριθεί στο νέο του ρόλο, να διασφαλίσει δηλαδή μία βαθμιαία και ελεγχόμενη διεθνοποίηση της εγχώριας οικονομίας; Ορισμένοι τονίζουν ότι η κρίση του 1973 που σηματοδότησε την εξάντληση του μοντέλου ανάπτυξης της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου (με την ανάδυση του στασιμοπληθωρισμού) συνέπεσε με την πτώση της χούντας. Πτώση που συνοδεύθηκε από την εμφάνιση έντονων οικονομικών διεκδικήσεων που οδήγησαν στην αύξηση του εργατικού κόστους, με αποτέλεσμα να μειωθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και η κερδοφορία του κεφαλαίου. Η Ελλάδα υιοθέτησε κεϋνσιανές πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος για να κατευνάσει τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό και να ενσωματώσει ειρηνικά τα λαϊκά στρώματα στην εθνική ζωή. Και όλα αυτά σε μια εποχή που αυτές οι πολιτικές είχαν αρχίσει να καθίστανται «ντεμοντέ» στην αναπτυγμένη Δύση, στα πλαίσια του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού.

Από το 1985 και εντεύθεν, οι ελληνικές ελίτ στράφηκαν διστακτικά και με κεϋνσιανά διαλείμματα, υποτροπές και παλινδρομήσεις προς τον νεοφιλελευθερισμό (ιδιωτικοποιήσεις, περιοριστική εισοδηματική πολιτική, συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας). Αποκαταστάθηκε έτσι σε κάποιο βαθμό η κερδοφορία του κεφαλαίου, αλλά ποτέ δεν έφθασε στο ύψος των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, με εξαίρεση κάποιους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως θα φανεί παρακάτω.

Δεν επρόκειτο όμως απλώς και μόνον για διστακτική στροφή στον νεοφιλελευθερισμό. Διότι κατ’ αρχήν στην ελληνική περίπτωση η παραγωγική συρρίκνωση που άρχισε να παρουσιάζεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 (πριν την ένταξη δηλαδή στην ΕΟΚ) με τη σταδιακή μετατροπή, για παράδειγμα, των περισσότερων παραδοσιακών βιομηχανιών σε «προβληματικές», δεν βρήκε μια  αντιρρόπηση και αντιστάθμιση με τη δημιουργία νέων βιομηχανιών που να ενσωματώνουν τεχνολογικές καινοτομίες, όπως συνέβη σε άλλες χώρες.

Τι προέκυψε και δεν μπόρεσε η Ελλάδα να επιδοθεί σε νέες ανταγωνιστικές παραγωγικές οικονομικές δραστηριότητες; Αρκετοί αποδίδουν την ελληνική αδυναμία στον επιθετικό συντεχνιασμό, στην ατροφία και διάβρωση του παραγωγικού ήθους, στην υπερκατανάλωση εισαγομένων και όχι πλέον εγχώριων προϊόντων και τέλος στον αδιάλλακτο κτητικό ατομικισμό που χαρακτήρισαν την περίοδο της μεταπολίτευσης.

Τα υπαρκτά αυτά παρακμιακά φαινόμενα αποτελούν την οικονομική όψη της «αλλά ελληνικά» στροφής προς τον μεταμοντέρνο μηδενισμό. Δεν θα μπορούσαν βέβαια να γιγαντωθούν χωρίς την αποφασιστική συμβολή του πελατειακού πολιτικού συστήματος. Όντως, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στη Δύση, τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και την πρώτη του 21ου το μεταμοντέρνο άτομο ζει αγνοώντας ότι διαβιώνει σε κοινωνία. Στη Δύση όμως τα πολιτικά πάθη μαράθηκαν και επικράτησε η ειρήνη της ευζωίας. Μια νέα εκδοχή της ελευθερίας, η ελευθερία της ιδιωτικής επιθυμίας από κάθε είδους κανονιστικά πλαίσια, ανήλθε στο προσκήνιο. Αυτού του είδους η μηδενιστική ελευθερία υπερφαλάγγισε την παραδοσιακή αστική ελευθερία της ιδιωτικής ανεξαρτησίας και την αμφιλεγόμενη σοσιαλιστική (που χωρίς να συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις φιλοδόξησε να συναρθρώσει και τους τρεις αναβαθμούς της ελευθερίας, την ιδιωτική, την κοινωνική και την πολιτική).

Στην ελληνική περίπτωση όμως τα πολιτικά πάθη κάθε άλλο παρά ατρόφησαν. Τα παρακμιακά και εκφυλιστικά φαινόμενα γιγαντώθηκαν στα πλαίσια ενός κατά διαστήματα θορυβώδους και φατριαστικού διαγκωνισμού και διελκυστίνδας, μεταξύ της δεξιάς και της κεντροαριστεράς, για το ποια πολιτική δύναμη θα εγγυηθεί και θα προωθήσει παροχές χωρίς παραγωγικό υπόβαθρο, με την αριστερά να μην βαρύνεται μεν με κυβερνητικές ευθύνες, αλλά να πλειοδοτεί σε οικονομικές διεκδικήσεις και να έχει χάσει το παλαιό παραγωγικό της ήθος. Στην εικόνα αυτή πρέπει να προστεθεί η διαπλοκή του πολιτικού προσωπικού με το μεγάλο κεφάλαιο και οι δυσμενέστατες επιπτώσεις της.

Πράγματι, το πελατειακό πολιτικό σύστημα καλλιέργησε και ενθάρρυνε στον χώρο της οικονομίας έναν δυστροφικό δυϊσμό ανάμεσα σε έναν συρρικνούμενο ή έστω στάσιμο παραγωγικό τομέα (μεταποίηση, γεωργία, τουρισμός, ναυτιλία, ορυχεία, τεχνολογίες αιχμής) και σε έναν ολοένα διογκούμενο μη εκτιθέμενο στον διεθνή ανταγωνισμό τομέα (δημόσια διοίκηση, τράπεζες, εμπόριο, οικοδομή και δημόσια έργα). Καθώς οι δύο αυτοί τομείς χαρακτηρίζονται από ανισότητες αμοιβών και κερδών, δημιουργούνται στρεβλά κίνητρα και για τους εργαζόμενους και για τους επιχειρηματίες. Στους μεν εργαζόμενους δημιουργείται το κίνητρο να διορισθούν πάση θυσία στο Δημόσιο (υψηλότερες αμοιβές, μονιμότητα, χαλαρά εργασιακά ήθη), στους δε επιχειρηματίες να γίνουν με οποιονδήποτε τρόπο προμηθευτές του Δημοσίου ή εργολάβοι δημοσίων έργων, μηδενίζοντας σχεδόν το επιχειρηματικό ρίσκο και εξασφαλίζοντας σίγουρα και υψηλά κέρδη.

Η κατάσταση αυτή, βέβαια, δεν ήταν βιώσιμη μεσομακροπρόθεσμα. Ο υπερδανεισμός του Κράτους συγκάλυπτε τις δομικές ανεπάρκειες της οικονομίας και συντηρούσε την υπερκατανάλωση. Όταν όμως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση μπήκε σε κρίση, οι στρόφιγγες της απλόχερης δανειοδότησης του ελληνικού κράτους έκλεισαν απότομα και το όλο σαθρό οικοδόμημα άρχισε να καταρρέει.

Η δημοσιονομική κρίση ήταν πάντως σύμπτωμα και όχι βασική αιτία της χρεοκοπίας. Η θέση ότι η ελληνική παθογένεια συνδέεται αποκλειστικά και μόνον με τη δημοσιονομική ασωτία των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης, που αξιοποίησαν τα προ κρίσης χαμηλά επιτόκια, δεν ευσταθεί. Το πρόβλημα σχετιζόταν κυρίως με την παραγωγική συρρίκνωση και το μεγάλο παραγωγικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας.

Συνολικά, στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, λοιπόν, το μεν ξένο κεφάλαιο κατά βάσιν αποεπενδύει, το εγχώριο φοβούμενο τον διεθνή ανταγωνισμό και θέλοντας να αξιοποιήσει τη θαλπωρή της κρατικής αγκάλης «δραπετεύει» και «κρύβεται» στον προστατευμένο από τις πιέσεις της παγκόσμιας αγοράς τομέα οικονομικών δραστηριοτήτων, ενώ οι μικροεπιχειρηματίες ακολουθούν και αυτοί το ρεύμα μετατοπιζόμενοι σε παρασιτικές δραστηριότητες (π.χ. από την βιοτεχνία ένδυσης, υπόδησης και τροφίμων στο μικρεμπόριο εισαγομένων).

3. Η περίοδος των μνημονίων

Στην περίοδο που ακολούθησε, στην «περίοδο των μνημονίων», το εγχώριο πολιτικό προσωπικό επέδειξε και πάλι χαρακτηριστική αδυναμία να συλλάβει και να εφαρμόσει, έστω και αργά, ένα σχέδιο εθνικής ανόρθωσης, με δική του πρωτοβουλία.

Η πίεση για «μεταρρυθμίσεις», η πίεση άκριτης και βίαιης προσαρμογής στα ευρωπαϊκά δεδομένα, υπήρξε εισαγόμενη, μέσω τρόικας. Οι πολιτικοί εφάρμοζαν πρόθυμα τα «προγράμματα στήριξης», τα μνημόνια, αλλά σπάνια προσπάθησαν να τα δικαιολογήσουν στους πολίτες. Αντίθετα, συχνά τα παρουσίαζαν σαν αναγκαίο κακό που επιβάλλεται στη χώρα από τους ισχυρούς ξένους. Η τακτική αυτή απέβλεπε, μεταξύ των άλλων, στην ελαχιστοποίηση του πολιτικού κόστους.

Οι κυβερνήσεις, την περίοδο των μνημονίων δεν έλαβαν, λοιπόν, μέτρα ανάταξης της χώρας. Έκοψαν απλώς δαπάνες και αύξησαν τους φόρους αποκαθιστώντας μια ισορροπία στα δημόσια οικονομικά, ενώ επέβαλαν και κάποιες μεταρρυθμίσεις, σημαντικότερη από τις οποίες ήταν η αναμόρφωση και η ανεξαρτητοποίηση του φοροεισπρακτικού μηχανισμού. Το βαθύ πελατειακό κράτος επιβίωσε και αναπαράχθηκε όμως στις νέες συνθήκες. Η τρόικα άφησε το πολιτικό σύστημα ανέγγιχτο και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού άθικτα, ώστε να της γίνει απρόσκοπτα «η βρώμικη δουλειά».

Η μεγαλύτερη απώλεια στην περίοδο της κρίσης ήταν η φυγή ταλαντούχων νέων στο εξωτερικό (500.000) καθώς το καθεστώς της αναξιοκρατίας δεν ανατράπηκε και οι ευκαιρίες για δημιουργική δουλειά με καλές αποδοχές παρέμειναν σπάνιες.

4. Η διάσωση του μικροϊδιοκτητικού χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας

Μετά τη λήξη και του τρίτου μνημονίου γίνεται προσπάθεια να προσελκυσθούν ξένες επενδύσεις. Προς το παρόν όμως μόνον ο τουρισμός και η αγορά ακινήτων προσελκύει ξένες επενδύσεις.

Για μια αποφασιστική στροφή προς νέες παραγωγικές δραστηριότητες (στην μεταποίηση και αλλού) κάθε άλλο παρά φθάνουν οι φοροελαφρύνσεις που προωθεί η κυβέρνηση της Ν. Δημοκρατίας. Επιπλέον, η στροφή προς παραγωγικές δραστηριότητες ούτε πρέπει ούτε μπορεί να μονοπωληθεί από μεγάλες και μόνον επιχειρήσεις, ξένες ή εγχώριες.

Για ορισμένους, η μαζική εμμονή στην μικροεπιχειρηματικότητα που χαρακτηρίζει την εθνική μας οικονομία είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Γι’ αυτούς, η εμπέδωση «ορθολογικών» παραγωγικών σχέσεων και η κυριαρχία τυπικών μορφών καπιταλισμού προϋποθέτει τον «θάνατο του εμποράκου», την υπαγωγή δηλαδή της πλειοψηφίας των αυτοαπασχολούμενων σε καθεστώς εξαρτημένης μισθωτής εργασίας. Η καπιταλιστική «εκλογίκευση» πρέπει να κατατείνει στην προλεταριοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού της χώρας. Δεν υπάρχει αμφιβολία βέβαια ότι η μικροεπιχειρηματικότητα απέκτησε από ένα σημείο και μετά παρασιτικά κατά βάσιν χαρακτηριστικά, με εξαίρεση σ’ ένα βαθμό τους τομείς της γεωργίας και του τουρισμού. Ότι η καθολική αντίσταση στην προλεταριοποίηση πήρε στρεβλές μορφές, υποβοηθούντος και του προβληματικού πολιτικού συστήματος.

Αντί όμως να εξαπολύονται μύδροι κατά των μικρών επιχειρήσεων, θα πρέπει να εξετασθεί πώς θα μπορούσε να «αποπαρασιτικοποιηθεί» ο χώρος τους, πως θα μπορούσε να υπάρξει μετατόπιση, για παράδειγμα, από το ευρύτατα διαδεδομένο πριν την κρίση μικρεμπόριο εισαγομένων (που φθίνει), προς παραγωγικές μικρές επιχειρήσεις στο χώρο της μεταποίησης. Η μικρή κλίμακα δεν είναι πάντοτε μειονέκτημα. Οι νέες τεχνολογίες δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε μικροεπιχειρηματία να πληροφορείται για νέες τεχνικές και να έρχεται εύκολα σε επαφή με τους προμηθευτές του και τους δυνητικούς πελάτες του, όσο μακριά και αν βρίσκονται. Ένας άλλος τρόπος υπέρβασης των μειονεκτημάτων της μικρής κλίμακας είναι η ανάπτυξη ενός νέου – υγιούς συνεταιριστικού κινήματος στον τομέα της γεωργικής παραγωγής, στον αντίποδα βέβαια των παραδοσιακών κομματικοποιημένων και χρεοκοπημένων συνεταιρισμών.

Τίθεται συνεπώς το ερώτημα: Αν οι ίδιοι οι μικροεπιχειρηματίες μπορούν από μόνοι τους να αναλάβουν εξυγιαντικές πρωτοβουλίες, τι μπορεί να κάνει το κράτος με τη σειρά του γι’ αυτούς;

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τους μικρούς εξαγωγείς. Οι σημαντικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν είναι η περιορισμένη χρηματοδότηση και οι χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Ως προς το πρώτο ζήτημα, αυτό της χρηματοδότησης, πέραν της βελτίωσης του μηχανισμού χορήγησης κρατικών κονδυλίων για την ενίσχυση των εξαγωγών και της γρήγορης επιστροφής ΦΠΑ, απαραίτητη είναι η αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων, ώστε να διασφαλισθεί φθηνή τραπεζική χρηματοδότηση.

Όσον αφορά τώρα το δεύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι μικροί εξαγωγείς, τη γραφειοκρατία, πολλά μπορούν να γίνουν ξεκινώντας από τη συντόμευση και απλούστευση των διαδικασιών.

Συνολικά, πάντως, η «αποπαρασιτικοποίηση» και εξυγίανση προϋποθέτει μια κοινωνική και πολιτισμική ανατροπή ενταγμένη σ’ ένα ευρύτερο κίνημα αναγέννησης του Ελληνισμού. Στα πλαίσια ενός τέτοιου ανορθωτικού κινήματος η παραγωγική ανασύνταξη θα πρέπει να συνοδευθεί και να στηριχθεί και από τη θεσμική αναβάθμιση των κρατικών υπηρεσιών. Δεν απαιτείται όμως απλώς και μόνο διοικητική υποστήριξη τεχνικού χαρακτήρα στις αναλαμβανόμενες παραγωγικές πρωτοβουλίες. Πρέπει παράλληλα να αναδειχθεί σε ευκρινή πολιτικό στόχο η ανάγκη διάσωσης του μικροϊδιοκτητικού χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας, μέσω της εξυγίανσής του.

Εμπόδιο τελικά στη διάσωση των μικρών επιχειρήσεων δεν είναι μόνον οι μεγάλες επιχειρήσεις, που όντως εγκαθιστούν φραγμούς εισόδου στις νέες επιχειρήσεις αγαθών και υπηρεσιών, αλλά προπαντός η μετριοκρατία, η κυριαρχία των άσχετων ή και των φαύλων στους κρατικούς μηχανισμούς και λιγότερο στην κοινωνική βάση, καθώς και η απουσία σχετικού πολιτικού σχεδιασμού. Η ασχετοσύνη και η φαυλότητα πάντως μακράν του να είναι απλώς φθοροποιά ατομικά χαρακτηριστικά κάποιων, παραπέμπουν σ’ ένα ευρύτερο έλλειμμα αυτοκυβερνητικής ικανότητας, έλλειμμα που συνδέεται με τη σειρά του με κενό συλλογικότητας, με αδυναμία για παράδειγμα να γίνει αντιληπτό ακόμη και το πλέον στοιχειώδες και ωφελιμιστικό επιχείρημα, ότι δηλαδή η ατομική ευζωία περνάει μέσα από την ευρωστία της εθνικής οικονομίας (για τους περισσότερους και όχι για όλους, βέβαια, και μεσομακροπρόθεσμα).

5. Επίλογος

Η παραπάνω αλήθεια, η συσχέτιση και σύνδεση της ατομικής ευζωίας με την εθνική ευρωστία, μπόρεσε να γίνει αντιληπτή από ένα μέρος της κοινής γνώμης, μέσα από το πέρασμα «δια πυρός και σιδήρου» από τη δεκαετία της κρίσης, τη δεκαετία του 2010. Μέχρι να γίνει αντιληπτή όμως, η χώρα μπήκε σε επικίνδυνη οικονομική περιπέτεια, ενώ η πρωτοβουλία των κινήσεων για τη διαχείριση των οικονομικών πέρασε στους ξένους, που είχαν όμως τις δικές τους στοχεύσεις και προτεραιότητες και τα δικά τους συμφέροντα. Σήμερα σημειώνεται, εν πάση περιπτώσει, μια κάποια ωρίμανση της κοινής γνώμης ως προς την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων.

Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τα γεωπολιτικά και εθνικά θέματα. Παρακολουθούμε με αμηχανία και απορία ανάμικτη με φόβο, τις εντεινόμενες γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην περιοχή μας και διεθνώς: τη διόγκωση των μεταναστευτικών ροών προς τη χώρα μας στα πλαίσια της αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή και ως όπλο του Ερντογάν για να αποσπάσει κατ’ αρχήν παραχωρήσεις από μέρους μας σε άλλα μέτωπα, την όξυνση της αναθεωρητικής και επεκτατικής πολιτικής της Τουρκίας, τις τουλάχιστον προβληματικές σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας και τη στροφή της τελευταίας προς τη Ρωσία, την επάνοδο της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες και τη γενικότερη ισχυροποίησή της, την ανάδειξη της Κίνας σε υπερδύναμη και μάλιστα όχι μόνον οικονομική και με δυο λόγια την αποδυνάμωση της Δύσης που αποκαλύφθηκε περίτρανα από τον τρόπο που χειρίσθηκε την τουρκική εισβολή στη Β. Συρία.

Φαίνεται, λοιπόν, να μην υπάρχει προς το παρόν ο απαραίτητος πνευματικός και πολιτικός εξοπλισμός, για να επεξεργασθούμε τις παραπάνω εξελίξεις και να βρούμε έναν τρόπο να τοποθετήσουμε τη χώρα ενεργητικά και όχι παθητικά μέσα στον σύγχρονο κόσμο, πράγμα που δεν είναι πολυτέλεια αλλά όρος εθνικής επιβίωσης.

Πηγές:

  • Ελλάδα της λήθης και της αλήθειας. Από τη μακρά εφηβεία στη βίαιη ενηλικίωση. Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Εκδόσεις Θεμέλιο, 2012.
  • Ελλάδα: Μια χώρα παραδόξως νεωτερική. Του Γιάννη Βούλγαρη. Εκδόσεις Πόλις, 2019.
  • Το Αόρατο Ρήγμα. Θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία. Του Αρίστου Δοξιάδη. Εκδόσεις Ίκαρος, 2013.
  • Κατανοώντας την ελληνική κρίση. Επιστημονική επιμέλεια των Δ. Κατσίκα, Κ. Φιλίνη και Μ. Αναστασάτου. Εκδόσεις Παπαζήση, 2017.
  • Το επιπλέον ναυάγιο. Ερμηνευτικό εγκόλπιο για την κρίση. Του Δημήτρη Ιωάννου και Χρήστου Ιωάννου. Εκδόσεις Andy’s Publishers, 2017.
  • Τα δύο τέρατα και η Αριστερά. Για την παρακμή και τις δυνατότητες ανάσχεσής της. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός, 2019.
  • Φιλόξενος μηδενισμός. Του Νικόλα Αλ. Σεβαστάκη. Εκδόσεις Εστία, 2008.
  • Globalization’s Wrong Turn. By Dani Rodrik. Foreign Affairs. July / August, 2019.
  • The Greek Crisis: Causes and Alternatives Strategies. By Stavros Mavroudeas. In Sotiris Panagiotis (ed.) (2016), Crisis, Movement, Strategy. Historical materialism, Leiden, Brill.
  • Austerty Vintage Minis. ΤουΓιάνηΒαρουφάκη, 2018.
  • Η βιοτεχνολογία της κρίσης. Του Γιάννη Κοκκινάκη. Εκδόσεις Ασίνη, 2019.
  • Στοχευμένα μέτρα ενίσχυσης των εξαγωγών. Του Μανώλη Γαλενιανού. Καθημερινή, Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Αστικό”, 1993) είναι έργο του Δημήτρη Καραπιπέρη.

Η Αρετολογική και η Αριστοτελική ηθική

1. Η αρετολογική ηθική και τα όριά της

Η ηθική σκέψη του Αριστοτέλη γνωρίζει εδώ και 60 χρόνια μια υπολογίσιμη επί της αρχής αποδοχή από αρκετούς σύγχρονους φιλόσοφους. Οι φιλόσοφοι αυτοί αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν τα ηθικά συγγράμματα του Αριστοτέλη ως αφετηριακά κείμενα για την διαμόρφωση μιας ευρέως διαδεδομένης πλέον νεωτερικής προσέγγισης της αρετής, των λεγόμενων «virtue ethics», της αρετολογικής ηθικής.

Η ερωτοτροπία των νεοαριστοτελικών φιλοσόφων με την ελληνική αρετολογία σχετίζεται με την ηθική κρίση που συνοδεύει την μεταμοντέρνα φάση της Νεωτερικότητας. Ηθική κρίση που καταδεικνύει τον ελλειμματικό και αφελή χαρακτήρα της ηθικής φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Σύμφωνα με αυτήν ο μέσος πολίτης δεν έχει καμία πρόσθετη υποχρέωση προς τους συμπολίτες του πέρα από τον καθολικό καθήκον να μην διαπράττει αδικίες ως έλλογο ον απέναντι σε άλλα έλλογα όντα. Η ερμηνεία αυτή των υποχρεώσεων μας είναι πολύ στενή. Δεν εξηγεί καθόλου τις ιδιαίτερες υποχρεώσεις που έχουμε ο ένας στον άλλον ως συμπολίτες, ως μέλη ενός συγκεκριμένου λαού ή έθνους ή ως μέλη της ίδιας οικογένειας. Εν πάση περιπτώσει οι υποστηρικτές της αρετολογικής ηθικής προσπαθούν να διαφοροποιηθούν από τις δύο κύριες νεωτερικές οπτικές της ηθικής φιλοσοφίας, τη δεοντολογική (καντιανή) και την ωφελιμιστική, τονίζοντας τη σημασία της καλλιέργειας των αρετών και της διάπλασης ηθικών χαρακτήρων, χωρίς να συνειδητοποιούν όπως θα φανεί παρακάτω, την απόσταση που χωρίζει τους περισσότερους από αυτούς από την αριστοτελική ηθική.

Οι διαφορές μεταξύ της «νεοοαριστοτελικής» αρετολογικής ηθικής και των δύο παραδοσιακών νεωτερικών οπτικών, εντοπίζονται σε δύο σημεία. Το πρώτο αφορά την μετατόπιση του ενδιαφέροντος της αρετολογικής ηθικής από τις αγαθές πράξεις, από αυτό που πρέπει ή δεν πρέπει να κάνουμε, στο ήθος του πράττοντα, στο τι είναι καλό να είσαι. Το δεύτερο σημείο σχετίζεται, με την απομάκρυνση της αρετολογικής ηθικής από τον «νομικισμό» της ηθικής υποχρέωσης και της δίκαιης τιμωρίας.

Η αρετολογική ηθική προβάλλεται από ορισμένους ως πλήρως εναλλακτική προς τις καντιανές και ωφελιμιστικές απόψεις, με την έννοια ότι ο ηθικός, ο αγαθός χαρακτήρας δεν ψεύδεται, όχι επειδή θα παραβίαζε τον ηθικό νόμο (καντιανισμός) ή δεν θα μεγιστοποιούσε το όφελος των συνανθρώπων του (ωφελιμισμός), αλλά επειδή δεν το επιτρέπει η εντιμότητά του. Άλλοι πάλι υποστηρικτές της αρετολογικής ηθικής την εκδέχονται ως συμπληρωματική του καντιανισμού ιδίως (αλλά και του ωφελιμισμού). Η καλλιέργεια των αρετών κατ’ αυτούς δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον νόμο αλλά είναι πάντως απαραίτητη για την υποβοήθηση της τήρησής του.

Όσοι ασπάζονται την πρώτη εκδοχή της αρετολογικής ηθικής, την αντιμετώπισή της δηλαδή ως πλήρως εναλλακτικής προς τον καντιανισμό και τον ωφελιμισμό, ισχυρίζονται ότι οι έννοιες του ηθικού καθήκοντος και της τήρησης του ηθικού νόμου είναι μετέωρες και αστήρικτες χωρίς την θρησκευτική τους θεμελίωση. Οι έννοιες αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός θείου νομοθέτη που προσδιορίζει τι είναι ηθικά σωστό ή λάθος. Αποτελούν κατά συνέπεια επιβιώσεις φθαρμένων παραδόσεων και πρέπει κατ’ αυτούς να εγκαταλειφθούν και να παραμερισθούν. Καθώς το πρόγραμμα του Διαφωτισμού να θεμελιώσει τον ηθικό νόμο στην λογική ικανότητα του υποκειμένου απέτυχε παταγωδώς, η μόνη οδός διαφυγής από τον μηδενισμό (την σήψη των αξιών και την αποσάρθρωση της ατομικότητας), που αποτελεί συνέπεια αυτής της αποτυχίας, χωρίς όμως να επιστρέψουμε στην θρησκεία, είναι η προσφυγή στην αρετολογική ηθική.

Την υποτιθέμενη ωστόσο δυνατότητα της αρετολογικής ηθικής να διεμβολίσει τον μηδενισμό δεν την συνάγουν από κάποια ανάλυση της φύσης του. Περιορίζονται στο επιχείρημα ότι είναι πρακτικά λυσιτελέστερη των παραδοσιακών νεωτερικών θεμελιώσεων της ηθικής.

Η αρετολογική ηθική κατά τους υποστηρικτές της δεν βασίζεται σε αφηρημένες αρχές, όπως η κατηγορική προσταγή του Κάντ ή η αρχή της ωφελιμότητας του Μπένθαμ. Στηρίζεται σε ιδιότητες του χαρακτήρα, τις αρετές, που υφίστανται πραγματικά. Οι αρετές δεν εφευρίσκονται, απλώς καλλιεργούνται και υπάρχουν. Η αρετή δεν είναι απλά και μόνον ένα χρήσιμο, ελκυστικό και επαινετό χαρακτηριστικό. Σχετίζεται κυρίως με την κατανόηση του τι είναι σπουδαίο και σημαντικό στην ζωή, καθώς και με πράξεις που απορρέουν από καλούς λόγους δράσης και θερμά συναισθήματα.

Έχει όμως η αρετολογική ηθική -υπό την μία ή την άλλη της εκδοχή- πραγματική σχέση με την ηθική φιλοσοφία του ίδιου του Αριστοτέλη, ή μήπως αποτελεί μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση της αρετής;

Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι ο αρχαίος φιλόσοφος στα «Ηθικά Νικομάχεια» παρουσιάζει μια λεπτομερή απαρίθμηση των αρετών. Ούτε ότι η εκτενής αναφορά στις αρετές προωθείται για να αποφύγει τις ελλείψεις μιας αμιγώς δικανικής σύλληψης της ηθικής ή την ανεπάρκεια της απλής κυριαρχίας του λόγου επί των ψυχορμήτων και των ενστίκτων. Ο Αριστοτέλης διαχωρίζει πράγματι τον ενάρετο από τον απλώς εγκρατή χαρακτήρα. Ο τελευταίος γνωρίζει τι πρέπει να κάνει αλλά συχνά μπαίνει σε πειρασμό από τις επιθυμίες και τα συναισθήματά του. Παρά ταύτα ο εγκρατής συνήθως αντιστέκεται στις ροπές του και πράττει το σωστό. Αντίθετα: οι επιθυμίες ενός πραγματικά ενάρετου χαρακτήρα βρίσκονται σε αρμονία με τον λόγο του. Δεν χρειάζεται να αγωνισθεί κατά αντίρροπων κλίσεων και συναισθημάτων.

Από πουθενά, όμως, δεν προκύπτει ότι ο αρχαίος φιλόσοφος διαχωρίζει τις αρετές από τον νόμο (όπως αρκετοί υποστηρικτές της αρετολογικής ηθικής ισχυρίζονται), ότι τις θεωρεί υποκατάστατό του. Ούτε πάλι ότι η επικέντρωση του Σταγειρίτη στον πράττοντα και το ήθος του απαλείφει τη σημασία της αγαθής πράξης αυτής καθ’ αυτήν. Ούτε, πολύ περισσότερο, ότι ο Αριστοτέλης απομονώνει τον πράττοντα από το ευρύτερο πλαίσιο, την πόλη, μέσα στο οποίο επιδιώκει το ευ ζην.

2. Οι αρετές και η ενότητα της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας του Αριστοτέλη

Οι αρετές κατά τον Αριστοτέλη διαιρούνται σε ηθικές και διανοητικές. Οι ηθικές αρετές σχετίζονται με τα άλογα μέρη της ψυχής (επιθυμία, συναίσθημα) και γι’ αυτό δεν μπορούν να διδαχθούν, καθώς τα λογικά επιχειρήματα δεν μπορούν να καταστήσουν -από μόνα τους- αγαθούς και ενάρετους τους ανθρώπους.

Γινόμαστε δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, ανδρείοι γενναίες κ.ο.κ. Μόνον μέσω του εθισμού τα άλογα μέρη της ψυχής γίνονται ευεπίφορα και δεκτικά στην καθοδήγηση και την διάπλασή τους από τον πρακτικό λόγο. Αντίθετα, οι διανοητικές αρετές (σοφία, φρόνηση, τέχνη) αφορούν το λογικό μέρος της ψυχής. Η σοφία αναφέρεται στα αναγκαία και αμετάβλητα, στις μαθηματικές αλήθειες και τις αλήθειες των φυσικών επιστημών. Η φρόνηση αναφέρεται στα περιστασιακά και ευμετάβλητα. Η τέχνη με την σειρά της απαιτείται για την παραγωγή προϊόντων (τραπεζιών, καθισμάτων κ.λ.π) ή καταστάσεων (υγείας κ.λ.π.) Η φρόνηση επιτρέπει στον πράττοντα να εντοπίσει τι πρέπει να κάνει σε μια ιδιαίτερη περίσταση και τους λόγους που πρέπει να το κάνει. Επιπλέον η φρόνηση καθιστά δυνατό να έχει ο ενάρετος μια κατανόηση του τι πραγματικά μετρά στην ζωή. Τέλος η φρόνηση σχετίζεται με δεξιότητες που είναι απαραίτητες για να στέφονται με επιτυχία οι αγαθές πράξεις. Ο φρόνιμος άνθρωπος γνωρίζει, λοιπόν, πώς να συμπεριφερθεί σε κάθε ιδιαίτερη περίσταση και η γνώση του αυτή δεν μπορεί να αναχθεί σε μία γνώση καθολικών αληθειών. Γι αυτό ακριβώς η φρόνηση αποκτάται με την πείρα και όχι με την παρακολούθηση μαθημάτων και διαλέξεων.

Στον πρακτικό λόγο του φρόνιμου ανθρώπου εμπεριέχεται και η πολιτική επιστήμη, η οποία αποβλέπει στη θέσπιση των νόμων της πόλεως και την λήψη πολιτικών και δικαστικών αποφάσεων. Αντίθετα με την νεωτερική διχοτομία μεταξύ γεγονότων και αξιών και το χάσμα μεταξύ είναι και δέοντος, κατά τον Αριστοτέλη η πολιτική επιστήμη βασίζεται όχι μόνο στην γνώση των πολιτικών θεσμών και διαδικασιών αλλά και στην τοποθέτηση απέναντι στους σκοπούς τους οποίους πρέπει να επιδιώκει μια πολιτική συσσωμάτωση. Για τον Σταγειρίτη το δέον είναι μεν βασισμένο στη δυνατότητα και όχι σε αυτό που υφίσταται στατικά, αλλά η ίδια η δυνατότητα είναι μέρος της σύστασης των πραγμάτων. Κατά τον ίδιο τρόπο που το «τέλος» (ο προορισμός, ο σκοπός) ενός σπόρου είναι ένα πλήρως αναπτυγμένο δένδρο, το «τέλος» ενός παιδιού είναι να αναπτυχθεί σε έναν ενάρετο και ταυτόχρονα πολιτικά ενεργό ενήλικα. Η αρετή δηλαδή είναι θεμέλιο της πόλεως και τανάπαλιν. Κατά τον Αριστοτέλη σκοπός της πολιτικής δεν είναι μόνο να διευκολύνει τις οικονομικές συναλλαγές και να εξασφαλίσει την κοινή άμυνα. Είναι επίσης να καλλιεργήσει καλούς χαρακτήρες και να διαμορφώσει καλούς πολίτες.

Με αυτήν την έννοια η δουλειά του αρχαίου φιλοσόφου πάνω στην πολιτική επιστήμη, στην μελέτη της κοινωνικής διάστασης των ανθρώπινων υποθέσεων, αποτελεί την κατάληξη της συζήτησης που κάνει για την ηθική. Καθιστά μάλιστα σαφές ότι η πολιτική λογικά προηγείται της ηθικής. Κάθε ον που δεν εντάσσεται σε μια πολιτική συσσωμάτωση είναι «ή θηρίον ή θεός». Δεν μπορεί κατά συνέπεια να αρθρωθεί μια κριτική της Νεωτερικότητας (όπως επιχειρούν να κάνουν ορισμένοι νεοαριστοτελικοί φιλόσοφοι) από αμιγώς ηθική σκοπιά.

3. Η πόλις και η ασυμβατότητά της με την Νεωτερικότητα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πόλις είναι η μορφή πολιτικής συσσωμάτωσης όπου μπορεί να αναπτυχθεί η  ηθική των αρετών με την αριστοτελική έννοια του όρου. Η πόλις και οι νόμοι της διαφέρουν κατ’ αρχήν από άλλες ομαδοποιήσεις, όπως οι οικογένειες και οι κοινότητες. Η πόλις είναι αναγκαία για την ανάπτυξη και την εκδίπλωση της ανθρώπινης φύσης και κοινωνικότητας. Οι άλλες συνομαδώσεις δεν καλύπτουν όλες τις ανθρώπινες ανάγκες, είναι ατελείς και προπολιτικές, καθώς και σχεδόν προανθρώπινες. Η πόλις αποβλέπει στο πιο περιεκτικό ανθρώπινο αγαθό, ενώ οι άλλες συνενώσεις περιορίζονται σε βασικά μεν αγαθά, αναγκαία για το ζην (την επιβίωση), ανεπαρκή ωστόσο για το «ευ ζην» (εδώ το «κατ’ αλήθειαν ζην»), ένεκα του οποίου είναι αναγκαία η πόλις. Το περιεκτικό αγαθό στο οποίο αποβλέπει η πόλις είναι η ευδαιμονία, που κακώς μεταφράζεται ως ευτυχία. Η ευδαιμονία είναι τρόπος υπάρξεως,  «δραστηριότητα της ψυχής κατ’ αρετήν». Δεν υπόκειται στις τροπές της τύχης για να ονομάζεται ευτυχία, ούτε πρόκειται για ένα ιδιωτικό ύψιστο αγαθό το οποίο κατ’ άτομο και κατ’ ιδίαν έχουν στην διάθεσή τους και νέμονται οι πολίτες της πόλεως.

Κατά τον Αριστοτέλη, μάλιστα, η ίδια η πόλις, ως συλλογικό υποκείμενο, μπορεί να είναι ευδαίμων. Ορισμένοι εκλαμβάνουν τον ισχυρισμό του Αριστοτέλη περί ευδαίμονος πόλεως ως μεταφορικό. Άλλοι πάλι ανάγουν την ευδαιμονία της πόλεως στην ευδαιμονία των πολιτών της. Τι θα σήμαινε όμως η δήλωση ότι η ευδαιμονία της πόλεως είναι η ευδαιμονία των πολιτών της; Θα σήμαινε άραγε ότι η ευδαιμονία της πόλεως είναι ίδια με την ευδαιμονία όλων ανεξαιρέτως των πολιτών της; Ο αρχαίος φιλόσοφος όμως αρνείται ότι η ευδαιμονία της πόλεως προϋποθέτει ότι όλοι οι πολίτες της είναι ευδαίμονες. Η μήπως η ευδαιμονία της πόλεως είναι ίδια  με την ευδαιμονία κάποιων από τους πολίτες της; Στην πραγματικότητα η ευδαιμονία της πόλεως είναι άλλης τάξεως. Είναι δομικό χαρακτηριστικό της και δεν εξαρτάται από κάποιο ποσοστό των κατοίκων της που είναι ευδαίμονες.

Η μόνη ερμηνεία της τοποθέτησης του Σταγειρίτη περί ευδαίμονος πόλεως που ευσταθεί τελικά, είναι εκείνη που αποδέχεται ως κυριολεκτική και μη αναγώγιμη την ευδαιμονία της πόλεως. Ναι μεν η πόλις δεν είναι έμψυχη και δεν έχει κεφαλή όπως τα ατομικά υποκείμενα, είναι όμως ζωντανός οργανισμός, παίρνει αποφάσεις και δρα. Οι αποφάσεις της πόλεως λαμβάνονται μέσω των αποφάσεων των ατόμων που συγκροτούν το κυβερνών σώμα της. Ως οργανισμός η πόλις δεν έχει μεν φυσική κεφαλή αλλά έχει επικεφαλής. Εάν οι πολίτες της πόλεως είναι στην πλειοψηφία τους αγαθοί και ενάρετοι με εξαίρεση έναν μικρό αριθμό ατόμων που όμως κυβερνούν την πόλη, οι αποφάσεις και οι δράσεις της πόλεως δεν θα είναι αγαθές. Αντίστροφα εάν οι περισσότεροι πολίτες είναι μεικτού χαρακτήρος αλλά η πόλη κυβερνάται από λίγους ή έναν αγαθό, η πόλις θα είναι σοφή και οι δράσεις της ευγενείς.

Υπάρχει κάτι ισοδύναμο και ανάλογο της πόλεως στο νεωτερικό κόσμο; Προφανώς όχι το κράτος, διότι όταν γίνεται λόγος για το κράτος υπονοείται μια διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας που δεν υπήρχε στην αρχαιότητα (σε ότι αφορά τουλάχιστον τα δημοκρατικά πολιτεύματα), καθώς ο δήμος ήταν ο ιδιοκτήτης του πολιτικού συστήματος και όχι μια διακριτή οντότητα όπως το κράτος. Ο πιο απλός όρος που θα αντιστοιχούσε σημασιολογικά προς την πόλη είναι η λέξη «πατρίδα». Όταν αναφέρεται κανείς στην πατρίδα, κατά την νεωτερική εποχή, στο νεωτερικό έθνος, κάνει λόγο για τον όλον, χωρίς να προχωρεί σε διάκριση μεταξύ κράτους και κοινωνίας.

Τα νεωτερικά έθνη αποφεύγουν να παρουσιάζονται ως ταυτοτικές κοινότητες με κοινό αξιακό σύστημα στο όνομα της διαφύλαξης του πλουραλισμού των αξιών. Πίσω από την υποτιθέμενη αξιολογική ουδετερότητα των νεωτερικών κοινωνιών και την προσφυγή σε απρόσωπες και «αμερόληπτες» αρχές και κανονιστικές συμβάσεις, προς τις οποίες κάθε άτομο, ως έλλογο ον, θα συναινούσε ανεξάρτητα από τα συμφέροντά του και τις κοινωνικές του σχέσεις, κρύβεται ο ιδιαίτερος και πολύ συγκεκριμένος ιστορικά νεωτερικός τύπος εξατομίκευσης. Στον πυρήνα του βρίσκεται η διαίρεση του κοινωνικού πεδίου σε δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Η δημόσια σφαίρα εμφανίζεται ως απρόσωπη και ορθολογική και η ιδιωτική ως εμπρόσωπη και «απαραβίαστη». Ο απρόσωπος χαρακτήρας της υποτιθέμενης αξιολογικά ουδέτερης δημόσιας σφαίρας (στην οποία τα ατομικά υποκείμενα υπεισέρχονται ως απρόσωποι ρόλοι με αποτέλεσμα να θεωρούνται ως απολύτως εναλλάξιμα) υποσκάπτει τους κοινωνικούς δεσμούς που καθιστούν τα άτομα ικανά για ηθική δράση.

Μια ηθική ζωή, κατά συνέπεια, με την έννοια της καλλιέργειας των αρετών, είναι οριακά και ανεπαρκέστατα κατορθωτή, μόνον σε μικρές ομάδες στα πλαίσια των νεωτερικών κοινωνιών. Ο Αλασντέρ Μακιντάϊρ και μια μειοψηφία νεοαριστοτελικών φιλοσόφων, αναγνωρίζει τη σημασία της ανάπτυξης αγαθών πρακτικών μέσα σε μικρές ομάδες και δεν επικεντρώνεται απλώς στην καλλιέργεια της αρετής ως ατομικό κατόρθωμα και επίτευγμα. Απομακρύνεται σ’ ένα βαθμό από τη θεώρηση της ηθικής ως βελτίωσης ατομικών χαρακτήρων, ως μιας καταπραϋντικής ηθικολογίας ανίκανης να ελευθερώσει τον άνθρωπο από τις ποικίλες δουλείες στις οποίες τον οδηγούν τα σημερινά κοινωνικά μορφώματα.

Όμως και ο Μακιντάϊρ πάσχει και αυτός με τη σειρά του από το ίδιο σύνδρομο που ταλανίζει αρκετούς νεοαριστοτελικούς. Ελπίζει απλώς και μάχεται για την διατήρηση νησίδων και θυλάκων ηθικής ζωής μέσα στις νεωτερικές κοινωνίες και προσπαθεί να τις διαφυλάξει από την διαβρωτική επίδραση του καπιταλισμού και της κρατικής εξουσίας. Παίρνει κατά βάσιν ως δεδομένη και απαρασάλευτη την πραγματικότητα του καπιταλισμού και του νεωτερικού έθνους – κράτους, χωρίς να εξετάζει το βάσιμο ενδεχόμενο να υπάρχει και η δυνατότητα μετάβασης σε έναν μετανεωτερικό τύπο πολιτισμού και έθνους, που να ευνοεί την ανάπτυξη ηθικής ζωής στους κόλπους του.

Πηγές:

  • Αριστοτέλους Πολιτικά. Μετάφραση του Νικ. Παρίτση. Εκδόσεις Πάπυρος, 1975
  • Αριστοτέλους Ηθικά ΝΙκομάχεια. Μετάφραση του Ανδρ. Δαλέζιου. Εκδόσεις Πάπυρος, 1975
  • Δικαιοσύνη. Τι είναι το σωστό; Michael J. Sandel. Εκδόσεις Πόλις, 2011
  • After Virtue. A study in moral theory. By Alasdair Macintyre. University of Notre Dame Press, 2007
  • Έλλογα εξαρτημένα όντα. Γιατί οι άνθρωποι χρειάζονται τις αρετές. Του Άλασντερ Μακιντάϊρ. Εκδόσεις Κουκίδα, 2013
  • Τα θεμέλια της Μεταφυστικής των Ηθών. Του Ι. Κάντ. Μετάφραση του Γ. Τζαβάρα. Εκδόσεις Δοδώνη, 1984
  • Aristotle’s Republic or, Why Aristotle’s Ethics is Not Vitrue Ethics. By Stephen Buckle. The royal Institute of Philosophy, 2002.
  • Aristotle on the Hapiness of the City. By Donald Morisson. Rice University, 2017
  • Liberalism and its Communitarian Critics. By Peter Critchley Reason, Freedom and Modernity vol4. The GoodLife, 2001
  • Virtue Ethics. A Contemporary Introduction. By Liezl van Zyl. Routeledge. New York and London 2019
  • Αριστοτέλης του W.D. Ross. Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 1991
  • Aristotle’s Political theory. By R.G. Mulgan. Clarendol Press. Oxford, 1977
  • Aristotle. By J.D.G. Evans. The Harvester Press. Sussex, 1987.
  • Alasdair Macintyre in France. By Vincent Descombes. https://www.cairn-int.info/list_articles_fulltext.php?ID_REVUE=E_RIP

Η Τουρκική εξωτερική πολιτική επί Ερντογάν

Υπάρχει μια σαφής συσχέτιση μεταξύ των μεταβαλλόμενων διεθνών ισορροπιών και της εξωτερικής πολιτικής των κρατών. Στα πλαίσια αυτά η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας μπορεί μερικώς να αναγνωσθεί ως προσπάθεια αυτής της χώρας να προσαρμόζεται στο εκάστοτε διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον. Το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε αφορά μια δεκαπενταετία, από το 2003 έως το 2018, την περίοδο δηλαδή που τα ηνία της εξουσίας στην Τουρκία κατέχει είτε ως πρωθυπουργός είτε ως πρόεδρος ο Ερντογάν.

Πριν την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, καθώς ο συσχετισμός δυνάμεων των δυτικών χωρών έναντι των αναδυόμενων ανταγωνιστών τους είναι ευνοϊκός για τις πρώτες και η φιλελεύθερη διεθνής τάξη παραμένει ακμαία, η Τουρκία εμφανίζεται να θέλει να «συνθέσει το Ισλάμ με τη δημοκρατία και την ισχυρή οικονομία» σύμφωνα με ένα ενθουσιώδες άρθρο των Τάϊμς της Νέας Υόρκης. Η Τουρκία διατηρεί ως το 2008 το συνηθισμένο ρόλο της ως γέφυρας ανάμεσα στον δυτικό ιμπεριαλισμό και τον μουσουλμανικό κόσμο.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση η αμερικανική μονοκρατορία άρχισε σταδιακά να διαβρώνεται. Στα πλαίσια αυτά η διαπραγματευτική ικανότητα περιφερειακών δυνάμεων όπως η Τουρκία αυξήθηκε σημαντικά. Την εξέλιξη αυτή την ενίσχυσε, όπως θα δούμε, και η νίκη του Ερντογάν επί του «βαθέως» κράτους. Στο διάστημα από το 2008 έως το 2015 η Τουρκία περηφανεύεται ότι θα φέρει μια νέα οθωμανική ειρήνη στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια και στον Καύκασο, μια προσέγγιση «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες.

Η επιτυχής και άνευ προηγουμένου αποτελεσματική στρατιωτική και διπλωματική ανάμειξη της Ρωσίας στη Συρία από το 2015 και εντεύθεν, η εκλογή του Ντόναλντ Τράμπ, το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 2016 στην Τουρκία και η αυξανομένη ανησυχία για το κουρδικό πρόβλημα εγκαινίασαν μια νέα, τρίτη, φάση της εξωτερικής πολιτικής του Ερντογάν. Η δυνατότητα ελιγμών σε αυτήν τη φάση περιορίζεται. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη και ολοένα διευρυνόμενη αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας των δυτικών κρατών στη διεθνή σκακιέρα, η Τουρκία προσπαθεί να αναπτύξει σχέσεις πραγματιστικές και ει δυνατόν εγκάρδιες με τις μη δυτικές μεγάλες δυνάμεις.

Συνολικά σε αυτήν την δεκαπενταετία περνάμε σταδιακά από την «Ρax-Americana», σε μια μετα-Αμερικανική διεθνή τάξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλα άλλαξαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μέχρι το 2008 οι στρατηγικές ασφάλειας των ΗΠΑ και της ΕΕ αντανακλούσαν ακόμη τη διάχυτη αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση του δυτικού κόσμου. Η Ρωσία και η Κίνα δεν χαρακτηρίζονταν ως αντίπαλες δυνάμεις. Λίγα χρόνια μετά ηττημένη η Αμερική του Τράμπ εμφανίζεται να θέλει να απεμπλακεί, έστω και σταδιακά, από τα ανοιχτά μέτωπα της Συρίας και του Αφγανιστάν.

Η φιλοδυτική περίοδος της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, 2003-2008

Την περίοδο αυτή, με δεδομένη την αμερικανική μονοκρατορία, η Τουρκία δεν επιδιώκει απλώς την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά προσπαθεί γενικότερα να προβληθεί ως γέφυρα μεταξύ Δύσης και Ανατολής και να αναδείξει το δικό της «μετριοπαθές» Ισλάμ σε πρότυπο για όλο τον μουσουλμανικό κόσμο. Στη διάρκεια αυτής της πενταετίας προωθείται επίμονα ο «εκδημοκρατισμός», ώστε να υπονομευθεί η κυριαρχία των αυταρχικών κοσμικών ελίτ και να ενισχυθούν οι αποκλεισμένοι της κεμαλικής Τουρκίας, οι ευσεβείς μουσουλμάνοι δηλαδή. Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να αξιοποιηθούν οι μεταρρυθμιστικές προϋποθέσεις που έθετε η ενταξιακή διαδικασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να εξασφαλισθεί ο πολιτικός έλεγχος επί της στρατογραφειοκρατίας. Ανάλογη στόχευση έχει και η ακολουθούμενη φιλελεύθερη οικονομική πολιτική, μέσω της οποίας επιδιώκεται να αποδυναμωθούν οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματικοί όμιλοι της κεμαλικής εποχής.

Σε ότι αφορά τις σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ, η χώρα αυτή προσπάθησε να γίνει αποδεκτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως έχει, με τις ιδιαιτερότητές της δηλαδή, όπως ήταν και οι επεκτατικές αξιώσεις και διεκδικήσεις της εις βάρος της Ελλάδος. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ενώ μέχρι την εκλογή του Ερντογάν στην πρωθυπουργία το 2003 οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν εκατέρωθεν απόλυτη προτεραιότητα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, μετά το έτος αυτό η Ελλάδα παύει σταδιακά να αποτελεί τη βασική προτεραιότητα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Ο λόγος είναι ότι βαθμιαία η Τουρκία μετατρέπεται σε υπολογίσιμη περιφερειακή δύναμη. Η αναβάθμιση του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας στηρίχθηκε στην οικονομική της ευρωστία και στην πολιτική σταθερότητα, και αυτές με τη σειρά τους στη συσπείρωση μεγάλου μέρους του πληθυσμού της γύρω από τον νέο-οθωμανισμό, μία σύνθεση κεμαλισμού και ισλαμισμού.

Το τουρκικό Ισλάμ, πράγματι, αυτοκατανοείται ως φυσικός ηγέτης του αναγεννώμενου Μουσουλμανικού κόσμου. Οι Τούρκοι εμφανίστηκαν στο προσκήνιο της ιστορίας ως μισθοφόροι αράβων και περσών ηγεμόνων, ως το «σπαθί» του Ισλάμ. Η τουρκική εθνική συνείδηση είναι πρωτογενώς μιλιταριστική, ταυτισμένη με το πρότυπο του κυρίαρχου πολεμιστή και μετέπειτα, επί οθωμανικής αυτοκρατορίας, και του «βοσκού» λαών. Πρέπει να είναι σαφές ότι το πολιτικό Ισλάμ έχει την τάση να εργαλειοποιεί τη μουσουλμανική θρησκεία, να την ωθεί δηλαδή να υπηρετεί τα στενά κρατικά συμφέροντα της κάθε μουσουλμανικής χώρας χωριστά, διασπώντας και κατακερματίζοντας την Ούμα, την πάλαι ποτέ οικουμενική κοινότητα των πιστών μουσουλμάνων. Απ’ αυτήν την άποψη το πολιτικό Ισλάμ αποτελεί εθνοκρατική μετάλλαξη του μωαμεθανισμού και μία από τις εκδοχές του είναι και ο νέο-οθωμανισμός.

Επιστρέφοντας, μετά από αυτήν την σύντομη αναφορά στον χαρακτήρα του νεο-οθωμανισμού, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις της πρώτης περιόδου της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής επί Ερντογάν, θα πρέπει να προστεθεί ότι η Τουρκία εμφανίσθηκε υπέρμαχος του σχεδίου Ανάν για την επίλυση του Κυπριακού. Το σχέδιο αυτό καταψηφίσθηκε από τους Ελληνοκύπριους καθώς προωθούσε ένα δυσλειτουργικό κρατικό μόρφωμα εύκολα χειραγωγήσιμο από την Τουρκία.

Η ίδια περίοδος της τουρκικής πολιτικής χαρακτηρίζεται από μία κάποια αναγνώριση της κουρδικής πολιτισμικής ταυτότητας. Είναι φανερό ότι γίνεται προσπάθεια να ενσωματωθούν οι Κούρδοι στη δημόσια ζωή της Τουρκίας μέσω της ομπρέλας που προσφέρει το Ισλάμ, καθώς απέτυχε η στρατιωτική λύση του προβλήματος που προωθούσαν μέχρι τότε οι Κεμαλιστές.

Στη λήξη αυτής της περιόδου, το 2008, ο Ερντογάν θα αποκτήσει απόλυτη και όχι σχετική απλώς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα τοποθετήσει τον στενό του συνεργάτη Αμπντουλάχ Γκιουλ στην προεδρία της Δημοκρατίας και θα αποκτήσει τον έλεγχο της αστυνομίας και της δικαιοσύνης, μέσω του ισλαμικού κινήματος του Φετουλάχ Γκιουλέν. Ο στρατός το τελευταίο και σημαντικότερο οχυρό του «βαθέως» κράτους, θα αλωθεί στη δεύτερη φάση της κυριαρχίας του Ερντογάν στα πολιτικά πράγματα της Τουρκίας (2008-2015).

Το νέο-οθωμανικό όραμα στην πράξη. Από το ζενίθ στο ναδίρ, 2008-2015.

Το 2008 για τους παραπάνω λόγους οι ηγέτες του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) νοιώθοντας έντονη αυτοπεποίθηση θέτουν σε εφαρμογή τη δική τους πλέον καθαρή ατζέντα εσωτερικών και εξωτερικών επιδιώξεων και στοχεύσεων. Προς τούτο στο εσωτερικό της χώρας αξιοποιούν την υπόθεση Εργκενεκόν και της Βαριοπούλας, για να εκκαθαρίσουν το στράτευμα, αρχικά από κατώτερους και στη συνέχεια από ανώτερους αξιωματικούς ως εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Οι πιστοί σουνίτες μουσουλμάνοι θα πάρουν έτσι, μέσω του ΑΚΡ, τη ρεβάνς απέναντι στη κεμαλική Ελίτ. Τα πρώην θύματα γίνονται τώρα θύτες. Η νίκη του Ερντογάν κατά της στρατογραφειοκρατίας θα ανοίξει το δρόμο για την οικοδόμηση ενός υπέρ-προεδρικού καθεστώτος, με μεσοσταθμό την εκλογή του Τούρκου ηγέτη ως προέδρου της Δημοκρατίας, άμεσα από το λαό, το 2014.

Στον ρεβανσισμό των σουνιτών απέναντι στη κεμαλική ελίτ που εξέφρασε το ΑΚΡ θα προστεθεί ο σταδιακός παραμερισμός όσων από τους παλιούς συνεργάτες του Ερντογάν ήταν αυτόφωτοι (Αμπντουλάχ Γκιούλ, Μεχμέτ Νταβούτογλου και Μπουλέντ Αρίτς). Ταυτόχρονα με αφορμή τις αποκαλύψεις για σκάνδαλα διαφθοράς του περιβάλλοντος του Ερντογάν, πίσω από τις οποίες βρίσκονταν το θρησκευτικό κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν, ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2013 εκκαθαρίσεις των γκιουλενιστών από τον κρατικό μηχανισμό, οι οποίες θα πάρουν μαζικές διαστάσεις μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15/7/2016.

Βλέπουμε ότι και στην περίπτωση των παλιών συνεργατών του Ερντογάν και ιδιαίτερα απέναντι στην αδελφότητα του Γκιουλέν, εφαρμόζεται το γνώριμο από την ιστορία της Τουρκίας πρότυπο θυματοποίησης του άλλου, του έστω και λίγο αποκλίνοντος. Γίνεται λόγος για τα διαδοχικά κύματα εκκαθαριστικής και αφομοιωτικής βίας που χαρακτήρισαν την κεμαλική Τουρκία.

Πρώτο θύμα ήταν οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας (Αρμένιοι, Έλληνες, Ασσύριοι). Η γενοκτονία αυτών των πληθυσμών ξεκινάει επί Νεότουρκων και ολοκληρώνεται μετά την άφιξη του Κεμάλ στον Πόντο το 2019. Το κίνημα των Νεοτούρκων και ο Κεμαλισμός ως συνέχεια του, υπήρξε η απάντηση του μιλιταριστικού τουρκισμού απέναντι στη σταδιακή ενδυνάμωση της θέσης των χριστιανικών πληθυσμών στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρόκειται για ένα συστηματικά εφαρμοσμένο σχέδιο εξόντωσης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών, για «πρόβα τζενεράλε» των γενοκτονιών του 20ου αιώνα, για επιχείρηση οριστικής νίκης του τουρκικού εξουσιασμού επί των χριστιανικών πληθυσμών και των σταυρωμένων – αυτοθυσιαστικών αξιών τους.

Ο κατάλογος των θυμάτων της Κεμαλικής Τουρκίας θα διευρυνθεί γρήγορα και πέραν αυτών των πληθυσμών. Οι Κούρδοι πρώτα, μετά οι ετερόδοξοι μουσουλμάνοι, οι Αλεβίτες δηλαδή, και τέλος και οι ίδιοι οι σουνίτες μουσουλμάνοι, που όταν προωθούν αυτόνομες (από τη Γενική Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων) πρακτικές θα καταστούν παράνομοι και διωκόμενοι.

Φαίνεται τελικά ότι ο τουρκισμός δεν μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς «ραγιαδοποίηση» κάθε φορά και διαφορετικών τμημάτων του πληθυσμού. Οι αντιθέσεις τείνουν να οξύνονται και να γίνονται ασυμφιλίωτες, πράγμα που ωθεί στην αναζήτηση ενός κοινού εξωτερικού εχθρού για να διασφαλισθεί μια μίνιμουμ κοινωνική συνοχή. Η ραγιαδοποίηση δηλαδή προς τα μέσα ωθεί στον επεκτατισμό προς τα έξω.

Επιστρέφοντας στις εξελίξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας το διάστημα 2008-2015 σημειώνουμε ότι τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από μία νέα καμπή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Η σταδιακή διάβρωση της δυτικής πρωτοκαθεδρίας στην παγκόσμια σκακιέρα, μετά την κρίση του 2008, συμπίπτει με την εκπνοή του μεταρρυθμιστικού ζήλου του ΑΚΡ και την άμβλυνση του θερμού αισθήματος απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την εικόνα τα παγώματος των σχέσεων με την Ε.Ε. συμπληρώνουν οι ολοένα αυξανόμενες διαφορές με τις ΗΠΑ.

Είναι φανερό ότι η Τουρκία, ιδιαίτερα μετά την «αραβική άνοιξη» νοιώθει ότι ήρθε η ώρα της και βρίσκεται σε αναζήτηση μιας καθαρά αυτόνομης στρατηγικής. Μίας στρατηγικής που αποβλέπει στην διαμόρφωση μιας περιφερειακής τάξης με την Τουρκία στο κέντρο της, ως κράτος μοντέλο. Οι ιθύνοντες στην Άγκυρα θεωρούν ότι αν η Τουρκία γίνει πιστότερη προς το ισλαμικό και οθωμανικό της παρελθόν θα καταστεί μία πιο δυνατή συνολικά χώρα στη διεθνή αρένα. Στα πλαίσια αυτά η απόφαση του Ομπάμα να μειώσει σταδιακά την Αμερικανική παρουσία στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και να μείνει μακριά από τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία άνοιξε την όρεξη της Τουρκίας να παίξει ένα πιο αποφασιστικό ρόλο στην περιοχή. Σημειωτέον ότι ο Ομπάμα δεν διέταξε μεν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις να αναμειχθούν στον συριακό εμφύλιο, ενορχήστρωσε όμως την υποστήριξη των τζιχαντιστών από τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία.

Θα πρέπει να τονισθεί επίσης ότι στη διάρκεια αυτής της φάσης ούτε η Ρωσία ούτε η Κίνα αμφισβητούν ακόμα τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Οι φιλοδοξίες της Τουρκίας γιγαντώνονται λοιπόν στο πλαίσιο της αμερικανικής αναδίπλωσης και της απουσίας εμπλοκής μη δυτικών δυνάμεων στην περιοχή. Την τουρκική ευφορία και τον ενθουσιασμό θα προσγειώσουν ανώμαλα η ανατροπή του Μόρσι στην Αίγυπτο το 2013 (το ΑΚΡ τοποθετείται στο ίδιο «κλαμπ» των κομμάτων της Μουσουλμανικής Αδερφότητας με τους υποστηρικτές του Μόρσι), η μη αναμενόμενη αντοχή του Άσαντ την Συρία (η Τουρκία θεωρούσε βέβαιη την πτώση του και ενίσχυε παντοιοτρόπως το ισλαμικό κράτος για να την επιταχύνει) και η ανάδειξη του αξιόμαχου των Κούρδων του Ιράκ και κυρίως της Συρίας απέναντι στους τζιχαντιστές. Η πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες και η προσπάθεια επιβολής μιας νέο-οθωμανικής ειρήνης θα καταρρεύσει.

Η κατάρρευση αυτή πρέπει να τοποθετηθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Η αναβίωση του Ισλάμ γενικότερα συνδέεται με την κρίση της νεωτερικότητας και αντλεί από αυτήν το νόημα της. Οι ελπίδες των μουσουλμάνων να προφθάσουν τις δυτικές χώρες μέσω του σοσιαλισμού (της οραματικής διεξόδου της νεωτερικότητας) αποδείχθηκαν μάταιες στην περίπτωση και του Μπααθισμού και του Νασερισμού. Μάταιες πολύ σύντομα θα αποδειχθούν και οι προσδοκίες να το πετύχουν μέσω δημοκρατικών απαναστάσεων (βλέπε Αραβική άνοιξη). Η πολυπληθής νεολαία του αραβικού κόσμου συνεχίζει να είναι στερημένη από δυνατότητες κοινωνικής ανόδου και καταναλωτικής ευχέρειας. Ο ισλαμισμός γεννιέται ακριβώς από το μπλοκάρισμα των δρόμων (σοσιαλιστικού και δημοκρατικού) εκνεωτερισμού του μουσουλμανικού κόσμου.

Το μπλοκάρισμα αυτό λοιπόν προσπαθεί να διαχειρισθεί ο ισλαμισμός, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, με εξαίρεση πιθανώς την περίπτωση του σιϊτικού Ιράν. Η αμηχανία του ισλαμισμού συνδέεται μεταξύ των άλλων με το γεγονός ότι τα πνευματικά πρότυπα των προνεωτερικών ισλαμικών παραδόσεων είναι κολεκτιβιστικά. Αποβλέπουν με λίγα λόγια στην εξάλειψη του εγώ, της ατομικότητας, πράγμα που τα θέτει σε ρήξη με το ανθρωπολογικό αίτημα που αναδύεται από την κρίση της νεωτερικότητας. Γίνεται λόγος για την αποκατάσταση της αποσαρθρωμένης ατομικότητας σε ένα ανώτερο, μετανεωτερικό επίπεδο, την οποία κάθε άλλο παρά μπορεί να προσφέρει ο ισλαμισμός.

Αυτή η αδυναμία του ισλαμισμού βρίσκεται πίσω από την αποτυχία των μεγαλεπίβολων τουρκικών στοχεύσεων. Τα διαθέσιμα μέσα για την επίτευξή τους αποδείχθηκαν πτωχά. Οι πνευματικές ιδίως «αποσκευές» ήταν εντελώς αναντίστοιχες με τα ζητούμενα της συγκυρίας.

Μετά την παρέκβαση αυτή στο Ισλάμ και τις δυνατότητές του και γυρίζοντας στα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, λίγο πριν το 2010 σημειώνεται μια σημαντική εξέλιξη ευρύτερου αλλά και ελληνικού ενδιαφέροντος. Πρόκειται για τη ρήξη μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ με αφορμή την προσπάθεια του τουρκικού σκάφους Μαβί Μαρμαρά να σπάσει τον ναυτικό αποκλεισμό της Γάζας. Έκτοτε έγιναν προσπάθειες επαναπροσέγγισης Τουρκίας και Ισραήλ που απέβησαν άκαρπες εξαιτίας, μεταξύ των άλλων, του έντονου αντισημητισμού του Ερντογάν.

Στο τέλος της δεύτερης περιόδου της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας, το 2015, θα αναζωπυρωθεί και η στρατιωτική σύγκρουση με τους Κούρδους στο εσωτερικό της Τουρκίας. Είχε προηγηθεί η παύση των ειρηνευτικών συνομιλιών με το ΡΚΚ το οποίο ενθαρρύνθηκε σε μια πιο τολμηρή στάση από την προοπτική δημιουργίας ενός ακόμη (πέραν εκείνου στο Ιράκ) κουρδικού κράτους στη Βόρεια Συρία. Η οικοδόμηση αυτόνομων δομών στα βόρεια σύνορα της Συρίας συνδέθηκε με την απόφαση τα Άσαντ το 2012 να αποσύρει τις δυνάμεις του από την περιοχή. Η πολιτοφυλακή των Κούρδων (YPG) ανέλαβε τον έλεγχο μιας σειράς από κουρδικά εδάφη.

Η προσγείωση στο έδαφος ενός πολυπολικού κόσμου, 2015-2018

Η σχετική αμερικανική αναδίπλωση από τη Μέση Ανατολή που χαρακτήρισε την προεδρία Ομπάμα, έγινε κάποια προσπάθεια να αναστραφεί από τον Τραμπ, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον. Η προεδρία Τραμπ έδειξε να επιδιώκει να παίξει έναν πιο αποφασιστικό ρόλο στη Μέση Ανατολή μέσω της υποστήριξης των Κούρδων της Συρίας μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 και επίσης της προσπάθειας περιορισμού της ρωσικής και ιρανικής επιρροής στη Συρία και στην ευρύτερη περιοχή.

Εκείνο που άλλαξε όμως δραματικά τα δεδομένα στη Συρία και γενικότερα στη Μέση Ανατολή είναι η στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσία στο πλευρό του Άσαντ μετά το 2015. Ο Άσαντ συνεπικουρούμενος από τη Ρωσία και το Ιράν κατόρθωσε να απελευθερώσει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της χώρας του από τους τζιχαντιστές.

Λόγω αυτών των εξελίξεων οι βαθμοί ελευθερίας στη χάραξη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής περιορίσθηκαν αρκετά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Τουρκίας από το 2015 και μετά θα είναι η διαχείριση των κουρδικών πληθυσμών εκτός και εντός της χώρας. Όταν ο Αχμέτ Νταβούτογλου αντικατασταθεί από τον Μπιναλί Γιλντιρίμ στην πρωθυπουργία την άνοιξη του 2016, ο ιδεολογικός ζήλος να μεταμορφωθεί η περιοχή ώστε να αντανακλά τις αξίες του ΑΚΡ δίνει τη θέση του γρήγορα στο στόχο διατήρησης της εδαφικής ακεραιότητας και της κοινωνικής συνοχής της χώρας.

Στα πλαίσια αυτά η βελτίωση των σχέσεων με τον νικηφόρο, όπως, θα αρχίσει να αποδεικνύεται, συνασπισμό της Ρωσίας, του Άσαντ και του Ιράν θα προβάλλει ως αδήριτη και αυτονόητη αναγκαιότητα. Το παλιό όνειρο της ανατροπής του Άσαντ και της μετατροπής της Συρίας σε δορυφόρο της Τουρκίας θα ξεχασθεί πλήρως, ενώ οι στενές σχέσεις με την Ρωσία αναδεικνύονται ως ζωτική προϋπόθεση για αποτελεσματική αντιμετώπιση του κουρδικού προβλήματος.

Την εικόνα των μεταβολών που επήλθαν σε αυτά τα τελευταία τρία χρόνια συμπληρώνει και η αλλαγή των πολιτικών συμμαχιών στο εσωτερικό της χώρας. Χάνοντας από ένα σημείο και πέρα ο Ερντογάν την υποστήριξη μέρους των Κούρδων και των δημοκρατικών στοιχείων που χαρακτήρισε την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης της Τουρκίας από αυτόν (2003-2008) και σε ένα περιορισμένο βαθμό και τη δεύτερη (2008-2015), θα προσπαθήσει με αρκετή επιτυχία να συμπήξει μια συμμαχία μεταξύ της παραδοσιακής θρησκευόμενης βάσης του κόμματός του με τους ακροδεξιούς εθνικιστές.

Σε ότι αφορά τώρα τα καθ’ ημάς θα πρέπει να υπογραμμισθεί η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας απέναντι μας τα τελευταία τρία χρόνια (συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου, πτήσεις πάνω από κατοικημένα νησιά, δεσμεύσεις περιοχών για έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, δηλώσεις του Ερντογάν για ανάγκη τροποποίησης της συνθήκης της Λωζάνης κλπ). Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι η αδυναμία της Άγκυρας να παρεμποδίσει τη γεώτρηση της Exxon Mobil στο τεμάχιο 10 σηματοδοτεί την αποτυχία της να επαναλάβει στην κυπριακή ΑΟΖ όσα έχει καταφέρει στο Αιγαίο, τις τελευταίες δεκαετίες, το «γκριζάρισμα» δηλαδή πολλών περιοχών του.

Οι κινήσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο περιορίζονται λόγω της παρουσίας πολλών διεθνών παικτών. Γι’ αυτό και προσπαθεί να μεταφέρει τη σύγκρουση στο Αιγαίο όπου οι διαφορές είναι σε διμερές επίπεδο. Η Τουρκία μάλιστα θεωρεί ως αδύνατο κρίκο των ελληνικών θαλασσών την περιοχή του Καστελόριζου και συγκεντρώνει εκεί την προσοχή της.

Επίλογος

Μετά την απόφαση του προέδρου Τραμπ να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από τη βορειοανατολική Συρία, πολλοί στην Ελλάδα φοβήθηκαν ότι οι Κούρδοι της χώρας αυτής θα βρεθούν στο έλεος των Τούρκων. Σύντομα όμως ένα τέτοιο ενδεχόμενο αποδείχθηκε αδύνατο. Και τα δύο, αντίπαλα κατά τα άλλα, σχέδια αντιμετώπισης του κουρδικού ζητήματος που κατατέθηκαν προς συζήτηση κάθε άλλο παρά εμπεριέχουν την εθνοκάθαρση της βορειοανατολικής Συρίας από τους κουρδικούς πληθυσμούς. Το πρώτο σχέδιο που προτάθηκε από τις ΗΠΑ σε συνεννόηση με την Τουρκία είναι το σαφώς λιγότερο φιλικό προς τους Κούρδους και προβλέπει τη δημιουργία ζώνης ασφάλειας στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας και Συρίας, εποπτευόμενης από τους Τούρκους. Το δεύτερο, που συζητούν οι Κούρδοι με τη Δαμασκό και τη Ρωσία, προβλέπει την επανένταξη των περιοχών που ελέγχονται από τους πρώτους στην συριακή επικράτεια και την ενσωμάτωση της κουρδικής πολιτοφυλακής στον συριακό στρατό. Το δεύτερο αυτό σχέδιο συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες εφαρμογής καθώς αποσπά την προτίμηση των περισσότερων εμπλεκομένων.

Γενικότερα η επόμενη μέρα της απόφασης για απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων καθιστά τη Ρωσία τον μόνο αξιόπιστο διαμεσολαβητή μεταξύ των διαφόρων «παικτών» της περιοχής, περιλαμβανομένου και του ίδιου του Ισραήλ. Η Ρωσία με τους συμμάχους της (Συρία και Ιράν) κατήγαγε μια στρατηγικού χαρακτήρα νίκη που όχι μόνο της επιτρέπει να έχει βαρύνοντα λόγω στα πράγματα της Μέσης Ανατολής αλλά την αναβαθμίζει κατά πολύ και διεθνώς. Αντίθετα οι εξελίξεις αυτές φέρνουν στην επιφάνεια την αμερικανική παρακμή που σχετίζεται με την κρίση της νεωτερικότητας και βαθαίνει ολοένα και περισσότερο.

Πηγές

Turkish Foreign Policy in a Changing World Order. By H. Tarik Oguzlu. All Azimuth, VO, NO, 1-13,19 October 2018.

Continuity or Change in Turkish Foreign Policy? Analyzing the Policy Fluctations during the Justice and Development Party Era. By Murat Ulgul. Journal of Global Analysis Vol. 7, No 1, January 2017.

The Decline and Resurgence of Turkish Islamism. The story of Taygip Erdogan’s AKP. By Ihsan Yilmaz, Greg Borton, James Barry. Journal of Citizenship and Globalization studies, 2017; 1 (1): 48-62.

Ελληνοτουρκικές σχέσεις του Άγγελου Μ. Συρίγου. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, Φεβρουάριος 2015.

Η νέα Τουρκία του Ερντογάν. Από το δημοκρατικό όνειρο στην αυταρχική εκτροπή. Του Αχμέτ Ινσέλ. Εκδόσεις Διάμετρος, 2017.

Η Τουρκία του Ερντογάν. Νέο Οθωμανισμός, Ισλαμικός ολοκληρωτισμός και Ελλάδα. Επιμέλεια και εισαγωγή από τον Γιώργο Καραμπελιά. Εναλλακτικές εκδόσεις, 2018.

Για την Τουρκία. Του Άρη Ζεπάτου. Antifono.gr, 3 Ιουνίου 2016.

Μπορεί ο φουνταμενταλισμός να απαντήσει στα προβλήματα; Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Antifono gr. 13 Νοεμβρίου 2018.

Η Τουρκία σε κρίσιμο ιστορικό σταυροδρόμι. Του Σωτήρη Δημόπουλου. Ardin-rixi.gr, 16 Ιανουαρίου 2018.

Σε δυο ταμπλό η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Τουρκίας Του Σταύρου Λυγερού. Slpress.gr, Ιανουάριος 2019.

Ο Τράμπ, ο Ερντογάν και τα μυστήρια. Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου. Καθημερινή 30 Δεκεμβρίου 2018.

2019: Εκατό χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων. Του Σάββα Καλεντερίδη. Pontos News. Ιανουάριος 2019.

Προσεγγίσεις στα αίτια της ελληνικής κακοδαιμονίας

Ποιος είναι άραγε ο λόγος που η ερμηνεία της κρίσης στην Ελλάδα εστιάσθηκε κυρίως στη διαπλοκή, τη διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις, ενώ η παγκόσμια κρίση καταγράφεται ως κρίση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με επίκεντρο τις ΗΠΑ και πρώτη περιοχή επέκτασής της την Ευρώπη, όπου και εκδηλώθηκε ως κρίση των τραπεζών και φούσκα ακινήτων;

Η εστίαση της κρίσης στην ελληνική περίπτωση σε ορισμένα πάγια χαρακτηριστικά της νεοελληνικής κακοδαιμονίας είναι σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένη, καθώς σε μας αφετηρία της κρίσης υπήρξε η υπερχρέωση του κράτους, που χρεοκοπώντας συμπαρέσυρε (στην έξωθεν) «ελεγχόμενη χρεωκοπία του» τις τράπεζες και την πραγματική οικονομία. Βεβαίως είναι αλήθεια, όπως θα φανεί παρακάτω, ότι οι αιτίες της Εθνικής κρίσης είναι σαφώς πιο περίπλοκες, αλλά πάντως παραμένει βάσιμη η θεώρηση, ότι το πελατειακό κράτος και τα παντοειδή συμφέροντα γύρω από αυτό, έχουν καταθλιπτικό βάρος στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου και γι’ αυτό, σε ένα πρώτο τουλάχιστον πλάνο, ενέχονται για την μακρόχρονη κρίση.

Οι προσεγγίσεις στα αίτια της νεοελληνικής κακοδαιμονίας είναι κατά βάση Οι ακόλουθες πέντε.

1. Η Ελλάδα ως «ημιπεριφέρεια»

Η πρώτη και παλαιότερη προσέγγιση (στην αφετηριακή εκδοχή της τουλάχιστον) είναι αυτή που διατύπωσε ο Νίκος Μουζέλης.

Σύμφωνα με αυτήν το Ελληνικό κράτος αντιμετωπίζεται ως κράτος της ημι-περιφέρειας του παγκόσμιου συστήματος. Στο κέντρο αυτού του συστήματος βρίσκονται οι αναπτυγμένες χώρες και στην περιφέρεια του οι λεγόμενες τριτοκοσμικές χώρες, ενώ στην Ν. Ευρώπη (και αλλού) απαντάται μια ενδιάμεση μορφή, το κράτος της ημι-περιφέρειας. Το κράτος αυτό λοιπόν στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι διογκωμένο και αντιπαραγωγικό. Ενσωματώνει τους πολίτες σε κάθετα δίκτυα πλατειακών σχέσεων μέσω είτε της ατομικής είτε της κομματικής πατρωνίας με συνέπεια το ίδιο να γίνεται αναποτελεσματικό και η κοινωνία των πολιτών, η αυτόνομη δηλαδή ζώνη μεταξύ κομματοκρατίας και αγοράς, να καθίσταται αδύναμη και ατροφική. Η κοινωνία των πολιτών είναι στην ουσία, κατά τον Ν. Μουζέλη, ένας χώρος εθελοντικών, μη κερδοσκοπικών οργανώσεων που ασκούν ζωτικές λειτουργίες ακολουθώντας μια λογική αλληλεγγύης και περιορίζοντας έτσι τη λογική της αγοράς που είναι το κέρδος και τη γραφειοκρατική λογική του κράτους.

Στην πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης (μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ‘80) τα δύο μεγάλα κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, μαζικοποιούνται, χωρίς όμως να εκδημοκρατίζονται, χωρίς να αποβάλλουν τις πελατειακές πρακτικές τους. Η μαζικοποίηση των δύο μεγάλων κομμάτων τους έδωσε τη δυνατότητα να φθάσουν ως τα απομακρυσμένα χωριά, ενώ οι προσωποπαγείς πελατειακές σχέσεις που στηρίζονταν στη διασύνδεση του πολιτευόμενου με τους ψηφοφόρους του, μετασχηματίσθηκαν σε ένα είδος «γραφειοκρατικών» πελατειακών σχέσεων, με τις κομματικές οργανώσεις να παίζουν το ρόλο του συλλογικού πάτρωνα.

Η τάση κατά τον Ν. Μουζέλη της κομματοκρατίας να διεισδύει και να υπονομεύει την αυτόνομη λογική της κοινωνίας των πολιτών και της αγοράς, βρίσκεται σε σχετική αποδυνάμωση από τη δεκαετία του 1990. Kατά την διάρκειά της, εκτός από την υιοθέτηση του θεσμού των γραπτών εξετάσεων για πρόσληψη στο δημόσιο, παραδίδονται επιπλέον στο ιδιωτικό κεφάλαιο παραδοσιακές επάλξεις πελατειακού ελέγχου (τράπεζες, δημόσιοι οργανισμοί και επιχειρήσεις, ραδιόφωνο και τηλεόραση, δημόσια έργα). Ο αποικισμός της κοινωνίας των πολιτών και του ίδιου του πολιτικού συστήματος από τα διαπλεκόμενα συμφέροντα καταλήγει, μεταξύ των άλλων, στην ανάδειξη των ιδιοκτητών ιδίως των μέσων ενημέρωσης σε ένα κέντρο εξουσίας που κανείς πολιτικός δεν μπορεί μεμονωμένα τουλάχιστον να αμφισβητήσει.

Το πρόβλημα με την παραπάνω προσέγγιση βρίσκεται στο γεγονός ότι θεωρεί, πως το κράτος, η κοινωνία των πολιτών και η αγορά, είναι τρεις εντελώς διακριτές και ξεχωριστές οντότητες, που απλώς συνδέονται μεταξύ τους μ’ αυτόν ή τον άλλο τρόπο. Όμως μακράν του να «αποικίζουν» απ’ έξω η μία την άλλη, αλληλοσυγκροτούνται με κάποια οργανική αμοιβαιότητα. Για να γίνει περισσότερο ορατή αυτή η αλήθεια θα καταφύγουμε σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή που αφορά την προώθηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.

Πολλοί θεωρούν ότι η «εκπόρθηση» των κάστρων του πελατειακού συστήματος υπήρξε απλώς και μόνον προϊόν της αποτελεσματικής «πολιορκίας» τους από το «πανίσχυρο» ξένο και ντόπιο Κεφάλαιο. Η εικόνα αυτή είναι τουλάχιστον απλουστευτική. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων επί κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκη (1990 – 1993) ξεκίνησε μάλλον άσχημα. Με εξαίρεση την απελευθέρωση του τραπεζικού συστήματος που προχώρησε γρήγορα, η πολιτική ιδιωτικοποιήσεων στην αρχή εφαρμογής της συνάντησε ισχυρές αντιδράσεις. Όχι μόνον από την πλευρά των εργαζομένων αλλά και από την μεριά των μεγάλων επιχειρηματιών. Οι τελευταίοι δεν διαγκωνίζονταν απλώς και μόνο, για να αποσπάσουν τα «φιλέτα» με το φθηνότερο τίμημα, αλλά ορισμένοι απ’ αυτούς, ως προμηθευτές των δημοσίων επιχειρήσεων, προσπαθούσαν να ακυρώσουν το όλο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Η ίδια η κοινωνία ήταν δύσπιστη παρά την επικράτηση του οικονομικού φιλελευθερισμού διεθνώς.

Το γεγονός ότι το πρόγραμμα αυτό απογειώθηκε επί των κυβερνήσεων Κ. Σημίτη οφείλεται στο ότι έπαυσε να αποτελεί ένα αμιγώς οικονομικό ζήτημα. Ότι εντάχθηκε, δηλαδή, σε μια κατά πολύ ευρύτερη «εθνικού χαρακτήρα» στόχευση. Γίνεται λόγος βέβαια για την συμμετοχή στην ζώνη του Ευρώ, που ο Κ. Σημίτης κατόρθωσε να καταστήσει αδιαμφισβήτητο «εθνικό στόχο». Η Ελλάδα έπρεπε πάση δυνάμει «να ανέβει στο τρένο της ΟΝΕ». Από την στιγμή που διασφαλίσθηκαν οι πολιτικές προϋποθέσεις της όλης προσπάθειας και κάμφθηκε η δυσπιστία της κοινωνίας, οι εργαζόμενοι στις υπό ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις απομονώθηκαν και η όποια αντίστασή τους συντρίφτηκε. Χωρίς λοιπόν την ανοχή της κοινωνίας, που εξασφαλίσθηκε από την εκπόνηση και προώθηση ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδιασμού, δεν θα εφαρμοζόταν ποτέ η πολιτική ευρέων ιδιωτικοποιήσεων.

Είναι αλήθεια βέβαια ότι αποτέλεσμα όλων αυτών, μεταξύ των άλλων, ήταν το γεγονός ότι η διαδικασία αλληλοσυγκρότησης κράτους, κοινωνίας και αγοράς, κατέληξε σε ένα κακόηθες για πολλούς αποτέλεσμα: Στην ανάδυση δηλαδή πελατειακών σχέσεων νέου τύπου, μέσω της διαπλοκής της οικονομικής ελίτ με το κράτος και τα κόμματα, όπου καθίσταται πλέον δυσδιάκριτο ποιος παίζει τον ρόλο του πάτρωνα και ποιος του πελάτη.

Η αλληλοσυγκρότηση όμως των τριών σφαιρών της δημόσιας ζωής δεν καταλήγει πάντοτε σε «κακό» αποτέλεσμα. Όπως δείχνει χαρακτηριστικά η περίπτωση της Αυστρίας και άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, το κράτος δεν υφαρπάζεται πάντοτε από τα διαπλεκόμενα συμφέροντα. Μπορεί να «εμπεριέχεται» και να «εμβαπτίζεται» σε ένα πυκνό δίκτυο σχέσεων με συμμάχους από την κοινωνία των πολιτών και την αγορά, με τους οποίους όμως αποβλέπει από κοινού σε μεταρρυθμιστικούς στόχους. Η συνεργασία δεν είναι παθητικό προϊόν μιας ισοπαλίας των κοινωνικών δυνάμεων, αλλά κατασκευάζεται ενεργητικά με την συνδρομή μιας δραστήριας και πατριωτικής κρατικής γραφειοκρατίας. 

Κράτη πλήρως απομονωμένα από την κοινωνία μπορεί να είναι ιδιαίτερα ληστρικά. Αυτά τα κράτη επίτηδες αποδιοργανώνουν τις κοινωνίες τους, ενώ υπάρχουν και κράτη που συγκροτούν την κοινωνία τους και συγκροτούνται απ’ αυτήν. 

2. Η «αστική καχεξία» 

Η δεύτερη κατά χρονολογική σειρά προσέγγιση της ελληνικής κακοδαιμονίας είναι του Παναγιώτη Κονδύλη. 

Στην «Καχεξία του αστικού στοιχείου στην ελληνική κοινωνία» που δημοσιεύθηκε το 1990, εμμένει ακόμη (σε σχέση με μεταγενέστερες επεξεργασίες του) σε μια θεώρηση της ελληνικής κοινωνίας μέσα από δυτικές διόπτρες. Έτσι ενώ αποδελτιώνει άψογα τα πελατειακά χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος, συρρικνώνει την αστική τάξη μονοσήμαντα στη βιομηχανική της εκδοχή. Αρνείται τη σημασία και το βάρος της Ελληνικής εμποροναυτικής αστικής τάξης του μείζονος παροικιακού ελληνισμού, που λειτουργούσε στα πλαίσια τριών αυτοκρατοριών (Οθωμανικής, Τσαρικής και Αυστροουγκρικής) και η οποία από τα μέσα του 19ου αιώνα άρχισε να πέφτει θύμα της βίαιης επικράτησης της αρχής των εθνοτήτων (κάθε έθνος καλείται να οικοδομήσει το δικό του κράτος). Ταυτόχρονα απαξιώνει εντελώς τα εκτεταμένα μικροαστικά και βιοτεχνικά στρώματα. Παρά ταύτα δεν φαίνεται να αρνείται, ο Κονδύλης, ότι στην ελληνική περίπτωση το έθνος ήταν ευρύτερο από το κράτος και ότι προηγείται ιστορικά της εμφάνισης του ελλαδικού κράτους, έστω και αν ανακαλύπτει από το πουθενά ένα «πατριαρχικό» προαστικό έθνος.

Στην ορολογία του Κονδύλη το «προαστικό» παραπέμπει στην πρώτη βαθμίδα του δυτικού πολιτισμού, την προνεωτερική-φεουδαρχική. Είναι λοιπόν δόκιμος όρος. Έχει συγκεκριμένο νόημα. Απεναντίας, ο όρος «πατριαρχικός», κατηγορούμενος επί του Έθνους, είναι εσφαλμένος, διότι συνιστά μετάβαση σε άλλο γένος: την Οικογένεια. Το Έθνος, ως περιεκτική διαχρονική οντότητα, δεν εξαντλείται στο ένα μόνο από τα δομικά στοιχεία του. 

Ας σημειώσουμε, ότι το γνωσιολογικό αυτό σφάλμα του Κονδύλη, συσκοτίζει την κρίσιμη σχέση ανάμεσα στη σύγχρονη ελληνική αποσύνθεση και στην γενικότερη «παρακμή του αστικού πολιτισμού», που τόσο εμβριθώς είχε αναλύσει ο ίδιος στο ομώνυμο έργο του (στην ελληνική έκδοση του οποίου επισύναψε, ως  «Επίμετρο», την εν λόγω προσέγγισή του στη νεοελληνική κακοδαιμονία). 

3. Η «περιθωριοποίηση της κοινωνίας»

Η τρίτη στη σειρά είναι η προσέγγιση του Γιώργου Κοντογιώργη. Κατ’ αυτόν το πολιτικό σύστημα της Νεωτερικότητας είναι ολιγαρχικό και όχι αντιπροσωπευτικό. Ο νεωτερικός «αντιπρόσωπος», ο βουλευτής, ενεργεί κατά βούληση. Είναι αυτόνομος έναντι των εντολέων του. Αυτοί δεν μπορούν να τον ανακαλέσουν ή να τον δικάσουν για πολιτικά σφάλματα. Στην ελληνική μάλιστα περίπτωση δεν γίνεται κατορθωτό να καταδικασθεί ούτε καν για ποινικά αδικήματα, παρά μόνον πολύ σπάνια.

Ο Γ. Κοντογιώργης περαιτέρω κάνει λόγο για μία σφόδρα ανταγωνιστική σχέση νεοελληνικού κράτους και κοινωνίας, από την πρώτη στιγμή της σύστασής του. Το επείσακτο νεοελληνικό κράτος και το πολιτικό σύστημα που του ανήκει, καθώς και το πολιτικό προσωπικό που το νέμεται, έρχεται ευθύς εξ’ αρχής σε σύγκρουση με τη νοοτροπία και συμπεριφορά της κοινωνίας, που απηχούν το δημοκρατικό παρελθόν της στα πλαίσια των «Κοινών», τα οποία ήταν ενεργά και ζωντανά, ακόμη και μέσα στο δυσμενές περιβάλλον της οθωμανικής αυθαιρεσίας.

Στη Δύση η πολιτική τάξη είναι μεν και εκεί εν πολλοίς διεφθαρμένη, εν τούτοις υφίσταται στην περίπτωση αυτή ένα ελάχιστο κράτος δικαίου, με αναφορά στο δημόσιο συμφέρον, κράτος που μεριμνά για την σχετική ευημερία της κοινωνίας, ώστε κι αυτή με την σειρά της να το περιβάλλει με τη συναίνεσή της. Στην Ελλάδα αντίθετα, στα πλαίσια της κομματοκρατίας το κομματικό σύστημα αντί να είναι απλά διαχειριστής του πολιτικού συστήματος, το έχει ιδιοποιηθεί και υφαρπάξει, με αποτέλεσμα να προωθούνται πολιτικές που δεν είναι απλώς ολιγαρχικές (όπως στην περίπτωση  της Δύσης), αλλά αποβλέπουν στο αποκλειστικό συμφέρον της πολιτικής τάξης και των ημετέρων οι οποίοι χρησιμοποιούν το κράτος ως πρυτανείο σίτισης.

Στην Ελλάδα, επίσης, ενοχοποιείται το επιχειρείν, που δρα αυτοτελώς και όχι ως κρατικοδίαιτο εξάρτημα της πολιτικής τάξης. Η άρχουσα τάξη απαρτίζεται από τα παράσιτα των εργολάβων, των ιδιοκτητών των τηλεοπτικών καναλιών και του Τύπου καθώς και των προμηθευτών του Δημοσίου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η αναπαραγωγή της μονοκρατορίας της πολιτικής τάξης.

Η κομματοκρατία αποτελεί λοιπόν την εκφυλιστική εκδοχή του ολιγαρχικού πολιτικού συστήματος των δυτικών κρατών. Σε αντίθεση τώρα με τα πελατειακά τριτοκοσμικά πολιτικά συστήματα, στην ελληνική περίπτωση η κοινωνία δεν είναι παθητική και υποταγμένη αλλά αυτοπροσδιορίζεται ως εντολέας, την ίδια στιγμή που το πολιτικό σύστημα την τοποθετεί εκτός των ορίων του, της αρνείται δηλαδή την ιδιότητα του εντολέα. Αυτός ακριβώς ο διχασμός είναι που οδηγεί στην πελατειακή εκτροπή της πολιτικής και στην κομματοκρατία. Παρ’ ότι στα πλαίσιά της το εκάστοτε κυβερνών κόμμα υποτάσσει και κατευθύνει εν πολλοίς την νομοθετική και δικαστική εξουσία, διαφέρει από τα ολοκληρωτικά πολιτικά συστήματα, διότι σε αυτά τα τελευταία η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως μάζα και όχι ως πολιτικός συντελεστής.

Το πρόβλημα με την κατά τα άλλα εξαιρετικά συστηματική και διαυγή προσέγγιση του Γ. Κοντογιώργη, αναδεικνύεται από μία ρήση του Εμ. Ροΐδη του 1877. «Η Ελλάς τα μεν πάτρια ήθη απηρνήθη, του δε διανοητικού βίου των νεώτερων εθνών εισέτι δεν μετέχει». Αυτός ο πολιτισμικός μετεωρισμός αφορά όμως το έθνος στο σύνολό του. Ούτε μόνο το κράτος, ούτε μόνο την κοινωνία. Με αυτήν την έννοια είναι λάθος να θεωρήσουμε την κοινωνία εντελώς «αμόλυντη» από τα εισαγόμενα ήθη και διατηρούσα στο ακέραιο τη δημοκρατική της νοοτροπία και συμπεριφορά, την ίδια στιγμή που το κράτος χαρακτηρίζεται ως αναφανδόν επείσακτο. Η μανιχαϊστική πόλωση κράτους και κοινωνίας συσκοτίζει το κοινό τους πρόβλημα, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εθνοκρατική μετάλλαξη του οικουμενικού ελληνισμού στο σύνολό του.

Στα πλαίσια αυτά ο έλληνας πολίτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει την κομματοκρατία και να μετατρέψει το πολιτικό σύστημα της χώρας σε αντιπροσωπευτικό ή πολύ περισσότερο σε δημοκρατικό, όταν κάτι τέτοιο συνεπάγεται ευθύνες που επ’ ουδενί είναι διατεθειμένος να αναλάβει. Ακόμη κι αν το ήθελε εξάλλου, είναι συζητήσιμο αν θα μπορούσε με δεδομένο τον εθισμό του στην ιδιωτεία κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Βασική προϋπόθεση για την μετάβαση από την ολιγαρχία, στην αντιπροσώπευση και από εκεί στην δημοκρατία, είναι ένα ανθρωπολογικό άλμα, μια αποφασιστική ανθρωπολογική μετάλλαξη στη δομή της κοινωνίας. 

Επικεντρώνοντας, ο Γ. Κοντογιώργης, τη συζήτηση για την άρση του αδιεξόδου, σε απαραίτητες κατά τα άλλα θεσμικές αλλαγές και καινοτομίες (όπως για παράδειγμα, την κατάργηση και όχι απλώς την τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ώστε οι πολιτικοί να δικάζονται από την τακτική δικαιοσύνη για ποινικά αδικήματα, καθώς και την θέσπιση δημοσκοπικού ή ηλεκτρονικού δήμου) παρακάμπτει, ως μη όφειλε, τις ηθικές και οντολογικές προϋποθέσεις της δημοκρατίας, θεωρώντας τες ως ήδη δεδομένες στην ελληνική περίπτωση τουλάχιστον.

4. «Ατομικισμός, συντεχνιασμός, τοπικισμός»

Μια άλλη προσέγγιση στο ζήτημα της ελληνικής κακοδαιμονίας έχει προταθεί από τον Γιάννη Βούλγαρη. 

Ο Γ. Βούλγαρης βασίζοντας την άποψή του στη γκραμσιανή αντίληψη της σχέσης νεωτερικού κράτους και κοινωνίας πολιτών, υποστηρίζει ότι η ελληνική κοινωνία των πολιτών δεν είναι τόσο και υπό όλες της τις όψεις ατροφική και «αθώα». Ότι οι συσσωματώσεις, δηλαδή, της ελληνικής κοινωνίας των πολιτών είναι φορείς, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, ενός ατομικιστικού, συντεχνιακού και τοπικιστικού πνεύματος. 

Ταυτόχρονα, το ελληνικό κράτος δεν έχει υπάρξει μόνον υπετροφικό και αναποτελεσματικό, αλλά έχει αποτελέσει και βασικό μοχλό εκσυγχρονισμού της χώρας σε κρίσιμες συγκυρίες και ιστορικές περιόδους. Το πλεονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι ότι δεν αντιπαραθέτει μανιχαϊστικά κράτος και κοινωνία πολιτών. Αυτό το επιτυγχάνει όμως με την καταβολή μεγάλου τιμήματος. Η άποψή του είναι μια (οπωσδήποτε εκλεπτυσμένη) απολογία του «εκσυγχρονισμού» και των αυταπατών του για τη δυνατότητα μετατροπής της χώρας σε «κανονικό» κράτος, σε πλήρως εξευρωπαϊσμένο δηλαδή, τη στιγμή που ο εκσυγχρονισμός αυτός αποδεικνύεται αδύνατος, καθώς τα τελευταία διακόσια χρόνια παράγονται και αναπαράγονται μονίμως κακέκτυπα των ευρωπαϊκών θεσμών. 

5. «Ο ελληνικός ατομικισμός-μηδενισμός»

Τέλος μια πέμπτη και τελευταία προσέγγιση έχει προταθεί από τον αείμνηστο Άρη Ζεπάτο. Τη συνοψίζει στο άρθρο του «Το ΠΑΣΟΚ και ο ελληνικός ατομισμός» ο Θεόδωρος Ζιάκας και προσπάθησε να την ακολουθήσει και ο υποφαινόμενος στην «Νεοελληνική φαυλοκρατία».

Σύμφωνα μ’ αυτή την προσέγγιση η νεοελληνική κακοδαιμονία σχετίζεται με τον αδιάλλακτο και αχαλίνωτο ατομισμό, που άρχισε να ξεπροβάλλει μετά από διάλειμμα αιώνων αμέσως μετά τη διάλυση των Κοινών από τη Βαυαροκρατία και προπαντός μετά την υιοθέτηση του κοινοβουλευτισμού. «Ο ζημιών το Έθνος ουδένα ζημιοί», διότι δεν είναι οντότητα τάχα αλλά ιδεολογική επίνοια. Η αρχή αυτή που διατυπώθηκε τόσο περιεκτικά στην Ελλαδική Βουλή τον 19ο αιώνα δείχνει ότι ο ελληνικός ατομισμός δεν δέχεται καμία κοινωνική υποχρέωση. Το μόνο που ξέρει είναι τα «δικαιώματά» του. Τα  χαρακτηριστικά του ανθρωπολογικού αυτού τύπου δείχνουν ότι έχουμε να κάνουμε με το  ελληνικό άτομο των παρακμιακών περιόδων της ελληνικής ιστορίας που μέτρο «πάντων χρημάτων» έχει τον εαυτό του.

Ο ατομισμός αυτός διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλες τις πολιτικές παρατάξεις. Προσωρινό διάλειμμα στη διαβρωτική επίδρασή του, αποτέλεσε η ανάδυση των ιδεολογικών στρατοπέδων του 20ου αιώνα. Η ένταξη σ’ αυτά όρθωσε ένα κάποιο ανάχωμα και φραγμό στον «τομαρισμό». Μόλις όμως ο ανθρωπολογικός αυτός τύπος βρήκε το οικείο περιβάλλον του, δηλαδή τις συνθήκες πολιτικής ελευθερίας και τέλους των ιδεολογιών, που χαρακτήρισαν από ένα σημείο και πέρα τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, κορυφώθηκε το μηδενιστικό του «έργο». 

Στα πλαίσια αυτά τα «εκσυγχρονιστικά» διαλείμματα της νεοελληνικής ιστορίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «ενάρετη» φάση της φαυλοκρατίας. Στη φάση αυτή το «πάρτι» συνεχίζεται μεν αλλά περιορίζεται σε λίγους. Στην απεριόριστη ρεμούλα μπαίνει κάποιος φραγμός. Μπαίνουν κάποιοι κανόνες και επιτυγχάνεται μια προσωρινή πάντα βελτίωση των οικονομικών δεικτών, προκειμένου να διαφυλαχθεί το μείζον, η διάσωση του φαυλοκρατικού πολιτικού συστήματος από την πλήρη κατάρρευση. 

Συμπερασματικά:  Ενώπιον της αποδόμησης του διμερούς κράτους και κοινωνίας πολιτών;

Κλείνοντας και εν είδη συμπεράσματος, τονίζεται ότι έχει έλθει ο καιρός να αμβλυνθούν, να τακούν και να σχετικοποιηθούν οι σκληρές άκρες του διμερούς μεταξύ κράτους και κοινωνίας πολιτών. Έχει έλθει δηλαδή ο καιρός να αποδομηθεί αυτό το εννοιολογικό δίπολο. Το κράτος και η κοινωνία πολιτών αποτελούν υποστασιοποιήσεις μιας και της αυτής πραγματικότητας, της ανάγκης δηλαδή για συλλογική διαχείριση των κοινών υποθέσεων. Η διαχείριση αυτή μπορεί να πολωθεί θεωρητικά σε πλήρη αυτοκυβέρνηση στην μία άκρη ενός συνεχούς που στον άλλο του πόλο και άκρο καταλήγει σε σχεδόν πλήρως αυτονομημένη από το κοινωνικό γεγονός διακυβέρνηση. Η αυτοκυβέρνηση με την έννοια της δημοκρατίας, όπου όλα ανεξαιρέτως τα αξιώματα θα κληρώνονταν και θα ήταν ανακλητά, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη, αφού σε κάθε επιμέρους κοινωνία ασκούνται πιέσεις από τις αντιπαλότητες που μπορούν να φθάσουν μέχρι και σε πόλεμο μεταξύ των διαφόρων εθνών. Πιέσεις δηλαδή για ανάληψη συλλογικής δράσης με επί κεφαλής εκλεγμένους και όχι κληρωτούς ειδικούς (π.χ. στρατηγούς), όπως στην Αθηναϊκή δημοκρατία. 

Το κράτος στα πλαίσια αυτά, για να επιστρέψουμε στο σήμερα, θα είναι παρεμβατικό ή φιλελεύθερο, ανάλογα με το εάν η κοινωνία διατηρεί μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό αυτοκυβερνητικής ικανότητας. Στην περίπτωση των σύγχρονων κρατών, οι διαφορές τους έχουν να κάνουν, μεταξύ των άλλων, με το γεγονός ότι αλληλοσυγκροτούνται ποικιλοτρόπως με την οικεία κοινωνία πολιτών. Οι έλεγχοι και οι ρυθμίσεις που διαμορφώνουν τις συμπεριφορές, μπορούν να επιβληθούν από αρχές που μοιάζουν ως εντελώς «εξωτερικές» προς την κοινωνία των πολιτών. Ή πάλι μοιάζουν να προέρχονται από το «εσωτερικό» της, με την έννοια της αυτορρύθμισης που καθιστούν επικουρικές τις εκ των άνω δικαιοπολιτικές παρεμβάσεις. 

Τα έθνη διαφέρουν λοιπόν σήμερα ανάλογα με την «εντόπιση» του ελέγχου και των ρυθμίσεων στην κλίμακα των δυνατοτήτων αυτοκυβέρνησης. Τα έθνη όμως διαφέρουν στο σύνολό τους και όχι απλώς και μόνον στην κρατική ή κοινωνική τους υποστασιοποίηση. Η ύπαρξη του έθνους, ως περιεκτικής ολότητας, περιβάλλουσας το διμερές κράτους – κοινωνίας πολιτών, δεν πρέπει να διαφεύγει ανεξέταστη. Πέραν του γνωσιολογικού ο ουσιαστικός λόγος είναι ότι ο πολιτισμός στον οποίο μετέχει το έθνος δεν είναι αθάνατος. Υπόκειται σε ακμή και παρακμή, με την τελευταία να ολοκληρώνεται ως μηδενιστική αποσύνθεση θεσμών και υποκειμένων. Αν είναι έτσι, τότε κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι για τις προσεγγίσεις μας, το να ξέρουμε αν βρισκόμαστε και σε ποιά από τις ενδεχόμενες καταστάσεις του νεωτερικού πολιτισμικού γίγνεσθαι (ακμή, παρακμή, ή μηδενισμός;). 

Πηγές: 

  • Νεοελληνική κοινωνία: Όψεις υπανάπτυξης. Του Ν. Μουζέλη. Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1978.
  • Κοινωνία πολιτών και ιδιότητα του πολίτη στη μεταπολεμική Ελλάδα. Του Ν. Μουζέλη και Γ. Παγουλάτου. Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης 22 (1), 5-29.
  • Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Του Π. Κονδύλη. Εκδόσεις Θεμέλιο, 6η Έκδοση, Αθήνα 1995.
  • Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα. Του Γ. Κοντογιώργη. Antitono.gr, 7 Ιανουαρίου 2011.
  • Κομματοκρατία και Δυναστικό Κράτος. Μια ερμηνεία του Ελληνικού αδιεξόδου. Του Γ. Κοντογιώργη. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012. 
  • Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά. Του Γ. Κοντογιώργη. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016.
  • Κράτος και κοινωνία πολιτών στην Ελλάδα. Μια σχέση προς επανεξέταση. Του Γ. Βούλγαρη. Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, ΤΧ. 28, 2006, σ. 5-23.
  • Η μεταπολιτευτική Ελλάδα 1974-2009. Του Γ. Βούλγαρη. Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013.
  • Το ΠΑΣΟΚ και ο ελληνικός ατομισμός. Του Θ. Ι. Ζιάκα. Περιοδικό ΑΡΔΗΝ, ΤΧ. 18, Μάρτ. – Απρίλ. 1999.
  • Ο σύγχρονος μηδενισμός. Μικρή αφήγηση για τη μοίρα της Ελευθερίας. Του Θ. Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2008. 
  • Embedded autonomy. States and Industrial transformation. By Peter
  • Η παρακμή ως Μηδενισμός: το νεωτερικό και το ελληνικό παράδειγμα. Του Θ. Ι.Ζιάκα. Νέος Ερμής ο λόγιος, τ. 14 / 2016. Και www.antifono.gr  
  • Evans. Princeton University press. Princeton, New Jersey, 1995.
  • Beyond weak and strong: Rethin King the State in Comparative Policy History. By Peter Baldwin. The Journal of Policy History, Vol. 17, No 1, 2005. 
  • Παναγιώτης Κονδύλης. Μια διαδρομή. Του Γ. Καραμπελιά. Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα 2018.
  • Τόσο κοντά και μακριά. Ημίφωτη έκρηξη και Αριστερή Παγίδευση στην Ελλάδα της Κρίσης (2011-2014). Του Δ. Τζουβάνου. Προσωπική έκδοση, Αθήνα 2018. 
  • Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία. Του Ευάγγελου Κοροβίνη με πρόλογο και επίλογο του Θεοδώρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2008.
  • Αναζητώντας μια θεωρία για το Έθνος. Των  Ευάγγελου Κοροβίνη και Θεόδωρου Ζιάκα. Εκδ. Εκάτη 1987.
  • Πολιτικά. Του Αριστοτέλη. Εκδ. Κάκτος.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Πασχάλη Αγγελίδη.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Για τις έμφυλες ταυτότητες και τις τροπές τους

Ευάγγελος Κοροβίνης

Α. Η μετατόπιση του ενδιαφέροντος της αριστεράς από τις πολιτικές αναδιανομής στις πολιτικές αναγνώρισης, τα αίτια της και οι δύο προσεγγίσεις του φεμινιστικού κινήματος.

Στη δεκαετία του ’90, με τον μαρξισμό να θεωρείται νεκρό γράμμα, η αριστερά διεθνώς ακολούθησε τη λεγόμενη «πολιτισμική στροφή». Άρχισε να εστιάζει λιγότερο στη διεκδίκηση οικονομικής ισότητας και αναδιανομής πλούτου και αγαθών και περισσότερο στην υπεράσπιση των αξιών και των συμφερόντων περιθωριακών ομάδων (εθνικών μειονοτήτων, μεταναστών, ομοφυλοφίλων κ.λ.π.). Η στρατηγική της αριστεράς μετατοπίσθηκε, έτσι, από την ανάπτυξη αλληλεγγύης στους κόλπους μεγάλων συλλογικοτήτων, όπως η εργατική τάξη, στην υπεράσπιση ολοένα και μικρότερων κοινωνικών υποσυνόλων, που αντιμετωπίζουν περιθωριοποίηση με μοναδικούς και εξειδικευμένους τρόπους.

Πράγματι, ήδη από την δεκαετία του ’80, ή αριστερά βίωνε μιαν υπαρξιακή κρίση. Με την ανάδυση στην Κίνα, μετά το 1978, μιας καπιταλιστικής οικονομίας και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, το 1991, η μαρξιστική αριστερά καταποντίσθηκε, ενώ οι σοσιαλδημοκράτες κατέστησαν γρήγορα ουρά του επελαύνοντος νεοφιλελευθερισμού. Η μετατόπιση του εκκρεμούς από τις πολιτικές αναδιάταξης ταξικών συσχετισμών, στις πολιτικές αναγνώρισης της ταυτότητας των διαφόρων περιθωριακών ομάδων, πρόβαλε ως ελκυστική διέξοδος. Στόχος ήταν, από εδώ και εμπρός, ένας κόσμος «φιλικός στη διαφορά και την ποικιλία», στον οποίο η αφομοίωση από τις πολιτισμικές νόρμες της πλειοψηφίας, δεν απαιτείται πλέον, ως τίμημα, για να εξασφαλισθεί η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός των πάσης φύσεως «μειονοτήτων».

Στα πλαίσια αυτά, οι σχέσεις των φύλων αντιμετωπίζονταν παλαιότερα, ως ζήτημα, που αφορούσε την πολιτική οικονομία και την ανάγκη να

μετασχηματισθεί ριζικά ο καταμερισμός εργασίας, μεταξύ ανδρών και γυναικών. Από την δεκαετία του ‘90 όμως ο φεμινισμός άρχισε να αποβλέπει σε λιγότερο υλιστικούς στόχους. Μια μερίδα φεμινίστριες και φεμινιστές διεκδικούσε την αναγνώριση και τον σεβασμό της γυναικείας ταυτότητας. Ενώ μια άλλη μερίδα επεδίωξε να αποδομήσει αυτό καθαυτό το δίπολο άνδρας / γυναίκα.

Η πρώτη από τις δύο αυτές προσεγγίσεις τείνει στην πράξη να πραγμοποιεί τη θηλυκότητα, να ανακυκλώνει τα στερεότυπα των φύλων και να προωθεί φατριαστικές κατευθύνσεις στις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, αμφισβητώντας την αναντίλεκτη συμπληρωματικότητα μεταξύ των δύο φύλων. Η προσέγγιση αυτή, αποδίδοντας σταθερό και διαχρονικό περιεχόμενο στις έννοιες «άνδρας» και «γυναίκα», τείνει, με λίγα λόγια, προς την ουσιοκρατία.

Η άλλη προσέγγιση, η λεγόμενη νομιναλιστική, θεωρεί ότι οι κατηγορίες αυτές είναι προϊόν ιστορικών διαδικασιών. Ότι δηλαδή δεν απηχούν μια αιώνια και αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση και ότι κατά συνέπεια, πρόκειται για «επικίνδυνους μύθους», που πρέπει να αποδομηθούν. Όσοι ασπάζονται τη νομιναλιστική προσέγγιση, αντιμετωπίζουν τις έμφυλες ταυτότητες, ως ρευστές και ασταθείς, και αποβλέπουν στην αμφισβήτηση της «ετεροσεξουαλικής ηγεμονίας». Ισχυρίζονται δε, ότι ο καπιταλισμός και η αναπαραγωγή του, προϋποθέτουν την ετεροσεξουαλικότητα.

Η ετεροσεξουαλική κανονιστικότητα, που ρυθμίζει τις έμφυλες σχέσεις, δεν είναι όμως μέρος της οικονομικής δομής του σύγχρονου καπιταλισμού. Οι οικονομικές δομές στον ύστερο καπιταλισμό, είναι αποσυνδεδεμένες σε μεγάλο βαθμό από τους δεσμούς συγγένειας. Ο καπιταλισμός ούτε έχει ανάγκη ούτε επωφελείται από την ετεροσεξουαλικότητα. Εξάλλου, οι κύριοι αντίπαλοι των ομοφυλόφιλων, δεν είναι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις, αλλά κάποιοι από τους συντηρητικούς. Στην πραγματικότητα, αρκετές πολυεθνικές έχουν υιοθετήσει φιλικές προς τους ομοφυλόφιλους πολιτικές.

Β. Το αντιθετικό δίπολο άνδρας/ γυναίκα και τα όρια της αποδόμησής του.

Εκείνοι, που φθάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται, ότι οι αγώνες των ομοφυλόφιλων απειλούν τον καπιταλισμό, παραθέτουν και άλλα επιχειρήματα, πέραν της υποτιθέμενης εξάρτησης της αναπαραγωγής του από την ετεροσεξουαλικότητα. Στον πυρήνα κάποιων απ’ αυτά, βρίσκεται η αποδομητική αντιουσιοκρατική θεωρία του Γάλλου φιλοσόφου Ζακ Ντεριντά.

Κατ’ αυτόν, κάθε αντιθετικό δίπολο, για παράδειγμα το διμερές άνδρας/γυναίκα, έχει εξαιρέσεις. Οι εξαιρέσεις αυτές, όπως η ομοφυλοφιλία ή η αμφισεξουαλικότητα, στην περίπτωση του διπόλου άντρας-γυναίκα, μακράν του να επιβεβαιώνουν το ετεροσεξουαλικό καθεστώς, έχουν την τάση να το τορπιλίζουν και να το «ανατινάσσουν». Κι αυτό, γιατί η εξαίρεση, ο «σκανδαλώδης» παράγων, δεν κείται απλώς εκτός ή πέραν του διπόλου, αλλά και «μέσα» του, ως εγγενής τάση, έστω και ασθενής. Για να έχει ισχύ το διμερές άνδρας/γυναίκα, πρέπει λέει να «καταπιέσει την εξαίρεση». Ο «σκανδαλώδης» παράγων, η ομοφυλοφιλία π.χ,, είναι «στην πραγματικότητα», μέρος της γένεσης και της δομής του διμερούς, το οποίο τον αποπέμπει. Πρέπει να τονισθεί, πάντως, ότι ο ίδιος ο Ντεριντά, δεν ισχυρίσθηκε ποτέ, ότι με την αποδόμησή του ένα διμερές, παύει και να υφίσταται. Τόνισε απλώς, ότι αποδομούμενο καθίσταται ασταθές.

Αντίθετα με τον Ντεριντά, οι εκλαϊκευτές του στα δυτικά πανεπιστήμια, ισχυρίζονται, ότι οι εξαιρέσεις διαθέτουν ένα εκρηκτικό δυναμικό, ικανό να σαρώσει τα πάντα. Λεγεώνες ολόκληρες πανεπιστημιακών (ιδίως στις ΗΠΑ) κάνουν καριέρα, εκθέτοντας τις «σεξιστικές προκαταλήψεις» όλης της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και θεολογίας, διαδίδοντας την «πολιτισμική κατασκευή» του φύλου.

Πάντως, τα όρια του αποδομητικού «κνησμού», αποκαλύπτονται, αν πέσουν λίγο οι τόνοι και αποδραματοποιηθεί η όλη κατάσταση. Το διμερές άνδρας /

γυναίκα μπορεί μεν να μην είναι καθολικής εμβέλειας, αλλά παραμένει κανονιστικό και κατά κάποιο τρόπο φυσικό. Υπάρχουν περιπτώσεις, που δεν υπάγονται και δεν εμπίπτουν στο δίπολο, αλλά το ίδιο το δίπολο παραμένει, όχι μόνον αναπόφευκτο, όπως παραδέχεται και ο Ντεριντά, αλλά και ευσταθές. Το διμερές του φύλου είναι, οπωσδήποτε, ευσταθές και ασφαλές. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν μεν, αλλά δεν είναι απειλητικές και ούτε κατ’ ανάγκην απειλούμενες.

Ο Ντεριντά φαίνεται να απαιτεί μεγάλη καθαρότητα εννοιών. Δεν είναι όμως οι εξαιρέσεις, που οδηγούν στην αποδόμηση των εννοιών, αλλά η επιδίωξη απόλυτης «διαύγειας». Ο Ντεριντά είναι, εν τέλει, ένας απογοητευμένος δογματικός, όπως άλλωστε, όλοι σχεδόν οι σκεπτικιστές. Απαιτεί οι έννοιες και οι διακρίσεις να έχουν, οπωσδήποτε, καθολικό πλάτος. Όταν στη συνέχεια, ανακαλύπτει εξαιρέσεις, θεωρεί αυτές τις έννοιες και τις διακρίσεις ύποπτες και έωλες.

Συμπερασματικά:

Αντί να εξαίρουμε και να αναδεικνύουμε τις εξαιρέσεις, με έντονα και ζωηρά χρώματα, όπως συνηθίζουν να κάνουν οι προοδευτικοί, ή να τις καταπιέζουμε και να τις περιθωριοποιούμε, όπως κάνουν ορισμένοι συντηρητικοί, πρέπει κατ’ αρχήν, να τις προσεγγίζουμε με σύνεση και φιλάνθρωπα αισθήματα.

Γ. Η επιτελεστικότητα και το μπατλερικό παράδοξο.

Μια νέα επιχειρηματολογία, που μεταξύ των άλλων, εμβαθύνει και προεκτείνει τα προηγηθέντα, προσπαθεί να στηρίξει την άποψη, ότι το φύλο δεν είναι αντιθετικό δίπολο, αλλά ένα «ευρύ φάσμα», υποτιθέμενων, ρευστών και κατασκευασμένων «έμφυλων ταυτοτήτων». Κατά την άποψη αυτή, η διαδικασία διαμόρφωσης της έμφυλης ταυτότητας, δεν είναι ένα ελεύθερο παιχνίδι, αλλά ένα γίγνεσθαι, το οποίο κυριαρχείται από την ηγεμονία συγκεκριμένων έμφυλων προτύπων.

Η Τζούντιθ Μπάτλερ, η σημαντικότερη θεωρητικός του μεταμοντέρνου φεμινισμού και των «σπουδών φύλου», υποστηρίζει, ότι δεν υπάρχει ένας προγλωσσικός εσωτερικός πυρήνας, ή μια «ουσία», δεν υπάρχει ένας εμπρόθετος δράστης, που εν γνώσει του «κάνει» το φύλο του. Το φύλο είναι ένα δρώμενο, είναι πάντα ένα πράττειν, αν και όχι το πράττειν ενός υποκειμένου που προηγείται της πράξης.

Πώς είναι δυνατόν όμως να υπάρχει μια πράξη χωρίς πράττοντα; Η Μπάτλερ διακρίνει ανάμεσα σε επιτέλεση (performance) και σε επιτελεστικότητα (performativity). Όπου «επιτέλεση», είναι μία επαναλαμβανόμενη θεατρική παράσταση, που προϋποθέτει έναν ηθοποιό, έναν πράττοντα, που «μαθαίνει» τον ρόλο που τον συγκροτεί. Ενώ «επιτελεστικότητα», είναι μία διαδικασία, η οποία δεν προϋποθέτει ένα αυτεξούσιο και αυτόβουλο υποκείμενο, αν και μερικές φορές στα γραπτά της, οι δύο όροι μοιάζουν να συγχέονται.

Κατά την Μπάτλερ οι έμφυλες ταυτότητες κατασκευάζονται και συγκροτούνται, εν τέλει, από την γλώσσα. Δεν υπάρχει κανένα εγώ εκτός γλώσσας. Το υποκείμενο είναι μια «γλωσσική δομή» υπό συνεχή διαμόρφωση. Έπεται όλων αυτών, ότι η γυναίκα είναι ένας όρος σε εξέλιξη, σε συνεχές γίγνεσθαι. Είναι μια κατασκευή, που δεν έχει αρχή και τέλος. Ακόμη κι αν το φύλο, μοιάζει να παγιώνεται, η παγίωση αυτή είναι ευάλωτη και ασταθής. Οπότε δεν υπάρχει καμία αναγκαία σχέση, ανάμεσα στο σώμα κάποιου, το βιολογικό του φύλο, και στο κοινωνικό του φύλο, το πολιτισμικά και κοινωνικά διαμορφούμενο φύλο. Η ίδια η διάκριση ανάμεσα στο βιολογικό και το κοινωνικό φύλο, αρχίζει να φαίνεται όλο και πιο αυθαίρετη, καθώς κατά την Μπάτλερ, το σώμα γίνεται αντιληπτό και βιώνεται μόνο υπό τους όρους και τις προδιαγραφές του κοινωνικού φύλου.

Η Μπάτλερ υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η έμφυλη ταυτότητα φαίνεται να αποτελεί την εσωτερίκευση μιας απαγόρευσης, ενός ταμπού, που αποδεικνύεται καθοριστικό. Η απαγόρευση αυτή, κατά την Μπάτλερ, είναι το «ταμπού κατά της ομοφυλοφιλίας», το οποίο «προηγείται» του «ταμπού κατά της ετεροφυλοφιλικής

αιμομιξίας». Η πρωταρχική επιθυμία του παιδιού στρέφεται, υποτίθεται, πάντα προς τον γονέα του ίδιου φύλου. Η ετεροφυλοφιλία θεμελιώνεται, λοιπόν, σε μία «πρωταρχική» ομοφυλοφιλική επιθυμία. Πουθενά, ωστόσο, δεν αναφέρονται οι παρατηρήσεις ή οι πηγές, που «δικαιολογούν» τον ισχυρισμό αυτόν της Μπάτλερ.

Το γενικότερο πρόβλημα, που αντιμετωπίζει η μπατλερική προσέγγιση, πέραν του παντελώς αστήρικτου των ισχυρισμών της για μια πρωταρχική ομοφυλοφιλική επιθυμία, είναι το παράδοξο γεγονός που ήδη αναφέρθηκε: Ότι το υποκείμενο, που περιγράφει ως γλωσσική δομή υπό συνεχή διαμόρφωση, μοιάζει να είναι παγιδευμένο μέσα σ’ έναν έμφυλο εξουσιαστικό λόγο, τον οποίο δεν έχει καμία δύναμη να αποφύγει, να τροποποιήσει και πολύ περισσότερο να ανατρέψει. Στα πλαίσια αυτά η αισιοδοξία της, ότι η έμφυλη ταυτότητα, ως συνεχές γίγνεσθαι επιδέχεται παρεμβάσεις, ανασημασιοδοτήσεις και ανατροπές, έρχεται σε αντίφαση με την θέση της ότι η γλώσσα μας διαπλάθει καθοριστικά, σε σημείο να είμαστε ενεργούμενά της. Για να στηρίξει την αισιοδοξία της αυτή καταφεύγει σ’ έναν από μηχανής Θεό: ισχυρίζεται, δηλαδή,, ότι υπάρχει ελπίδα για ανατροπές, αφού υπάρχει ένα «πλεόνασμα» στον ψυχισμό, το οποίο δεν καθορίζεται ποτέ εντελώς, από τους νόμους που τον καθυποτάσσουν.

Όταν η Μπάτλερ κάνει λόγο για την διαμόρφωση του υποκειμένου, δίνει υπερβολική και μονοσήμαντη έμφαση στη γλώσσα και στον νόμο, μηδενίζοντας τη συμβολή της προσωπικής ενέργειας στο όλο εγχείρημα διάπλασης της προσωπικής ταυτότητας, της προσωπικότητας. Όταν πάλι ψάχνει ερείσματα, για ανατροπή παγιωμένων ταυτοτήτων, ανακαλύπτει από το πουθενά, ψυχικά πλεονάσματα απροσπέλαστα στη γλώσσα και τον νόμο.

Μοιάζει σαν το αυτεξούσιο και αυτόβουλο υποκείμενο – «Άτομο» της δυτικής παράδοσης, που στα πλαίσια του μεταμοντερνισμού της η Μπάτλερ το έβγαλε από την πόρτα, για να το ξαναβάλει πλησίστιο από το παράθυρο. Ο

εγκλωβισμός μεταξύ δομικισμού και ψυχολογισμού είναι η ουσία του μπατλερικού παράδοξου.

Η προσωπικότητα δεν είναι όμως, κάτι το αυστηρά ατομικό, ούτε κάτι το αποκλειστικά κοινωνιογενές. Διαμορφώνεται ως συμβολή προσωπικής και κοινωνικής ενέργειας. Είναι προϊόν συνέργιας δύο υποστατικών πηγών διαφορετικής τάξης: της προσωπικής και της κοινωνικής. Τόσο αλληλένδετη είναι μάλιστα η συμβολή των δύο ετερογενών ενεργειών, ώστε να είναι αδύνατον να διαχωρίσω, μέσα στην προσωπικότητά μου, αυτό που είναι, «δικό» μου, απ’ αυτό που είναι «ξένο». Το συναμφότερον ατομικού – συλλογικού και η διάδρασή τους, είναι θεμελιακό στοιχείο της προσωπικότητας. Όσον αφορά τώρα τον υποστατικό φορέα, που αποτελεί την πηγή της προσωπικής ενέργειας, το μόνο που μπορεί να ειπωθεί, είναι ότι προσεγγίζεται μόνο μέσω των ενεργειών του, που τον επισημαίνουν. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ενέργειες, ακόμη και η ίδια η ύπαρξη του θα μπορούσε να αμφισβητηθεί.

Η αδυναμία της Μπάτλερ να δεχθεί την διπλή πηγή της προσωπικότητας, προσωπική και κοινωνική ταυτόχρονα, την οδηγεί να κατανοεί την υποκειμενοποιητική διαδικασία ως, μονοσήμαντα καταπιεστική, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημά της να καταλήγει στην παθητική αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης, όπως υποστηρίζουν πολλές φεμινίστριες και φεμινιστές. Ο τρόπος, που η Μπάτλερ αναλύει την εξουσία και την εμπρόθετη δράση, οδηγεί, κατ’ αυτούς, σε περιορισμένης σημασίας ατομικιστικές «πράξεις αντίστασης», και σε «απονεύρωση» του φεμινιστικού κινήματος και των κινημάτων των ομοφυλόφυλων.

Υπάρχει τα τελευταία πενήντα χρόνια και ένα άλλο πρόβλημα, που αφορά όχι μόνο την Τζούντιθ Μπάτλερ και τους μεταμοντέρνους φεμινιστές, αλλά ακόμη κι αυτήν την σχεδόν παγκοίνως δεκτή ετεροσεξουαλικότητα. Γίνεται λόγος, για την ευρέως διαδεδομένη άποψη, ότι η σεξουαλικότητα (ετεροφυλόφιλη και ομοφυλόφιλη) είναι, υποτίθεται, ο «πυρήνας της προσωπικής ταυτότητας». Ότι η

σεξουαλική «πλευρά» της προσωπικότητας, είναι «καθοριστική», έναντι των μη σεξουαλικών «πλευρών της».

Ενώ, πιο συγκεκριμένα, ο άνθρωπος της βικτωριανής εποχής, δεν ήθελε να ξέρουν οι άλλοι, ότι είχε σεξουαλικές επιθυμίες, τα τελευταία τουλάχιστον πενήντα χρόνια, ο μεταμοντέρνος άνθρωπος αισχύνεται, αν τυχόν δεν έχει τέτοιες επιθυμίες. Η μάχη ενάντια στην απώθηση και την ίδια την απονέκρωση της σεξουαλικής επιθυμίας, βεβαίως κερδήθηκε από τον νεωτερικό άνθρωπο, αλλά νίκη αυτή έχει εξελιχθεί σε μία νέα μορφή σκλαβιάς. Ο βικτωριανός ήθελε να ερωτεύεται χωρίς σωματική επαφή. Ο μεταμοντέρνος θέλει να έχει «πολλαπλούς οργασμούς», χωρίς να ερωτεύεται. Χωρίς να δίνεται και να ρισκάρει…

Η έμμονη ιδέα με την σεξουαλικότητα και τις τροπές της, αποτελεί ένδειξη υποκειμένων αποξενωμένων και χωρίς γέφυρες και δεσμούς με τους άλλους ανθρώπους. Ο έρωτας όμως, που μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική και σωματική κυοφορία, αποτελεί μία από τις βάσεις για την υπέρβαση του διαβρωτικού φαντασιακού ατομικισμού, που χαρακτηρίζει τη «νέα εποχή».

Ενός ατομικισμού, που το πρακτικό του αντίκρισμα είναι, ωστόσο, η αποσύνθεση της ατομικότητας, δεδομένου ότι η ατομικότητα καθαυτή είναι και κοινωνικό μέγεθος.

Δ. Οι κίνδυνοι του φατριασμού και οι εξαιρέσεις που διεκδικούν καθεστώς νέας κανονικότητας.

Μετά την παραπάνω παρέκβαση, κατά της αυτονομημένης και γι’ αυτό ανάπηρης σεξουαλικότητας, επανερχόμαστε στην αντιμετώπιση των έμφυλων ταυτοτήτων, ως «ρευστών» και «κατασκευασμένων», κατά τους θεωρητικούς του μεταμοντέρνου φεμινισμού.

Σε αντίθεση μ’ αυτούς, οι ακτιβιστές του φεμινιστικού κινήματος θεωρούν την ύπαρξη σταθερής γυναικείας ταυτότητας, προϋπόθεση της πολιτικής δράσης. Αν δεν υπάρχουν, κατ’ αυτούς, σταθερές ταυτότητες, πώς είναι δυνατόν να οργανωθεί μια ομάδα γυναικών ή ομοφυλόφιλων, έτσι ώστε «να αγωνισθεί για τα δικαιώματά της»;

Ο φεμινισμός και ευρύτερα τα κινήματα των περιθωριακών ομάδων, έφτασαν σε ένα αδιέξοδο, αφού ούτε χωρίς την έννοια της ταυτότητας μπορούν να κάνουν, ούτε να την ρίξουν εντελώς στα «αποδομητικά σκουπίδια».

Απ’ αυτήν την μεταμοντέρνα πόλωση μεταξύ ουσιοκρατίας και νομιναλισμού, πηγάζει συν τοις άλλοις, η ανησυχητική τάση, ιδίως στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, ομάδες και άτομα να χρησιμοποιούν την ιδιότητα του «θύματος», ως λόγο για να δαιμονοποιήσουν και να εκφοβίσουν, ομιλητές οι ιδέες, που αποκλίνουν από τις δικές τους. Και αντίθετα, να εξυψώσουν την δική τους ομάδα σε μία θέση απρόσβλητης ηθικής «ανωτερότητας». Οι συζητήσεις, που διεξάγονται στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, δεν είναι διαφωτιστικές, επειδή ως υπερπολιτικοποιημένες και εριστικές, αποβλέπουν περισσότερο στην κατίσχυση και πολύ λιγότερο στην αλήθεια.

Στα πλαίσια αυτά, ο φατριαστικός φεμινισμός, που αναζητεί συνεχώς θύτες και θύματα, ορίζει τους άνδρες, συλλήβδην, ως ενόχους και φαλλοκράτες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο προβάλλει ως ανεστραμμένος σεξισμός, με αποτέλεσμα να επανέρχονται στο προσκήνιο οι καταπιεστικές ιεραρχήσεις μεταξύ των φύλων. Αυτή τη φορά όμως ως «αποκατάσταση», υποτίθεται, της αξιοπρέπειας των γυναικών ή των δικαιωμάτων των σεξουαλικά αντιφρονούντων.

Αν το ζητούμενο είναι, λοιπόν, η αναγνώριση των άλλων ως ισότιμων ανθρώπινων προσώπων, τότε πρόκειται για ένα τύπο αναγνώρισης, που εξισώνει την υπό συζήτηση υποομάδα του κοινωνικού συνόλου με όλες τις άλλες. Αντίθετα, αν πρέπει να αποδοθεί μια ιδιαίτερη αξία σε μια ομάδα, με την έννοια

να της παραχωρηθεί, για παράδειγμα, μια προβεβλημένη θέση στο δημόσιο χώρο και ένα ειδικό κοινωνικό στάτους, τότε θα έχουμε να κάνουμε με μια φατριαστικού τύπου αναγνώριση. Στην περίπτωση αυτή δεν κατακερματίζεται μόνον το κοινωνικό σύνολο, ούτε απλώς εξάπτονται τα φατριαστικά μίση. Μέσα από τέτοιες διαδικασίες υπάρχει ο κίνδυνος, αυτό που ήταν εξαίρεση του κανόνα, η ομοφυλοφιλία για παράδειγμα, να επιδιώξει να καταστεί ο νέος κανόνας. Και όχι απλώς μια αποδεκτή ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητα.

 

Πηγές:

Αναταραχή φύλου. Ο φεμινισμός και η ανατροπή της ταυτότητας. Της
Butler Judith. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Αθήνα 2009.

Εισαγωγή στην Τζουντιθ Μπάτλερ. Της Sara Salih. Εκδόσεις OPOSITO.Αθήνα Ιούνιος 2018

Fortunes of Feminism. From state managed Capitalism to NeoLiberal crisis. By Nancy Fraser First published by Verso 2013.

Πέρα από το Άτομο του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός 2003

Against Identity Politics. The New Tribalism and the crisis of Democracy. By Francis Fuykuyama. Foreign Affairs. September/October Issue. 2018.

Vulgaz deconstruction. By Mark Bauerlein. First Things December 2016
Signature, Event, Contect. By Jackes Derrida. Culumbia University
Press 1991.

The History of Sexuality. Vol I. By Michel Foucault. Penguin 1990
Σώματα με σημασία. Οριοθετήσεις του «φύλου» στο λόγο. Tης Butler Judith. Εκδόσεις Εκκρεμές. Αθήνα 2008.

Έρωτος φύσις. Του π. Φιλόθεου Φάρου. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα
Δεκέμβριος 1990.

The illusions of post modernism. By Terry Eagleton. Blackwell Publishing. 1993.

 

Στην εικαστική πλαισίωση της σελίδας έργο του, ισπανού, Alfonso Parra Dominguez.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Οικονομικός Εθνικισμός και Φιλελευθερισμός – Μερικές προϋποθέσεις και συνέπειες

Οι συζητήσεις και η εκπόνηση μελετών πάνω στην σχέση οικονομίας και εθνικισμού αφορούσαν μέχρι πρόσφατα μόνον τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Τελευταία όμως οι συζητήσεις και οι διενέξεις για τον οικονομικό εθνικισμό εμπλέκουν και το μέλλον των αναπτυγμένων οικονομιών, ιδιαίτερα μετά την ανάδυση κομμάτων και κινημάτων με εθνικιστική ατζέντα στα ίδια τα παλιά δυτικά κέντρα του Συστήματος.

 Α. Η αποδυνάμωση των ΗΠΑ και ο νεοπροστατευτισμός

Η αιτία για την μετατόπιση της συζήτησης περί οικονομικού εθνικισμού από τις αναπτυσσόμενες στις αναπτυγμένες οικονομίες και ειδικότερα στην οικονομία των ΗΠΑ, έχει να κάνει με την προϊούσα αποδυνάμωση της οικονομίας αυτής της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες.

Είναι μάλιστα εντυπωσιακή η αντιδιαστολή μεταξύ της αποδυνάμωσης της αμερικανικής οικονομίας και της αναμφισβήτητης επιτυχίας της στρατηγικής των ανώτερων τάξεων της Αμερικής. Οι ανώτερες τάξεις των ΗΠΑ αύξησαν και αποκατέστησαν την εξουσία και το εισόδημα τους κατά τις τρεις δεκαετίες της κυριαρχίας της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, συντρίβοντας τη διαπραγματευτική ισχύ της εργατικής τάξης μέσω της αυτοματοποίησης της παραγωγής και της αύξησης των μεταναστευτικών ροών, αφ’ ενός, και μέσω αφ’ ετέρου, της μετακίνησης μέρους της παραγωγής σε μια σειρά χωρών της περιφέρειας του Συστήματος, όπως η Κίνα, με φθηνή και πειθαρχημένη εργατική δύναμη. Επιδιώκοντας αυτούς τους στόχους οι ανώτερες τάξεις αδιαφόρησαν πλήρως αν τα κέρδη των πολυεθνικών τους εταιρειών πραγματοποιούνταν στις ΗΠΑ ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου.

Το αντίτιμο που κλήθηκε να καταβάλλει η εθνική οικονομία της Αμερικής, για να προωθηθούν οι στόχοι των ανωτέρων τάξεων ήταν τεράστιο. Κατ’ αρχήν η οικονομία των ΗΠΑ βρέθηκε να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την ξένη χρηματοδότηση. Ύστερα το κρατικό χρέος και το χρέος των νοικοκυριών έβαινε (και όπως θα δούμε συνεχίζει να βαίνει) συνεχώς αυξανόμενο. Όλα αυτά την στιγμή που οι ρυθμοί ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας υπολείπονταν σαφώς των ρυθμών ανάπτυξής της κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης η επιτάχυνση της δημιουργίας δημοσιονομικών ελλειμμάτων οδήγησε σε εκρηκτική αύξηση του δημόσιου χρέους της Αμερικής, το οποίο επί προεδρίας Ομπάμα διπλασιάσθηκε, φθάνοντας το αστρονομικό ποσό των 20 τρις δολαρίων. Βασικός αγοραστής του αμερικανικού χρέους μετά την κρίση δεν είναι πια οι πλεονασματικές χώρες, όπως η Κίνα, αλλά η ίδια η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ που «τυπώνει» συνεχώς δολάρια και αγοράζει με αυτά ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου.

Είναι προφανές ότι το Σύστημα έχει μεν προς το παρόν διασωθεί χάρη στις παρεμβάσεις της FED, της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (καθώς και άλλων κεντρικών τραπεζών), αλλά κάθε άλλο παρά έχει θεραπευθεί. Οι θεμελιώδεις ανισορροπίες υπερδανεισμού, υπερκατανάλωσης και ελλειμμάτων στις ΗΠΑ και υπεραποταμίευσης και πλεονασμάτων στην Κίνα και αλλού, πρέπει να αντιμετωπισθούν. Αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους. Είτε με πολιτική περικοπών και λιτότητας στις ΗΠΑ, που όμως θα οδηγούσε σε μια άνευ προηγούμενου παγκόσμια ύφεση, είτε μέσω της επαναδιαπραγμάτευσης των εμπορικών και άλλων σχέσεων της Αμερικής με όλους τους άλλους παίκτες της παγκόσμιας οικονομίας και ιδίως με την Κίνα.

Την επαναδιαπραγμάτευση αυτή την καθιστά εξαιρετικά δύσκολη το γεγονός ότι οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες των ΗΠΑ έχουν σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες διεθνοποιήσει τις παραγωγικές τους δραστηριότητες είτε μέσω της εγκατάστασης θυγατρικών τους εταιρειών σε άλλες χώρες είτε αναθέτοντας μέρος της παραγωγής τους σε φαινομενικά ανεξάρτητους παραγωγούς ανά τον κόσμο που στην ουσία είναι υπεργολάβοι των. Υπολογίζεται ότι τα δύο τρίτα των εισαγωγών των ΗΠΑ προέρχονται είτε από τις θυγατρικές των πολυεθνικών τους εταιρειών είτε από τους υπεργολάβους των. Είναι φανερό ότι, στα πλαίσια αυτά, σε περίπτωση ανοικτού εμπορικού πολέμου με την Κίνα (το 66% του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ είναι με την Κίνα), αρκετά από τα εργοστάσια των πολυεθνικών που βρίσκονται σε αμερικάνικο έδαφος, θα έμεναν στο περιθώριο και χωρίς αντικείμενο καθώς η επιβολή  δασμών θα έσπαγε τις διεθνοποιημένες αλυσίδες παραγωγής τους. Με λίγα λόγια τα εργοστάσια αυτά θα αχρηστεύονταν.

Γιατί, λοιπόν, διακινδυνεύει ένα τέτοιο ενδεχόμενο η Αμερική του Τραμπ, όταν μάλιστα η Κίνα έπαψε εδώ και καιρό να χειραγωγεί το νόμισμά της και τελευταία αυξάνει τόσο τους μισθούς όσο και δημόσιες δαπάνες, τονώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την εγχώρια ζήτηση και τις εισαγωγές; Οι δασμοί του Τραμπ είναι ο τρόπος, που ο ίδιος και οι σύμβουλοί του, πιστεύουν ότι πρέπει να ακολουθήσουν για να νικήσουν στον πόλεμο όχι τόσο των εμπορικών ελλειμμάτων, αλλά της τεχνολογικής καινοτομίας. Να σταματήσουν δηλαδή την Κίνα να αναγκάζει τις αμερικάνικες επιχειρήσεις να παραδίδουν την τεχνογνωσία τους, ως κόστος εισόδου στην αχανή κινεζική αγορά, και να απαγορεύσουν επίσης κινέζικες εξαγορές αμερικανικών επιχειρήσεων σε ευαίσθητους τεχνολογικούς τομείς (ρομποτικής, ημιαγωγών, ασύρματων επικοινωνιών 5G κλπ). Πράγματι η Κίνα προωθεί τελευταία την πρωτοβουλία «Made in China 2025». Μια πρωτοβουλία που αποτελεί μεγάλη απειλή για την υπερδύναμη. καθώς στοχεύει στην μετακίνηση της κινεζικής παραγωγής από την παραγωγή προϊόντων φθηνής τιμής και εντάσεως εργασίας, σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας με τεχνολογικά προηγμένες μεθόδους.

Β. Η διένεξη φιλελευθερισμού και οικονομικού εθνικισμού για το διεθνές εμπόριο

Η πρόσφατη επανεμφάνιση και αναγέννηση του οικονομικού εθνικισμού και του προστατευτισμού, που αποτελεί αναπόσπαστη πλευρά του εθνικισμού, έχει αναζωπυρώσει την συζήτηση μεταξύ φιλελεύθερων και εθνικιστών σχετικά με το ελεύθερο εμπόριο. Η διαμάχη μεταξύ προστατευτισμού και ελεύθερου εμπορίου έχει μεγάλο ιστορικό βάθος. Στην διάρκεια των τελευταίων αιώνων η διαμάχη αυτή πήρε διάφορες μορφές: το επιχείρημα υπέρ της προστασίας των «βρεφικών» βιομηχανιών, η σύγκρουση για τα κέρδη και τις ζημιές που προκύπτουν από την παραγωγική εξειδίκευση μεταξύ των διαφόρων χωρών και τέλος το πρόβλημα των «γερασμένων» βιομηχανιών.

Οι φιλελεύθεροι πιστεύουν ότι η ιστορία στηρίζει την ανωτερότητα του ελεύθερου εμπορίου έναντι του προστατευτισμού. Η Μεγάλη Βρετανία, τονίζουν, ξεπέρασε τους ανταγωνιστές της μετά το 1848 ακριβώς επειδή απελευθέρωσε το εξωτερικό της εμπόριο. Η Γαλλία, μια πολύ ισχυρή βιομηχανική χώρα τον 18ο αιώνα, επειδή κατέφυγε σε μια πλειάδα προστατευτικών μέτρων, βρέθηκε με μία βιομηχανία αναποτελεσματική και μη αποδοτική.

Οι εθνικιστές με την σειρά τους, σημειώνουν ότι η Βρετανία έκανε χρήση δύναμης ενάντια στους ανταγωνιστές της και υιοθέτησε το ελεύθερο εμπόριο μόνον όταν η βιομηχανία της ανδρώθηκε πίσω από την ασπίδα του προστατευτισμού. Όσο για την Γερμανία και αυτή προστάτεψε τη νεαρή βιομηχανία της από αυτό που χαρακτηρίσθηκε ως «ιμπεριαλισμός του ελευθέρου εμπορίου». Τα πλεονεκτήματα εκείνου που εκβιομηχανίσθηκε πρώτος από όλους είναι τόσο φανερά, που η εκβιομηχάνιση του οποιοδήποτε επόμενου απαιτεί προστασία της βρεφικής του βιομηχανίας.

Οι φιλελεύθεροι δέχονται τον προστατευτισμό το πολύ – πολύ ως προσωρινό μέσο και πιστεύουν ότι οι εγχώριοι παραγωγοί δεν πρέπει και συνεχίσουν να τυγχάνουν προστασίας πέραν μιας «δίκαιης δοκιμασίας» και υποστήριξης της ικανότητας τους να γίνουν ανταγωνιστικοί. Οι στόχοι των οικονομικών εθνικιστών, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, δεν είναι η ανάπτυξη του ελεύθερου εμπορίου και η πτώση των τιμών καθώς και η συσσώρευση πλούτου που συνοδεύει την απελευθέρωση των εμπορικών συναλλαγών, αλλά η ανάπτυξη εθνικής βιομηχανικής βάσης και ισχύος.

Οι φιλελεύθεροι στο επιχείρημα των οικονομικών εθνικιστών περί προστασίας της εγχώριας παραγωγής, αντιτάσσουν ότι κάθε εθνική οικονομία έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή ενός ή περισσότερων προϊόντων και κατά συνέπεια δεν πρέπει να φοβάται το διεθνή ανταγωνισμό. Για τους εθνικιστές το επιχείρημα για την προστασία της βρεφικής βιομηχανίας είναι πανίσχυρο σε ένα κόσμο όπου μια χώρα άπαξ και επέτυχε να γίνει αποτελεσματικός εξαγωγέας σε μια βιομηχανία, μπορεί να διατηρήσει αυτή την θέση της για μεγάλο χρονικό διάστημα, απλά και μόνον λόγω των οικονομιών κλίμακας που σταθεροποιούνται από ένα σημείο και πέρα.

Το επόμενο πεδίο στο οποίο διασταυρώνουν τα ξίφη τους οι φιλελεύθεροι και οι εθνικιστές αφορά τα οφέλη και τα κόστη της παραγωγικής εξειδίκευσης. Από την εποχή του Άνταμ Σμιθ και μετέπειτα οι φιλελεύθεροι πιστεύουν ότι η εξειδίκευση και μια επεκτεινόμενη αγορά, οδηγεί σε μεγαλύτερη παραγωγική αποτελεσματικότητα και έτσι σε ταχύτερο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης. Οι οικονομικοί εθνικιστές επισημαίνουν τα κόστη της αλληλεξάρτησης που συνοδεύει την εξειδίκευση, όπως την απώλεια εθνικής κυριαρχίας και μια αυξημένη ευαλωτότητα της εθνικής ευημερίας στις αρνητικές επιδράσεις των διακυμάνσεων της παγκόσμιας αγοράς. Κεφαλαιώδης στόχος της βιομηχανικής πολιτικής για του εθνικιστές είναι η διασφάλιση ότι το έθνος δεν θα βάλει όλα τα αυγά του σε ένα καλάθι, εξειδικευόμενο στην παραγωγή ενός ή έστω λίγων μόνο προϊόντων.

Η τρίτη διένεξη μεταξύ φιλελεύθερων και εθνικιστών αφορά τις γερασμένες και παρακμάζουσες βιομηχανίες. Καθώς ορισμένες πρόσφατα εκβιομηχανισμένες χώρες και αναδυόμενες οικονομίες, προφταίνουν κάποια στιγμή τις παλιές βιομηχανικές χώρες, απολαμβάνουν αρκετών πλεονεκτημάτων, όπως οι χαμηλότεροι μισθοί, η υιοθέτηση των πιο προωθημένων και μοντέρνων τεχνολογιών και άλλα πλεονεκτήματα. Η βιομηχανία στις παλιές βιομηχανικές χώρες έχει ανάγκη προστασίας ενάντια στην επιθετική και «άδικη» τακτική των πρόσφατα εκβιομηχανισθέντων κρατών. Ενώ οι φιλελεύθεροι απορρίπτουν την προστασία αναποτελεσματικών παρακμαζουσών βιομηχανιών, ως σπάταλη διάθεση σπάνιων πόρων σε ξεπερασμένες από τα πράγματα επιχειρήσεις, οι εθνικιστές υπερασπίζονται τις παρακμάζουσες βιομηχανίες, ιδίως όταν πρόκειται για αμυντικές βιομηχανίες ή βιομηχανίες που απασχολούν πολυάριθμο προσωπικό. Ειδικά σε ότι αφορά τις ΗΠΑ και την αυτοκινητοβιομηχανία τους, οι εθνικιστές πιστεύουν ότι πρέπει να της δοθεί χρόνος να προσαρμοσθεί στο διεθνή ανταγωνισμό.

Γ. Ο ανθρωπολογικός μινιμαλισμός του φιλελευθερισμού και ο οικονομισμός

Επιστρέφοντας, μετά την σύντομη αυτή ιστορική αναδρομή, στο διαζύγιο των ανώτερων τάξεων των ΗΠΑ από την εθνική τους οικονομία τις τελευταίες δεκαετίες, θα πρέπει να τονισθεί ότι στόχος ήταν μεταξύ των άλλων, στα πλαίσια αυτά του διαζυγίου και της αποσύνδεσης, να αποφύγουν οι αμερικανικές επιχειρήσεις τους υψηλούς μισθούς που κατέβαλλαν στους εργάτες των, να παραιτηθούν από τις συσσωρευμένες υποχρεώσεις απέναντί τους. Γιατί, ισχυρίζονται πολλοί, μια πολυεθνική επιχείρηση να θέλει να καταβάλλει το κόστος βελτίωσης των δεξιοτήτων και των ταλέντων των αμερικάνων εργαζομένων, όταν μπορεί να βρει πιο πλούσιο ταλέντο και σε φθηνότερη τιμή στο Βιετνάμ για παράδειγμα;

Οι επικρατούσες θεωρίες για την αγορά ταλέντων συνδυασμένες με την φιλελεύθερη θεωρία του διεθνούς εμπορίου, εξηγούν γιατί οι ανώτερες τάξεις των ΗΠΑ έγιναν ολοένα και περισσότερο αδιάφορες για την ποιότητα της σχολικής εκπαίδευσης του μέσου αμερικανού μαθητή. Είχαν ολοένα και λιγότερη ανάγκη αυτών των ανθρώπων και ολοένα και λιγότερα κίνητρα να επενδύσουν στην εκπαίδευσή τους. Ποιος έχει ανάγκη να αναπτύξει το εγχώριο ταλέντο όταν μπορεί να το βρει σε αφθονία στην παγκόσμια αγορά; Δεν είναι μεγάλη η απόσταση, που χωρίζει την διαπίστωση αυτή, από την καθαρά ιδεολογική θέση ότι έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα με την παγκόσμια αγορά δεξιοτήτων και ταλέντων, για να διασφαλισθούν υποτίθεται μεγαλύτεροι ρυθμοί ανάπτυξης του πλανήτη στο σύνολο του.

Στο βάθος της παραπάνω προσέγγισης βρίσκεται η απουσία πατριωτισμού στις ανώτερες τάξεις των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες (σε αντίθεση με τις πρώτες μεταπολεμικές, που έστω και προσχηματικά, ο πατριωτισμός ήταν παρών) καθώς και η βασική ανθρωπολογική υπόθεση εργασίας των νεοκλασικών οικονομικών, ότι η κοινωνία αποτελείται από αυτόνομα άτομα, που επιδιώκουν πάση δυνάμει την μεγιστοποίηση του οφέλους των. Οι υπόλοιπες προτιμήσεις, επιδιώξεις και σχέσεις αυτών των ατόμων με την οικογένεια τους, για παράδειγμα, ή με την θρησκεία τους και το έθνος τους, είναι στην ουσία αυθαίρετα «γούστα». Το να αναφερόμαστε στο δημόσιο διάλογο σε αρχές και αξίες πέραν των μινιμαλιστικών υποθέσεων του φιλελευθερισμού για την ανθρώπινη φύση, είναι σαν να προσβάλουμε ή να δαιμονοποιούμε τους πολίτες που συμμερίζονται αυτές τις περιοριστικές υποθέσεις ή τρέφουν διαφορετικές από τις δικές μας πεποιθήσεις και ασπάζονται άλλα δόγματα.

Αυτό σημαίνει ότι οι βασικές αρχές των νεοκλασικών οικονομικών θα πρέπει να αναδειχθούν σε δημόσια νόρμα και κώδικα συμπεριφοράς. Υπάρχουν τελικά μόνο ορθολογικοί «μεγιστοποιητές» και ορθολογικοί ωφελιμιστές, ο ανθρωπολογικός δηλαδή τύπος του homo economicus, του οικονομικού ανθρώπου, και οτιδήποτε υπερβαίνει ή προσπαθεί να υπερβεί αυτόν τον τύπο ανθρώπου παραβιάζει τον δημόσιο ορθό λόγο. Γι’ αυτό και στα πλαίσια της αφελούς αυτής και ακρωτηριαστικής ανθρωπολογίας και του οικονομισμού  που την διέπει, τα οικονομικά είναι ο βασιλιάς των κοινωνικών επιστημών και η οικονομία αναγορεύεται σε κλειδί που ερμηνεύει τα πάντα.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ο καπιταλισμός συνέθλιψε κάθε μορφή πολιτικού και πολιτισμικού ελέγχου πάνω στην οικονομία και την κατέστησε σχεδόν πλήρως αυτόνομη από τις λοιπές κοινωνικές σχέσεις. Είναι αλήθεια, επίσης, ότι η λειτουργία του συστήματος προϋποθέτει την παρουσία ενός εργαλειακού τύπου ορθολογικότητας. Η ορθολογικότητα όμως αυτή κάθε άλλο παρά απαντάται στην ίδια τουλάχιστον δοσολογία σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης και επίσης κάθε άλλο παρά παρατηρείται σε όλη την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Η εργαλειακή ορθολογικότητα είναι προϊόν της νεωτερικής εποχής και συγκεκριμένων κοινωνικών συμφραζόμενων. Αν η ορθολογικότητα ήταν παντού και πάντοτε η ίδια δεν θα μπορούσαν να εξηγηθούν οι διαφορές μεταξύ των κοινωνιών και των πολιτισμών, όσο και αν οι εξελικτικοί ψυχολόγοι επιμένουν, ότι ένας και μόνο τύπος ορθολογικότητας έχει χαραχθεί στον ανθρώπινο εγκέφαλο μέσω της εξέλιξης των ειδών και ότι κατά συνέπεια οι πολιτισμικές διαφορές είναι επιφανειακές και ασήμαντες.

Η κυρίαρχη φιλελεύθερη άποψη θεωρεί, εν κατακλείδι, ότι η κυβέρνηση πρέπει να είναι ουδέτερη απέναντι στις αντίπαλες προσεγγίσεις αυτού που οι αρχαίοι οριοθετούσαν ως αγαθό βίο. Στην πραγματικότητα ο φιλελευθερισμός προωθεί ένα είδος θεσμικής τάξης, που είναι εχθρικό και απαγορευτικό στην οικοδόμηση και διατήρηση κοινοτικών σχέσεων που δεν περιορίζουν τον άνθρωπο στο ζην, αλλά στοχεύουν και στο ευ ζην.

Πηγές

  • Γιατί οι ΗΠΑ ξεκινούν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο; Του Αναστάσιου Λαυρέντζου Infognomon 12/3/18.
  • Η αιτία της σύγκρουσης των ΗΠΑ με την Κίνα. Από Analyst team. Analyst gr 15/4/18.
  • US trade deficits, Trump trade policies, and capitalist globalization. By Martin Hart – Landsberg. Monthly Review. March 24, 2018.
  • Trump’s protectionism. By Prabhat Patnaik. Monthly Review. April 06 2018.
  • Economics as Ideology, By Richard Spady. First things April 2018.
  • Η κρίση του νεοφιλελευθερισμού. Των Gerard Dumenil και Dominique Levy. Εκδόσεις Angelus Novus. 2017 Αθήνα.
  • Οικονομία και Πολιτισμός. Των Richard R. Wilk και Lisa C. Cliggett. Εκδόσεις Κριτική ΑΕ. 2010. Αθήνα.
  • Οικονομικές θεωρίες και Κρίσεις. Ο ιστορικός κύκλος ορθολογισμού και απερισκεψίας. Του Νίκου Χριστοδουλάκη. Εκδόσεις Κριτική Α.Ε 2012 Αθήνα.
  • The political economy of International relations. By Robert Gilpin Published by Princeton University Press. New Jersey 1987.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει την ανάρτηση είναι έργο του, αμερικανού, Thomas Hart Benton.

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Χριστιανισμός και αναρχισμός. Μια τεταμένη σχέση;

Α. Η αποεκκοσμίκευση, η υπερφαλάγγιση του μαρξισμού 
από τον Αναρχισμό και ένα υβρίδιο
Ήδη από το τέλος του 20ου αιώνα παρατηρείται μια δραστική αλλαγή στο παγκόσμιο σκηνικό των θρησκειών. Οι θρησκείες, που στα πλαίσια της εκκοσμίκευσης, μιας γενικής τάσης περιορισμού της κοινωνικής επιρροής τους, είχαν καταστεί ιδιωτική υπόθεση, αναδεικνύονται σε μια ολοένα και περισσότερο ορατή πλευρά της δημόσιας ζωής. Η τάση αυτή, η λεγόμενη αποεκκοσμίσκευση, μέσω της οποίας η θρησκεία επανεπιβεβαιώνει την ακτινοβολία της στην κοινωνία, επιστρέφοντας στη δημόσια σφαίρα, γίνεται αισθητή κατ’ αρχάς με την αναγέννηση του ισλαμισμού σ’ όλο τον κόσμο, την διάδοση  των πεντηκοστιανών και ευαγγελικών εκκλησιών στην Αφρική και αλλού και την αναβίωση της Ορθοδοξίας στη Ρωσία, όπως και του κομφουκιανισμού στην Κίνα. Στην ίδια τη Δύση τώρα και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, με την αυξανόμενη παρουσία μουσουλμάνων μεταναστών, αναπτύσσεται υπογείως και λανθανόντως, μια κάποια μειοψηφική αναγέννηση του Χριστιανισμού. Αυτό που κυριαρχεί πάντως στην σκηνή των δυτικών χωρών, είναι η ενίσχυση των άκρων του πολιτικού φάσματος, της Ακροδεξιάς, κυρίως και δευτερευόντως, και του Αναρχισμού, ο οποίος τις τελευταίες δεκαετίες υπερφαλαγγίζει τον Μαρξισμό στα πλαίσια των κοινωνικών κινημάτων.
Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι δύο κρατικιστικές εκδοχές του σοσιαλισμού, που προώθησαν την κοινωνική αλλαγή με μοχλό το κράτος, η σοσιαλδημοκρατία και ο μαρξισμός – λενινισμός, κατόρθωσαν, μεταξύ των άλλων, να περιθωριοποιήσουν σχεδόν πλήρως τον ισχυρό μέχρι τότε ανταγωνιστή τους, τον Αναρχισμό. Σήμερα που η εποχή του κρατικιστικού οπτιμισμού έχει παρέλθει, η αριστερά στην Ευρώπη και στην Αμερική, αναγεννημένη σ’ ένα βαθμό από την τρέχουσα κρίση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, ψάχνει να βρει στον Αναρχισμό εναλλακτική διέξοδο, πιο ταιριαστή με την ατομικιστική και μεταμοντέρνα εποχή που διανύουμε. Αν οι λόγοι της διείσδυσης των αναρχικών ιδεών στα κοινωνικά, καθώς και στα πολιτικά κινήματα, είναι προφανείς, τα αίτια της αποεκκοσμίκευσης, της  «επιστροφής του Θεού», είναι λιγότερο φανερά. Σχετίζονται με την παρακμή της Νεωτερικότητας, όχι μόνο με την έννοια της αποδυνάμωσης, έως εκλείψεως, της κύριας οραματικής διεξόδου της, της μαρξιστικής αριστεράς, αλλά κυρίως με την μορφή της ανάπτυξης καταστροφικών και μηδενιστικών τάσεων χωρίς όρια, που οδηγούν στην αποσύνθεση των ατομικών και των συλλογικών υποκειμένων (Εθνών – Κρατών). Η αναβίωση των θρησκειών υψώνεται ως ανάχωμα στη μηδενιστική αυτή διάβρωση.
Σε σύμπλευση με την αποεκκοσμίκευση και την άνδρωση του Αναρχισμού, κάνει την εμφάνισή του και ένα υβρίδιο μεταξύ τους, ο θρησκευόμενος αναρχισμός. Ιστορικά ο Αναρχισμός και οι θρησκείες είχαν μια τεταμένη και δύσκολη σχέση. Πολλοί αναρχικοί τόνιζαν και τονίζουν, ότι οι θρησκείες είναι θεμελιωδώς ασύμβατες με το κράτος, ενώ πολλοί πιστοί είναι τουλάχιστον επιφυλακτικοί απέναντι στους αναρχικούς, με δεδομένο τον αντικληρικαλισμό τους και τον αθεϊσμό πολλών απ’ αυτούς. Οι θρησκευόμενοι αναρχικοί ισχυρίζονται, ότι η πίστη τους καλεί σε μια οικονομία αλληλοβοήθειας, κατατείνει σε μια απόρριψη των καταπιεστικών εξουσιών και γενικά ενσωματώνει την αναζήτηση για μία πιο δίκαιη κοινωνία, όχι παρά την αποδοχή του Θεού, αλλά παραδόξως εξαιτίας της. Επισημαίνουν με έμφαση, ιδιαίτερα οι χριστιανοί αναρχικοί, όπως ο Ζακ Ελλύλ, ότι δεν είναι αλήθεια, πως αν υπάρχει ο Θεός, δεν μπορεί να υπάρξει ανθρώπινη ελευθερία.
Β. Ο μοντέρνος και ο μεταμοντέρνος αναρχισμός 
και οι προϋποθέσεις της ελευθερίας
Πριν εξετασθεί η σχέση Χριστιανισμού και Αναρχισμού, θα γίνει μια σύντομη αναφορά στις δύο κύριες τάσεις του αναρχισμού του 21ου αιώνα. Η πρώτη τάση, που είναι ο λεγόμενος μοντέρνος αναρχισμός, ταυτίζεται με την παραδοσιακή πολιτική κουλτούρα του αποκρυσταλλωμένου πριν τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο αναρχικού κινήματος. Οι αναρχικοί αυτού του είδους έχουν τις γνωστού τύπου συλλογικές δομές. Οι αποφάσεις στα πλαίσια αυτών των συλλογικοτήτων λαμβάνονται με ψηφοφορία και υιοθετούνται οι απόψεις της πλειοψηφίας. Οι μοντέρνοι αναρχικοί επιδιώκουν την δημιουργία οργανώσεων κυρίως στους χώρους δουλειάς, προωθούν αντιπολεμικές δράσεις και δημοσιοποιούν τις ιδέες τους. Η άλλη τάση, η μεταμοντέρνα, δεν νοιάζεται και πολύ για τις αναρχικές παραδόσεις, συγκροτεί άτυπες και χαλαρές οργανώσεις, στις οποίες οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά το δυνατόν, με καθολική συναίνεση. Η τάση αυτή εστιάζει στην οικολογία, στις «ταυτοτικές» πολιτικές (μετανάστες, LGBT κλπ) και στην απωανατολική πνευματικότητα.
Οι μοντέρνοι αναρχικοί αυτοκατανοούνται ως επαναστάτες. Κατ’ αυτούς ένα πολυάνθρωπο κίνημα των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων πολιτών, πρέπει να καταστρέψει το κράτος και να διαλύσει την καπιταλιστική οικονομία. Οι καταπιεστικοί και εκμεταλλευτικοί θεσμοί πρέπει να αντικατασταθούν με νέες μορφές λαϊκής αυτοοργάνωσης και αυτοδιεύθυνσης. Η μεταμοντέρνα τάση σκέφτεται την επανάσταση λιγότερο σαν μελλοντικό γεγονός και περισσότερο σαν διαδικασία τρέχουσα και ήδη παρούσα στο εδώ και στο τώρα. Οι μεταμοντέρνοι αναρχικοί, αντί να θέλουν να αλλάξουν την κοινωνία στο σύνολό της, πράγμα που μπορεί να είναι ή να μην είναι εφικτό, προωθούν την «αναρχία» ως «εναλλακτική» κουλτούρα, η οποία μπορεί να εμπεριέχει μεγάλα γεγονότα, αλλά και εφήμερες στιγμές αντικομφορμισμού και ανέμελου εξισωτισμού.
Κοινά σημεία και των δύο τάσεων είναι οι λεγόμενες «προεικονιστικές πολιτικές» και η υιοθέτηση μιας άποψης για την ελευθερία καταγόμενης από τον Διαφωτισμό: την ιδέα ότι ελευθερία είναι η απουσία καταναγκασμού, απουσία θεσμικών εμποδίων (ιεραρχικών και εκμεταλλευτικών θεσμών). Σε ότι αφορά τις προεικονιστικές πολιτικές και οι δύο «σχολές» συμφωνούν για την σημασία της οικοδόμησης μη ιεραρχικών θεσμών στο εδώ και τώρα. Η ελευθερία μπορεί να προκύψει μόνον από την ελευθερία. Οι προεικονιστικές πολιτικές των αναρχικών απορρίπτουν τον «γιακωβινισμό» της μαρξιστικής αριστεράς και την προσπάθεια της διαμόρφωσης μιας πρωτοπορίας στα πλαίσια των επαναστατικών κινημάτων. Στόχος και των δύο τάσεων του Αναρχισμού είναι να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν συλλογικές δομές, που προεικονίζουν και ενσαρκώνουν σ’ ένα βαθμό την επιθυμητή κοινωνία. Για τους μεταμοντέρνους όμως αναρχικούς, αυτό που προέχει είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις, στο πλαίσιο άτυπων και χαλαρών δικτύων, ασχέτως αν αυτά τα δίκτυα είναι αποτελεσματικά για τους μελλοντικούς επαναστατικούς στόχους.
Σε ό,τι αφορά τώρα την υιοθέτηση, και από τις δύο τάσεις, της λεγόμενης «αρνητικής» ελευθερίας (της ελευθερίας ως απουσίας δομών καταναγκασμού), οι αναρχικοί και των δύο τάσεων πιστεύουν στην αυθόρμητη εναρμόνιση των ανθρωπίνων συμφερόντων και στην αυτόματη ανάδυση της κοινωνικής ευταξίας, αρκεί και μόνον να αρθούν τα θεσμικά εμπόδια. Πιστεύουν επίσης, ότι υπό συνθήκες «τέλειας ελευθερίας», θα αναδύονταν μια φυσική και ακατάσχετη τάση προς την ισότητα. Οι αυτοματισμοί αυτοί, πέραν του ότι θυμίζουν κατά κάποιο τρόπο την «αυτορρύθμιση της αγοράς», μέσω «του αόρατου χεριού» του Άνταμ Σμιθ, αγνοούν κυρίως τα διδάγματα της ίδιας της ιστορίας του Αναρχισμού. Ο μακροβιότερος αναρχισμός στην σύγχρονη εποχή ήταν ο ισπανικός αναρχισμός. Και αυτό γιατί δεν αποτελούσε απλά και μόνον ένα πολιτικό πρόγραμμα. Ήταν πρωτίστως ένας κοινωνικός τρόπος ζωής, που διατηρούσε, ιδιαίτερα στα ορεινά χωριά της Καταλωνίας, μια ζωτική συνέχεια με προνεωτερικές αξίες. Οι Καταλανοί ορεσίβιοι αναρχικοί ήταν εξαιρετικά ασκητικοί και μαχητικοί. Αποκήρυτταν το κάπνισμα και το ποτό, απέφευγαν την πορνεία και τις αιματηρές ταυρομαχίες και απέκλειαν από τον λόγο τους τις αισχρολογίες. Ήξεραν και έμπρακτα υποστήριζαν, ότι θέλει «αρετήν και τόλμην» η ελευθερία. Ο ισπανικός αναρχισμός ενσωμάτωνε στην πρακτική του την θεώρηση, ότι η ελευθερία δεν προϋποθέτει μόνον την απελευθέρωση από τον εξωτερικό καταναγκασμό, αλλά και από την τυραννία της αχαλίνωτης επιθυμίας. Αυτή η παλαιότερη μορφή ελευθερίας δεν απαιτεί απλώς να μπορούν οι άνθρωποι να επιλέγουν ελεύθερα, αλλά και να μην είναι έρμαια των παθών τους, ώστε να βρίσκονται σε διαρκή πνευματική διαύγεια και αγωνιστική ετοιμότητα. Η απελευθέρωση από τα θεσμικά εμπόδια δεν προετοιμάζει από μόνη της τον άνθρωπο για την ενάσκηση της ελευθερίας.
Σε αντίθεση με τις προνεωτερικές καταβολές (πιθανόν σχετιζόμενες με παραδόσεις χριστιανικού γνωστικισμού) του ισπανικού αναρχισμού, ο οποίος υπήρξε η πιο προωθημένη μορφή του μοντέρνου αναρχισμού, η αφετηρία του μεταμοντέρνου αναρχισμού και ιδιαίτερα μιας «φανταχτερής» εκδοχής του (που γνωρίζει σημαντική διάδοση στις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία), του λάιφ-στάιλ αναρχισμού, είναι ανοιχτά φιλελεύθερη και ατομικιστική. Είναι αλήθεια ότι ο Μπακούνιν, που διακρινόταν για τον επαναστατικό του ασκητισμό, τόνιζε ταυτόχρονα, ότι «ο σοσιαλιστής υπερασπίζεται το δικαίωμα σε όλες τις απολαύσεις της ζωής, τόσο τις πνευματικές και ηθικές, όσο και τις φυσικές». Αυτή η «κατάφαση στην απόλαυση» δεν έχει όμως καμία σχέση με την «απελευθέρωση των ενστίκτων», των οργισμένων γόνων της μεσαίας τάξης, που συγκροτούν την υποκουλτούρα του λάιφ-στάιλ αναρχισμού. Εν ονόματι μιας κίβδηλης αυθεντικότητας, δηλαδή της ικανότητας του ατόμου να ζει σύμφωνα με τις πιο μύχιες παρορμήσεις του, οι οποίες είναι υποτίθεται «έμφυτες» και «αμόλυντες» από τον πολιτισμό και τη χειραγώγηση από την εμπορική διαφήμιση, η «οπλισμένη» επιθυμία αυτών των νέων πιθηκίζει, σε τελευταία ανάλυση, τον επιθετικό ναρκισσισμό και τη μηδενιστική ελευθερία των γιάπηδων και των golden boys του μεταμοντέρνου καπιταλισμού. Αν ο Αναρχισμός υπερφαλάγγισε τον Μαρξισμό, σήμερα ο ίδιος ο Αναρχισμός μοιάζει να υπεραφαλαγγίζεται από το κήρυγμα αυτού του είδους της μηδενιστικής ελευθερίας.
Γ. Ο Χριστιανισμός, ο Αναρχισμός 
και η προεικόνιση των «τελικών στόχων» τους
Για όποιον, όπως οι χριστιανοί αναρχικοί, ψάχνει για ομοιότητες μεταξύ Χριστιανισμού και Αναρχισμού, ο πρώτος σκόπελος που συναντά είναι η κρατούσα άποψη για τον Αναρχισμό: Ο Αναρχισμός καταλήγει στην αταξία, στην απουσία τάξης, παρά στην απουσία κυβέρνησης και είναι συνώνυμος με το χάος και την βία. Υπάρχουν βέβαια μορφές εξεγερσιακού αναρχισμού, ενός παρακλαδιού του μοντέρνου αναρχισμού, που ταιριάζουν μ’ αυτό το ευρέως διαδεδομένο στερεότυπο. Αντίθετα όμως με την περιγραφή αυτήν, για τους περισσότερους αναρχικούς η χρήση βίας υπόκειται σε περιορισμούς. Η υιοθέτηση πάντως ενός ανοιχτού πασιφισμού, είναι μια εντελώς μειοψηφική τάση στους κόλπους του αναρχικού κινήματος.
Ακόμη και αν παραμερισθεί αυτή η δημοφιλής εικόνα του Αναρχισμού, θα ανακύψουν νέα προβλήματα, για όσους θα ήθελαν να εντοπίσουν ομοιότητες μεταξύ Χριστιανισμού και Αναρχισμού. Ένα από αυτά τα προβλήματα είναι, κατ’ αρχήν, ότι ο Αναρχισμός ταυτίζεται υπερβολικά με μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, και είναι παρακινδυνευμένο να επεκτείνεται η χρήση του όρου για να περιγράψει στάσεις ζωής και πρακτικές, καθώς και τύπους συλλογικής ζωής, άλλων πολύ διαφορετικών ιστορικών περιόδων. Η φύση του Αναρχισμού καθορίζεται από χαρακτηριστικά που σημάδεψαν την απαρχή του τον 19ο αιώνα, από την αναρχοσυνδικαλιστική του φάση στην συνέχεια, όπου παρουσιάσθηκε ιδιαίτερα ισχυρός στην Ν. Ευρώπη (και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην περιοχή της Πάτρας), καθώς και στην Λατινική Αμερική, ή την μικρή περίοδο της εξέχουσας θέση του στην Ουκρανία των Μαχνοβιστών και στην δημοκρατική Ισπανία της δεκαετίας του 1930, την επανεμφάνισή του στα γεγονότα του Μάη του ‘68 και τέλος στην πρόσφατη αναγέννησή του στα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και της φημολογούμενης συμμετοχής αναρχικών εθελοντών στο πόλεμο των Κούρδων κατά του ισλαμικού κράτους, στην Ροζάβα της Βόρειας Συρίας. Παρά την προσκόλληση του Αναρχισμού στην «αρνητική» μορφή της ελευθερίας, όπως είδαμε, το πρόβλημα του αναχρονισμού μπορεί να ξεπερασθεί, εν μέρει και με δυσκολία, αν τονισθεί ότι οι θεμελιωτές του αναρχισμού, όπως ο Προυντόν, δεν θεώρησαν, ότι ανακάλυψαν κάτι το εντελώς καινούριο. Κατ’ αυτούς οι βασικές αρχές του Αναρχισμού, η αυτοοργάνωση, η εθελουσία συνένωση και η αλληλοβοήθεια, υφίστανται από τις απαρχές της Ιστορίας. Το μόνο που άλλαξε τον 19ο αιώνα, είναι ότι εφευρέθηκε ένας νέος όρος, ο «Αναρχισμός», για να νοηματοδοτήσει μ’ αυτές τις αρχές την απαίτηση κατεδάφισης του αστικού κράτους ειδικά και κάθε κράτους γενικά.
Ειδικά τώρα, σε ότι αφορά την Ελλαδική Εκκλησία, ανακύπτει ένα νέο πρόβλημα, για όσους θα ήθελαν να εντοπίσουν ομοιότητες μεταξύ Αναρχισμού και Ορθοδοξίας. Γίνεται λόγος για την δημιουργία, μετά την ανακήρυξη της αυτοκεφαλίας της Ελλαδικής Εκκλησίας το 1833, επί Όθωνα, ενός καινοφανούς για τους Έλληνες τύπου Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενός τύπου Εκκλησίας ελεγχόμενης πλήρως σχεδόν από το κράτος, κατά τα πρότυπα της τσαρικής Ρωσίας. Στόχος ήταν να αποδυναμωθεί το εκκλησιαστικό γεγονός, ως τύπος και εικόνα της Βασιλείας του Θεού και να μετατραπεί η Εκκλησία σε ιδεολογικό  μοχλό του κράτους. Έχουν διατυπωθεί μάλιστα στο δημόσιο διάλογο διάφορες προτάσεις, για το χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, για την απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος, καθώς υφίσταται ήδη μια ελληνική επικράτεια, στην οποία υπάρχει πλήρης χωρισμός Εκκλησίας – Κράτους, χωρίς όμως να προκύπτει  και χωρισμός Εκκλησίας – Κοινωνίας. Αυτή η επικράτεια είναι η Κύπρος, όπου δεν υφίσταται διαπλοκή των αρμοδιοτήτων Εκκλησίας και Κράτους, ενώ ταυτόχρονα οι σχέσεις Εκκλησίας – Κοινωνίας είναι εξίσου στενές, αν όχι και στενότερες με τα ισχύοντα στις σχέσεις Εκκλησίας και Κοινωνίας στην Ελλαδική περίπτωση. Η απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος, θα αφόπλιζε εκείνους που όπως οι αναρχικοί, διατυπώνουν το αίτημα του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους. Εκφράζοντας όμως περισσότερο την επιθυμία χωρισμού της Εκκλησίας από την Κοινωνία και πλήρους περιθωριοποίησης της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Είναι δύσκολο λοιπόν να παραμερισθούν, στην έρευνα για τον εντοπισμό ομοιοτήτων μεταξύ Αναρχισμού και Χριστιανισμού, τα στερεότυπα για το χάος και την βία που αποδίδονται στον Αναρχισμό, ο αναχρονισμός σύνθετων όρων, όπως «χριστιανικός αναρχισμός» και «βαβυλώνια αιχμαλωσία» της ελλαδικής Εκκλησίας από το Κράτος. Αντίθετα όμως, ο Αναρχισμός από τη μια μεριά και ο Χριστιανισμός από την άλλη και ειδικά η Ορθοδοξία πριν την κρατικοποίησή της (και αποσπασματικά μετά από αυτήν), φαίνεται να μοιάζουν σε ένα σημείο και μόνο: κατά το ότι προεικονίζουν «τον τελικό τους στόχο», αν και διαφέρουν ριζικά ως προς «προεικονιζόμενο».
Πράγματι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στα Ευαγγέλια είναι η «Βασιλεία των Ουρανών». Ένα Βασίλειο, οποιουδήποτε είδους, δεν μπορεί βέβαια να ακουσθεί σαν μία αναρχική πραγματικότητα, έστω και αν ο όρος κατά τον πρώτο αιώνα μετά Χριστόν, δεν χρησιμοποιείτο μόνον για να δηλώσει τη Μοναρχία ως Πολίτευμα, αλλά όριζε και μια συγκεκριμένη επικράτεια. Όταν ο Χριστός χρησιμοποιούσε αυτόν τον όρο, εννοούσε άραγε μία μελλοντική έλευση της «Βασιλείας» ή ότι αυτή ήταν ήδη παρούσα ή και τα δύο; Και το σημαντικότερο: ποιος είναι ο χαρακτήρας, το προσωπικό και το κοινωνικό περιεχόμενο της «Βασιλείας του Θεού», ποιον τύπο κοινωνικότητας εισάγει η αναφορά στη «Βασιλεία των Ουρανών»;
«Η δική μου βασιλεία δεν προέρχεται από αυτόν τον κόσμο». Υπάρχει το στερεότυπο, ότι με αυτήν την φράση, ο Ιησούς εμφανίζεται ως ο Κύριος «μέσα στις καρδιές μας». Ή ότι το νόημα της φράσης, ότι «ο Χριστός είναι Βασιλέας», είναι πως η έσχατη αφοσίωσή μας πρέπει να είναι προς τον Θεό. Όμως, σύμφωνα με τα Ευαγγέλια, ο Χριστός είναι «ο κληρονόμος του θρόνου του Δαβίδ», είναι αναντίρρητα όχι μόνον «Βασιλιάς του Ισραήλ», αλλά και όλης της Κτίσεως. Το Βασίλειο του Ιησού είναι πάντως, από κάθε άποψη, ένα άκρως ασυνήθιστο Βασίλειο. Ο Χριστός είναι εκείνος, που έπλυνε τα πόδια των μαθητών του και σταυρώθηκε όχι μόνο για τους φίλους του, αλλά και για τους εχθρούς του, «για όλο τον κόσμο».
Ο Σταυρός αποκαλύπτει, ότι υπάρχει εναλλακτική οδός απέναντι στη βίαιη επανάσταση (των Ζηλωτών) από την μία μεριά και στην παθητική απόσυρση από την κοινωνία (των Εσσαίων), από την άλλη. Ο Χριστός αρνήθηκε να κάνει χρήση μεσσιανικής βίας, να καταφύγει σε ιερό πόλεμο. Ο Σταυρός δεν είναι, απ’ αυτήν την άποψη, το μέσον για την εδραίωση της «Βασιλείας του Θεού», είναι η ίδια η «Βασιλεία». Ο Χριστός δεν είναι ένας μοραλιστής, που η διδασκαλία του έχει και κάποιες πολιτικές προεκτάσεις. Είναι, αντίθετα, ο φορέας μιας δυνατότητας νέων κοινωνικών σχέσεων, που δεν απαιτούν θεσπισμένο καταναγκασμό για να λειτουργήσουν. Σχέσεων που στηρίζονται στην ελεύθερη συναίνεση («όστις θέλει» ακολουθεί).
Πρώτο και καθοριστικό βήμα, προς τον νέο τύπο κοινωνικότητας, που προεικονίζει η Εκκλησία, αποτελεί η υπερνίκηση της αναρχίας των αλληλοσυγκρουόμενων επιθυμιών, μέσω της εθελοντικής εγκατάστασης στην ψυχή ενός μηχανισμού αυτορρύθμισης των παθών, ώστε να πάψει η εσωτερική ψυχική αναρχία, η οποία γεννά την εξωτερική δουλεία. Τα πάθη τα γεννά η αυτονόμηση του ανθρώπου από τον Θεό. Ο άνθρωπος, παύοντας να κοινωνεί με τον Θεό, καταλαμβάνεται από το «σαρκικό φρόνημα» και η προσοχή του στρέφεται προς τα κτίσματα. Θεοποιεί τα υλικά αντικείμενα και λατρεύει «την κτίση παρά τον κτίσαντα». Η αποκοπή του ανθρώπου από την αγάπη του προς τον Θεό, η παραβίαση δηλαδή των οδηγιών του (των «εντολών») ως προς την ορθή χρήση του αυτεξουσίου, γέννησε τα «πάθη», που καθιστούν ανελεύθερο τον άνθρωπο, δημιουργώντας δουλικές εξαρτήσεις και ειδωλοποιήσεις στην κοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους. Αντίθετα, η υπακοή στο «θέλημα του Θεού», θεραπεύει την ψυχή και το σώμα από την τυραννία των παθών. Η υπακοή, λοιπόν, στο θέλημα του Θεού δεν είναι ούτε άρνηση ούτε κατάφαση μιας εξωτερικότητας, που θα ήταν αναπόφευκτα μια «αυθεντία». Το Άγιο Πνεύμα, ως η ίδια η ζωή της Εκκλησίας, υπερβαίνει τις αυθεντίες. Το Άγιο Πνεύμα είναι ένα Πρόσωπο, που δεν είναι κάτι «εξωτερικό» προς εμάς, αλλά είναι εντός μας, ως «πνεύμα κοινωνίας» με κάθε τι άλλο. Η αγάπη προς τον Χριστό δεν περνάει «πάνω από τους άλλους», αλλά «δια μέσου της αγάπης των άλλων».
Ο φιλάνθρωπος χαρακτήρας της χριστιανικής ελευθερίας ενέπνευσε πολλούς χριστιανούς των πρώτων χρόνων της Εκκλησίας να υιοθετήσουν μορφές κοινοκτημοσύνης στην κοινοτική τους ζωή. Αργότερα, στο Βυζάντιο, με αφετηρία το «κοσμικό» μοναστικό «κίνημα των σπουδαίων» και τα εν συνεχεία αδιάκοπα κύματα δωρεών περιουσιακών στοιχείων προς τα ενδοπολεοτικά μοναστήρια, στήριξαν ένα πλούσιο περί αυτά κοινωνικό έργο (φτωχοκομεία, νοσοκομεία, γηροκομεία κ.λπ.). Στην ουσία, θα μπορούσε να γίνει λόγος για το πρώτο κοινωνικό κράτος στον κόσμο.
Αντίθετα με τον κοινωνητικό και φιλάνθρωπο χαρακτήρα της Ορθόδοξης προσέγγισης της ελευθερίας, η αναρχική της προσέγγιση ως άρνηση απλώς του εξωτερικού καταναγκασμού, ενέχει τον κίνδυνο υποδούλωσης, όχι μόνο στα ατομικά αλλά και στα κοινωνικά πάθη. Οι πραγματικοί πιστοί απομυθοποιούν και απομυστικοποιούν την εξουσία. Δεν είναι ούτε υπέρ ούτε κατά της εξουσίας. Αφαιρούν από όλους του εξουσιαστικούς θεσμούς το πάθος, που έχει «επενδυθεί» σ’ αυτούς, και θέλουν να πάψουν να αποτελούν οι θεσμοί αντικείμενο λατρείας και αφοσίωσης ή φθόνου και μίσους. Οι πραγματικοί πιστοί, ενσαρκώνοντας στην ζωή τους μια νέα μορφή κοινωνικότητας, αρνούμενοι την χρήση βίας και ταυτόχρονα την απόσυρση από τα προβλήματα του κόσμου, κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν την ίδια εχθρότητα που αντιμετώπισε και ο Χριστός, μια εχθρότητα που σήμερα προσλαμβάνει συνήθως πιο ανομολόγητες και συγκεκαλυμμένες μορφές.
Τελικά η Βασιλεία των Ουρανών στην επίγεια ζωή μπορεί να υπάρξει «μέσα μας», αλλά δεν μπορεί να γενικευθεί «έξω μας» ως πολιτισμός, καθώς οι πολιτισμοί θεμελιώνονται στην βία, έστω στη νόμιμη βία, και τα Ευαγγέλια δεν έχουν καμία σχέση, με τη βία, αλλά μόνο με τη σταυρική αυτοθυσία. Η Εκκλησία μπορεί να υπάρξει μόνον ως κοινωνικό ένζυμο αντισηπτικό-αντιμηδενιστικό, ως «άλας της γης», αν και πάντοτε θα κινδυνεύει να αλλάξει φύση, υποκύπτοντας στους τρεις πειρασμούς, που απέρριψε ο Ιησούς στην Έρημο.
Τι σημαίνουν όλα αυτά, για όσους θέλουν να αναδείξουν πιθανές ομοιότητες μεταξύ του Χριστιανισμού και ειδικότερα της Ορθοδοξίας και του Αναρχισμού; Σημαίνουν μάλλον, ότι με εξαίρεση το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό, της προεικόνισης δυο κατά βάθος εντελώς διαφορετικών «τελικών στόχων», δεν μπορεί ο Ορθόδοξος να είναι Αναρχικός, ούτε ο Αναρχικός Ορθόδοξος. Αν βεβαίως θέλουμε να κυριολεκτούμε.
Η Βασιλεία του Θεού δεν συνδέεται μόνο με τη μεταϊστορική Δευτέρα Παρουσία και την Τελική Κρίση, αλλά επίσης και με νέες μορφές κοινωνικότητας. Και αυτές κανονικά δεν υποστηρίζονται απλώς και μόνον λεκτικά, αλλά ενσαρκώνονται κατά τρόπο παραδειγματικό και μόνο στο τοπικό παρόν της ιστορίας. Μπορούν, λοιπόν, να κατανοηθούν εύκολα ως προεικονιστικές, ότι δηλαδή αποτελούν «πρόγευση» της Βασιλείας του Θεού στο εδώ και το τώρα της επίγειας ζωής. Ο προεικονισμός αυτός θυμίζει, κατά κάποιο, τρόπο την άρνηση των ιδεολόγων του Αναρχισμού να αποδεχθούν ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, όποια και αν είναι αυτά. Φιλοδοξία, πράγματι, των περισσότερων μορφών του αναρχισμού είναι η συμβατότητα μέσων και σκοπών, καθώς τα αποτελέσματα προεικονίζονται στις μεθόδους επίτευξης τους. Όπως ο Jame Guillaume, ένας σύντροφος του Μπακούνιν, είπε στην κριτική του για τους κρατικιστές σοσιαλιστές: «Πως μπορεί μια εξισωτική και ελεύθερη κοινωνία να προέλθει από μια αυταρχική οργάνωση; Είναι αδύνατο».
Τελικά και στις δύο περιπτώσεις και ιδίως στην περίπτωση της Ορθοδοξίας, η ίδια η διάκριση μεταξύ μέσων και σκοπών, δεν έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς δεν πρόκειται για πρόβλημα «κατασκευής» μιας νέας κοινωνίας, με βάση κάποιες συγκεκριμένες «προδιαγραφές», αφού η Βασιλεία του Θεού είναι ελευσόμενη αλλά και ήδη παρούσα κατά κάποιο τρόπο.
Πηγές
• Θεός και Κράτος  του Μ. Μπακούνιν. Εκδόσεις Ελεύθερος τύπος Αθήνα 1986
• Η αναρχική ηθική του Piotr Kropotkin. Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος Αθήνα 2000
• Αλληλοβοήθεια: Ένας παράγοντας της εξέλιξης του Piotr Kropokin. Εκδόσεις Καστανιώτης. Αθήνα 2009
• Ελευθεριακές διαδρομές. Επιλεγμένα κείμενα. Του Μάρει Μπούκτσιν. Οι εδόσεις των συναδέλφων. Αθήνα 2016
• Μπακούνιν κατά Μαρξ. Του Σαμ Ντολγκόφ και του Τζον Κλαρκ Εκδόσεις Αλεξάνδρεια ,Αθήνα 2017
• Αναρχία και Χριστιανισμός του Ζακ Έλλυλ. Εκδόσεις Νησίδες. Αθήνα 2009
• Αποσπάσματα μιας αναρχικής ανθρωπολογίας. Του David Craeber, Εκδόσεις Στάσει Εκπίπτοντες. Αθήνα 2007.
• Οι δαίμονες της Ρωσικής Επανάστασης. Του Νικολάι Μπερντιάγιεφ Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2009.
• Η Πολιτική του Ευαγγελίου του Stanley Hawerwas.Εκδόσεις άρτος ζωής. Αθήνα 2017
• Απελευθέρωση της Εκκλησίας από το κράτος. Των Σωτήρη Μητραλέξη, Αγγέλου Χρυσόγελου, Χρήστου Χατζημιχαήλ, Γιώργου Κοκκόλη. Εκδόσεις manifesto. Αθήνα 2015
• Μοναχισμός και σχέση υπακοής και ελευθερίας. Του Αρχιμ. Ευσέβιου Κόκκορη Εκδόσεις «ΤΗΝΟΣ» Αθήνα 2008
• Η αποστολή της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο. Του Αλέξανδρου Σμέμαν. Εκδόσεις «Ακρίτας» Αθήνα 1983
• Η ανθρώπινη κατάσταση. Της Χάννα Άρεντ. Εκδόσεις Γνώση. Αθήνα 2008
Τα δύο τέρατα και η Αριστερά. Του Θεόδωρου Ζιάκα. Antifonο.gr
• The two main trends in anarchism. By Wayne Price.
• Taking the Long Way. By Yuval Levin. First things 2014
• Anarchism and religion Mapping an increasingly Frutiful Landscape. By Christougianopoulos, A. and Adams, M.S. 2017. Stockholm University Press.
• Was the historical Jesus an anarchist? Anachronism, anarchism and the historical Jesus.  By Justin Meggit 2017. Stockholm University Press
• The politics of Jesus. A simplified summury of John H. Yoder’s classic book. By Nethan Hobby with James Patron. January 2005. www.geosities.com
• Desecularization: A conceptual framework. By Vyacheslvav Karpov. Journal of Church and state. Volume 52, Issue 2, 1 March 2010, Pages 232 – 270
• Timothy Miller, «Ή Γέννησις του Νοσοκομείου στο Βυζάντιο»  μετάφραση Ν. Κελέρμενος.
Το ψηφιδωτό έργο που πλαισιώνει την ανάρτηση είναι δημιουργία του Λευτέρη Ρόρρου.
 πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Η συνεργασία Ρωσίας-Κίνας καθοριστική για το μέλλον του πλανήτη;

Ευάγγελος Κοροβίνης

 

Α. Πολύπλευρη η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας

Οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Κίνας συσφίγγονται ολοένα και περισσότερο τις τελευταίες δεκαετίες, αν και εν πολλοίς αφανώς και σιωπηρά. Το έτος λήξης του ψυχρού πολέμου, το 1989, σηματοδοτεί το ξεπάγωμα των σχέσεων Ρωσίας και Κίνας, του οποίου είχε προηγηθεί η σινοσοβιετική αντιπαράθεση της δεκαετίας του 60 και του 70. Μετά το 1989 οι ρωσοκινέζικες σχέσεις βελτιώνονται συνεχώς με την συνεργασία των δύο χωρών να αποκτά νέα ορμή όταν πρόεδρος της Κίνας έγινε το 2012 ο XiJiping. Καταλύτης για την περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων Ρωσίας και Κίνας υπήρξε η ουκρανική και η συριακή κρίση και η όλο και πιο επιθετική συμπεριφορά των ΗΠΑ απέναντι στο ανασφαλές καθεστώς της Β. Κορέας.

Η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας εκδηλώνεται και υλοποιείται κυρίως σε τέσσερις τομείς: την ενέργεια, την άμυνα, τον σχεδιασμό της διεθνούς οικονομικής αρχιτεκτονικής και την εξωτερική πολιτική των δύο χωρών.

Έτσι παρά τους ισχυρισμούς κάποιων ότι, λόγω της πτώσης των τιμών του πετρελαίου τα τελευταία χρόνια, επιβραδύνθηκε η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας στον ενεργειακό τομέα, η κατασκευή αγωγών ορυκτών καυσίμων μεταξύ των δύο χωρών προχωράει κανονικά. Εξάλλου πρόσφατα ανακοινώθηκε η εξαγορά μέρους των μετοχών της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Rosneltαπό κινέζικο επιχειρηματικό κολοσσό. Η συνεργασία στον ενεργειακό τομέα θα μακροημερεύσει καθώς η Ρωσία παραμένει ενεργειακός γίγαντας, ενώ η Κίνα διψά για ορυκτά καύσιμα.

Στην άμυνα εκτός από την πώληση από την Ρωσία στην Κίνα εξελιγμένων οπλικών συστημάτων, όπως του γνωστού για τις επιδόσεις του πολεμικού αεροσκάφους Su-35 και των πυραυλικών αμυντικών συστημάτων S–400, καθώς και τα κοινά στρατιωτικά γυμνάσια, οι κινέζοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τους Ρώσους στην τεχνολογία των κινητήρων των πολεμικών αεροσκαφών τους. Οι Ρώσοι με την σειρά τους στηρίζονται σε κινέζικη τεχνολογία σε ότι αφορά τα ηλεκτρονικά υποσυστήματα για ορισμένα από τα εξοπλιστικά τους προγράμματα. Η σημαντική πρόοδος που σημειώνει η Κίνα; εξάλλου, στην παραγωγή των λεγόμενων υπερυπολογιστών θα της επιτρέψει στο εγγύς μέλλον να αναπτύξει την τεχνολογία του κυβερνοπολέμου, που τυφλώνει τα συστήματα επικοινωνίας του αντιπάλου και μεσοπρόθεσμα να παράγει και διαστημικά όπλα.

Στο πεδίο της οικονομικής συνεργασίας καταγράφεται κατ’ αρχήν η δραστική στήριξη της Ρωσίας από την Κίνα για να αντιμετωπισθούν οι συνέπειες των κυρώσεων που επιβλήθηκαν στην πρώτη εξαιτίας της προσάρτησης της Κριμαίας. Περαιτέρω οι δύο χώρες προωθούν κοινούς σχεδιασμούς για να παρακάμψουν το δολάριο ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. (Γίνεται λόγος για τις συνεχείς αγορές χρυσού από την Ρωσία και την Κίνα τα τελευταία χρόνια, μαζί με την αύξηση της παραγωγής του σε αυτές τις χώρες, καθώς και για το γεγονός ότι η Κίνα ετοιμάζεται να υπογράψει συμβόλαια μελλοντικής αγοράς πετρελαίου τιμολογημένα σε κινέζικα γουάν μετατρέψιμα σε χρυσό). Οι δύο χώρες συνεργάζονται επίσης για να συγχωνεύσουν την ρωσική πρωτοβουλία για την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση, με την κινέζικη για τον νέο Δρόμο του μεταξιού. Πρόκειται για ένα σχέδιο προϋπολογισμού ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων, που εμπλέκει περισσότερες από 60 χώρες και αφορά κυρίως κατασκευή έργων υποδομής (λιμάνια, σιδηροδρόμοι, οδικοί άξονες κ.λ.π). Η Κίνα είναι παρούσα, ως ο βασικότερος ξένος επενδυτής στην υποσαχάρια Αφρική και τελευταία και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Η συνεργασία, τέλος, των δύο χωρών στην εξωτερική πολιτική εκδηλώνεται με την υποστήριξη, που παρέχει η μία στην άλλη, σε κάθε σύγκρουση. Σε ότι αφορά την συριακή κρίση και γενικότερα τα ζητήματα της Μέσης Ανατολής, ο πρώτος λόγος αφήνεται στην Ρωσία, καθώς η χώρα αυτή μαζί με τους συμμάχους της (καθεστώς Άσαντ, Ιράν, Χεζμπολάχ, σιτικές πολιτοφυλακές του Ιράκ και μετριοπαθείς Σουνίτες) κέρδισαν τον πόλεμο κατά των τζιχαντιστών. Πρόκειται για μία νίκη που αποδεικνύεται ήδη κρίσιμη για τον έλεγχο της περιοχής. Είναι πολύ χαρακτηριστικά, από αυτήν την άποψη, τα πολλά ταξίδια του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μ. Νετανιάχου στην Μόσχα, την οποία πρόσφατα επισκέφθηκε για πρώτη φορά στα χρονικά ακόμη και ο πλέον εχθρικά διακείμενος προς την Ρωσία παράγων της περιοχής, ο Σαουδάραβας μονάρχης, την ίδια στιγμή που οι επαφές των ηγετών της Μ. Ανατολής με την Ουάσινγκτον περιορίζονται. Στο πρόβλημα της Β. Κορέας τώρα τον πρώτο λόγο έχει η Κίνα, αν και σε ότι αφορά τις σχέσεις με την σημαντικότατη, για τις ισορροπίες στην Άπω Ανατολή, «αμφιρέπουσα» Ινδία ο ρόλος της Ρωσίας είναι αυξημένος.

 

Β. Μια «συμπεριληπτική» παγκοσμιοποίηση

Οι περισσότερες χώρες όταν συνάπτουν συμμαχίες με άλλες χώρες δημοσιοποιούν με σαφή και έντονο τρόπο το γεγονός. Αντίθετα ο λόγος για τον οποίο η συμμαχία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας δεν αναγνωρίζονταν, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, ως βαθιά και διαρκής, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι δύο χώρες κρατούσαν και κρατούν και τώρα, εν πολλοίς, χαμηλούς τόνους και επίτηδες δεν την διατυμπανίζουν, κυρίως για να μη συσπειρώσουν τις ΗΠΑ και τους συμμάχους των εναντίον της. Πόσο μάλλον αν γίνει αντιληπτό ευρύτερα ότι η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας δεν λειτουργεί ως ένα απλό αντίβαρο στην ισχύ των ΗΠΑ, αλλά φιλοδοξεί να προωθηθεί ως θεμέλιο και πυρήνας μιας νέου τύπου παγκοσμιοποίησης, μιας «συμπεριληπτικής» παγκοσμιοποίησης. Τα έθνη – κράτη στα πλαίσια αυτού του τύπου της παγκοσμιοποίησης, συνεχίζουν να συναλλάσσονται μεταξύ τους στην παγκόσμια αγορά, διατηρώντας όμως τον έλεγχο του οικονομικού μέλλοντός τους, του πολιτικού τους συστήματος και της εξωτερικής τους πολιτικής. Πέραν της έμφασης που δίνεται, στα πλαίσια αυτής της αντιπρότασης, στον κυριαρχικό ρόλο των κρατών, τονίζεται επίσης η σημασία των παραγωγικών επενδύσεων και των έργων υποδομής και περιορίζεται η σημασία των χρηματοοικονομικών ροών, ενώ η προωθούμενη καπιταλιστική ανάπτυξη γίνεται προσπάθεια να συνδυασθεί, με την κοινωνική συνοχή. Γενικά μιλώντας και επιχειρώντας μία πρώτη αποτίμηση του όλου εγχειρήματος πρόκειται για προώθηση μια πολυπολικής παγκοσμιοποίησης βασισμένης στο βεστφαλιανό σύστημα των κυρίαρχων κρατών και από οικονομική άποψη, σε επίπεδο ρητορικής τουλάχιστον, για προσπάθεια επιστροφής στον Κένυς και απομάκρυνσης από τα οικονομικά της προσφοράς του νεοφιλελευθερισμού. Πριν επιχειρήσουμε να διαγνώσουμε τη μεσομακροπόθεσμη βιωσιμότητα της ρωσοκινεζικής αντιπρότασης θα παραθέσουμε παρακάτω τα κύρια σημεία μιας χαρακτηριστικής για το θέμα συνέντευξης.

 

Γ.Ο Ντούγκιν και η εναλλακτική μεταφιλελεύθερη νεωτερικότητα

Πρόκειται για μία πρόσφατη συνέντευξη του φερόμενου και ως «θεωρητικού» του Πούτιν, του AlexanderDugin, στον PaulRobinsonπου παρουσιάσθηκε από το Irrussianalityστις 13/9/2017. Προσπαθώντας να στηρίξει το ρωσοκινεζικό πρόταγμα για μία εναλλακτική, νεωτερική πάντα, διεθνή τήξη, ο Duginαναφέρει αρχικά ότι ο εκσυγχρονισμός της Ρωσικής κοινωνίας και στην Τσαρική και στην σοβιετική περίοδο, ήταν μερικός, διατηρώντας πάντα έναν κάποιο συντηρητικό, αρχαϊκό πυρήνα. Πολλά στοιχεία που μοιάζουν νεωτερικά, όπως ο μπολσεβικισμός, σε στενότερη επισκόπηση, δεν υπήρξαν τόσο νεωτερικά και σύγχρονα. Αν πάλι εξετασθεί η τρέχουσα κατάσταση της Ρωσίας, η μειοψηφική σε αριθμούς αναγέννηση της Ορθοδοξίας και η λατρεία του ηγέτη, όπως των Τσάρων στο παρελθόν, συνυπάρχουν με τον έντονο ατομοκεντρισμό τμημάτων του πληθυσμού. Όσοι λοιπόν στην Δύση ομιλούν για συντηρητική στροφή στην Ρωσία του Πούτιν απλοποιούν μια σύνθετη κατάσταση.

Ο Duginσυνεχίζει τονίζοντας ότι σήμερα η Δύση δεν μπορεί να περιγράψει ούτε την κατάσταση των δικών της κοινωνιών με επάρκεια. Οι Δυτικοί δεν ήταν πάντοτε έτσι. Η ιδιωτεία και ανοησία των δυτικών ελίτ αναπτύχθηκε την δεκαετία του 1970 και το σημείο καμπής υπήρξε η δεκαετία του 1980. Ξαφνικά στένεψαν οι ορίζοντες. Οι Δυτικοί πριν ήταν ανοιχτοί, ελεύθεροι, επέτρεπαν την συνύπαρξη πολλών οπτικών γωνιών και άκουγαν με προσοχή ο ένας τον άλλον. Και ξαφνικά τα πάντα άλλαξαν. Έχει κανείς την εντύπωση ότι ο ολοκληρωτισμός μεταπήδησε από την Ρωσία των σοβιέτ στην μεταμοντέρνα Δύση της παγκοσμιοποίησης, η οποία δεν ανέχεται την οποιαδήποτε αντίρρηση και αντίθεση. Δαιμονοποιεί τους πάντες ως εθνικιστές και φασίστες, εξτρεμιστές, ομοφοβικούς κ.λ.π. Οι συντηρητικοί στο πλαίσιο αυτό γίνονται αντικείμενα ενός φιλελεύθερου ρατσισμού. Αν κοιτάξουμε όμως πιο προσεκτικά τους Δυτικούς στοχαστές του παρελθόντος ήταν στην πλειοψηφία τους αντιφιλελεύθεροι, ανεξάρτητα αν βρίσκονταν στο αριστερό ή στο δεξιό άκρο του πολιτικοιδεολογικού φάσματος. Οι φιλελεύθεροι στοχαστές, όπως ο Πόπερ και ο Χάγιεκ, ήταν λίγοι σε αριθμό και μικρής αξίας. Μέχρι ένα ορισμένο χρονικό σημείο όταν η φιλελεύθερη και γκλομπαλσιτική ιδεολογία θριάμβευσε, η Δύση ήταν κόσμημα. Ο Duginυπογραμμίζει ότι δεν είναι αντιδυτικός, αλλά ότι είναι αντιφιλελεύθερος.

Στην συνέχεια ο Ρώσος στοχαστής αναφέρεται στον ευρασιανισμό, στην Ρωσία ως μετέχουσα τόσο της Ευρώπης όσο και της Ασίας, Ειδικά για την τελευταία, την Ασία, όταν μιλάμε γι’ αυτήν σκεφτόμαστε ότι πρόκειται για μία περιοχή μη ινδοευρωπαϊκή. Αλλά υπάρχουν δύο πολιτισμοί στην Ασία, που είναι καθαρά ινδοευρωπαϊκοί, το Ιράν και η Ινδία. Ο Duginτονίζει την σημασία των τουρανικής καταγωγής νομαδικών ινδοευρωπαϊκών λαών, που υπήρξαν οι πρόγονοι των Ιρανών, των Ινδών και των Ευρωπαίων. Υπό την πολιτιστική επιρροή των τουρανικής καταγωγής νομάδων βρέθηκαν και οι Μογγόλοι και οι Τούρκοι, αν και δεν είναι Ινδοευρωπαίοι. Απ’ αυτήν την άποψη δεν πρέπει να γίνεται λόγος για αντίθεση Ανατολής και Δύσης. Η Ρωσία η οποία κείται στο μέσον μεταξύ Ανατολής και Δύσεως δεν είναι ένας μηχανιστικός συνδυασμός  Ανατολικών και  Δυτικών στοιχείων, αλλά ένα πεδίο διαλόγου αρχών, μια όσμωση εννοιολογικών και σημασιολογικών πυρήνων των πιο ποικίλων τύπων πολιτισμού. Ο Δυτικός Λόγος, τον οποίο αντιμετωπίζει με σεβασμό και αγάπη, δεν την εμποδίζει να μην δίδει προσοχή στον Λόγο της Ανατολής, στους πολλούς Λόγους για παράδειγμα της κινέζικης παράδοσης. Ο Ευρασιανισμός τελικά είναι μια πρόσκληση στον αντιρατσισμό.

Στην συνέχεια ο Duginασκεί κριτική στην φιλελεύθερη παγκοσμιοποίσηση. Αν αναλύσουμε, λέει, την γενεαλογία της παγκοσμιοποίησης, βλέπουμε μια αγγλοσαξωνική, μια αμερικάνικη για την ακρίβεια ιδεολογία στην αφετηρία. Ο φιλελευθερισμός που προήλθε σε τελευταία ανάλυση από την προτεσταντική ηθική, όπως λέει ο  Weber, κυριάρχησε τελικά στον πλανήτη, αλλά δεν είναι η Δύση στο σύνολό της, αντίθετα είναι ένα μέρος της. Ο φιλελευθερισμός όμως καταπίνει γρήγορα το σύνολο της Δύσης. Ήταν ένα μέρος της, κατά τα άλλα θεμιτό, τείνει να γίνει το όλον, μια καθολική νόρμα. Ο ευρασιανισμός αντιτίθεται στην γκλομπαλιστική φιλελεύθερη ιδεολογία. Η Δύση συνέδεσε δυστυχώς την τύχη τους, από ένα σημείο και πέρα, με μια καρκινωματώδη διόγκωση της Σκωτικής φιλοσοφίας του κοινού νου του 18ου αιώνα, που τείνει να γίνει παγκόσμια. Πρέπει να ελευθερώσουμε τους πολιτισμούς, περιλαμβανομένου και του Αγγλοσαξωνικού, απ’ αυτήν την καρκινωματώδη εξαλλαγή, την απολυτοποίηση του μερικού, που οδηγείται προς την άβυσσο και απειλεί να συμπαρασύρει όλη την ανθρωπότητα μαζί της.

Σχολιάζοντας την συνέντευξη Dugin  και αποτιμώντας την πιθανότητα να αναδυθεί στις μέρες μας μια εναλλακτική νεωτερικότητα με κυρίαρχα κευνσιανά έθνη – κράτη στον πυρήνα της, σπεύδουμε εξ’ αρχής να τονίσουμε, ότι η πιθανότητα να μακροημερεύσει μία μεταφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, που δεν θα είναι ταυτόχρονα και ευρύτερα μετανεωτερική είναι περιορισμένη. Και τούτο γιατί κατ’ αρχήν στην θέση των NewDealers, των αξιωματούχων των κυβερνήσεων Ρούσβελτ που (αν και δεν εμπνέονταν ευθέως από τον Κευνς) οργάνωσαν υπό την αιγίδα του κράτους μια συμμαχία των κατά τα άλλα συγκρουόμενων συμφερόντων κεφαλαίου και εργασίας για την αντιμετώπιση της κρίσης του 29, βρίσκονται σήμερα -ήδη από την δεκαετία του 80- τα goldenboys.

Πράγματι η συμμαχία κεφαλαίου – εργασίας αποδείχθηκε ανθεκτική και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς στις ΗΠΑ και τα δύο κόμματα αποδέχθηκαν τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγαν οι NewDealersως σταθερά της δημόσιας ζωής. Στην Ευρώπη την συμμαχία των «κοινωνικών εταίρων» προώθησαν κυρίως τα σοσιαλδημοκρατικά πολιτικά κόμματα. Αυτό συνεχίσθηκε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 60, όταν άρχισε να αποσαρθρώνεται ο ανθρωπολογικός τύπος, που στήριξε το όλο κεϋνσιανό εγχείρημα.

Από τότε, και πιο αποφασιστικά από την δεκαετία του 80 και έπειτα, ο καπιταλισμός αρχίζει να μεταλλάσσεται σε απροκάλυπτη κλεπτοκρατία. Οι φιγούρες των goldenboysδεν αποτελούν καινούργιο ανθρωπολογικό τύπο, αλλά τα «φανταχτερά» απομεινάρια της αποσύνθεσης προηγουμένων ανθρωπολογικών τύπων (του αστού, του τεχνοκράτη κ.λ.π)

Η μετάβαση από τον εθνοκρατικό κευνσιανισμό στις απάτριδες δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίσησης, δεν υπήρξε ένα ατύχημα ή ένα καπρίτσιο των «μισάνθρωπων» ελίτ, αλλά μια οργανική και αναγκαία ολίσθηση του συστήματος, ώστε να αντιμετωπισθεί η κρίση της ατομικότητας, μέσα από την προώθηση ενός κοινωνικού δαρβινισμού. Καθώς στα κέντρα του συστήματος δεν είναι δυνατή η άσκηση εξωοικονομικής βίας σε μεγάλη κλίμακα, ώστε να πειθαρχηθεί ότι έχει μείνει από την εργατική τάξη μετά την αποβιομηχάνιση των τελευταίων δεκαετιών και να εξασφαλισθεί και η υπακοή των φτωχοποιούμενων μεσοστρωμάτων, επιλέγονται μορφές ανοιχτής οικονομικής βίας: η απειλή απώλειας της θέσης εργασίας λόγω του σταθερά υψηλού ποσοστού ανεργίας, η υπερχρέωση κρατών και ιδιωτών κλπ. Από την πραγματικότητα της κρίσης της ατομικότητας δεν μπορούν να διαφύγουν όμως, μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον, ούτε η Κίνα ούτε η Ρωσία, όπως θα φανεί παρακάτω όταν θα γίνει λόγος για την ενδημική διαφθορά και την κατά τόπους, κατάχρηση εξουσίας που χαρακτηρίζει τα καθεστώτα τους.

 

Δ. Η αντίδραση απέναντι στο ρωσοκινεζικό πρόταγμα.

Πριν συζητηθούν τα φαινόμενα αυτά της διαφθοράς και της κατάχρησης εξουσίας και η ανθρωπολογική τους βάση, θα γίνει μία σύντομη αναφορά στις αντιδράσεις που συναντά το ρωσοκινέζικο πρόταγμα της «συμπεριληπτικής» παγκοσμιοποίησης. Νεοσυντηρητικά γεράκια στις ΗΠΑ, όπως ο γερουσιαστής McCain, επιδιώκουν να παραμερισθούν τα προσχήματα και να προσδιορισθούν τα καθεστώτα της Ρωσίας και της Κίνας ως «ανελεύθερα» και «αυταρχικά» και στην καλύτερη περίπτωση «ημιδημοκρατικά» και να θεωρηθούν η Ρωσία και η Κίνα εχθροί των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Η ατζέντα  των νεοσυντηρητικών γίνεται προσπάθεια να συνδυασθεί με την ατζέντα οπαδών του προστατευτισμού, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, που θέλουν να κλείσουν την αμερικάνικη αγορά στα κινέζικα προϊόντα.

Έτσι ο Τραμπ άδραξε την ευκαιρία, που του έδωσαν οι απειλές του καθεστώτος της Β. Κορέας, για να συνδέσει το ζήτημα της ασφάλειας των ΗΠΑ με την εμπορική του πολιτική. Είναι χαρακτηριστική απ’ αυτήν την άποψη η άρνηση του προέδρου των ΗΠΑ να αποδεχθεί πολυμερείς διαπραγματεύσεις για τον βορειοκορεατικό και να συζητήσει την πρόταση των Ρώσων  και των Κινέζων για «διπλό πάγωμα», της κρίσης, για διακοπή δηλαδή των πυρηνικών δοκιμών της Β. Κορέας με αντάλλαγμα το σταμάτημα των στρατιωτικών γυμνασίων ΗΠΑ και Ν. Κορέας, πρόταση η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο ρωσοκινεζικό σχέδιο για αποπυρηνικοποίηση της κορεάτικης χερσονήσου στο σύνολο της. Αντίθετα ο Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώνει συνεχώς την ένσταση με την Β. Κορέα και επαναφέρει στο προσκήνιο την απειλή ενός οικονομικού πολέμου με την Κίνα, με το αιτιολογικό, ότι η χώρα αυτή δεν είναι τόσο αυστηρή όσο εκείνος θα ήθελε με τους απείθαρχους γείτονές της. Αποκαλύπτεται έτσι η θλιβερή πραγματικότητα, ότι οι ηγέτες των ΗΠΑ και η καθοδηγούμενη από τους εξοπλισμούς οικονομία τους, δεν θέλουν την ειρήνη στην κορεατική χερσόνησο. Εντάσεις, συγκρούσεις και η βαριά σκιά ενός επικείμενου πολέμου, είναι επιπλέον ουσιώδεις όροι για να διασφαλισθεί η αμερικανική παρουσία στην Ασία και τον Ειρηνικό και ευρύτερα σε όλον τον πλανήτη. Κινδυνεύοντας να χάσουν τον έλεγχο της Μ. Ανατολής, οι αμερικανοί (αν δεν τον έχουν χάσει ήδη) προσπαθούν απεγνωσμένα να κερδίσουν μία νίκη στο μέτωπο της Β. Κορέας, ώστε να μην αναδειχθεί ο Ντόναλντ Τραμπ σε αμερικανό Γκορμπατσώφ, από εκεί που προσπαθούσε να πλασαρισθεί σαν νέος Ρήγκαν και ώστε οι ΗΠΑ συνολικά να «ρεφάρουν».

 

Ε. Η ευστάθεια του κινεζικού καθεστώτος και τα φαινόμενα διαφθοράς

Πριν εξετασθεί η πιθανότητα ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος με αφορμή το βορειοκορεατικό θα γίνει μία σχετικά σύντομη εκτίμηση της ευστάθειας του κινέζικου καθεστώτος, καθώς γίνεται πολύς λόγος γι’ αυτήν τα τελευταία χρόνια.

Κομβικό ζήτημα για την ευστάθεια του καθεστώτος, πέρα από την επίκληση της οικονομικής ευμάρειας και την αποκατάσταση της Εθνικής Ισχύος που πέτυχε το μονοκομματικό καθεστώς, είναι το ζήτημα της διαφθοράς και της κατά τόπους κατάχρησης εξουσίας. Η κυρίαρχη ερμηνεία των φαινομένων αυτών τα συνδέει με το γεγονός ότι η παλιά κομμουνιστική ηθική των στελεχών του ΚΚΚ φαίνεται να έχει ατονήσει αρκετά, ενώ οι προσπάθειες που γίνονται τελευταία να επανεισαχθούν στοιχεία της κομφουκιανής ηθικής, με έμφαση στο σεβασμό της ιεραρχίας αποδίδουν περιορισμένους καρπούς.

Είναι όμως τα φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας απλά και μόνον ζητήματα ηθικής των στελεχών του καθεστώτος; Η ουσία της στρατηγικής του Ντενγκ Σιαοπίνγκ υπήρξε η προσπάθεια σταδιακού εκσυγχρονισμού της Κίνας με την ενσωμάτωση πολλών στοιχείων του οικονομικού φιλελευθερισμού και ελάχιστων στοιχείων πολιτικού φιλελευθερισμού. Έτσι στη γεωργία για παράδειγμα αρχικά επιτράπηκε στους αγρότες να έχουν ιδιωτικές οικονομικές δραστηριότητες παράλληλα με την απασχόλησή τους στις κολεκτίβες που σταδιακά καταργήθηκαν. Στη βιομηχανία αρχικά υιοθετήθηκαν ειδικές οικονομικές ζώνες σε παράλιες περιοχές, όπου ίσχυε ειδικό φορολογικό καθεστώς και άλλες διευκολύνσεις για τις ξένες επιχειρήσεις. Τα μέτρα αυτά γενικεύθηκαν αργότερα σε όλη την Κίνα. Στην παιδεία, για να αντισταθμιστούν τα ελλείμματα σε ειδικευμένο προσωπικό, αποφυλακίσθηκαν δεκάδες χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ενώ ενθαρρύνθηκαν οι σπουδές των νέων στο εξωτερικό. Τα κύρια στοιχεία πολιτικού φιλελευθερισμού, που ενσωματώθηκαν, ήταν η διαβούλευση στην βάση του κόμματος πριν την λήψη αποφάσεων από τα κεντρικά του όργανα και το άνοιγμα του κόμματος σε στελέχωση και από επιχειρηματίες, πέρα της δεξαμενής στελεχών που προέρχεται από τα λαϊκά στρώματα.

Πρέπει να δεχθούμε τώρα ότι η ανθρωπολογική κατάρρευση, που σημειώνεται στην Δύση από τα τέλη της δεκαετίας του 60 (όπως ειπώθηκε προηγουμένως) θα συμπεριλάβει σταδιακά και όλους όσους σπεύσουν να «εκσυγχρονισθούν», υιοθετώντας στοιχεία του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού σε διάφορα μείγματα, προκειμένου να εισέλθουν έτσι στον δρόμο της νεωτερικής εξατομίκευσης, με αποτέλεσμα να συμμεριστούν κι αυτοί με την σειρά τους την κρίση της εξατομίκευσης και την αποσύνθεση των φορέων της. Αυτή είναι η ανθρωπολογική βάση της ενδημικής διαφθοράς του πολιτικού προσωπικού και της γραφειοκρατίας στην Κίνα (αλλά και στην Ρωσία). Δεν πρόκειται απλά για ζήτημα χαλάρωσης των ηθών, αλλά για το γεγονός ότι η Νεωτερικότητα για να διασφαλίσει την αναπαραγωγή της «καίει» προνεωτερικούς πολιτισμικούς «θησαυρούς» και τις υποδομές μακροβιότητας των άλλων πολιτισμών.

Το πρόβλημα, που σχετίζεται με την ευστάθεια του κινεζικού καθεστώτος, περιπλέκεται περαιτέρω από το γεγονός, ότι αν σχηματισθεί μια υπολογίσιμη αριθμητικά μεσαία τάξη (πράγμα που ήδη έχει αρχίσει να συμβαίνει) μοιραία από ένα σημείο και πέρα θα αρχίσει να ζητά «πολιτικές ελευθερίες» και χαλάρωση του ελέγχου της κεντρικής εξουσίας στην δημόσια ζωή. Πόσο μπορεί να συμβάλλει στην ευστάθεια και την μακροβιότητα του μονοκομματικού καθεστώτος η πείρα μιας ιστορίας, όπως η κινέζικη, που πάει σε βάθος πέντε χιλιάδων χρόνων και διδάσκει ότι μια χαλάρωση της κεντρικής εξουσίας μπορεί να οδηγήσει είτε σε νέο χάος τύπου Πολιτιστικής Επανάστασης, είτε σε διασπαστικές τάσεις με τοπικούς πολέμαρχους όπως στο απώτερο κινέζικο παρελθόν; Είναι χαρακτηριστικό πράγματι, ότι ενώ οι αμερικανοί για παράδειγμα, βλέπουν την κεντρική κυβέρνηση σαν αναγκαίο κακό, για τους κινέζους η κυβέρνηση είναι αναγκαίο καλό. Οι εποχές διάσπασης σε αλληλομισούμενα εμπόλεμα κράτη, ήταν πάντοτε εποχές χάους, ανομίας και οικονομικής δυσπραξίας. Η πλέον διακριτή κινέζικη ιδέα είναι ίσως το να είσαι «συνεκτικός». Η συνεκτικότητα αποτελεί το κλειδί της ισχύος και της κοινωνικής ειρήνης. Το αντίθετο, στα πλαίσια αυτά, της κινέζικης σοφίας δεν είναι το λάθος, αλλά το επιμέρους. Η δυστυχία των ανθρώπων προκύπτει  από την τύφλωση να βλέπουν μια μερική όψη μόνον και να αφήνουν στο σκοτάδι την συνολική εικόνα. Ο κομφουκιανισμός, ο ταοϊσμός και ο λεγκαλισμός (οι τρεις βασικές παραδόσεις του κινεζικού πολιτισμού) μπορεί να ερμηνευθούν σαν διαφορετικές προσπάθειες τερματισμού των αντιπαλοτήτων προς κάθε κατεύθυνση. Αντιπαλοτήτων που συνδέθηκαν με την περίοδο των εμπόλεμων  κρατών.

Ο βαθμός ευστάθειας του κινεζικού καθεστώτος θα φανεί, εν πάση περιπτώσει, από την αντοχή του στις τρέχουσες και τις επικείμενες συγκρούσεις και από την ικανότητα του να αξιοποιήσει την πείρα πέντε χιλιάδων χρόνων ιστορίας του κινέζικου έθνους.

 

ΣΤ. Οι περιορισμένες πιθανότητες ενός νέο παγκοσμίου πολέμου

Η παγκοσμιοποίηση και η αυξανόμενη αλληλεξάρτηση των οικονομιών των μεγάλων δυνάμεων, υποτίθεται ότι καθιστά το κόστος ενός νέου παγκόσμιου πολέμου απαγορευτικό. Πριν το Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως η οικονομική αλληλεξάρτηση των μεγάλων δυνάμεων ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι σήμερα, χωρίς όμως να αποτραπεί το ξέσπασμα του.

Στην πραγματικότητα η αντιπαλότητα μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, από την μία μεριά, και των ΗΠΑ από την άλλη, θα μπορούσε να εξελιχθεί άνετα και γρήγορα σε τρίτο παγκόσμιο πόλεμο, αν δεν υπήρχαν τα εκατέρωθεν πυρηνικά οπλοστάσια. Κάθε φορά στην ιστορία που μία ηγεμονική δύναμη «έδυε» και μια ανταγωνιστική δύναμη «ανέτειλε», τον λόγο τον είχε ο πόλεμος. Σήμερα λόγω των πυρηνικών εξοπλισμών είναι δύσκολο, αν και όχι αδύνατο, να οδηγηθούν οι εξελίξεις σε ένα θερμό πυρηνικό πόλεμο. Αν δεν επικρατήσουν οι άκρως επικίνδυνες θεωρίες περί ενός υποτίθεται αποφασιστικού «πρώτου πλήγματος», η αστάθεια που προκαλείται στο διεθνές σύστημα από την ανάδειξη του ανταγωνιστικού ρωσο-κινεζικού πόλου ισχύος και την διάθεση της παρακμάζουσας ηγεμονικής δύναμης, των ΗΠΑ, να μην παραδοθεί αμαχητί, θα καταλήξει μάλλον προς έντονες αντιπαλότητας τύπου ψυχρού πολέμου, παρά σε ανοιχτή πολεμική σύρραξη, καθώς και σε πολλαπλασιασμό των περιφερειακών συγκρούσεων, με χρήση συμβατικών όπλων.

 

Πηγές

–    Putin in China. The Russian – Chinese Alliance. By Alexander Mercouris. The Duran. July 5, 2016

–    Ποιο το βάθος της «στρατηγικής» σύμπραξης Κίνας – Ρωσίας. Του Κώστα Ράπτη. www.capital.gr

–    Η Διεθνής Πολιτική στον 21ο αιώνα. Του Χαράλαμπου Παπασωτηρίου. Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ . Αθήνα 2008

–    Η Κίνα από την ουράνια αυτοκρατορία στην ανερχόμενη υπερδύναμη του 21ου αιώνα. Του Χαράλαμπου Παπασωτηρίου. Εκδόσεις ΠΟΙΟΤΗΤΑ. Αθήνα 2013

–    Από την Ελλάδα στην Κίνα. Μετάβαση και επάνοδος. Του Francois Julien. Εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ – ΝΗΜΑΤΑ. Αθήνα 2002

–    Τι σκέφτεται η Κίνα; Του Mark Leonard. Πρόλογος Γιώργος Παγουλάτος Εκδόσεις ΚΡΙΤΙΚΗ. Αθήνα 2008

–    Η Πτώση και η Άνοδος της Κίνας. Του Paul U. Unschud. Εκδόσεις αρχαίας Ελληνικής και παραδοσιακής κινεζικής ιατρικής. Αθήνα 2017

–    The Chinese at work: Collectivism or individualism? By Edward Y.T. Wong. Hong Kong Institute of Business Studies Lingnan University.

–    “The Spirits of Chinese Religion”.ΤουStephen F. Teiser. 1996 Princeton University Press.

–    China – Russia Military – to – Military Relations: Moving Toward a Higher Level of Cooperation. ΤουEthan Meick Policy Analyst, Security and Foreign Affars, March 2017

–    China and Russia – A study on Cooperation, Competition and Disturt. By Marta Carlsson, Susan Oxenstierna and Mikael Weissmann. FOI, June 2015

–    Κομφούκιος. Ανάλεκτα. Εκδόσεις Οδυσσέας. Πρώτη Έκδοση Ιούνιος 2004

–    TaoTeching. Μετάφραση Νικόλας Ρώσσης, Ph.D. Το ηλεκτρονικό αυτό βιβλίο διανέμεται δωρεάν στην διεύθυνση www.istomediahost.gr/taoteching

 

πηγή: Aντίφωνο

Ρατσισμός και πολυπολιτισμικότητα. Μια αδιέξοδη πόλωση;

Ευάγγελος Κοροβίνης

 

Α. Ο αποικιοκρατικός και ο μοντέρνος ρατσισμός
Πριν από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η εθνική και θρησκευτική ποικιλομορφία προσεγγίζονταν με όρους ανωτερότητας και κατωτερότητας. Οι ρατσιστικές ιδεο­λογίες των παραδοσιακών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (Αγγλίας και Γαλλίας) υπο­στή­ριζαν ανοιχτά την ανωτερότητα ορισμένων λαών και πολιτισμών και το δικαίω­μά τους να κυβερνούν άλλους λαούς και πολιτισμούς στις υπερπόντιες κτήσεις και αποικίες τους.
Ο «υπερπόντιος» ρατσισμός κάλυπτε ιδεολογικά, κατά τη Χάννα Άρεντ, μια συμμαχία κεφαλαίου και όχλου, πλεοναζόντων κεφαλαίων και πλεονα­ζόντων ανθρώπων. Τα πλεονάσματα αυτά σχετίσθηκαν με την πτώση του ποσοστού κέρδους στα κέντρα του διεθνούς συστήματος το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Στα πλαίσια του υπερπόντιου ρατσισμού το πλήθος των ξεριζωμένων και ανέστιων ή ντεσπεράντος και τυχοδιωκτών, που είχε βαρεθεί να έχει τη θέση του παρία και ήθελε πλέον να ανήκει σε μια φυλή κυρίων, μετατράπηκε σε κατακτητική ορδή.
Σε αντίθεση με τον υπερπόντιο ρατσισμό, που ευθύς εξαρχής προσέφερε πραγματικές διεξόδους σε όλες τις κοινωνικές τάξεις των αποικιοκρατικών χωρών, μισό αιώνα αργότερα και στα πλαίσια μιας νέας κρίσης του καπιταλισμού, εμφανίστηκε ο μοντέρνος ρατσισμός: ο ναζισμός, ο εθνικοσοσιαλισμός. Ο  ρατσισμός αυτός, στα πρώτα του βήματα δεν είχε να προσφέρει τίποτα το απτό, εκτός από μια ιδεολογία και ένα κίνημα. Και όμως αυτό ήταν αρκετό σε μια εποχή που έψαχνε για ένα απλοϊκό  ερμηνευτικό κλειδί της ιστορίας, και όταν οι άνθρωποι εν μέσω κοινωνικής σήψης και αποσύνθεσης, ήθελαν να ανήκουν κάπου με κάθε τίμημα. Ο ναζισμός αφομοίωσε με ενθουσιασμό τη φυλετική σκέψη, που με την καταφυγή σε επιστημονικοφανή επιχειρήματα, είχε αρχίσει να διαμορφώνεται από τα τέλη του 18ου αιώνα, την εποχή που η επιστήμη προσπαθούσε να διατυπώσει τους νόμους της κληρονομικότητας και της ταξινόμησης των έμβιων όντων.
Στο επίκεντρο αυτού του είδους της σκέψης βρίσκεται η αναγωγή του κοινωνικού στο βιολογικό, η προσέγγιση του συλλογικού υποκειμένου ως αθροίσματος και συνισταμένης ατομικών DNA. Το συλλογικό υποκείμενο, το έθνος, όπως παρατηρεί ο Θ. Ζιάκας, παρότι καθορίζεται από τη σχέση του με τα ατομικά υποκείμενα, προβάλλει όμως απέναντι στο καθένα τους χωριστά, ως απολύτως αυτόνομος «οργανισμός». Εκδηλώνει μάλιστα και αυτό, το χαρακτηριστικό ιδίωμα που συναντούμε και στο άτομο: τη φιλαυτία και τον εγωισμό. Το ιδίωμα αυτό, το κατ’ εξοχήν δηλωτικό της «υποκειμενικότητας», εμφανίζεται στο συλλογικό ως σωβινισμός και ρατσισμός.
 
Β. Ο μεταμοντέρνος ρατσισμός
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και την ήττα του ναζισμού και επίσης μετά την αποαποικιοποίηση και την «εκθρόνιση» της Αγγλίας και της Γαλλίας από την παγκόσμια κυριαρχία, άρχισε να αναδύεται σταδιακά ένας νέου τύπου ρατσισμός, ένας μεταμοντέρνος ρατσισμός, που τονίζει ότι οι εθνότητες και οι φυλές, δεν είναι ούτε ανώτερες ούτε κατώτερες, αλλά απλώς διαφορετικές. Υπογραμμίζει δε την εκ προοιμίου αδυναμία διαλόγου μεταξύ τους, ώστε να βρουν ένα κοινό έδαφος και να μπορέσουν να συνυπάρξουν.
Οι ριζοσπαστικότεροι σημερινοί μεταμοντέρνοι ρατσιστές επισημαίνουν, ότι οι μετανάστες πρέπει να απελαθούν μαζικά στις χώρες καταγωγής τους. Δέχονται ως προσωρινή, κατ’ οικονομίαν λύση, τα στρατόπεδα εγκλεισμού των μεταναστών και αποκλείουν τη χορήγηση υπηκοότητας, έστω και μετά από παραμονή πολλών ετών στη χώρα υποδοχής, και έστω και κατόπιν εξετάσεων. Η δύναμη που «νομιμοποιεί» αυτόν τον νέο μεταμοντέρνο ρατσισμό έχει να κάνει με την απόρριψη από μέρους του της ανισότητας και με την αποδοχή της ποικιλίας και της διαφορετικότητας ως τέτοιας.
Συγκρίνοντας τις συνθήκες ανάδυσης του μεταμοντέρνου ρατσισμού, με εκείνες των δύο προηγουμένων, μπορούμε να σκιαγραφήσουμε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.
Ο υπερπόντιος ρατσισμός προέκυψε μεταξύ των άλλων, όπως είδαμε, ως ιδεολογία του ιμπεριαλισμού, αποκρυσταλλώθηκε δηλαδή σαν κίνημα και κατέκτησε το φαντασιακό ευρύτερων στρωμάτων, μόνο μετά τη θριαμβευτική επέκταση των Δυτικών Εθνών κατά την δεκαετία του 1880. Η μείωση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου στην Ευρώπη και η δυσαρμονία του συστήματος των Εθνών-Κρατών με τις οικονομικές και βιομηχανικές εξελίξεις στα τέλη του 19ου αιώνα, έσπρωξε τα πλεονάζοντα και αργούντα κεφάλαια, καθώς και τους πλεονάζοντες ανθρώπους προς τις αποδοτικότερες εξω-ευρωπαϊκές αγορές.
Πενήντα χρόνια αργότερα η Γερμανία ήταν η χώρα που υπέστη τα σκληρότερα πλήγματα από μια νέα οικονομική κρίση, την κρίση του 1929. Ο μαζικός επανεξοπλισμός της χώρας από τον Χίτλερ στο ευρύτερο πλαίσιο ενός μιλιταριστικού κεϋνσιανισμού και ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, έδινε απάντηση στη δραματική πτώση της παραγωγής και τη μαζική ανεργία που είχε προηγηθεί, με πανάκριβο όμως και αυτοκαταστροφικό στην ουσία τίμημα. Το ναζιστικό κίνημα, όντας υπεράνω του γερμανικού έθνους-κράτους και του λαού, θυσίασε τελικά και τα δυο προς χάριν της ιδεολογίας του, περί παγκόσμιας κυριαρχίας της άριας φυλής.
Ο υπερπόντιος ρατσισμός και ο ναζισμός ήταν λοιπόν προσπάθειες ανάσχεσης της κρίσης των δυτικών εθνών σε δύο διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Τα δυτικά έθνη-κράτη μπήκαν σε κρίση, ως κέντρα συσσώρευσης κεφαλαίου και γνώρισαν διαδικασίες αποσύνθεσης, με αποτέλεσμα να αναδυθούν νέα εξω-ευρωπαϊκά εθνικά οικονομικά σύνολα, συμπληρωματικά των δυτικο-ευρωπαϊκών, τις δεκαετίες του 1880 και του 1930.
Ο μεταμοντέρνος ρατσισμός με τη σειρά του έχει να κάνει με την προσπάθεια ανάσχεσης, μίας νέας αποσύνθεσης, της αποσύνθεσης όχι πια και μόνον του συλ­λογικού υποκειμένου, αλλά και του ατομικού, της μετάβασης δηλαδή από μία ατομι­κότητα, της οποίας τα ψυχόρμητα ελέγχονται από ένα αυτόνομο και σταθερό λογικό εγώ, σε μία προσωπικότητα που αποτελεί δέσμη διαθέσεων με μεταβαλ­λόμενο επίκεντρο, κινούμενη άμμο, και της οποίας τα ψυχόρμητα χειραγωγούνται από την εμπορική διαφήμιση και το πολιτικό μάρκετινγκ.
Σε έναν κόσμο χωρίς αξίες και ταυτότητες, συλλογικές και ατομικές, ο μεταμοντέρνος ρατσισμός προσπαθεί να αξιοποιήσει προς όφελός του ένα αυθεντικό κατά τα άλλο αίτημα αναζήτηση ταυτότητας και αξιών. Ταυτόχρονα, αν οι δύο προηγούμενες μορφές ρατσισμού προωθούσαν την «επέκταση της λευκής φυλής» ως αυτοσκοπό και από θέσεως ισχύος, ο μεταμοντέρνος παλεύει για τη διατήρηση των κεκτημένων, οργανώνοντας μία συμμαχία λευκών πληβειακών στρωμάτων και μέρους των δυτικών ελίτ (της μη εξωστρεφούς και μη παγκοσμιοποιημένης μερίδας).
Η αυτοματοποίηση της παραγωγής, τα ανοιχτά σύνορα και η μαζική μετανάστευση προς τις χώρες της Δύσης, καθώς και η ανάδυση ισχυρών ανταγωνιστών, όπως η Κίνα, κάνουν τον αγώνα αυτής της συμμαχίας δύσκολο και άνισο. Δεν δίνεται πια από θέσεως ισχύος αλλά από θέσεως σχετικής αδυναμίας.
 
Γ. Η πολυπολιτισμικότητα και ο πολιτισμικός σχετικισμός
 
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο απέναντι στα υπολείμματα του παραδοσιακού ρατσισμού και την ανάδυση του νέου, μεταμοντέρνου, ρατσισμού αναπτύχθηκαν τρία κύματα αντιρατσιστικών κινημάτων:
α) Ο αγώνας, όπως είδαμε, για την αποαποικιοποίηση στην περίοδο 1945-1965.
β) Ο αγώνας κατά των φυλετικών διακρίσεων, που προωθήθηκε από το κίνημα διεκδίκησης πολιτικών δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών στις ΗΠΑ από το 1955 έως το 1965.
γ) Ο αγώνας για την πολυπολιτισμικότητα και τα μειονοτικά δικαιώματα, που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ‘60.
 
Ειδικά σε ότι αφορά την πολυπολιτισμικότητα θα πρέπει να σημειωθεί, ότι οι υποστηρικτές της απορρίπτουν το ιδανικό του melting pot (χωνευτήρι), σύμφωνα με το οποίο τα μέλη των μειονοτικών ομάδων πρέπει να αφομοιωθούν από την κυρίαρχη κουλτούρα, να εγκαταλείψουν τα ήθη και έθιμα της παλιάς πατρίδας και να υιοθετήσουν τον πολιτισμό της πλειονότητας της χώρας υποδοχής. Αντίθετα τα μέλη των μειονοτικών ομάδων πρέπει και μπορούν, κατά τους υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας, να διατηρήσουν τις διακριτές συλλογικές τους ταυτότητες και πρακτικές. Ο στόχος τους μάλιστα αυτός, δεν αντιστρατεύεται την ενσωμάτωση των μειονοτήτων στον εθνικό κορμό. Απλώς, κατά τους υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας πάντα, οι πολυπολιτισμικές πολιτικές προσφέρουν δικαιότερους όρους ενσωμάτωσης για τους μετανάστες.
 Η κυρίαρχη τάση, μεταξύ των υποστηρικτών της πολυπολιτισμικότητας είναι η άκριτη εξύμνηση στατικών διαφορών, στην ένδυση, στην κουζίνα και τη μουσική. Οι μειονοτικές κουλτούρες, στα πλαίσια αυτά, εμπορευματοποιούνται, φετιχοποιούνται, αποπετρώνονται και εξοβελίζονται από την ιστορία και την κοινωνική εξέλιξη. Ο εξωτισμός τους προσφέρεται ως διεγερτικό και καρύκευμα στον κορεσμένο καταναλωτή των δυτικών κοινωνιών. Αυτές οι κουλτούρες εκτιμώνται στο μέτρο που δεν εξελίσσονται και παραμένουν στάσιμες και περιχαρακωμένες στην υποτιθέμενη αναλλοίωτη ταυτότητα τους, στο μέτρο δηλαδή που γίνονται φολκλορικές.
Οι υποστηρικτές αυτής της εκδοχής της πολυπολιτισμικότητας προτείνουν την «πολιτισμική αναγνώριση», αντί της οικονομικής αναδιανομής, τη διατήρηση αναλλοίωτου του συμβολικού κεφαλαίου των μειονοτικών ομάδων και το σεβασμό προς αυτό από την πλειονότητα των γηγενών κατοίκων των χωρών υποδοχής. Η προώθηση αυτού του τύπου της πολυπολιτισμικότητας συμπίπτει με την αποβιομηχάνιση και τη συρρίκνωση της παραδοσιακής εργατικής τάξης, την υπερτροφία του τομέα την υπηρεσιών και τις ολοένα διογκούμενες μεταναστευτικές ροές.
Η κυρίαρχη τάση στους κόλπους των υποστηρικτών της πολυπολιτισμικότητας είναι τελικά μεταμοντέρνα, καθώς διέπεται από ένα ξεκάθαρο σχετικιστικό προσανατολισμό, όπου εξυμνώντας τη διαφορά ως τέτοια, αφήνει ανοιχτή την πόρτα στο μεταμοντέρνο ρατσισμό.
Πράγματι. Ο πολιτισμικός σχετικισμός φαίνεται να νομιμοποιείται και να εμπνέεται από τον γνωσιολογικό σχετικισμό των μετανιτσεϊκών αποδομιστών (MichelFoucault και Jaques Derrida), σύμφωνα με τους οποίους δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, αλλά πολλές σχετικές αλήθειες, χωρίς καμία δυνατότητα εντοπισμού της αληθινότερης μεταξύ τους και ότι, επιπλέον, δεν υπάρχουν αλήθειες ανιδιοτελείς, χωρίς να αντανακλούν σχέσεις εξουσίας και δύναμης, οπότε η παραδοχή εκ μέρους μου της δικής σου αλήθειας, προκαλεί κατ’ ανάγκην την υποταγή μου στη δική σου εξουσία.
Εφόσον, επομένως, οι κρίσεις περί της αξίας των καθέκαστα πολιτισμών, βασίζονται σε κριτήρια, που διαμορφώνονται από σχέσεις και δομές εξουσίας, τότε η μόνη διέξοδος από την υποταγή ενός πολιτισμού σε έναν άλλον, είναι η δημιουργία παράλληλων και ασύμπτωτων πολιτισμικών συμπάντων, είτε με την έννοια του γεωγραφικού διαχωρισμού των μεταναστών, με τις μαζικές απελάσεις και επαναπατρισμούς, που προωθεί ο μεταμοντέρνος ρατσισμός, είτε με τη δημιουργία κρατών εν κράτει, που είναι η θέση της μεταμοντέρνας πολυπολιτισμικότητας.
Στα πλαίσια αυτής της δεύτερης προσέγγισης παραχωρείται διευρυμένη αυτονομία στις μειονοτικές ομάδες (δικαιοδοσία, για παράδειγμα, στις θρησκευτικές αρχές τους να εκδικάζουν υποθέσεις οικογενειακού δικαίου, να οργανώνουν την εκπαίδευσή τους κλπ.) με τον κίνδυνο βέβαια του κατακερματισμού της ευρύτερης εθνικής και κοινωνικής συνοχής και της δημιουργίας νησίδων τοπικής τυραννίας.
Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, που στα πλαίσια του πολιτισμικού σχετικισμού της αποδόμησης, αναπτύσσονται αδιέξοδες πολώσεις μεταξύ ισλαμαφοβίας και ισλαμοφιλίας, ρατσισμού και πολυπολιτισμικότητας, «αεροστεγώς» κλειστών συνόρων και ανέγερσης τειχών, από τη μία μεριά, και «χαζοχαρούμενης» εξύμνησης μίας ενιαίας, χωρίς σύνορα, ανθρωπότητας, από την άλλη.
 
Δ. Μερικές προϋποθέσεις ενός γνήσιου πλουραλισμού.
Αντίθετα με όλα αυτά, ένας γνήσιος πλουραλισμός είναι ένα πρόταγμα βαθιά και συνειδητά μεταμορφωτικό και για τις μειονότητες και για τις πλειονότητες. Δεν «παγώνει» την ανάπτυξη του πολιτισμού της χώρας υποδοχής, αντιμετωπίζοντας τον ως τέλειο και μη δυνάμενο να εξελιχθεί. Ούτε θεωρεί ότι οι κουλτούρες των «άλλων» δεν έχουν τίποτε το άξιον λόγου να προσθέσουν. Καλεί τη χώρα υποδοχής να είναι ανοιχτή στην όσμωση προτύπων με τις κουλτούρες των άλλων, στην αντιθετική-κριτική ή συμπληρωματική οριζόντια αλληλεπίδραση, και ταυτόχρονα την καλεί να είναι ανοιχτή και κάθετα, προς τα πάνω, ως ενδεχόμενο ανόδου του πολιτισμικού επιπέδου.
Ένας γνήσιος πλουραλισμός αναμένει τόσο από τις κυρίαρχες όσο και από τις ιστορικά κυριαρχούμενες ομάδες να εμπλακούν σε νέες πρακτικές, να μπουν σε νέες σχέσεις και να επεξεργαστούν νέες έννοιες και νέα κριτήρια που να μεταμορφώνουν βαθειά τις αντίστοιχες εθνικές ταυτότητες.
Πρέπει όμως να επισημάνουμε, ότι προς την κατεύθυνση αυτή, όπου θεωρητικά θα υπερβαίνονταν οι συνεχώς επιδεινούμενες αδιέξοδες πολώσεις, υπάρχει πλήρης ένδεια προτάσεων και εμπειριών στον δυτικό κόσμο.
 
Ε. Πηγές
·        Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού. Δεύτερο Μέρος. Ο Ιμπεριαλισμός. Της Χάννα Άρεντ. Εκδόσεις Νησίδες, Αθήνα 2017.
·        Modern and Postmodern Recism in Europe. By Ramon Flecha. Harvard Educational Review. Summer 1999 Issue.
·        Multiculturalism: Success, Failure, and the Future By Will Kymlicka. Migration policy Institute. February 2012.
·        The politics of Recognition. By Charles Taylor Princeton University Press 1994.
·        Πατριδεγωφάγος. Η νόσος της πόλεως. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2012.
·        Ελληνισμός, Χριστιανισμός, Μεταμοντερνισμός. Του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα Άρδην τ. 17 1998.
·        Πλουραλισμός, πολυπολιτισμικότητα, ενσωμάτωση, αφομοίωση. Της Σώτης Τριανταφύλλου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014.
·        The idea of race. By Robert Bernasconi and Tomy L.Lott. Hachett Publishing Compamy, Inc 2000.
·        Κρίνοντας το ρατσισμό της Dominique Schnapper, Sylvain Allemand. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα2006.
·        Η αυτοκρατορία σε κρίση. Αφιέρωμα του περιοδικού Άρδην. Τεύχος 106, Οκτώβριος 2016 – Ιανουάριος 2017.
·        Κράτος και οικονομική πολιτική στον 19ο αιώνα. Του Κώστα Βεργόπουλου. Εκδόσεις Εξάντας 1978.
·        Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη. Του Κώστα Βεργόπουλου. Εκδόσεις Εξάντας 1978.
 
 
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Νυχτερινή περιπολία”, 1642) είναι έργο του Ρέμπραντ.
πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση πεθαίνει και ο νεοεθνικισμός ανατέλλει;

Ευάγγελος Κοροβίνης

 

Α. Οι δύο μορφές του φιλελευθερισμού, η κρίση τους και η ενίσχυση των άκρων

Μέχρι πρόσφορα η μεταπολεμική φιλελεύθερη τάξη υπήρξε σταθερή. Η τάξη αυτή ενσωματώνει δύο διακριτές και όχι κατ’ ανάγκην συμβατές μεταξύ τους προσεγγίσεις. Η πρώτη, ο κεϋνσιανισμός, θεωρούσε ως θεμέλια κοινωνία  του συστήματος  το Έθνος-κράτος και τις σχετικά κλειστές Εθνικές οικονομίες. Η δεύτερη, ο νεοφιλελευθερισμός, ενίσχυσε και πολλαπλασίασε τη δυνατότητα που έχουν οι ισχυροί «παίχτες» της αγοράς, οι εταιρίες γίγαντες, να παρακάμπτουν και να αποδομούν τους κανόνες που ισχύουν σε Εθνικό επίπεδο. Εκτός από αυτές τις εταιρίες-γίγαντες το θεσμικό περιβάλλον του νεοφιλελευθερισμού το συμπληρώνει η αυξανόμενη ισχύς υπερεθνικών οργανισμών όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Παγκόσμια Τράπεζα.

Στα πλαίσια του κεϋνσιανού κοινωνικού μοντέλου οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοι τους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχοντας ν’ αντιμετωπίσουν ως αντίπαλο τη Σοβιετική Ένωση, αποφάσισαν, ότι η μακράς διάρκειας ανεργία ήταν μία υπαρξιακή απειλή για τον καπιταλισμό και ότι έπρεπε να αποφευχθεί με κάθε κόστος. Οι κυβερνήσεις κλήθηκαν να διατηρήσουν δείκτες ανεργίας κατώτερους του 4%. Όμως η επιδίωξη της σταθερότητας μίας μεταβλητής, των δεικτών της ανεργίας εν προκειμένω, μέσα από την ίδια την δυναμική των οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων και σε βάθος χρόνου αυτοϋπονομεύθηκε. Οι μισθοί συγκεκριμένα, τείνουν να αυξάνονται στους κόλπους σχετικά κλειστών και ρυθμιζόμενων αγορών, και η απάντηση των επιχειρήσεων είναι να ανεβάζουν με τη σειρά τους τις τιμές των προϊόντων τους. Αυτός ο μηχανισμός, όπου οι μισθοί και οι τιμές «κυνηγούν» οι μεν τις δε, πήρε τη δεκαετία του ‘70 τη μορφή ενός εκρηκτικού σπιράλ ανόδου μισθών και τιμών και συνδυάστηκε με τον πενταπλασιασμό της τιμής του πετρελαίου κατά τις δύο πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979.

Δεν είναι παράξενο, κατά συνέπεια, που η δεκαετία του ‘70 αναδείχθηκε σε παράδεισο του δανειολήπτη, καθώς ο ανερχόμενος πληθωρισμός «κατέτρωγε» τα χρέη, ενώ την ίδια στιγμή, το εργατικό εισόδημα  ανέβαινε, ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, τα κέρδη μειώνονταν, τα συνδικάτα ισχυροποιούνταν, οι ανισότητες περιορίζονταν και η θέση των δανειστών και των επιχειρηματιών αποδυναμώνονταν. Η εποχή αυτή συμπίπτει με το πέρασμα στον μεταμοντερνισμό και τη βασιλεία του απενεχοποιημένου καταναλωτή. Ενός καταναλωτή «απελευθερωμένου» από την αστική ασκητική ηθική της αναβεβλημένης απόλαυσης και της συσσώρευσης και αποταμίευσης.

Οι σαρωτικές αυτές εξελίξεις βρήκαν ανέτοιμο και αναποφάσιστο το κεϋνσιανό Έθνος – κράτος. Θεωρητικά  το κράτος αυτό παρατηρώντας την άνοδο του πληθωρισμού θα έπρεπε να μειώσεις τις δαπάνες του ή και να αυξήσει τους φόρους,  για να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Αυτό όμως θα σήμαινε αποδοχή μιας σημαντικής αύξησης της ανεργίας. Οι κυβερνήσεις της περιόδου ανέλαβαν δράση προς την κατεύθυνση αυτή, αλλά πάντοτε «πολύ λίγο και πολύ αργά», αναμετρώντας το πολιτικό κόστος μιας αντιπληθωριστικής πολιτικής.

Δεν αποτελεί έκπληξη, απ’ αυτήν την άποψη, που στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, ο κεϋνσιανισμός σαρώθηκε από την νεοφιλελεύθερη «επανάσταση». Στόχος τώρα ήταν η σταθερότητα των τιμών και όχι η χαμηλή ανεργία, ώστε να αποκατασταθεί η αξία των χρεών και να «πειθαρχηθεί» η εργατική τάξη. Τα επόμενα τριάντα χρόνια μετατράπηκαν από παράδεισο του δανειολήπτη σε παράδεισο του δανειστή. Το μερίδιο των κερδών και των τόκων στο εθνικό εισόδημα αυξήθηκε σε στρατοσφαιρικά ύψη, ενώ αυτό της εργασίας έπεσε καθώς οι μισθοί έμειναν στάσιμοι. Τα εργατικά συνδικάτα συντρίφτηκαν, ενώ η ικανότητα της εργατικής τάξης να διεκδικεί μισθολογικές αυξήσεις περιορίσθηκε δραστικά, λόγω της μετακίνησης μέρους της βιομηχανικής παραγωγής στις αναδυόμενες οικονομίες (τις «τίγρεις της Ασίας» αρχικά και μετέπειτα στην Κίνα και την Ινδία). Τα κοινοβούλια έγιναν διακοσμητικά καθώς οι κεντρικές τράπεζες και οι τεχνοκράτες απέσπασαν τον έλεγχο της οικονομίας.

Με δεδομένο το «πάγωμα» των μισθών στις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, ο μόνος τρόπος να εξασφαλισθεί άνοδος της κατανάλωσης στα παλαιά κέντρα του συστήματος ήταν η υπερχρέωση ιδιωτών αλλά και κρατών. Η μαζική υπερχρέωση έγινε η «η κότα που γεννά χρυσά αυγά», επιτρέποντας σε όλους, κατά κάποιο τρόπο, να είναι ευχαριστημένοι : οι μεν εργαζόμενοι συντηρώντας επίπεδα κατανάλωσης αναντίστοιχα με τα εισοδήματά τους, οι δε τραπεζίτες αποκτώντας τεράστιο πλούτο, συναλλασσόμενοι στις διαρκώς επεκτεινόμενες αγορές παραγώγων, που μεταξύ των άλλων τιμολογούν τους κινδύνους μη αποπληρωμής των χρεών. Η ανάπτυξη του «καπιταλισμού -καζίνο» σηματοδοτεί τη συμπερίληψη και της ελίτ στη μεταμοντέρνα συνθήκη της φθοράς της παραδοσιακής αστικής ηθικής και της γενικότερης ανθρωπολογικής αποσύνθεσης.

Τελικά, πάντως, το αντιπληθωριστικό καθεστώς του νεοφιλελευθερισμού αυτοϋπονομεύθηκε, όπως συνέβη και με τη στόχευση για χαμηλή ανεργία στα πλαίσια του κεϋνσιανισμού. Είναι χαρακτηριστικό, ότι παρά το γεγονός, πως μετά την κρίση του 2008 οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου τροφοδότησαν με 12 τρισεκατομμύρια δολάρια την παγκόσμια οικονομία, με στόχο να την αναθερμάνουν, ο πληθωρισμός δεν αυξήθηκε εντυπωσιακά και οι ρυθμοί ανάπτυξης ανήλθαν στην καλύτερη περίπτωση σε μέτριους στις κυριότερες ανεπτυγμένες οικονομίες.

Ο Αμερικανός οικονομολόγος IrvingFisherυπήρξε ο πρώτος, που την δεκαετία του 30 του προηγούμενο αιώνα, επισήμανε τον ρόλο που παίζει η αύξηση του χρέους στη δημιουργία ενός οικονομικού μπουμ και αντίστροφα πόσο δυσκολεύει η υπερχρέωση την ανάκαμψη μετά από μία κρίση.

Πράγματι, η Δύση βρισκόταν, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, σε μία χρόνια ύφεση, που το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν αυτό που έχει αποκληθεί «αποπληθωρισμός χρέους». Το κόστος εξυπηρέτησης του αυξανόμενου βάρους των χρεών άφηνε λιγότερο διαθέσιμο εισόδημα για αγορά αγαθών και υπηρεσιών, αφ’ ενός, και προώθηση νέων επιχειρηματικών επενδύσεων, αφ’ ετέρου. Οι κυβερνήσεις με την σειρά τους χρησιμοποιούσαν τα φορολογικά τους έσοδα, για να πληρώσουν τους ομολογιούχους, περικόπτοντας τις δημόσιες δαπάνες. Συνολικά τα πάντα συνωμοτούσαν προς την κατεύθυνση καθηλώσεως ή και πτώσης των τιμών και περιορισμού των οικονομικών δραστηριοτήτων.

Σ’ ένα τέτοιο κόσμο το νέο χρήμα που τύπωναν οι κεντρικές τράπεζες, με τη λεγόμενη ποσοτική χαλάρωση, διοχετευόταν λιγότερο στην πραγματική οικονομία για να συμβάλλει στο σχηματισμό πάγιου ιδιωτικού κεφαλαίου (μηχανήματα, εξοπλισμός, κτηριακή υποδομή) και περισσότερο εισέρρεε στα χρηματιστήρια και στην αγορά ακινήτων δημιουργώντας φούσκες.

Συμπερασματικά σήμερα, μετά από την διοχέτευση κολοσσιαίας ρευστότητας στο σύστημα από τις κυριότερες τράπεζες και με τις αγορές να προεξοφλούν το πακέτο τόνωσης της οικονομίας των ΗΠΑ από τον Τραμπ, οι αναλυτές βλέπουν μια κάποια επιτάχυνση της ανάπτυξης και σ’ ένα βαθμό και του πληθωρισμού κατ’ αρχάς στις Ηνωμένες Πολιτείες και ακολούθως και στην Ευρώπη. Η διεθνής οικονομία μοιάζει να απεγκλωβίζεται από την αποπληθωριστική δίνη και να εισέρχεται σε μια περίοδο ευπαθούς και εύθραυστης ανάπτυξης. Ένα μέτριο και αβέβαιο αποτέλεσμα έχει επιτευχθεί με αντίτιμο, μεταξύ των άλλων, την τεράστια συσσώρευση χρέους (το άθροισμα δημοσίου και ιδιωτικού χρέους ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ έχει ανέλθει στο 325%). Η ανάπτυξη μέσω της συνεχούς αύξησης του χρέους εξαντλεί σταδιακά τα όριά της. Δεν μπορεί κανείς απ’ αόριστον «να κλωτσά το τενεκεδάκι παρακάτω» με περισσότερο χρέος. Η στιγμή της αλήθειας, όπου πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ παραγωγικών και μη παραγωγικών δραστηριοτήτων πλησιάζει.

Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, που τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, οι οικοδόμοι τους αντιπληθωριστικού καθεστώτος, στοχοποιήθηκαν από τους δανειολήπτες, ως πολιτικοί υποστηρικτές όσων διεκδικούν σήμερα αποπληρωμή των χρεών πάση θυσία. Η γενικότερη δομική αποτυχία της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης να αξιοποιήσει τα πλεονάσματα της κάποιας ευημερίας των προ της κρίσης δεκαετιών, για να αποζημιώσει τους χαμένους αυτής της περιόδου, στρέφει τα εργατικά στρώματα στην αγκαλιά της νέας εθνικιστικής δεξιάς, η οποία πάντως δεν μονοπωλεί τον «αντισυστημισμό» αφού, ιδιαίτερα στη Νότιο Ευρώπη, ενισχύονται και μορφώματα με αριστερό πρόσημο. Ειδικά σε ότι αφορά τη νέα Δεξιά μπορεί μεν να αρθρώνει έναν λόγο, ο οποίος έχει ως αιχμή του την αντιπαλότητα προς τους μετανάστες, καθώς η μετανάστευση αποτελεί την πιο ορατή πλευρά της παγκοσμιοποίησης, αλλά κάθε άλλο παρά περιορίζεται σ’ αυτήν την αντιμεταναστευτική ατζέντα. Ο Τραμπ, η Λεπέν και άλλοι εκφραστές αυτού του χώρου, σε επίπεδο ρητορικής τουλάχιστον, κάνουν λόγο για ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, που εκχωρήθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια σε μια διεθνή γραφειοκρατία και σε μερίδες της οικονομικής ολιγαρχίας, κυρίως τη χρηματοπιστωτική. Για την νέα Δεξιά η αποπαγκοσμιοποίηση περνάει μέσα από την επιστροφή στο έθνος-κράτος. Η εποχή του νεοεθνικισμού, έστω με πολλά σύννεφα στον ορίζοντα, μοιάζει να ανατέλλει.

Β. Η νέα εποχή και τα εμπόδια στην εδραίωση της

Το τέλος της παγκοσμιοποίησης δεν σχετίζεται απλά και μόνον με την αυτοϋπονόμευση του αντιπληθωριστικού καθεστώτος. Συνδέεται επίσης με το γεγονός ότι ο Δυτικός κόσμος χάνει συνεχώς θέσεις έναντι της ταχέως αναπτυσσόμενης Ανατολής (της Κίνας ιδιατέρως).

Γι αυτό και ο νεοπροστατευτισμός και η αναδίπλωση στο έθνος – κράτος, είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται πριν ακόμη γίνουν αισθητές οι συνέπειες της κρίσης του νεοφιλελευθερισμού στα πολιτικά συστήματα των χωρών της Δύσης (με την ενίσχυση των άκρων κλπ). Έτσι ήδη από το 2015 το παγκόσμιο εμπόριο έπεσε κατά 10%, πρώτη φορά μετά το 2009. Ένα μέρος αυτής της πτώσης είναι βέβαια σύμπτωμα της ευρύτερης οικονομικής δυσπραγίας και της μείωσης των επενδύσεων. Ένα υπολογίσιμο τμήμα της όμως οφείλεται στην ελάττωση του ρυθμού απελευθέρωσης του παγκόσμιου εμπορίου και στον ανερχόμενο προστατευτισμό. Μεταξύ 1985 και 1996 οι δασμοί έπεφταν με έναν ρυθμό 1% το χρόνο. Μεταξύ 1996 και 2008 υπήρξε επιβράδυνση της πτώσης σε 0,5%. Μετά το 2008 η μείωση των δασμών σταμάτησε στην ουσία, ενώ άρχισε να σημειώνεται μια εκρηκτική άνοδος των φραγμών στο παγκόσμιο εμπόριο.

Η νέα πάντως εποχή της αποπαγκοσμιοποίησης και της επιστροφής στο έθνος –κράτος δεν έχει βρει ακόμη το βηματισμό της. Ειδικά στις ΗΠΑ, αλλά και ευρύτερα, οι αντιστάσεις της υπερκρατικής ελίτ θα είναι έντονες, όπως φαίνεται από την προληπτική προσπάθεια ενοχοποίησης του Τραμπ, ως εκλεκτού ή στην καλύτερη περίπτωση ομήρου του Κρεμλίνου, πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του. Στην ακραία περίπτωση που παραπεμφθεί σε δίκη ή πολύ χειρότερα δολοφονηθεί, ορισμένοι αναλυτές δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ανοιχτού εμφυλίου πολέμου. Πέραν του χάσματος μεταξύ φιλελεύθερης ελίτ και λευκής εργατικής τάξης και η ίδια η ελίτ και το βαθύ κράτος είναι διχασμένα στις ΗΠΑ. Έτσι οι εταιρίες εξόρυξης υδρογονανθράκων και οι κλάδοι των μη διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, επιθυμούν δασμολογική προστασία, ενεργειακή αυτάρκεια με την εξόρυξη καυσίμων από τα σχιστολιθικά πετρώματα και τερματισμό της συμμαχίας με τη Σαουδική Αραβία, ενώ βλέπουν τη Ρωσία σαν πιθανό οικονομικό εταίρο και στρατιωτικό σύμμαχο για την εκρίζωση της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Αυτές οι μερίδες της ολιγαρχίας συσπειρώνονται γύρω από τον Τραμπ.

Το μεγαλύτερο τμήμα της Γουώλ Στρητ πάλι, η Σίλικον Βάλεϋ, το Χόλυγουντ, οι «πράσινες» βιομηχανίες, δεν θέλουν να απειληθεί με μέτρα προστατευτισμού η θέση τους. Επιπλέον επιδιώκουν τη διαφύλαξη της συμμαχίας με τη Σαουδική Αραβία, με στόχο χαμηλές τιμές πετρελαίου και επίσης στηρίζουν την επιθετικότητα εναντίον της Ρωσίας. Αυτή η μερίδα των ελίτ υποστήριξε την Κλίντον και υιοθετεί την εκστρατεία που έχουν εξαπολύσει οι μυστικές υπηρεσίες και ο Τύπος κατά του Τραμπ. Στο στράτευμα οι συσχετισμοί δύναμης ευνοούν τον νέο Πρόεδρο, ενώ στο διπλωματικό σώμα ευνοούν τους αντιπάλους του. Συνολικά την αντιπολίτευση των κομματικών και κρατικών μηχανισμών στον Τραμπ, ενορχηστρώνει η επίφοβη διακομματική πολιτική δύναμη των νεοσυντηρητικών.

Πέραν της λυσσαλέας αντίδρασης της μερίδας της ελίτ απέναντι στην αντισυστημική Δεξιά, η αποπαγκοσμιοποίηση έχει να αντιμετωπίσει και τη φθορά των νοοτροπιών και των θεσμών που οικοδομήθηκαν παλιότερα στα πλαίσια των εθνών – κρατών, η οποία εμποδίζει την επιστροφή μέρους τουλάχιστον της παραγωγής από τις αναδυόμενες οικονομίες στη Δύση. Γίνεται λόγος για την απαξίωση και απονοηματοδότηση της εργασίας του βιομηχανικού εργάτη στις ανεπτυγμένες οικονομίες, με εξαίρεση λίγες χώρες όπως η Γερμανία. Στα πλαίσια αυτά, τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες η ποιότητα της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης έχει πέσει δραματικά, την ίδια στιγμή που νέες δεξιότητες, όπως γνώσεις ρομποτικής και στοιχείων προγραμματισμού, απαιτούνται από ένα σημερινό βιομηχανικό εργάτη, που είναι πιθανότερο να περνά ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή παρά μπροστά από ένα θερμό κλίβανο. Ακόμη και αν συγκεντρωθούν άλλες προϋποθέσεις επανάκαμψης της παραγωγής της Δύσης, δεν υπάρχει, σε επαρκή αριθμό τουλάχιστον, το ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό για να στελεχώσει αυτήν την προσπάθεια. Εξάλλου ακόμη και μετά την επαναδιαπραγμάτευση των εμπορικών σχέσεων με την Κίνα και άλλες χώρες, η εργασία σ’ αυτές θα παραμείνει φθηνότερη, ενώ την ίδια στιγμή στη Δύση οι θέσεις εργασίας, που θα χάνονται λόγω τεχνολογικών καινοτομιών και αυτοματοποίησης, θα είναι σαφώς περισσότερες από εκείνες που θα δημιουργήσει η αποπαγκοσμιοποίηση, και τραγικά ανεπανόρθωτα χαμένες, παρά τους νέους νόμους και τους πιθανούς δασμούς.

Ένα άλλο μεγάλο πρόσκομμα στην αίσια έκβαση της αποπαγκοσμιοποίησης, είναι το γεγονός, ότι δεν υπάρχει καμία στρατηγική, για ένα ελεγχόμενο σκάσιμο της φούσκας των χρηματιστηρίων και της αγοράς ακινήτων και προπάντων, για την αντιμετώπιση της υποχρέωσης κρατών και ιδιωτών. Ειδικά για την απομείωση του χρέους, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με την «αφθονία» εργαλείων που επέτρεψαν να αντιμετωπισθούν τα υπέρογκα κρατικά χρέη που είχε συσσωρεύσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά και η περίοδος πριν από αυτόν, σήμερα δεν υπάρχουν ανάλογα όπλα στη διάθεση των κρατών και κυβερνήσεων. Αναφερόμαστε σε εργαλεία όπως ο μεγάλος ρυθμός ανάπτυξης, ο πληθωρισμός, τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού, οι έλεγχοι κεφαλαίων και η υψηλή φορολογία. Σήμερα εκλείπει, ως όπλο, ο πληθωρισμός που μόνο ασθενώς αυξήθηκε με την ποσοτική χαλάρωση. Με την ίδια μέθοδο έγινε προσπάθεια αύξησης του ρυθμού ανάπτυξης χωρίς όμως εντυπωσιακά αποτελέσματα, παρ’ ότι τα επιτόκια δανεισμού των δυτικών κρατών ευρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο όλων των εποχών (αν και προβλέπεται να αυξηθούν σταδιακά), με τους ελέγχους κεφαλαίων να έχουν υιοθετηθεί, επίσημα και ακούσια, μόνον από την Ελλάδα. Μένει ως μόνο και τελευταίο όπλο,  για την απομείωση του χρέους, η αύξηση των φορολογικών εσόδων. Αλλά τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα έχουν δεκάδες τρόπους αποφυγής καταβολής φόρων (φορολογικοί παράδεισοι κλπ). Συμπερασματικά, οι υπερχρεωμένες δυτικές οικονομίες δεν είναι δυνατόν να εξυγιάνουν τα οικονομικά τους, κάνοντας χρήση παραδοσιακών εργαλείων πολιτικής, οπότε θα πρέπει να καταφύγουν στη μέθοδο της διαγραφής χρεών ή έστω του παγώματος μεγάλου μέρους των.

Τώρα, παρ’ ότι ο Τραμπ δεν φαίνεται να επιδιώκει έναν εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, είναι αλήθεια ότι στοχεύει σε μία επαναδιαπραγμάτευση των οικονομικών και των εμπορικών σχέσεων με το Πεκίνο. Ο Τραμπ προσεγγίζει μάλλον ρεαλιστικά τη σχέση με την Κίνα: Η Κίνα είναι μια ώριμη, εξαιρετικά ανταγωνιστική οικονομική δύναμη, η οποία νικάει στον ανταγωνισμό της με τις ΗΠΑ, επειδή μεταξύ των άλλων επιδοτεί και ενισχύει ποικιλοτρόπως τις εξαγωγές της. Εάν οι ΗΠΑ εξασφαλίσουν αμοιβαία επωφελείς συμφωνίες με το Πεκίνο, που να οδηγούν σε ένα πιο ισορροπημένο εμπορικό ισοζύγιο, δεν υπάρχουν λόγοι να επιβληθούν δασμοί και τέλη στα Κινέζικα προϊόντα. Είναι σαφές βέβαια, ότι οι διαπραγματεύσεις με την Κίνα θα είναι πολύ δύσκολες, επειδή οι Αμερικάνοι μεγαλοεισαγωγείς είναι αντίθετοι στον Τραμπ και θα συμμαχήσουν με τους πανίσχυρους Κινέζους εξαγωγείς. Επιπλέον επειδή η Γουώλ Στρήτ επιδιώκει να διεισδύσει στις Κινέζικες χρηματαγορές, ο Αμερικάνικος χρηματοπιστωτικός τομέας θα είναι στην καλύτερη περίπτωση ένας ασταθής σύμμαχος στις φιλοβιομηχανικές πολιτικές του Τραμπ. Στα πλαίσια αυτά ο Τραμπ πιθανόν θα διατηρήσει, χωρίς να επεκτείνει, την πολιτική περικύκλωσης των θαλάσσιων συνόρων της Κίνας, που προώθησε ο Ομπάμα. Ο νέος Αμερικανός πρόεδρος τείνει μάλλον να συμβιβαστεί με το γεγονός, ότι οι ΗΠΑ είναι το πιο ευάλωτο μέρος στο τρίγωνο ΗΠΑ- Ρωσίας- Κίνας. Η ισχύς ειδικά της Ρωσίας δεν είναι μόνον υλική. Εξήλθε από το χάος, την αποσύνθεση και την ανομία της πρώτης υπό τον Γιέλτσιν μετακομμουνιστικής περιόδου με ενισχυμένο ηθικό κεφάλαιο και με αξιοσημείωτη κοινωνική συνοχή. Επιπλέον για πρώτη φορά οι ΗΠΑ έχουν χάσει το σχεδόν ολοκληρωτικό μονοπώλιο που διέθεταν στην ενημέρωση. Μια εξαιρετικά ενεργός φιλορωσική «μπλοκόσφαιρα» στο διαδίκτυο προσφέρει αυτό που έλειπε από τη Ρωσία μέχρι πρόσφατα, αποθέματα δηλαδή «μαλακής» ισχύος.

Σε ότι αφορά, τέλος, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, η θέση του Τραμπ είναι ότι εξασφαλίζουν μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα εις βάρος των ΗΠΑ και άλλων χωρών , βασιζόμενες μεταξύ των άλλων στα υποτιμημένα νομίσματα τους. Ειδικά για τη Γερμανία, ο Τράμπ βάλλει κατά του ευρώ, θεωρώντας το ως υποτιμημένο μάρκο, γεγονός που εξηγεί και την «προφητεία» του αμερικανού προέδρου για διάλυση της Ευρωζώνης εντός μηνών.

Συνολικά φαίνεται ότι η διαδικασία αποπαγκοσμιοποίησης θα είναι έντονα συγκρουσιακή. Κάθε άλλο παρά εύκολα η αποπαγκοσμιοποίηση θα ενεργοποιήσει έναν «ενάρετο κύκλο», όπου η ανάπτυξη με καθοριστική συμβολή του εθνικού κράτους θα συνδυάζεται με τη γενναία αύξηση των κοινωνικών παροχών. Εισερχόμαστε σε μία εποχή, όπου οι παλιοί τρόποι δεν λειτουργούν πλέον σωστά, ενώ καινούργιοι και πιο αποτελεσματικοί, δεν είναι ακόμη διαθέσιμοι.

Πηγές

– Global capitalism in Disarray. Intequality Debt and Austerity. By Anderson Solimano. Oxford University press 2017

– Από τον 20ο στον 21ο Αιώνα. Του Παναγιώτη Κονδύλη. Εκδόσεις Θεμέλιο. 2000. Αθήνα

– The Dept – Deflation theory of Great Depressions. By Irving Fisher. Econometrica 1933.

– Το κεφάλαιο τον 21ο Αιώνα. Του Thomas Piketty, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ. 2014. Αθήνα.

– Postmodernism or the Cultural Logic of Late Capitalism. By Frederic Jameson. Verso. 1991.

– Ο περίεργος μη θάνατος του Νεοφιλελευθερισμού. Του Κόλιν Κράουτς Εκδόσεις Εκκρεμές. Σεμπτέμβριος 2014. Αθήνα.

– Το παράδοξο της χρηματιστικοποιημένης εκβιομηχάνισης. Του Michael Hudson. Εκφωνήθηκε στις 10-10-2015 στο Παγκόσμιο συνέδριο Μαρξισμού στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Μεταφράστηκε από Ζούκα Βασίλειο και Μηνά Γρηγοράτο.

– Σύγχρονα ψέματα και αρχαίες αλήθειες. Για μια οντολογική αναθεώρηση της Δύσης. Του ΘεόδωρουΖιάκα. www.antifono.gr

– Global Trumpism Why Trymp’s Victory was 30 years in the Making and why it won’t stop here. By Mark Blyth Foreign Affairs From the anthology: The best of 2016

– Make America Make Again. Training workers for the new Economy. By Katherine S. Newman and Hella Winston. Foreign Affairs. January / February 2017.

– Risk of  Deglobalization Hangs Over World Economy. By Simon Nixon. Oct 5, 2016. The Wall Street Journal.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας (“Ο χάρτης του κόσμου”, 1971) που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του, ιταλού, Alighiero Boetti.

 

πηγή κειμένου: Aντίφωνο

Ο «ιδεαλισμός με αρβύλες» και ο νεοσυντηρητισμός

Ευάγγελος Κοροβίνης

Α) Σύντομη Ιστορική Αναδρομή

Ο συντηρητισμός κατανοείται συνήθως ως ένα ιδεολογικό και πολιτικό ρεύμα που γεννήθηκε σαν αντίδραση στο Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση. Αλλά, όπως έχει δείξει ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο συντηρητισμός έχει μια ισχυρή προνεωτερική συνιστώσα. Μια συνιστώσα που σχετίζεται με τις προσπάθειες των ανωτέρων στρωμάτων της φεουδαλικής κοινωνίας, των ευγενών, να ανακόψουν τη διάλυσή της, τη συνυφασμένη με την ανάδυση του νεότερου συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού κράτους ήδη από τον 16ο αιώνα. Η διαδικασία διάλυσης της φεουδαλικής κοινωνίας, ο σταδιακός δηλαδή θρυμματισμός των φεουδαλικών οίκων, των συντεχνιών και των σχετικών με αυτούς μορφών κυριαρχίας, οδήγησε στην υπαγωγή των «ξεριζωμένων» πλέον ατόμων κατ’ ευθείαν στο νεωτερικό κράτος, χωρίς τη μεσολάβηση της κοινωνικής πυραμίδας του φεουδαλισμού. Μετά την οριστική αποσύνθεση της προνεωτερικής κοινωνίας, όσοι από τους συντηρητικούς δεν είχαν αυταπάτες για επιστροφή στο παρελθόν, πρότειναν μια συμπόρευση με τον φιλελευθερισμό που θα διασφάλιζε τη σύμπραξη όλων των ιδιοκτητών. Η συντηρητική προσδοκία, ότι στον συνασπισμό αυτόν ο φιλελευθερισμός θα έπαιζε το δεύτερο βιολί και ότι πέραν της ιδιοκτησίας τους οι ευγενείς θα διέσωζαν και τα κοινωνικά και πολιτικά τους προνόμια, αποδείχθηκε φρούδα στην πορεία του χρόνου.

Στην Αμερική (ΗΠΑ), ο τωρινός νεοσυντηρισμός αποκλήθηκε έτσι προκειμένου να αντιδια­σταλεί προς τον λεγόμενο παλαιοσυντηρητισμό, δηλαδή την προ του 1960 παλιά Δε­ξιά, η οποία είχε γνωρίσει μια βραχύβια αναγέννηση τη δεκαετία του ’80, ως αντίθεση στην επεμβατική εξωτερική πολιτική των νεοσυντηρητικών και την «ευκαμψία» τους στα θέματα των αμβλώσεων και των οικογενειακών αξιών. Πάντως ο παλαιοσυντηρητισμός αυτός, δεν μπό­ρεσε να καταστεί ηγεμονική δύναμη στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού κόμματος. (Ο πιο προβεβλημένος εκπρόσωπός του, ο Pat Buchanan, επιχείρησε δύο φορές τη δεκατία του 1990 να πάρει το προεδρικό χρίσμα και απέτυχε).

Οι νεοσυντηρητικοί, ένα διακομματικό εν τέλει ρεύμα, επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους κυρίως στην εξωτερική πολιτική, όπως θα δούμε, σε συνεργασία με τους επίσης διακομματικούς νεοφιλελεύ­θερους, που ενδιαφέρονται κυρίως για τα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, θα είναι εκείνοι που θα κυριαρχήσουν στις κυβερνήσεις του Ρήγκαν και του Μπους υιού και θα συνεχίσουν να ασκούν κάποια επιρροή και στις κυβερνήσεις του Ομπάμα.

Β) Οι τρεις γενιές των νεοσυντηρητικών

Ο κόσμος άρχισε να προσηλώνει την προσοχή του στους νεοσυντηρητι­κούς το 2002 – 2003, όταν κορυφώθηκε η καμπάνια τους υπέρ της εισβολής στο Ιράκ. Στα χρόνια που ακολούθησαν το φιάσκο της κατοχής του Ιράκ από τα αμερικανικά στρατεύματα, το άστρο των νεοσυντηρητικών φάνηκε να δύει αμετάκλητα. Η ανυποληψία και η γενική καταδίκη των νεοσυντηρητικών και του «ιδεαλιστικού» μιλιταρισμού τους, που συνόδευσαν το φιάσκο, έκανε πολλούς έκτοτε να τους αντιμετωπίζουν ως παρελθόν.

Η θεώρηση αυτή είναι ανακριβής για δύο λόγους. Κατ’ αρχάς, οι νεοσυντηρητικοί ήταν μία ενεργός δύναμη στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ τρεις δεκαετίες πριν την εισβολή στο Ιράκ το 2003. Επί πλέον συνέχισαν στην πραγματικότητα και μετά την εισβολή, ως σήμερα, να είναι παρόντες στην πολιτική σκηνή της Ουάσιγκτον και στη μάχη των ιδεών, ακόμη και κατά την πιο μεγάλη τους εξασθένηση, το 2005 – 2007.

Η «ταμπέλα» νεοσυντηρητικοί αποδόθηκε, λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, από φίλους και εχθρούς, σε μία ομάδα νεοϋορκέζων διαννοουμένων (αρκετοί από τους οποίους ήταν εβραϊκής καταγωγής), οι οποίοι τηρούσαν κριτική στάση έναντι της «αριστερής στροφής» των ΗΠΑ κατά την προηγούμενη δεκαετία. Οι διαννοούμενοι αυτοί αντιδρούσαν στις φοιτητικές διαμαρτυρίες κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, στην αντικουλτούρα, στον «εθνικισμό» της «μαύρης δύναμης», στον ακραίο φεμινισμό και την οικολογία και, τέλος, στην «υπερεξάπλωση» του κοινωνικού κράτους επί Λύντον Τζόνσον. Ενώ όμως δεν υπερασπίζονταν με πάθος τις ελεύθερες αγορές και το κράτος «νυχτοφύλακα», όπως οι νεοφιλελεύθεροι, ωστόσο καταδίκαζαν έντονα τον «απεριόριστο» εξισωτισμό της Νέας Αριστεράς. Αυτή η αρχική ομάδα, των κατά βάση νεοϋορκέζων «νεοσυντηρητικών», ενδιαφερό­ταν κυρίως για θέματα εσωτερικής πολιτικής. Ανάμεσά τους οι Nathan Glazer, Seymour Martin Lipset, James Q. Wilson, Norman Podhoretz και Daniel Patric Moynihan, που συσπειρώθηκαν γύρω από το περιοδικό The Public Interest, το οποίο δημιούργησαν ο Irving Kristol και ο Daniel Bell το 1965.

Μοιάζει, έτσι, να υπάρχει πλήρης «αποσύνδεση» ανάμεσα σ’ αυτή την πρώτη ομάδα «νεοσυντηρητικών», που έστρεφαν το ενδιαφέρον τους κυρίως σε θέματα εσωτερικής πολιτικής και στους νεοσυντηρητικούς των επόμενων δεκαετιών που είχαν έδρα τους την Ουάσιγκτον και ενδιαφέρονταν πια σχεδόν αποκλειστικά για θέματα εξωτερικής πολιτικής. Υπάρχει όμως ένα λεπτό νήμα που συνδέει τις δύο ομάδες και εξηγεί την αντοχή στο χρόνο της «νεοσυντηρητικής» ταμπέλας. Είναι μία ακόμη, ενδιάμεση ομάδα νεοσυντηρητικών, συσπειρωμένων γύρω από τον δημοκρατικό γερουσιαστή της Ουάσιγκτον Henry «Scoop» Jackson.

Η ομάδα αυτή γεννήθηκε επίσης μέσα από μια αντίδραση στη  Νέα Αρι­στε­ρά, αλλά αυτή τη φορά εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, όταν ο γερου­σια­στής McGovern κέρδισε το χρίσμα των Δημοκρατικών το 1972, για να αντιπα­ρα­τεθεί με τον Νίξον των Ρεπουμπλικανών. Ο McGovern θεωρήθηκε από την ομάδα του Henry «Scoop» Jackson, ως αποκλίνων πολύ προς τα αριστερά. Υποστήριζε μαζικά προγράμματα κοινωνικής πολιτικής και στην εξωτερική πολιτική ήταν υπέρ μιας γρήγορης αποχώρησης των αμερικανικών στρατευ­μάτων από το Βιετνάμ και μεγάλων περικοπών στις αμυντικές δαπάνες. Γύρω από το Commentary, ένα περιοδικό που εξέδιδε η Αμερικανική Εβραϊκή Επι­τροπή, συσπειρώθηκε η ομάδα που ακολούθησε τον Henry«Sccop» Jack­son, όπως οι Richard Perle, Jeane Kirpatric, Eugene Rostow, Joshua Murav­chik, Elliot Abraams και άλλοι. Όλοι αυτοί ήθελαν να γυρίσουν πίσω στην παράδοση του Χάρυ Τρούμαν, του Αμερικανού Δημοκρατικού προέδρου που πυροδότησε τον ψυχρό πόλεμο. «Προοδευτικές» πολιτικές στο εσωτερικό και «μυώδης» αντικομμουνισμός στο εξωτερικό. Αυτό το μείγμα εξηγεί, γιατί δεν πολέμησαν μόνον τον Mc Govern και την αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος, αλλά όπως θα δούμε, και την ρεαλιστική πολιτική της Ύφεσης, μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, των Νίξον και Κίσσιγκερ, που αποϊδεολογικοποιούσε τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – ΕΣΣΔ, «νομιμοποιώντας», κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως πίστευαν οι νεοσυντηρητικοί, το Σοβιετικό καθεστώς.

Επειδή, εν πάσει περιπτώσει, το Δημοκρατικό κόμμα δεν προσχώρησε στις απόψεις της ομάδας που υποστήριξε τον Henry «Scoop» Jacksonκαι επειδή ο επόμενος μετά τον McGovern υποψήφιος και μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ Τζίμμυ Κάρτερ παραήταν «ειρηνόφιλος», η ομάδα του Jackson μεταπήδησε στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα και άρχισε να δουλεύει για τον Ρόναλντ Ρήγκαν. Ενέπνευσε δε μέρος της εξωτερικής πολιτικής του Ρήγκαν, περιλαμβανομένης της υποστήριξης των «μαχητών της ελευθερίας» εναντίον της «Σοβιετικής Αυτοκρατορίας» στο Αφγανιστάν και στην Κεντρική Αμερική (Νικαράγουα). Εξάλλου, πλειοδότησε υπέρ της κούρσας εξοπλισμών επί Ρήγκαν και υποστήριξαν με πάθος την ρητορική κατά της «αυτοκρατορίας του κακού». Ο Ρήγκαν τελικά αποστασιοποιήθηκε από τους νεοσυντηρητικούς, ιδίως κατά τη δεύτερή του θητεία, κατά παρόμοιο τρόπο με τον Μπους υιό μετά το 2005.

Παρά τις διαφορές τους, οι δύο πρώτες οικογένεις των νεοσυντηρητικών, οι νεοϋορκέζοι διαννούμενοι και οι δημοκρατικοί του Henry «Scοop» Jackson είχαν αρκετά σημεία σύγκλισης και κοινούς εχθρούς: την αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος, τον ηθικό σχετικισμό και τον αντιαμερικανισμό. Αυτό επέτρεψε σε αρκετούς από την πρώτη ομάδα, να ενταχθούν στη δεύτερη, ενώ ορισμένοι της δεύτερης ομάδας, όπως η Jeane Kirpatric, πλησίασαν πολύ τις θέσεις της πρώτης ομάδας στα ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Γι’ αυτό, η ταμπέλα «νεοσυντηρητικοί», κατέληξε να καλύπτει και τις δύο ομάδες. (Ένα μέρος των νεοσυντηρητικών της πρώτης «φουρνιάς» πάντως, ιδίως ο Irving Kristol, η πιο εμβληματική μορφή της, δεν συμμερίσθηκε τις απόψεις των δημοκρατικών του Heny «Scοop» Jackson).

Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, τη στιγμή που ο νεοσυντηρισμός φάνηκε ότι είχε πεθάνει, μετά τη νίκη των ΗΠΑ στον Ψυχρό πόλεμο, μια τρίτη οικογένεια νεοσυντηρητικών εμφανίστηκε και συσπειρώθηκε γύρω από το The Weekly Standard  (το οποίο άρχισε να εκδίδεται το 1995), το American Enterprise Institute και την πρωτοβουλία για το Νέο Αμερικανικό αιώνα (PNAC, 1997-2006). Οι γνωστότεροι νεοσυντηρητικοί αυτής της περιόδου είναι οι Bill Kristοl (γιος του Irving Kristοl), Robert Kagan (σύζυγος της υφυπουργού Εξωτερικών του Ομπάμα Victoria Nuland), Gary Schmitt, Max Boot και Dong Feith. Είναι ιδιολογικοί κληρονόμοι της δεύτερης ομάδας, αλλά είναι πιο εδραιωμένοι μέσα στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού κόμματος.

Γ) Οι μορφωτικές – πολιτικές καταβολές των νεοσυντηρητικών

Ο νεοσυντηρητισμός είναι ένα μείγμα τριών ιδεολογικο-πολιτικών παραδό­σεων:

1) Η πρώτη καταβολή έχει σημείο αναφοράς την ψυχροπολεμική έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας της Κυβερνήσεως Τρούμαν, η οποία συντάχθηκε υπό την επίβλεψη του Paul Nitzeτο 1950 και έγινε γνωστή ως NSC-68. Ο Nitze, αντίθετα, προς τους άλλους δύο συνδιαμορφωτές της εξωτερικής πολιτικής του Τρούμαν, τον Schlesingerκαι τον Niebuhr, πίστευε ότι η Αμερική βρίσκεται σε «θανάσιμο κίνδυνο» από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία μετατρεπόταν σταδιακά σε στρατιωτικώς υπέρτερη των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να «φιλανδοποιηθεί» όλη η Δ. Ευρώπη. Αντίθετα ο Schlesinger, με αφορμή τη διαφοροποίηση του Γιουγκοσλάβου κομμουνιστή ηγέτη Τίτο από τον Στάλιν, πίστευε ότι το κομμουνιστικό στρατόπεδο είχε αρχίσει να κατακερματίζεται, κάνοντας έτσι πολύ πρώιμα μία εύστοχη πρόβλεψη για πιθανό μελλοντικό Σινο-Σοβιετικό ρήγμα. Την ίδια στιγμή, ο Nitze συνελάμβανε τον κομμουνισμό ως μονολιθικό. Η προσέγγιση του Nitze ήταν επίσης διαφορετική από τον ρεαλισμό του Niebuhr, που ήταν αντίθετος στη μετατροπή της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής σε ημιθρησκευτική αντικομμουνιστική σταυροφορία. Η λογική του Nitze θα οδηγήσει στην αμερικανική επέμβαση στο Βιετνάμ και σε περιοδική υστερία για «χάσμα» εξοπλισμών και για «παράθυρα» ευαλωτότητας. Ο Nitze στη δεκαετία του ’70 έγινε ένας από τους σημαίνοντες νεοσυντηρητικούς.

2) Η δεύτερη σημαντική επιρροή στους νεοσυντηρητικούς ήταν, όσο και αν φαίνεται παράξενο, η κληρονομιά του τροτσκισμού. Πολλοί από τους θεμελιωτές του νεοσυντηρητισμού, όπως ο εκδότης του Public Interest, o Irving Kristol και ο συνεκδότης Nathan Glazer ήταν αρχικά τροτσκιστές. Νεότεροι νεοσυντηρητικοί, όπως ο Joshua Muravchic, προήλθαν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε μια εποχή που κυρίαρχη φιγούρα στο κόμμα αυτό ήταν ο πρώην τροτσκιστής Max Schuchtman.

Αυτό που αποκόμισαν οι νεοσυντηρητικοί από το τροτσκιστικό παρελθόν τους ήταν μία ιδεαλιστική αντίληψη των διεθνών σχέσεων. Οι τροτσκιστές πίστευαν ότι ο Στάλιν, προσπαθώντας να «οικοδομήσει το σοσιαλισμό σε μια μόνο χώρα» και όχι μέσω της παγκόσμιας επανάστασης, δημιούργησε ένα «εκφυλισμένο εργατικό κράτος», αντί για μια «γνήσια δικτατορία του προλεταριάτου». Οι τροτσκιστές ήταν άλλωστε οι πιο ακραίοι διεθνιστές στα πλαίσια του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Το 1939, σαν αποτέλεσμα του συμφώνου των Ναζί με τους Σοβιετικούς, οι Τροτσκιστές των ΗΠΑ διασπάστηκαν, με την πτέρυγα υπό το Max Schachtman να επιτίθεται εξίσου στον γερμανικό ναζισμό και στον σοβιετικό κομμουνισμό.

Οι τροτσκιστικής αφετηρίας νεοσυντηρητικοί έτειναν να βλέπουν την εξωτερική πολιτική σαν σταυροφορία. Ποτέ δεν την αντιμε­τώπισαν ρεαλιστικά, με όρους, δηλαδή, εθνικού συμφέροντος και ισορροπίας δυνάμεων. Ο νεοσυντηρητισμός τους ήταν ένα είδος «αναποδογυρισμένου» τροτσκισμού, που ήθελε να «εξάγει τη δημοκρατία», με τα λόγια του Muravchic, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Τρότσκι οραματίσθηκε την «εξαγωγή της επανάστασης».

Περιγράφοντας τους νεοσυντηρητικούς της δεκαετίας του 1970, πολλοί στέκονται αποκλειστικά στην αντιπολίτευσή τους στο Δημοκρατικό γερουσιαστή McGovern και μετέπειτα στον Κάρτερ, ελαχιστοποιώντας την αντίθεσή τους στον Κίσσιγκερ. Μια αντίθεση που έπαιξε όμως εξίσου σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή τους ως πολιτική τάση. Οι νεοσυντηρητικοί σημείωσαν την πρώτη τους νίκη αμφισβητώντας τον ρεαλισμό του Κίσσιγκερ και του Νίξον. Η στρατηγική αυτών των δύο ήταν να χρησιμοποιήσουν την Κίνα σαν αντίβαρο προς την Σοβιετική Ένωση για να εντάξουν την τελευταία σε μια «δομή ειρήνης». Με αφορμή, λοιπόν, την άρνηση των Σοβιετικών να συμμορφωθούν με την τροποποίηση Jackson-Vanik του 1973 (που ζητούσε παραχωρήσεις της ΕΣΣΔ στο ζήτημα της μετανάστευσης των Εβραίων κατοίκων της προς τις ΗΠΑ, με αντάλλαγμα εμπορικές παραχωρήσεις), κατόρθωσαν να εκτροχιάσουν την ύφεση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.

3) Η τρίτη επιρροή, που συνετέλεσε στη διαμόρφωση του νεοσυντηρητισμού, σχετίζεται με τον καθηγητή της πολιτικής επιστήμης και φιλοσοφίας Leo Strauss (1889-1973). Εβραίος πρόσφυγας από τη ναζιστική Γερμανία, ο Strauss πίστευε, ότι «η Δύση βρισκόταν σε κρίση, επειδή έχασε τη βεβαιότητα για τον σκοπό της».

Στο κέντρο της προσέγγισης του Strauss βρίσκεται η απόρριψη του ιστορικισμού. Ο ιστορικισμός υποθέτει ότι κάθε ανθρώπινο έργο, επομένως και κάθε φιλοσοφία, είναι ουσιαστικά έκφραση της εποχής μέσα στην οποία γεννήθηκε. Ο τυπικός λόγιος της εποχής μας, λέει ο Strauss, πιστεύει, χωρίς να έχει πλήρη συνείδηση αυτής της πεποίθησής του, ότι είναι ανώτερος σε γνώση από οποιοδήποτε από τους μεγάλους στοχαστές του παρελθόντος, μόνο και μόνο επειδή ζει σε μια εποχή μεταγενέστερη και άρα πιο «προοδευμένη».

Πρέπει όμως να αναρωτηθούμε, κατά τον Strauss, όταν ερχόμαστε σε επαφή μ’ αυτούς τους μεγάλους στοχαστές του παρελθόντος, μήπως βίωναν το άμεσο ιστορικό τους περιβάλλον σαν μια φυλακή, από την οποία έπρεπε να δραπετεύσουν και να δεχθούμε, ότι όντως δραπέτευσαν, με τον πλέον περίπλοκο, περίτεχνο και εν πολλοίς άγνωστο σε μας τρόπο, όχι μόνον οι ίδιοι, αλλά στον ένα ή τον άλλο βαθμό και ένας περιορισμένος αριθμός «φυλακισμένων» μαθητών τους. Θα πρέπει επίσης, πλησιάζοντας τέτοιους στοχαστές, να έχουμε κατά νου ποιες ακριβώς ρητορικές στρατηγικές υιοθέτησαν, ώστε να διασφαλίσουν την επαφή τους με τα πολύ διαφορετικά ακροατήρια των αναγνωστών τους ανά τους αιώνες και τις προκαταλήψεις τους.

Με την κριτική του αυτή στον ιστορικισμό, ο Strauss προσπαθεί να λύσει την αντίφαση, που εξ’ αρχής διασχίζει τον Διαφωτισμό, μεταξύ της Οικουμενιστικής κανονιστικής του αξίωσης (για εφαρμόσιμα «στον άνθρωπο» καθολικής ισχύος δικαιώματα, τα εφευρημένα από έναν υπεριστορικό λόγο) και της ανακάλυψης της ιστορικότητας, η οποία σχετικοποιεί κάθε παρόμοια αξίωση. Πράγματι, η επισήμανση από τον Διαφωτισμό των θεσμι­κών, πολιτισμικών καθώς και των οικονομικών καθορισμών της ανθρώπινης ύπαρξης, καθιστά την πίστη σε μια αντικειμενική ηθική τάξη και σε απαρά­γραπτα, φυσικά και πανανθρώπινα δικαιώματα, τουλάχιστον προβληματική.

Απ’ αυτήν την άποψη, η διάκριση που κάνει ο Leo Strauss ανάμεσα σε τρία κύματα της νεωτερικότητας και η πλειοδοσία υπέρ του πρώτου και σε βάρος των άλλων δύο, έχει σοβαρά προβλήματα. Παρακάμπτοντας ο ίδιος την εξ’ αρχής παρούσα αντίφαση μεταξύ οικουμενικών αξιώσεων και ιστορικής αιτιοκρατίας, λέει ότι η εμπειρία του 20ού αιώνα δείχνει την ανωτερότητα αυτού που αποκαλεί πρώτο κύμα της νεωτερικότητας, του οποίου η ύπατη πολιτική έκφραση είναι κατά τη γνώμη του η «αντιπροσωπευτική δημοκρατία», όπως δομήθηκε από το Αμερικανικό Σύνταγμα. Το δεύτερο κύμα, με τον Ρουσσώ και τον γερμανικό ιδεαλισμό, που καταλήγει στον μαρξισμό, καθώς και το τρίτο κύμα με τον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ, αποδείχθηκαν κατώτερα, κατά τον Strauss, οδηγώντας στον ιστορικισμό και τον ηθικό και πολιτισμικό σχετικι­σμό των ημερών μας. Συνολικά ο Strauss θεωρεί, ότι η αρχαιοελληνική δημοκρατία έχει συνάφεια με το πρώτο κύμα της νεωτερικότητας, παρότι αναγνωρίζει ότι η λησμονιά των πρωταρχικών ερωτημάτων, που έθεσε η ελληνική φιλοσοφία, ήταν το τίμημα που κατέβαλε ο νεωτερικός άνθρωπος στην προσπάθειά του να αποκτήσει πλήρη αυτοκυριαρχία και να καταστεί κύριος της φύσης, καθώς και να νικήσει την τυχαιότητα.

Ειδικά, τώρα, σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις, οι θεωρητικοί που εμπνέονται από τον Leo Strauss επιχείρησαν μια επανερμηνεία του Θουκυδίδη, του πατέρα της ρεαλιστικής σχολής των διεθνών σχέσεων, η οποία προσπαθεί να φέρει στο  φως έναν υποτιθέμενο ισχυρό δεσμό του Θουκυδίδη με τους μετασωκρατικούς.

Σε αντίθεση με τους ρεαλιστές, που πιστεύουν ότι ο Θουκυδίδης μας λέει, πως είναι αδύνατο να σταθεροποιηθεί επ’ αόριστον η ισορροπία των αντίπαλων δυνάμεων (που είναι η αντικειμενική προϋπόθεση των ειρηνικών καταστάσεων) και ότι επίσης είναι αδύνατον να σταθεροποιηθούν και οι υποκειμενικές προϋποθέσεις της ειρήνης (που είναι οι κραταιοί θεσμοί και η αρετή) και άρα η επιδίωξη διαρκούς ειρήνης είναι ανόητη φλυαρία και ανόητη φιλοδοξία, οι μαθητές του Strauss πιστεύουν, ότι κεντρικό θέμα του Θουκυδίδη είναι μία διερεύνηση της πραγματικής σημασίας της δικαιοσύνης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών.

Η νέα αυτή προσέγγιση του Θουκυδίδη εκθέτει ανεπανόρθωτα, υποτίθεται, την αποκαλούμενη ρεαλιστική και νεορεαλιστική θεωρία των διεθνών σχέσεων, ως μη ρεαλιστική, καθώς αποτυγχάνει να λάβει υπ’ όψιν της πόσο δραστικά επηρεάζεται η συμπεριφορά των κρατικών δρώντων από τη διαφοροποίηση της φύσης των καθεστώτων τους και τα ανταγωνιζόμενα αξιακά συστήματα των κρατών. Ο Strauss άσκησε, μ’ αυτό τον τρόπο, έντονη επιρροή στον εκδότη του περιοδικού Commentary του Norman Podhoretz και τον στρατιωτικό αναλυτή Paul Wolfowitz.

Δ) Οι νεοσυντηρητικοί και η επιδίωξη «εκδημοκρατισμού» των μουσουλμανικών χωρών με αφετηρία το Ιράκ

Η επικράτηση των ΗΠΑ στον Ψυχρό πόλεμο δημιούργησε στη Δύση και κυρίως στην Αμερική την ψευδαίσθηση της πλήρους και οριστικής επικρά­τησης του δυτικού πολιτισμού, του «τέλους της ιστορίας», όπως υποστήριξε ο Fukuyama.

Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 με την καταστροφή των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη, έθεσε τέλος σ’ αυτή την ευφορία και ήρθε με τραγικό τρόπο να υπογραμμίσει την εγγενή αναρχία του πεδίου των διεθνών σχέσεων, πράγμα που καθιστά την αυτοβοήθεια των εθνών (τη βασισμένη στην αποτρεπτική ισχύ και την αποσόβηση των αποσυνθετικών διαδικασιών στο εσωτερικό των κρατών) υποχρεωτική επιλογή, για την επιβίωση ανάμεσα σε κρατικούς δρώντες με αντικρουόμενα συμφέροντα.

Οι νεοσυντηρητικοί αντέδρασαν στην τρομοκρατία της Αλ-Κάιντα, ισχυρι­ζόμενοι ότι η ρίζα του προβλήματος βρισκόταν στην «απουσία της δημοκρατίας» από τη Μέση Ανατολή. Η λύση κατ’ αυτούς ήταν προφανής: «εξαγωγή εκεί της δημοκρατίας», με αφετηρία το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν και τελικά τη «διάδοσή» της σε όλο τον μουσουλμανικό κόσμο. Ο φιλοπόλεμος ιδεαλισμός αποτέλεσε τη βάση του πιστεύω των νεοσυντηρητικών.

Η Αμερική, σύμφωνα με αυτούς, δεν μπορεί να συμπεριφέρεται όπως οι άλλες μεγάλες δυνάμεις και να αδιαφορεί για τη φύση των καθεστώτων και την τύχη της «ελευθερίας» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Οι νεοσυντηρητικοί τονίζουν, ότι την πεποίθηση αυτή, την συμμερίζονται και πολλοί στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος και όχι μόνον τα γεράκια του. Η προεδρία Κλίντον, για παράδειγμα, στη δεκαετία του 1990, με τον «ανθρωπιστικό παρεμβατισμό» της στην πρώην Γιουγκοσλαβία, ενήργησε αποφασιστικά, σε αντίθεση με τις συστάσεις ρεαλιστών όπως ο James Baker και ο Colin Powel.

Η ιδιαιτερότητα των νεοσυντηρητικών είναι ο συνδυασμός της «εξαγωγής της δημοκρατίας», με την «μυώδη» ένοπλη επιβεβαίωση της αμερικανικής ισχύος, ένα μείγμα που προσφυώς αποκλήθηκε «ιδεαλισμός με αρβύλες». Γι’ αυτό και οι νεοσυντηρητικοί υποστήριζαν σταθερά την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Η άποψη αυτή τους φέρνει σ’ ένα βαθμό σε σύγκρουση με τους νεοφιλελεύθερους, που επιδιώκουν δημοσιονομική πειθαρχία και ανησυχούν για τα διευρυνόμενα ελλείμματα του προϋπολογισμού, καθώς και με υποστηρικτές της Αριστεράς, που επιθυμούν η Αμερική να ξοδεύει περισσότερα για «βούτυρο» παρά για «κανόνια». Η «εξαγωγή της δημοκρατίας» δεν συνδυάζεται μόνον με τον μιλιταρισμό των νεοσυντηρητικών, αλλά και με τον διεθνισμό τους. Θεωρούν ότι η «δημοκρατία» και τα «ανθρώπινα δικαιώματα» προορίζονται για τον καθένα.

Η έμφαση στη χρήση στρατιωτικής ισχύος εξηγεί και τη ροπή τους προς τον «μονομερισμό» σε βάρος της πολυμερούς διπλωματίας. Ο μονομερισμός τονίζει τη σημασία της αμερικανικής ισχύος και πρωτοκαθεδρίας. Η Αμερική δεν πρέπει να περιορίζεται στη δυνατότητά της να ενεργήσει ούτε από πολυμερείς θεσμούς όπως ο ΟΗΕ, ούτε από τις οποιεσδήποτε συμφωνίες, που έτσι και αλλιώς δεν τις σέβονται τα «κακοποιά» κράτη. Σύμφωνα με την προσέγγιση των νεοσυντηρητικών, ο ΟΗΕ δεν είναι μόνον «αναποτελεσματικός», αλλά και «αντιδημοκρατικός». Η γενική συνέλευση του ΟΗΕ δίνει για παράδειγμα την ίδια δύναμη στη Λιβύη με αυτήν που δίνει στην Ινδία. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι ακόμη πιο προβληματικό. Γιατί, μια «τυρανία», όπως η Κίνα και μια «ημιδικτατορία», όπως η Ρωσία του Πούτιν, να έχουν δικαίωμα βέτο πάνω σ’ αυτά που επιδιώκει η «διεθνής κοινότητα»;

Το μοντέλο της συλλογικής δράσης που προτιμούν οι νεοσυντηρητικοί είναι οι «συμμαχίες των προθύμων», συνεργασίες Δημοκρατιών δηλαδή, όπως στον πόλεμο στο Ιράκ, επί Μπους υιού, όπου οι «πρόθυμοι» καλούνται να συστρατευθούν σε μια κοινή προσπάθεια, τους όρους της οποίας τους καθορίζει η Ουάσιγκτον. Η αποστολή ορίζει τη συμμαχία και όχι το ανάποδο. Πιστεύουν βαθιά, ότι ο πιο ορθός τρόπος να αποσπασθεί η συνεργασία των άλλων κρατών είναι η αποφασιστικότητα των ΗΠΑ.

Οι πέντε βασικοί πυλώντες του νεοσυντηρητισμού που αναφέρθηκαν («εκδημοκρατισμός», μιλιταρισμός, διεθνισμός, πρωτοκαθεδρία και μονομε­ρισμός) δοκιμάσθηκαν στην περίπτωση του Ιράκ και απέτυχαν.

Δεδομένων των εθνοτικών διαφορών στο Ιράκ, καθώς και της χιλιετούς σύγκρουσης μεταξύ σουνιτών και σιϊτών, με τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους να περνάει μέσα από την ίδια τη Βαγδάτη, η απόπειρα «εκδημοκρατισμού» της χώρας μέσω της στρατιωτικής κατοχής και η προσδοκία ριζικής μεταβολής μέσα σε πολιτικά εύλογο διάστημα, αποδείχθηκε ουτοπική. Η εδραίωση μιας «πλουραλιστικής δημοκρατίας» υπήρξε απείρως δυσκολότερη από την ανατροπή του σουνίτη δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Κάθε κοινότητα (οι Κούρδοι στο Βορρά, οι σιΐτες που αποτελούν την πλειοψηφία και οι μειοψη­φούντες σουνίτες) αντιμετώπιζε ολοένα και περισσότερο τη μεταπολεμική τάξη, ως μια μάχη μέχρις εσχάτων για την εξασφάλιση εξουσίας, εδαφών και εσόδων από το πετρέλαιο.

Ε) Οι νεοσυντηρητικοί και η Ρωσία του Πούτιν

Παρότι μετά την αποτυχία του πειράματος βίαιου «εκδημοκρατισμού» στο Ιράκ οι νεοσυντηρητικοί φάνηκε να πέφτουν σε ανυποληψία, μια ματιά στη συνεχιζόμενη παρουσία τους στην πολιτική σκηνή στην Ουάσιγκτον και στη μάχη των ιδεών, διαψεύδει αυτόν τον ισχυρισμό.

Το 2008 για παράδειγμα, ο Robert Kagan με το δοκίμιο «Η επιστροφή της Ιστορίας και το τέλος των ονεί­ρων», περιέγραψε το αναδυόμενο τοπίο των διεθνών σχέσεων σαν έναν αγώνα ανάμεσα στις Δημοκρατίες, αφ’ ενός, και στα ανερχόμενα, με ολοένα και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, αυταρχικά κράτη, των οποίων ηγούνται η Ρωσία και η Κίνα, αφ’ ετέρου. Οι νεοσυντηρητικοί, μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, πίεζαν αρχικά για βομβαρδισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, ενώ τώρα επιτίθενται στη Ρωσία του Πούτιν, χωρίς να ξεχνούν να υποστηρίζουν όπως πάντα το Ισραήλ.

Οι νεοσυντηρητικοί, επιδιώκοντας να προωθήσουν ένα νέο ψυχρό πόλεμο απέναντι στη Ρωσία, δεν απειλούν πλέον μόνον την ευρωστία και το όποιο κύρος της Αμερικής, όπως έκαναν με τους κακά υπολογισμένους περιφε­ρειακούς πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν και την κατασπατάληση τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τη δολοφονία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, καθώς και την αποσταθεροποίηση ολόκληρων περιοχών του πλανήτη στη Μέση Ανατολή, μέρος της Αφρικής και τώρα της Ευρώπης. Διακινδυνεύουν έναν πυρηνικό πόλεμο, θέτοντας σε κίνδυνο τη συνέχιση της ίδιας της ζωής στον πλανήτη.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι η Victoria Nuland, η υφυπουργός εξωτερικών του Ομπάμα και σύζυγος του γνωστού νεοσυντηρητικού Robert Kagan, διηύθυνε προσωπικά το πραξικόπημα στο Κίεβο της Ουκρανίας και επέλεξε τα πρόσωπα που απάρτισαν την κυβέρνηση, καθώς και τον πρόεδρο της νέας αμερικανικής αποικίας στον ποταμό Δνείπερο, της Ουκρανίας. Μετά την εγκατάσταση ενός έντονα αντιρωσικού καθεστώτος στην «αυλή» της Ρωσίας και μάλιστα σε μια χώρα που μέχρι τη δεκαετία του ’50 ανήκε στη Ρωσική ομοσπονδία και αποτέλεσε ιστορικά το λίκνο του ρωσικού έθνους, οι πραξικοπηματίες εξαπέλυσαν νεοναζιστικές πολιτοφυλακές εναντίον των ρωσόφιλων Ουκρανών των ανατολικών επαρχιών, που αντιστέκονται στην «αλλαγή καθεστώτος».

Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως, ότι η εξωτερική πολιτική του Ομπάμα διαμορφώνεται κατά κύριο λόγο από ρεαλιστές και ότι στην πάλη γραμμών στους κόλπους της κυβέρνησης Ομπάμα, μεταξύ ρεαλιστών και νεοσυντη­ρητικών, νικούν, όχι κατά κράτος  βέβαια, οι ρεαλιστές. -Όπως δείχνει, για παρά­δειγμα, η άρνηση του Ομπάμα να επέμβει στη Συρία και η συνεννόησή του με τον Πούτιν, για την παράδοση των χημικών όπλων του καθεστώτος Ασάντ, καθώς και η προώθηση της συμφωνίας με το Ιράν για τα πυρηνικά.

Συνολικά, η προεδρία Ομπάμα, αποτιμάται από εξέχοντες νεοσυντη­ρητικούς, ως στηριζόμενη στην υπόρρητη παραδοχή, ότι η Αμερική έχει εισέλθει σε ανεπίστρεπτη παρακμή και ότι κατά συνέπεια πρέπει να προσαρμοσθεί σε ένα μετααμερικανικό κόσμο και να έλθει σε συμβιβασμό με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις.

ΣΤ) Οι προκριματικές εκλογές στις ΗΠΑ

Το 2016 οι νεοσυντηρητικοί έκαναν αισθητή την παρουσία τους, παίρνοντας θέση πάνω στην προεκλογική εκστρατεία για το προεδρικό χρίσμα των υποψηφίων των δύο κομμάτων, υπογράφοντας μια ανοιχτή επιστολή, στην οποία απειλούσαν, ότι αν ο Ντόναλντ Τραμπ επιλεγεί ως υποψήφιος πρόεδρος του Ρεπουμπλικανού κόμματος, θα εγκαταλείψουν το κόμμα και μάλιστα ορισμένοι από αυτούς θα προσχωρήσουν στο στρατόπεδο της Χίλαρυ Κλίντον, όπως ο Robert Kagan. Την απειλή αυτή των νεοσυντηρη­τικών θα την καταλάβει κανείς πλήρως, αν ενσκύψει στις θέσεις των υποψη­φίων για θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Ο Ντόναλντ Τραμπ απέσπασε την προσοχή των ΜΜΕ διεθνώς με τις εμπρηστικές του δηλώσεις, ότι αν εκλεγεί θα εκτοπίσει 11 εκατομμύρια παράνομους μετανάστες και ότι θα απαγορεύσει την είσοδο μουσουλμάνων στις ΗΠΑ. Όμως, δεν είναι όλες οι θέσεις του εξίσου αποκρουστικές και άκομψες. Έτσι, στην αρχή τουλάχιστον της προεκλογικής του εκστρατείας, μίλησε για σπατάλη και λανθασμένες προτεραιότητες στις στρατιωτικές δαπάνες. Καταδίκασε τις επεμβάσεις στο Ιράκ και τη Λιβύη, με βάση το τεράστιο κόστος τους και την αποτυχία τους. Οι δύο πόλεμοι ήταν, κατά τον Τραμπ, μια γκάφα ολκής και κατέστρεψαν τις χώρες αυτές (όσο άσχημα κι αν κυβερνιόνταν), αποσταθεροποίησαν μια περιοχή του κόσμου και έβλαψαν τα αμερικανικά συμφέροντα. Ο Τραμπ απέρριψε μια αποστολή χερσαίων δυνάμεων στη Συρία, αλλά αντιμετωπίζει το ισλαμικό κράτος σαν σοβαρή απειλή και υποσχέθηκε να το βομβαρδίσει ανελέητα, αδιαφορώντας για απώλειες ζωών αμάχων. Ο Τραμπ πιστεύει ότι μπορεί να τα πάει καλά με τον Πούτιν και δεν βλέπει το ουκρανικό πρόβλημα ως ζωτικό για την Ουάσιγκτον. Είναι ο μόνος υποψήφιος που επιδιώκει ύφεση στις σχέσεις με τη Μόσχα και μιλάει ακόμη και για διάλυση του ΝΑΤΟ, που έχασε, όπως λέει, τη χρησιμότητά του. Στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, ο Τραμπ διακήρυξε ότι θα επαναφέρει τα βασανιστήρια εναντίον υπόπτων, υποστηρίζοντας ακόμη και τη θανάτωση των οικογενειών των τρομοκρατών, σαν αποδεκτή «παράπλευρη απώλεια». Τέλος, σε ό,τι αφορά τη συμφωνία για τα πυρηνικά με το Ιράν, είπε ότι θα την αποδεχθεί, αλλά θα την αστυνομεύσει λεπτομερώς. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο Τραμπ δημιούρ­γησε ανησυχίες στο εβραϊκό λόμπυ, επειδή είπε ότι θα κρατήσει μια ισορρο­πημένη στάση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων. Στη συνέχεια όμως της προεκλογικής του εκστρατείας για το χρίσμα, ο Τραμπ «στρογγύλεψε» τις θέσει του, κυρίως σε ό,τι αφορά τη σχέση των ΗΠΑ με το Ισραήλ, ενδίδοντας εν πολλοίς στις εμμονές του Ισραήλ, εναντίον του Ιράν.

Η Χίλαρυ Κλίντον, με τη σειρά της, θα προσφέρει, όπως λέει, βοήθεια στην Ουκρανία και θα επεκτείνει το ΝΑΤΟ, για να συμπεριλάβει την Ουκρανία και τη Γεωργία, μια ευθεία απειλή κατά της Ρωσικής ασφάλειας και κατά της παγκό­σμιας ειρήνης. Η Χίλαρυ υποστηρίζει τη δημιουργία ζωνών απαγόρευσης πτήσεων στη Συρία, γεγονός που θα αυξήσει την εμπλοκή των ΗΠΑ και το ρίσκο σύγκρουσης με τη Ρωσία και άλλους μετέχοντες στον πόλεμο. Επιδιώκει αλλαγή καθεστώτος στη Συρία και την «απόσυρση» του Ασάντ, ως προαπαιτούμενο για μια συμφωνία ειρήνευσης. Η Χίλαρυ αποδέχεται τη συμφωνία με το Ιράν, αλλά μιλάει για απαρέγκλιτη πίεση για την τήρησή της και απειλεί να επαναφέρει τις κυρώσεις κατά του Ιράν. Από όλους τους υποψηφίους είναι η πλησιέστερη στις θέσεις του Ισραήλ και έχει κατ’ επανάληψιν υποσχεθεί να προάγει τη διμερή σχέση σε ένα «νέο επίπεδο».

Στην Αμερική, λοιπόν, το πολιτικό σύστημα, περιλαμβανομένων και των νεοσυντηρητικών, έχει αιφνιδιαστεί από την εξέγερση της εργατικής τάξης και της φτωχοποιούμενης μικρομεσαίας τάξης των λευκών Αμερικανών, κατά των παγκοσμιοποιημένων ελίτ. Οι εξεγερμένοι έχουν βρει προσωρινά καταφύγιο στην υποψηφιότητα του Τραμπ. Έχουν ασπαστεί μια απλοϊκή πρόταση για τη βελτίωση της ζωής τους. Να κτίσουν τείχη, για να μην περνούν ούτε εισαγωγές, ούτε μετανάστες, που τους «στερούν την ευημερία τους». Οι κοινωνικές αυτές δυνάμεις συσπειρώνονται γύρω από το σύνθημα «κάνε την Αμερική μεγάλη ξανά». Η λέξη κλειδί, σ’ αυτό το σύνθημα, είναι η λέξη «ξανά». Ομολογείται, αν και υπό τύπον καυχήσεως, ότι οι ΗΠΑ δεν είναι τόσο μεγάλη δύναμη, όπως στο παρελθόν, ότι έχουν μπει σε πορεία παρακμής, η οποία βέβαια θα αναστραφεί υπό την ηγεσία του Τραμπ. Ο Τραμπ θα επαναφέρει, υποτίθεται, την Αμερική στις παλιές δοξασμένες μέρες της.

Στη ρητορική των άλλων υποψηφίων, η ομολογία περί παρακμής των ΗΠΑ είναι ταμπού. Η Αμερική (ΗΠΑ) παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη δύναμη του πλα­νήτη, ως εξαίρεση, ως απαραίτητη κ.λπ. Τα επίθετα αυτά δεν τα χρησιμο­ποιού­σαν οι Αμερικανοί πολιτικοί μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν η αμε­ρικανική ισχύς ήταν αδιαμφισβήτητη και οι χαρακτηρισμοί αυτοί αυτονόη­τοι. Άρχισαν να χρησιμοποιούνται μόνον μετά την «πικρή ήττα» στον πόλεμο του Βιετνάμ, από την οποία δεν μπόρεσε να συνέλθει η Αμερική, πλήρως τουλάχιστον, ποτέ.  Ως παράδειγμα της παρακμής μπορεί να αναφερθεί η μετάβαση από έναν απολύτως πετυχημένο στρατό κληρωτών, σε έναν στρατό μισθοφόρων, εξοπλισμένων με την τελευταία λέξη της τεχνο­λογίας (η μετά­βαση από τον «Τζων Γουέην» στον «Ράμπο»), με περιορισμένες όμως επιτυχίες στα πεδία των μαχών, σε σχέση με το παρελθόν.

Ζ) Μία συνολική αποτίμηση του νεοσυντηρητισμού

Συνολικά αποτιμώμενος, ο νεοσυντηρητισμός υπήρξε ένα εύθραυστο ανάχωμα στην πορεία παρακμής, που εγκαινιάσθηκε με την ήττα στο Βιετνάμ και το πέρασμα στον μεταμοντερνισμό και τον αχαλίνωτο ευδαιμονιστικό ατομικισμό. Σήμερα φαίνεται να υπερφαλαγγίζεται από νεοεθνικές και νεοθρησκευτικές τάσεις. Τάσεις που μοιάζουν και στην Αμερική και στην Ευρώπη, να μονοπωλούνται από την ακροδεξιά και τον φουνταμενταλισμό, αλλά έχουν μια πολύ βαθύτερη, αν και όχι άμεσα, ορατή ακόμη βάση. Μάλιστα, η θορυβώδης καπηλεία και εκμετάλλευση αυτών των τάσεων από την ακροδεξιά και τον φουνταμενταλισμό, αποσκοπεί μεταξύ των άλλων, να μπλοκάρει την επεργασία της διάχυτης οργής κατά των ελίτ και τις υποδόριες διαδικασίες συνειδησιακής μεταστροφής.

Ειδικότερα τώρα, σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική των νεοσυντη­ρητικών, θα πρέπει να τονιστεί, ότι αμφισβήτησαν ευθέως το βεστφαλιανό διεθνές σύστημα. Στην Ευρώπη από το 1648, με την ειρήνη της Βεστφαλίας, είχε θεμελιωθεί μια τάξη πραγμάτων βάσει του διαχωρισμού των ηθικο-θρησκευτικών αρχών από τα πολιτικά εγχειρήματα, επειδή οι προηγούμενες προσπάθειες επιβολής μιας ενιαίας θρησκείας στο πλήθος των διαφορετικών λαών της Ευρώπης, είχαν καταστροφικά αποτελέσματα. Ο Τριακονταετής πόλεμος, που είχε προηγηθεί, είχε οδηγήσει σε μια γενική κόπωση, η οποία και επέτρεψε τη δημιουργία ενός νέου διεθνούς συστήματος, του βεστφαλιανού, βασική παραδοχή του οποίου είναι η αρχή της μη ανάμειξης στο εσωτερικό των κυρίαρχων κρατών.

Οι αμερικανικές αξίες, όπως αποτυπώνονται στο Σύνταγμα των ΗΠΑ, κατανοούνται από τους πολίτες τους ως οικουμενικές. Το Κράτος αντλεί την κυριαρχία του από την υπεράσπιση του δικαιώματός των ατόμων «στην επιδίωξη της ευτυχίας». Κατά συνέπεια, οι ανά τον κόσμο κυβερνήσεις, που δεν εφαρμόζουν αυτήν την αρχή, δεν είναι απολύτως νόμιμες. Εισάγεται έτσι ένα στοιχείο πρόκλησης και ανατροπής στο βεστφαλιανό διεθνές σύστημα, βασική παραδοχή του οποίου είναι η αρχή της μη ανάμειξης, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.

Απ’ αυτήν την άποψη, ο νεοσυντηρητισμός με τον φιλοπόλεμο ιδεαλισμό του, «τον ιδεαλισμό με αρβύλες», μοιάζει να αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή στην αμερικανική ψυχή. Κάθε φορά που οι ΗΠΑ δοκιμάζονται από κάποια κρίση ή σύγκρουση, στη διάρκεια της ψυχροπολεμικής περιόδου και τώρα με τις αναταραχές στον ισλαμικό κόσμο, στρέφονται στο όραμα των νεοσυντη­ρητικών για μια παγκόσμια τάξη, που θα εξασφαλίζει την ειρήνη μέσα από την «παγκοσμιοποίηση της δημοκρατίας».

Παρ’ όλο πάντως τον πολυδιαφημισμένο «ιδεαλισμό» τους και τις συνεχείς αναφορές στη «διάδοση της δημοκρατίας», οι νεοσυντηρητικοί υπήρξαν πολύ πρόθυμοι να υποστηρίζουν φιλοαμερικανικά, αλλά ταυτόχρονα βαθιά αντιδημοκρατικά καθεστώτα. Η Jeane Kirpatric με τη μελέτη της «Δικτατορίες και διπλά στάνταρντ» (1979) που συνετέλεσε στη διαμόρφωση της θέσης των νεοσυντηρητικών για υποστήριξη φιλοαμερικανικών δικτατοριών, ήταν απλά και χωρίς καμία δικαιολογία κυνική, παρά την καταφυγή σε διακρίσεις μεταξύ «δικτατορίας» και «ολοκληρωτισμού», που η μεν πρώτη καταρρέει και παρακμάζει «εύκολα», ενώ ο δεύτερος «πολύ δυσκολότερα».

Αλλά το πρόβλημα με τους νεοσυντηρητικούς δεν είναι ότι υπήρξαν ασυνεπείς προς τα ίδια τους τα «πιστεύω» μόνον. Τα βασικά προβλήματα στην προσέγγισή τους είναι δύο: Το πρώτο έχει να κάνει με το γεγονός ότι η «δημοκρατία» δεν είναι εξαγώγιμο είδος και μάλιστα δια των όπλων, αλλά δυνητικά ενδογενής κατάσταση. Το δεύτερο σχετίζεται με την πλήρη αδυναμία τους να κατανοήσουν, ότι χωρίς θέσμιση του διεθνικού κοινωνικού πεδίου, χωρίς μια παγκόσμια κυβέρνηση εν τέλει, δεν μπορεί να σταματήσει το όποιο διεθνικό κακό και οι πόλεμοι μεταξύ των εθνών. Η πεποίθησή τους, ότι αυτό μπορεί να γίνει με ειδικές δράσεις επί των ίδιων των κρατών, με τον «εκδημοκρατισμό» των καθεστώτων τους, ώστε τα κράτη, ως «δημοκρατικά» πλέον, να έχουν ευγενή και φιλειρηνικά κίνητρα, είναι εντελώς αβάσιμη. Διότι ενώ κανείς μπορεί πράγματι, να διακρίνει μεταξύ «καλών» και «κακών» κρατών, όταν αποτιμά την εσωτερική συμπεριφορά τους προς τους πολίτες τους, όμως αυτού του είδους οι διακρίσεις μας λένε σχετικά λίγα πράγματα για τη διεθνή πολιτική. Όσο απομακρυσμένο και αν είναι το ενδεχόμενο μιας παγκόσμιας κυβέρνησης, αυτή και μόνον αυτή θα μπορούσε να εγγυηθεί την παγκόσμια ειρήνη και όχι η αλλαγή καθεστώτων στο εσωτερικό των κρατικών δρώντων, ακριβώς όπως η επιβολή του νόμου στα πλαίσια μιας επικράτειας, είναι η μόνη που μπορεί να διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη και να περιορίσει δραστικά την αυτοδικία.

Για τους αντικειμενικούς παρατηρητές θα πρέπει να είναι προφανές, ότι οι ΗΠΑ άλλα λένε και άλλα κάνουν. Ήδη, από το 1939 ο Carr τόνιζε, ότι τα κράτη της ευρωπαϊκής ηπείρου θεωρούν τους αγγλόφωνους λαούς, ως «μαίτρ της τέχνης να κρύβουν τα εγωιστικά τους εθνικά συμφέροντα κάτω από τον μανδύα της επιδίωξης του γενικού καλού», προσθέτοντας ότι «αυτού του είδους η υποκρισία είναι ένα ιδιαίτερο και χαρακτηριστικό γνώρισμα του αγγλοσαξωνικού νου».

ΠΗΓΕΣ:

Συντηρητισμός. Του Παναγιώτη Κονδύλη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2010.

Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων. Του John  J. Mearsheimer. Εκδόσεις Ποιότητα. 6η έκδοση, Αθήνα 2011.

Παγκόσμια  Τάξη. Του HenryKissinger. Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη ΟΕ. Αθήνα, 2014.

Why neoconservatism still matters. Του Justin Vaisse. Foreign Policy at Brookins.

Trotskyism to Anachronism: The neoconservative Revolution. Του John B. Judis. Review essay. July-August 1995, issue.

The Big Question: What is neo-conservatism and how influential is it today? Του Rupert Cornwelle. 12 Σεπτεμβρίου2006.

The Obama Doctrine. ΤουJefrey Goldberg. The Atlantic magazine. April 2016, issue.

Ο Κώστας Ζουράρις και η παράξενη ιλιάδο-ρωμιοσύνη. Του Θ. Ζιάκα. Antifono.gr (Για την σημασία του  Θουκυδίδη.)

Toward a sensible, Coherent Trumpism. ΤουPublius Deciws Mus. The Unz Review. March 10, 2016.

Are the neo-conservatives going to rejoin the Democratic Party? Voltaire Network. 4 March 2016.

The rise of the Jewish Policy elite: Meritocracy, Myth and Power. Του James Petras. The Unz review.

Are Neocons an Existential Threat?Του Robert Perry. Consortiumnews.com. September 15, 2015.

Rating the Candidates.Του Philip Giraldi, April 2016. The Unz review.

Leo Strauss. An Introduction to his thought and intellectual legacy.Του Thomas L. Pangle. The Johns Hopkins University press. Baltimore 2006.

 

Δημοσιεύτηκε στον νέο Λόγιο Ερμή τ. 13 – Άνοιξη 2016

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Τζιόρτζιο ντε Κύρικο.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

H Βυζαντινή κατάρρευση τον Ενδέκατο αιώνα ως προανάκρουσμα για τις δύο αλώσεις

Ευάγγελος Κοροβίνης

 

Η Βυζαντινή κατάρρευση τον ενδέκατο αιώνα ως προανάκρουσμα για τις δύο αλώσεις (του 1204 και του 1453)

 

Α. Εισαγωγή

Πως μπορεί να εξηγηθεί η απότομη κατάρρευση του Βυζαντίου μετά την ήττα στη μάχη του Μαντζικέρτ το 1071; Το Βυζάντιο είχε υποστεί σοβαρές στρατιωτικές ήττες και στο παρελθόν και παρά ταύτα ανέκαμπτε. Αυτή τη φορά όμως, παρά το ανορθωτικό έργο των Κομνηνών (1081-1180), οι Σελτζούκοι Τούρκοι και οι διάδοχες τουρκικές ηγεμονίες θα παραμείνουν αδιατάρακτα κυρίαρχοι του κεντρικού οροπεδίου της Μ. Ασίας, τουρκοποιώντας και εξισλαμίζοντας σταδιακά το σύνολο της Ανατολίας. Τα έτη 1081-1180 είχαν μόνον ένα λούστρο ευημερίας και είναι λάθος να επιτρέπει κανείς τη σύγκριση μεταξύ των κυβερνώντων της περιόδου 1025-1071 και των ικανών Κομνηνών να κρύβει το γεγονός ότι ορισμένες σημαντικές εξελίξεις που άλλαξαν ριζικά την ιστορία του Βυζαντίου είναι κοινές και στις δύο περιόδους.

 

Τι μεσολάβησε λοιπόν μεταξύ του θανάτου του Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου το 1025 και του Μαντζικέρτ; Πώς η πιο δυνατή, πλούσια και πολιτισμένη επικτράτεια στον Χριστιανικό κόσμο, μια επικράτεια που τα σύνορα της απλώνονταν από τον Ευφράτη μέχρι τη νότιο Ιταλία και από το Δούναβη μέχρι την Κρήτη και την Κύπρο κατάντησε μέσα σε πέντε περίπου δεκαετίες σκιά του εαυτού της;

 

Οι εμφύλιοι πόλεμοι της περιόδου 1025-1071 καθώς και οι εθνοθρησκευτικές αντιπαλότητες στις ανατολικές επαρχίες της Μ. Ασίας, μοιάζουν, με μία πρώτη ματιά, να είναι οι κύριες αιτίες που οδήγησαν στην κατάρρευση και την επακόλουθη σμίκρυνση της Βυζαντινής ισχύος.

 

Β. Οι εμφύλιοι πόλεμοι

Στην περίοδο που εξετάζεται (1025-1071) το Βυζάντιο γνώρισε δεκάδες σημαντικές στάσεις, περίπου μία κάθε χρόνο και τα ονόματα των στασιαστών στρατηγών, που εκτελέσθηκαν, εξορίσθηκαν ή τυφλώθηκαν, γεμίζουν ένα μακρύ κατάλογο. Οι εμφύλιοι πόλεμοι στη διάρκεια του ενδέκατου αιώνα πήραν την μορφή μιας ένοπλης διαπάλης μεταξύ της κεντρικής γραφειοκρατίας της Κωνσταντινούπολης, που είχε πάντα υπό τον έλεγχο της τις δικές της στρατιωτικές δυνάμεις με οπλίτες πλήρους απασχόλησης, και του στρατού των επαρχιών, του στρατού των λεγομένων Θεμάτων. Ο στρατός αυτός ήταν, παραδοσιακά, οργάνωση τοπικής αυτοάμυνας, αποτελούμενος κατά βάση από ημι-επαγγελματίες στρατιώτες-αγρότες, που προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο στράτευμα με αντάλλαγμα παραχώρηση γης για καλλιέργεια.

 

Ο αγώνας, λοιπόν, μεταξύ κέντρου και επαρχιών, ξεκίνησε αμέσως μετά τον θάνατο του Βουλγαροκτόνου. Οι γραφειοκράτες της Πόλης κατόρθωσαν, παρά τις συνεχείς στάσεις των στρατηγών να τους αποκλείσουν από την πολιτική εξουσία, για όλη σχεδόν την εξεταζόμενη περίοδο, με εξαίρεση δύο μικρά διαστήματα, που συνέπεσαν με την Βασιλεία του Ισαάκιου Κομνηνού (1057-1059) και του Ρωμανού Διογένη (1067-1071).

 

Η κοινωνικοοικονομική όψη του Εμφυλίου Πολέμου καθίσταται ανάγλυφη, όταν εξετασθεί η κοινωνική σύνθεση του στρατιωτικού και του γραφειοκρατικού «κόμματος». Τη στρατιωτική αριστοκρατία αποτελούσαν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, που ηγούντο των στρατών των επαρχιών. Το πιο σημαντικό τμήμα αυτών των γαιοκτητών προερχόταν από τη Μ. Ασία, αριθμούσε τον ενδέκατο αιώνα περί τις είκοσι οικογένειες, και άρχισε να αποκρυσταλλώνεται σταδιακά ήδη από τον ένατο αιώνα. Στις δυτικές επαρχίες του Βυζαντίου σημειώθηκε ανάλογη εξέλιξη, αλλά σε μικρότερη κλίμακα. Υπήρχε όμως μεγάλη ανομοιότητα μεταξύ ανατολικής και δυτικής αριστοκρατίας. Οι ανατολικοί είχαν έντονη συνείδηση της υπεροχής τους. Η Μ. Ασία που σώθηκε από τους Ισαύρους, ενισχύθηκε κατά τον δέκατο και ενδέκατο αιώνα από κατακτήσεις νέων εδαφών και θεωρούνταν από μακρού, ως ο ουσιώδης πυρήνας της αυτοκρατορίας. Ένας ζωτικός χώρος στρατολόγησης και φορολογικών εσόδων, που έδινε τη δυνατότητα να σχηματισθούν μεγάλες γαιοκτησίες. Οι συνεχείς εισβολές των Βουλγάρων στις Ευρωπαϊκές επαρχίες, αντίθετα, αποδιοργάνωναν την αγροτική παραγωγή και εμπόδιζαν το σχηματισμό μεγάλων και μακρόβιων ιδιοκτησιών.

 

Οι πηγές ισχύος των αριστοκρατών των επαρχιών ήταν δύο: Οι τεράστιες ιδιοκτησίες τους και οι θέσεις που κατείχαν ως στρατηγοί των επαρχιακών στρατών. Οι στρατηγοί των θεμάτων έπαιρναν υψηλούς μισθούς, τους οποίους επένδυαν σε γη. Με τις επικοινωνίες της εποχής, εξάλλου, η Κωνσταντινούπολη ήταν μία μακρινή πραγματικότητα για τους κατοίκους των επαρχιών. Η άμεση σχέση τους με την εξουσία επικεντρωνόταν στον στρατηγό του θέματος, τη δική του εύνοια επιζητούσαν και αυτόν ακολουθούσαν πολιτικά.

 

Η στρατιωτική αριστοκρατία τον ενδέκατο αιώνα (αλλά και πριν) ήταν κατά της κεντρικής κυβέρνησης αλλά δεν ήταν χωριστική. Αποσκοπούσε να αντικαταστήσει την κυβερνώσα δυναστεία με μία από τις δικές της οικογένειες, παρά να δημιουργήσει ανεξάρτητα κράτη. Άλλα βασίλεια και αυτοκρατορίες κατέφυγαν στη φεουδαρχική λύση της πλήρους αυτονόμησης από την κεντρική εξουσία των φέουδων, ως οργάνων, μεταξύ των άλλων, τοπικής αυτοάμυνας. Στην περίπτωση του Βυζαντίου όμως οι στρατοί των επαρχιών, οι στρατοί των θεμάτων, αποτελούσαν μία οργάνωση τοπικής αυτοάμυνας στα πλαίσια όμως πάντα του ενιαίου κράτους και του έλεγχου από την κεντρική εξουσία.

 

Οι στάσεις της αριστοκρατίας των επαρχιών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Βασιλείου Β΄ αντιμετωπίσθηκαν χάρη στα αμείλικτα μέτρα του αυτοκράτορα, που περιλάμβαναν θέσπιση μεροληπτικής νομοθεσίας εις βάρος των αριστοκρατών, κατάσχεση περιουσιών και εξορίες. Το αποφασιστικότερο όμως πλήγμα στις φιλοδοξίες της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Μ. Ασίας το έδωσε ο Βασίλειος Β’, αλλάζοντας τον προσανατολισμό του Βυζαντινού επεκτατισμού προς τα δυτικά. (Το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του το αφιέρωσε στην καθυπόταξη της Βουλγαρίας του Σαμουήλ. Οι οραματισμοί της ανατολικής στρατιωτικής αριστοκρατίας για κατάκτηση των πλούσιων αραβικών κέντρων της Μέσης Ανατολής, της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας, δεν καρποφόρησαν).

 

Η πολιτική αυτή του Βουλγαροκτόνου για περιορισμό της ισχύος των «δυνατών» (των γαιοκτημόνων των επαρχιών) δεν κατέστη δυνατό να ελέγξει ολοκληρωτικά την ακόρεστη όρεξη των «δυνατών» για γη. Ήδη από τον δέκατο αιώνα είχαν αρχίσει να απορροφούν την ελεύθερη αγροτιά και τους αγρότες – στρατιώτες των αγροτικών κοινοτήτων, που ήταν η βάση της δημοσιονομικής και στρατιωτικής ισχύος της αυτοκρατορίας. Η σταδιακή και μακρόχρονη διαδικασία απορρόφησης της ελεύθερης αγροτιάς, ήταν αναπότρεπτη εξέλιξη στα πλαίσια της δομής των θεμάτων. Όπως είδαμε οι στρατηγοί των θεμάτων έπαιρναν παχυλούς μισθούς τους οποίους επένδυαν σε γη. Διέθεταν εξάλλου μεγάλη πολιτική δύναμη.

 

Η ομοιογένεια που χαρακτήριζε τη σύσταση της στρατιωτικής αριστοκρατίας, δεν αποτελούσε χαρακτηριστικό και της πολιτικής αριστοκρατίας, γεγονός που καθιστά δύσκολη την περιγραφή της. Αυτή η μερίδα αποτελείτο, κατά τον ενδέκατο αιώνα, κυρίως από εξέχουσες οικογένειες της Πόλης, που στελέχωναν τη γραφειοκρατία της αυτοκρατορίας. Επιπρόσθετα, στις τάξεις της ομάδας αυτής συγκαταλέγονταν πρόσωπα ταπεινής καταγωγής, όπως ο Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος και ο Νικηφορίτζης, που είχαν ανέλθει στα ύπατα κλιμάκια του κρατικού μηχανισμού. Μία τρίτη υποομάδα, ήταν οι καθηγητές και οι απόφοιτοι του επανιδρυθέντος Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Αυτή η υποομάδα, που εμβληματικές της μορφές ήταν ο Ψελλός και ο Ξιφιλίνος έκανε καριέρα στον κρατικό μηχανισμό με βάση τα μορφωτικά της προσόντα.

 

Οι πηγές της δύναμης των γραφειοκρατών της Πόλης ήταν πολλές. Βρίσκονταν κοντά στον αυτοκράτορα και μπορούσαν να τον επηρεάζουν και να τον απομονώνουν από τους Επαρχιακούς στρατοκράτες. Ήλεγχαν απολύτως τον Στόλο και τα σταθμευμένα στην Κωνσταντινούπολη στρατεύματα. Είχαν στη διάθεσή τους επίσης μία απόρθητη Πόλη και τα πλούσια δημόσια ταμεία της. Για όλους αυτούς τους λόγους οι γραφειοκράτες μπόρεσαν να ελέγξουν τις πολιτικές εξελίξεις επί μεγάλο μέρος του ενδέκατου αιώνα.

 

Στην εμφύλια διαμάχη της περιόδου 1025-1071 δύο ακόμη ομάδες αναδύθηκαν ως σημαντικοί παράγοντες της δημόσιας ζωής, η εκκλησιαστική ιεραρχία και ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Οι στρατιωτικοί και οι γραφειοκράτες προσπάθησαν εξαρχής να εξασφαλίσουν την υποστήριξη της Ιεραρχίας και του πληθυσμού της Πόλης. Αποτέλεσμα της εξέλιξης αυτής ήταν ότι ο Πατριάρχης Κων/πόλεως για πρώτη φορά επεχείρησε να αποκτήσει και να αποσπάσει ανοιχτά πολιτικό ρόλο. Οι Κωνσταντινουπολίτες επίσης, επέδειξαν για πρώτη φορά μετά τις αναστατώσεις του πέμπτου και έκτου αιώνα (στάση του Νίκα κλπ) μία πολιτική συμπεριφορά, μέσω των Συντεχνιών, τέτοια που τους ανέδειξε σε μεγάλη πολιτική δύναμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Κωνσταντίνος Ι΄ ο Δούκας, προσπάθησε να αποσπάσει την υποστήριξη τους, εντάσσοντας μία μεγάλη μερίδα βιοτεχνών και εμπόρων στις τάξεις των συγκλητικών. Αυτή η αθρόα απονομή τίτλων, καθώς και η διανομή παροχών για πελατειακούς λόγους, έπληξε την αποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού και υπονόμευσε τα δημόσια οικονομικά της αυτοκρατορίας.

 

Κατά την περίοδο που εξετάζεται (1025-1071) όλη η ενέργεια του Βυζαντίου απορροφιόταν και σπαταλιόταν σε εμφύλιες διαμάχες, τη στιγμή που Νορμανδοί, Πατζινάκες και Σελτζούκοι Τούρκοι άρχισαν σιγά-σιγά να ισχυροποιούνται και να εδραιώνονται στις συνοριακές περιοχές. Οι φατρίες που ανταγωνίζονταν για την εξουσία, από ένα σημείο και πέρα βασίζονταν στην υποστήριξη αυτών των ξένων, καλώντας τους να πάρουν μέρος στην εμφύλια σύγκρουση και παραχωρώντας τους υπολογίσιμα εδάφη. Το κλειδί όμως των εξελίξεων της περιόδου ήταν το προμελετημένο και συστηματικό πρόγραμμα αποστρατιωτικοποίησης που προώθησε η γραφειοκρατία. Καθώς οι επαρχιακοί στρατοί ήταν το κύριο όπλο των μεγιστάνων της Μ. Ασίας για να ικανοποιούν τις πολιτικές τους φιλοδοξίες, η γραφειοκρατία της Κωνσταντινούπολης, υπό της ηγεσία κυρίως του Κωνσταντίνου Μονομάχου (1042-1055) και του Κωνσταντίνου Δούκα (1059-1067), άρχισε να τους διαλύει. Οι επαρχιακοί στρατοί επί μεγάλο διάστημα παρέμεναν άοπλοι και απλήρωτοι. Ναι μεν οι στρατοί αυτοί είχαν ήδη αποδυναμωθεί, λόγω της διαδικασίας απορρόφησης των ελεύθερων αγροτών-στρατιωτών από τους μεγιστάνες, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας δεν ήταν τόσο αποφασιστικό, όσο τα πλήγματα που δέχτηκε ο επαρχιακός στρατός από την κεντρική εξουσία. Η εξουσία αυτή εξαρτιόταν τώρα, ολοένα και περισσότερο από ξένους μισθοφόρους, που και κόστιζαν περισσότερο από το στράτευμα του παρελθόντος και επιπλέον ήταν περιορισμένης νομιμοφροσύνης, στρεφόμενοι συχνά κατά των πληθυσμών που καλούντο να υπερασπισθούν.

 

Γ. Οι εθνοθρησκευτικές αντιπαλότητες και η κατάληψη του οροπεδίου της Μ. Ασίας

Το δεύτερο σοβαρό πρόβλημα που αντιμετώπισε το Βυζάντιο στη διάρκεια του ενδέκατου αιώνα ήταν οι εθνοθρησκευτικές αντιθέσεις, ιδιαίτερα πιεστικές στη Μ. Ασία, όπου η προηγηθείσα επέκταση προς Ανατολάς είχε, φέρει εντός της αυτοκρατορίας, μεγάλο αριθμό Αρμενίων, Σύρων και Γεωργιανών. Από αυτούς μόνον οι Γεωργιανοί ήταν ορθόδοξοι, ενώ οι περισσότεροι των Αρμενίων και των Σύρων ήταν μονοφυσίτες, μη αποδεχόμενοι τις αποφάσεις της συνόδου της Χαλκηδόνας το 451. Η μετανάστευση ενός μεγάλου μέρους του έθνους των Αρμενίων στην ενδοχώρα της Μ. Ασίας, προκάλεσε σοβαρό πρόβλημα στην αυτοκρατορία. Η απόπειρα των Βυζαντινών να αφομοιώσουν τους Αρμένιους, μέσω μίας βίαιης εκκλησιαστικής ένωσης, τους εξόργισε σε σημείο τέτοιο, που ξέσπασε ανοιχτός πόλεμος μεταξύ των Ελληνικών πληθυσμών των ανατολικών επαρχιών της Μ. Ασίας και των Αρμενίων. Οι Αρμένιοι που σχημάτιζαν το πιο σημαντικό τμήμα της συνοριακής φρουράς, αποδιοργάνωσαν πλήρως την άμυνα των συνόρων, άλλοτε προσκαλώντας τους Τούρκους να περάσουν τα σύνορα και άλλοτε ιδρύοντας ανεξάρτητες πολιτικές οντότητες. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι πολλοί Αρμένιοι και Σύριοι Μονοφυσίτες, αντιμετώπιζαν τους Σελτζούκους Τούρκους σαν ελευθερωτές τους από την κυριαρχία των Ελληνορθόδοξων.

 

Οι ίδιοι οι Σελτζούκοι Τούρκοι, στην αρχή τουλάχιστον, δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμοι να ανταγωνισθούν τους Βυζαντινούς. Θεωρούσαν, ως κύρια απειλή εναντίον τους, το σιιτικό χαλιφάτο των φατιμιδών της Αιγύπτου. (Οι Σελτζούκοι ήταν σουνίτες και ήλεγχαν τον χαλίφη της Βαγδάτης). Οι επιδρομές στη Μ. Ασία από τους Σελτζούκους, που άρχισαν το 1045, μετά την κατάκτηση της Αρμενίας από τους Βυζαντινούς, δεν γίνονταν από τακτικά στρατεύματα, αλλά από Τούρκους νομάδες, που σε ορισμένες περιπτώσεις τολμούσαν επιδρομές και εναντίον μόνιμα εγκατεστημένων πληθυσμών υπό την κυριαρχία των Σελτζούκων. Ενοχλημένοι οι Βυζαντινοί από τις συνεχείς επιδρομές των Τούρκων νομάδων, αποφάσισαν να δώσουν τελικά, υπό τον Ρωμανό Διογένη, ένα αποφασιστικό χτύπημα στους Σελτζούκους, συγκεντρώνοντας στρατό 40.000 ανδρών στα ανατολικά σύνορα. Είναι πιθανόν, ότι η ήττα στο Μαντζικέρτ ήταν αποτέλεσμα προδοσίας, καθώς στρατηγοί που ελέγχονταν από τη γραφειοκρατία της Κωνσταντινούπολης δεν εμφανίσθηκαν στη μάχη και συμπαρέσυραν σε άτακτη υποχώρηση και το υπόλοιπο στράτευμα. Μετά τη νίκη των Σελτζούκων πολλοί Τούρκοι ξεχύθηκαν στη Μ. Ασία, ιδρύοντας μικρά αλληλομισούμενα κρατίδια και άρχισαν να κυβερνούν τους ντόπιους πληθυσμούς τους ταλαιπωρημένους από τις εμφύλιες διαμάχες πολλών δεκαετιών, την ολοένα αυξανόμενη φορολογία και τα συνεχή λεηλατικά κύματα των Τούρκων νομάδων. Αντίθετα από άλλες περιπτώσεις, όπου μία κυρίαρχη μειοψηφία αφομοιώνεται από τον κυριαρχούμενο πληθυσμό, οι Βυζαντινοί και οι Αρμένιοι προσδέθηκαν στους Τούρκους πολέμαρχους για προστασία ως πελάτες των, από την κατάσταση διαρκούς πολέμου που επικρατούσε στην περιοχή. Αυτή η σχέση πελάτη-πάτρωνα οδήγησε στην αφομοίωση της πλειοψηφίας από την μειοψηφία, στην τουρκοποίηση της Μ. Ασίας. Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως «κυριάρχηση της Ελίτ». Η κουλτούρα των Τούρκων επεκράτησε, αλλά οι ίδιοι συγχωνεύτηκαν γενετικά με τον ντόπιο πληθυσμό. Μόνον το 9-15% του γενετικού υλικού των κατοίκων της Μ. Ασίας σήμερα προέρχεται από τους πληθυσμούς που μετανάστευσαν από την Κεντρική Ασία.

 

Δ. Η απουσία εξωτερικών απειλών

Ποιος ήταν όμως ο λόγος που οι εσωτερικές διαμάχες πήραν τόσο μεγάλες διαστάσεις την περίοδο 1025-1071; Γιατί η αποφασιστικότητα για την κατάκτηση της πολιτική εξουσίας, καθώς και η αδιαφορία για το τίμημα και τις συνέπειες, ήταν πέρα από κάθε προηγούμενο; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να κρύβεται, κατ’ αρχήν, στο γεγονός ότι το Βυζάντιο γνώρισε μεγάλη εξωτερική ασφάλεια κατά το πρώτο ήμισυ του ενδέκατου αιώνα. Σε όλο αυτό το διάστημα δεν υπήρχε η συσπειρωτική πίεση, που ασκεί στην κοινωνία η απειλητική παρουσία εξωτερικών εχθρών. Η απουσία εξωτερικών απειλών επέτρεψε στους διαδόχους του Βουλγαροκτόνου να επικεντρωθούν στα εσωτερικά θέματα, διαλύοντας ουσιαστικά το στράτευμα και κατασπαταλώντας τους πόρους του Βυζαντίου σε πολυτελή διαβίωση και παροχές. Όταν εμφανίσθηκαν τελικά νέες εξωτερικές απειλές, οι εμφύλιες συγκρούσεις είχαν γιγαντωθεί τόσο, ώστε να μη μπορούν να παραμερισθούν γρήγορα. Η αυτοκρατορία μετά το 1081, με τους Κομνηνούς, επέστρεψε στον παραδοσιακό εξωτερικό της αμυντικό προσανατολισμό ενώ στο μεταξύ είχε υποστεί καταστροφική συρρίκνωση, η οποία αποδείχθηκε μερικώς και μόνο αναστρέψιμη και για τον λόγο ότι οι Κομνηνοί ως εκφραστές της στρατιωτικής αριστοκρατίας είχαν εγγενώς οριακές δυνατότητες ανόρθωσης και ανασυγκρότησης του Βυζαντίου.

 

E. Η πνευματική αποσάθρωση της ελίτ και η αυτονόμηση της Φιλοσοφίας

Ο δεύτερος λόγος που οι εσωτερικές διαμάχες πήραν τόσο μεγάλες διαστάσεις, έχει να κάνει με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ορθόδοξη πίστη κατά τον ενδέκατο αιώνα. Συνεκτικός ιστός όχι μόνο του Βυζαντίου ως πολυεθνικού σχήματος, αλλά και των επί μέρους εθνικών συνιστωσών του, ήταν η Ορθόδοξη Πίστη. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της περιόδου η Εκκλησία αποτύγχανε να καλλιεργήσει αυθεντική πίστη στους κατοίκους του Βυζαντίου και ιδιαίτερα στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

 

Με την πρώτη ματιά μπορεί να διαπιστώσει κανείς την έξαρση του αποκρυφισμού στην ιστορική περίοδο που εξετάζεται. Παραδόξως (;) είναι τα μέλη της αριστοκρατίας και των αυτοκρατορικών οικογενειών και όχι τόσο οι αμόρφωτοι, που επιμόνως προσφεύγουν στη βοήθεια μάντεων, αστρολόγων και «προφητών» κάθε είδους. Έτσι ο άτεκνος Ρωμανός Γ΄ πείσθηκε από μάντεις της αυλής του, ότι η δυναστεία του θα βασιλεύσει επί πολλές γενιές. Η αυτοκράτειρα Ζωή χρησιμοποιούσε φυλαχτά και αλοιφές, για να ενισχύσει τη γονιμότητα της. Ούτε αυτός ο ευσεβής Μιχαήλ Δ΄ Παφλαγών γλίτωσε από την υπόνοια ότι μετείχε σε «κρυφές τελετουργίες». Ο Μιχαήλ Ε΄ Καλαφάτης, όταν προσπαθούσε να αποφασίσει εάν θα απαγόρευε στη Ζωή την είσοδο στην Κωνσταντινούπολη, εστράφη στους αστρολόγους για συμβουλή. Η πνευματικότητα της Ζωής κατά τη διάρκεια του γάμου της (τρίτου στη σειρά) με τον Κωνσταντίνο Μονομάχο δεν βελτιώθηκε καθόλου από τις μέρες του πρώτου συζύγου της του Ρωμανού Γ΄. Είχε κατασκευάσει τον «δικό της Ιησού», μια πολυποίκιλτη και ιδιαίτερα ζωντανή εικόνα του θεανθρώπου, που υποτίθεται ότι αλλάζοντας χρώματα (!) απαντούσε στις ερωτήσεις για το μέλλον σε στιγμές απελπισίας. Είναι σαφής ο παγανιστικός χαρακτήρας αυτού του είδους «ευσέβειας», που καμιά σχέση δεν έχει με το αυτοθυσιαστικό πνεύμα της Εκκλησίας.

 

Η στροφή της κοινωνίας σε εξωτικές δεισιδαιμονίες, συμπληρώνονταν από την υιοθέτηση του αποκρυφισμού από εξέχοντα μέλη του ίδιου του Ιερατείου. Δύο υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, ο Ιωάννης Ξιφιλίνος και ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, που διετέλεσαν πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και οι δύο, μας δείχνουν πόση αναγνώριση είχε εκείνη την εποχή ο αποκρυφισμός. Ο Ξιφιλίνος αναμείγνυε στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη και στα χριστιανικά δόγματα την ανατολική αστρολογία. Ο Κηρουλάριος πάλι, σύμφωνα με το κατηγορητήριο που συνέταξε ο Ψελλός εναντίον του επί Ισαακίου Κομνηνού, είχε επίσης κατακτηθεί από την αστρολογία τις «απόκρυφες επιστήμες» και τις μυστικές ονειροφαντασίες.

 

Στον ίδιο τον Ψελλό η καταδίκη του αποκρυφισμού συνυπάρχει με την εκτεταμένη μελέτη όλων των μεθόδων και των πλευρών του και ιδιαίτερα του περσικο-βαβυλωνιακού κράματος, που χυμένο σε ελληνιστικά πρότυπα, είχε γίνει γνωστό ως Γνώσις. Το κράμα αυτό προσέλαβε από τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες πολλές μορφές και γέννησε πολλές αιρέσεις, ενώ η αναίρεσή του απασχόλησε πολύ το γενάρχη του νεοπλατωνισμού, τον Πλωτίνο, όπως και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Τον γνωστικισμό διακρίνει μια έντονη επιθυμία αυτολύτρωσης και μια εξίσου έντονη αρνησικοσμία. Ο κόσμος κατά αυτόν είναι φυλακή και τα ανθρώπινα είναι συλλήβδην ματαιότης. Ο δημιουργός Θεός, ο Θεός που δημιούργησε τον ατελή τούτο κόσμο, είναι ένας κατώτερος Θεός, διαφορετικός από τον λυτρωτή, ανώτερο και υπερβατικό Θεό. Μια τάξη εκλεκτών, που οι ψυχές τους προέρχονται από το υπερβατικό βασίλειο, είναι προορισμένη να επιτύχει τη λύτρωση και να επιστρέψει στις πνευματικές αφετηρίες της, μέσω μιας μυστικής γνώσης. Το κρίσιμο σημείο στην περίπτωση του γνωστικισμού είναι ότι η λύτρωση και η σωτηρία αντιμετωπίζονται ως ατομικό κατόρθωμα και άθλος. Ο Χριστιανισμός αντίθετα οικοδομεί κοινότητες στραμμένες στον Ευαγγελισμό του κόσμου, καθώς δεν θεωρεί τα γήινα συνολικά μάταια αλλά μόνον τα έργα του κακού.

 

Εκτός από την ανάμειξη μελών του Ιερατείου στις εμφύλιες διαμάχες της εποχής και τη στροφή της ελίτ στον αποκρυφισμό, το τρίτο στοιχείο που χαρακτηρίζει αυτήν την περίοδο είναι η αυτονόμηση της φιλοσοφίας από την Ορθόδοξη Πίστη. Η Φιλοσοφία και η Ελληνική παιδεία γενικότερα έπαψαν, με αφετηρία αυτήν την περίοδο, να συνυπάρχουν και να συνεργάζονται στενά με την Πίστη. Η συμμαχία μεταξύ τους που είχε εγκαινιασθεί την πρωτοχριστιανική εποχή και απέβλεπε στην αντιμετώπιση του γνωστικισμού και του μηδενιστικού σοφιστικού σχετικισμού, διερράγη και θρυμματίσθηκε. Η ελληνική λογιοσύνη όπως δείχνει η περίπτωση του Ψελλού, της εμβληματικής μορφής των λογίων του ενδέκατου αιώνα, του «υπάτου των φιλοσόφων», δεν ήταν πλέον σε θέση να συντονίζεται με την ορθόδοξη πίστη. Μαζί με την μοναρχία άρχισε να παρασύρεται στη δίνη της παρακμής. Είναι χαρακτηριστικό ότι το όνομα του Ψελλού συνδέεται με ένα είδος πολιτικού καιροσκοπισμού και προσωπικής ιδιοτέλειας, που προκαλεί ως σήμερα αρνητικά σχόλια. Είναι καθαρό ότι ο Ψελλός ήταν ένας εξαιρετικά φιλόδοξος και ασυνείδητος άνθρωπος. Οι μεταστροφές της πολιτικής του δράσης είχαν ολέθριες, στις περισσότερες των περιπτώσεων, επιπτώσεις στις τύχες του Βυζαντίου. Τέλος, ο έντονος ναρκισσισμός που διαποτίζει το έργο του, επιδεινώνει την αρνητική στάση απέναντι του. Πράγματι στο ιστορικό του έργο, τη «Χρονογραφία», για παράδειγμα, συνεχώς φλυαρεί για τον εαυτό του, για τις σπουδές του, τα πνευματικά του επιτεύγματα και τη γοητεία που εξάσκησε σε μία σειρά από αυτοκράτορες.

 

Όσοι, λοιπόν, εκστασιάζονται με τις υποτιθέμενες «αναγεννήσεις», που προώθησαν «ανθρωπιστές λόγιοι», όπως ο Ψελλός, θα πρέπει να είναι τουλάχιστον επιφυλακτικοί στις εκτιμήσεις τους. Στην πραγματικότητα θα πρέπει να περιμένουμε τρεις σχεδόν ολόκληρους αιώνες για να εμφανισθεί ένα γνήσια ανανεωτικό κίνημα. Γίνεται λόγος για το εγχείρημα του Γρηγορίου του Παλαμά και των ησυχαστών ασκητών. Ο ησυχασμός επέτρεψε στην Εκκλησία να απαλλαγεί από τις καθεστωτικές δουλείες της και να ξαναβρεί τον αυτοθυσιαστικό εαυτό της, αναγνωρίζοντας ως φορέα της πνευματικής αυθεντίας της το ταπεινό ασκητή και όχι το μεγαλόσχημο θρησκευτικό αξιωματούχο. Πρωτεργάτης στην κατεύθυνση αυτή ήταν ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, που έζησε από τα μέσα του δέκατου ως τις αρχές του ενδέκατου αιώνα. Πάντως η περίπτωση του Αγίου αυτού, ενός Μυστικού, που ούτε καν τις γραφές έβαζε πάνω από την αποκάλυψη της βιωμένης χάριτος, ήταν μεμονωμένη, ήταν μία «φωνή βοώντος εν την ερήμω.» Είναι αξιοπρόσεχτη η τόλμη με την οποία ο Συμεών επιτέθηκε στο κατεστημένο του κλήρου. Υποστήριξε ότι αρκετοί επίσκοποι και ιερείς, με την ανάξια συμπεριφορά τους, είχαν χάσει σχεδόν εντελώς το δώρο της χάρης, που είχαν λάβει από τους Αποστόλους. Το μόνο που τους διέκρινε ήταν η υποκρισία του εξωτερικού ενδύματος της ιεροσύνης, ενώ το πνευματικό χάρισμα είχε περάσει στους μοναχούς και πάλι όχι σε όλους. Στον παρακμιακό ενδέκατο αιώνα, εν πάση περιπτώσει, κυριαρχούσαν αυλοκόλακες και καιροσκόποι λόγιοι, όπως ο Ψελλός, και αλαζόνες και υπερφίαλοι ιεράρχες με θεοκρατικές βλέψεις, όπως ο Μιχαήλ ο Κηρουλάριος, ο οποίος φερόταν σαν Πάπας της Ανατολής, φτάνοντας στο σημείο μάλιστα να φοράει τα αυτοκρατορικά διάσημα (εμβλήματα).

 

Απ΄ αυτήν την άποψη η τελική πτώση του Βυζαντίου με την άλωση της Πόλης το 1453 από τους Οθωμανούς και η πρώτη άλωση από τους Φράγκους το 1204 που προηγήθηκε, θα πρέπει να ανιχνευθεί ως προς τα αίτιά της στις εξελίξεις της περιόδου 1025-1071. Οι αιτίες της κατάρρευσης του ενδέκατου αιώνα ήταν όπως είδαμε αμιγώς ενδογενείς. Η τελική κατάρρευση με τις δύο αλώσεις είχε, βεβαίως, την εξήγηση της στο πεδίο των εξωτερικών συσχετισμών ισχύος. Ποιος, μπορεί να διαφωνήσει με όσους επικαλούνται την βαρβαρική υπεροχή. Οι Τούρκοι και οι Φράγκοι είχαν καταστεί ισχυρότεροι. Πριν όμως χαθεί το παιχνίδι στο επίπεδο των εξωτερικών σχέσεων είχε ήδη χαθεί στο εσωτερικό πεδίο.

 

Πηγές

-Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού στη Μ. Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού (11ος – 15ος αιώνας)». Του Σπύρου Βρυώνη. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 2008.

-Byzantium: Τhe social basis of decline in the eleventh century» Speros Vruonis, Jr. Στον τόμοByzantium: Its internal History and Relations with Islamic World, Variorum Reprints (Λονδίνο1971)

-Βυζαντινή υψηλή στρατηγική (6ος – 11ος αιώνας)» του Χαράλαμπου Παπασωτηρίου. Εκδόσεις Ποιότητα. 7η έκδοση: Αθήνα 2011

-Χρονογραφία, Τόμος Α΄ και Β΄ του Μιχαήλ Ψeλλού. Μετάφραση – Εισαγωγή – Σχόλια του Βρασίδα Κάραλη. Εκδόσεις Κανάκη. Αθήνα 2004

-Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης» του Curil Mango. Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1988

-Το Βυζάντινο Κράτος» Τόμος Α. του Γιάννη Καραγιαννόπουλου. Εκδόσεις Ερμής: Αθήνα 1969

-Η Βυζαντινή Φιλοσοφία» του Β.Ν. Τατάκη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1977

-Η πολιτεία του Νέου Θεολόγου». Του Στέλιου Ράμφου. Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1981.

-Ιστορία του Βυζαντινού κράτους». Τόμος Δεύτερος του Georg Ostrogorskgy. Ιστορικές εκδόσεις Στέφανος Βασιλόπουλος, Αθήνα  1979

-The argument of Psellos Cronographia», τουAnthony Kaldelis. Εκδόσεις Brill. Boston 1999  

-«O σύγχρονος μηδενισμός» του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα. Εκδόσεις Άρμος. Αθήνα 2008.

-Οι απόκρυφες γνώσεις του Μιχαήλ Ψέλλου». Του Κατελή Βίγκλα.

-The Byzantine Empire in the Eleventh Century: Sorne Different Interpretentions» τηςJ. M. Hussey  Royal Historical Society Fourth Series. Volume 32.1950

 

 πηγή: Αντίφωνο

Η προέλευση του Ισλαμικού κράτους και οι επιδιώξεις του

Βαγγέλης Κοροβίνης

 
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Α) Η σκυτάλη της αμφισβήτησης περνάει από τους εθνικιστές και τους μαρξιστές στους ισλαμιστές στη Μέση Ανατολή.
Β) Ουαχαμπισμός και Σαλαφισμός και η σημασία τους για τη γέννηση του Τζιχαντισμού.
Γ) Η προέλευση και τα πιστεύω του ισλαμικού κράτους.
Δ) Η εδαφικότητα και η σημασία της για την ανακήρυξη χαλιφάτου.
Ε) Η αποκαλυπτική σκέψη του Ισλαμικού κράτους και η κρίση του πολιτισμού.
ΣΤ) Επέκταση ή θάνατος.
Ζ) Η ισλαμική τερατογένεση και το πραγματικό πρόβλημα της εποχής μας.

Η νεοελληνική Φαυλοκρατία

ΓΕΝΕΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

Τα πρώτα πενήντα χρόνια – Ένα φαυλοκρατικό πολιτικό σύστημα αποκρυσταλλώνεται
Μέχρις και τις παραμονές της Επανάστασης του ’21, η απόσχιση των κλεφταρματολών από το σώμα των καρτερικών ομοθρήσκων του και οι συχνές συγκρούσεις με τους Οθωμανούς δεν απέβλεπαν μόνο στη θεμελίωση χριστιανικού κράτους. Παράπλευρος στόχος ήταν η αυτονόμηση από τους μηχανισμούς της εξουσίας, η δημιουργία διατοπικού αρματολικού δικτύου στη βάση των τοπικοσυγγενικών δεσμών και, μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης, η προνομιακή ένταξη στην Οθωμανική τάξη πραγμάτων, στην οικονομία της βίας και της αυθαιρεσίας, που χαρακτήριζε την παρακμάζουσα Αυτοκρατορία.
Η αδιάλειπτη διεξαγωγή του Αγώνα επί δέκα συνεχή χρόνια συντέλεσε στην εδραίωση της εθνικής συνείδησης και πέραν του στενού κύκλου των διανοουμένων[1]. Παρά ταύτα, η δημιουργία αίσθησης νομιμοφροσύνης προς το νεοϊδρυθέν κράτος αποδείχθηκε δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, έργο.
Πολύ σύντομα, αμέσως μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (που με ισχνά μέσα που διέθετε προσπάθησε να θεμελιώσει σύγχρονο για τα δεδομένα της εποχής κράτος[2]), η πολιτική ζωή του ανεξάρτητου κρατιδίου θα πάρει τη μορφή μιας ανελέητης και διαρκούς σύγκρουσης για τον έλεγχο του κράτους. Το κράτος, ο κυριότερος εργοδότης της χώρας, θα γίνει «το μήλον της έριδος» μεταξύ των αλληλοσπαρασσόμενων φατριών.
Την κατάσταση αυτή διευκόλυνε κατ’ αρχάς το γεγονός ότι, από τη σύσταση του κράτους και επί πενήντα χρόνια, ο ορίζοντας στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας ήταν κατά βάσιν «ανέφελος». Τον σκίαζαν μόνο οι κατά διαστήματα «σπασμοί» των αλυτρώτων (στην Κρήτη και αλλού). Σε όλη αυτή την περίοδο, μέχρι δηλαδή να εμφανισθούν και άλλοι βαλκάνιοι διεκδικητές των ευρωπαϊκών οθωμανικών κτήσεων και να αρχίσει να αμφισβητείται το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας3], ο πολιτικός κόσμος αρνήθηκε να εξοπλίσει τη χώρα με αξιόμαχο στρατό, καλλιεργώντας την πεποίθηση ότι η Ελλάδα θα ήταν ο φυσικός και μοναδικός κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όταν ξεσπούσαν επαναστάσεις των αλυτρώτων, αρκούνταν στην αποστολή πολεμοφοδίων και εθελοντών, ενώ ο στρατός παρέμενε παραμελημένος και ανεπαρκής. Την τακτική αυτή συστηματοποίησε ο Κωλέττης4, η πιο ισχυρή πολιτική μορφή των δύο πρώτων δεκαετιών του ανεξάρτητου βασιλείου. Η ανοχή της δράσης άτακτων σωμάτων και τα συνοριακά επεισόδια, χωρίς να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό (του οποίου οι πόροι λεηλατούνταν, όπως θα δούμε παρακάτων, από τους διάφορους «ημέτερους») επέτρεπαν στον Κωλέττη να εμφανίζεται δραστήριος και αφοσιωμένος στη «Μεγάλη Ιδέα», στην απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων, για την οποία μάλιστα ήταν ο πρώτος που έκανε λόγο.
Αλλά η «νηνεμία» στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας δεν ήταν ο μόνος λόγος που επέτρεψε να καταστεί μετεπαναστατικώς το ίδιο το κράτος αντικείμενο πολιτικών συγκρούσεων. Πολλοί αποδίδουν το φαινόμενο στις παρεμβάσεις του Θρόνου και των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων στην πολιτική ζωή του τόπου. Αυτού του τύπου οι παρεμβάσεις είναι αναμφισβήτητες· όμως κάθε άλλο παρά μπορούν να θεωρηθούν αποκλειστικώς υπεύθυνες για την κακοδαιμονία του δημόσιου βίου.
Αυτή καθ’ αυτήν, μάλιστα, η μοναρχική τροπή που πήρε το πολίτευμα θα ήταν ανερμήνευτη, αν αποσυνδεόταν από την προσπάθεια των αντιτιθέμενων φατριών να μονοπωλήσουν την αρχή, τα προνόμια και τους «λουφέδες» που συνόδευαν την άσκηση της εξουσίας. Πρόκειται για προσπάθεια που προσλάμβανε κατά διαστήματα την μορφή απροσχημάτιστου εμφύλιου πολέμου. Πώς να μην αντιμετωπισθεί ο Όθωνας[5] κατά την ενθρόνισή του σαν «σωτήρας», όταν οι αντίπαλοι του Καποδίστρια, λίγο πριν τον δολοφονήσουν, έφθασαν στο σημείο να πυρπολήσουν τα πλοία του εθνικού στόλου, ώστε να μην περάσουν στον έλεγχο της κυβέρνησης; Και πώς να μην τύχει ανάλογης υποδοχής ο Γεώργιος Α ́ [6], όταν, μετά την εκθρόνιση του Όθωνα και πριν αφιχθεί ο νέος Βασιλιάς, σε ένοπλες συγκρούσεις στην Αθήνα το κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας φυλασσόταν μεταξύ των άλλων από ληστές (!), οι οποίοι ανήκαν σε μια από τις αντίπαλες φατρίες, την κυβερνώσα φατρία του Βούλγαρη[7];
Επιτέλους, πρέπει να ειπωθεί η ωμή αλήθεια: Σκοπός των ξένων δυνάμεων δεν μπορεί να είναι η ευνομία και η υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων εναντίον των δικών μας θελήσεων. Αυτό είναι, πρωτίστως και κυρίως, δικό μας έργο. Αν, τώρα, το δικό μας έργο είναι η καταλήστευση των δημόσιων πόρων και αν πρώτο μέλημα των πολιτικών είναι να κρατηθούν στην εξουσία με κάθε τίμημα, αυτό είναι αδύνατο να το αλλάξει και η πιο καλοπροαίρετη ξένη χώρα.
Αν ο Κωλέττης, εν πάση περιπτώσει, ήταν εκείνος που μορφοποίησε την τακτική αντιμετώπισης των εθνικών θεμάτων, σε αυτόν μπορεί να πιστωθεί και μια πρώτη αποκρυστάλλωση των φαυλοκρατικών χαρακτηριστικών του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ο Κωλέττης καλλιέργησε, όσο κανείς προηγούμενός του, τα σπέρματα της συναλλαγής και της πολιτικής διαφθοράς, ενώ ήταν ο πρώτος έλληνας πολιτικός που, διαχειριζόμενος τα κοινά, απέκτησε μεγάλη περιουσία (630.000 δραχμές της εποχής εκείνης). Στόχος του Κωλέττη ήταν η «μακροβιότητα» των κυβερνήσεών του και όχι οι μεταρρυθμίσεις και η εθνική ανασυγκρότηση. Με τις αθρόες απολύσεις κομματικών αντιπάλων, το διορισμό «ημετέρων», την κατοχύρωση των προνομίων των διαφόρων τοπαρχών και τις εκλογές βίας και νοθείας, ήταν πράγματι ο πρώτος που διασφάλισε «μακρόβιες» κυβερνήσεις.
Χαρακτηριστικά και αποκαλυπτικά της πολιτικής ζωής της πρώτης μετεπαναστατικής περιόδου είναι το «ωρολόγιο» πρόγραμμα του Κωλέττη και η συζήτηση σχετικά με τα πολιτικά δικαιώματα των «ετεροχθόνων», των Ελλήνων δηλαδή ων αλύτρωτων περιοχών (Φαναριωτών, Επτανήσιων και άλλων εγγραμμάτων) που κατοικούσαν στο κρατίδιο και ένας μεγάλος αριθμός τους στελέχωσε μεταπαναστατικά τον κρατικό μηχανισμό.
Ο Κωλέττης μέχρι αργά το απόγευμα ασχολείτο με τη διεκπεραίωση ρουσφετιών πρώτα στην κατοικία του και μετά στην έδρα της κυβερνήσεως. Στη διάρκεια των υπηρεσιακών συσκέψεων που επακολουθούσαν συνήθως κοιμόταν, ενώ απουσίαζε συστηματικά από τις συνεδριάσεις της Βουλής.
Στη συζήτηση, τώρα, τη σχετική με τα πολιτικά δικαιώματα των «ετεροχθόνων», που προηγήθηκε της ψήφισης του Συντάγματος του 1844, ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης (179401864), ένας από τους ήρωες του ’21, ζητούσε να «τραβηχτούν» για λίγο οι «ετερόχθονες» από την εξουσία, ώσπου να επουλωθούν οι πληγές των χειμαζομένων αγωνιστών, χάρις στο «βάλσαμο» του κρατικού ταμείου8. Στη συζήτηση αυτή ο Κωλέττης τάχθηκε κατά του διαχωρισμού «ετεροχθόνων» και «αυτοχθόνων», αφού προορισμός του νεοελληνικού κράτους ήταν η απελευθέρωση του αλύτρωτου Ελληνισμού, αλλά ταυτόχρονα απάλειψε από το υπό ψήφιση Σύνταγμα την αξιοκρατική ρήτρα που κατοχύρωνε τους διορισμούς στο δημόσιο βάσει προσόντων («δοτήρ δε τούτων η αξιότης εκάστου», έλεγε η επίμαχη φράση που υπήρχε αυτολεξεί και στα τρία Συντάγματα που είχαν ψηφισθεί από το 1821 έως το 1827).
Μετά, λοιπόν, το Κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 και την παραχώρηση Συντάγματος από τον Όθωνα, στις αρχές του 1844 ο Κωλέττης εγκαθίδρυσε ένα είδος κοινοβουλευτικής δικτατορίας. Κατά την τριετή αυτή περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον Κωλέττη άρχισαν να παγιώνονται τα χαρακτηριστικά ενός φαυλοκρατικού πολιτικού συστήματος.
Η «πατρονία» και τα πελατειακά δίκτυα βρίσκονται στον πυρήνα αυτού του συστήματος. Η «πατρονία» και η «προστασία» αναπτύχθηκαν ως ένα είδος αμυντικού μηχανισμού κατά της αυθαιρεσίας του οθωμανικού συστήματος διακυβέρνησης. Οι προστάτες μεσολαβούσαν για τους πελάτες τους στις οθωμανικές αρχές, αποσπώντας διάφορες εκδουλεύσεις και μετριάζοντας τη φαυλότητα του δικαστικού συστήματος. Το πελατειακό σύστημα λειτουργούσε πέρα από διαχωρισμούς τάξεων, αναπτύσσοντας πλέγματα σε σχήμα πυραμίδας, έτσι ώστε ο προστάτης να μπορεί να γίνεται πελάτης απέναντι σε κάποιον ισχυρότερό του. Η εξάρτηση του πελάτη από τον προστάτη προϋποθέτει την ικανότητα του δεύτερου να εξυπηρετεί τον πελάτη και την οικογένειά του αλλά και την ελευθερία του τελευταίου να διακόπτει τους δεσμούς, όταν διαπίστωνε ότι δεν τον ικανοποιούσαν τα ανταλλάγματα με τα οποία εξαγόραζαν την εξάρτησή του.
Αν και μετά τη συγκρότηση του ανεξάρτητου βασιλείου το πελατειακό σύστημα, στο πλαίσιο του νέου συγκεντρωτικού συστήματος διακυβέρνησης, έχασε θεσμικά στηρίγματα, όπως ήταν η αυτονομία των Κοινών, τα άτακτα στρατιωτικά σώματα και η αυτόνομη Εκκλησία, οι παραδοσιακές ηγετικές ομάδες (προεστοί, οπλαρχηγοί, καραβοκυραίοι και Φαναριώτες λόγιοι) βρήκαν άλλες διεξόδους. Μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν προς όφελός τους τη νέα γραφειοκρατική μηχανή, τις Πρεσβείες των Μεγάλων Δυνάμεων, και μετά το 1843 τον ίδιο τον κοινοβουλευτισμό ως πηγή προστασίας. Στη μετεπαναστατική πλέον εποχή ο προστάτης ενεργούσε σκόπιμα, προκειμένου να εξασφαλίσει σε φίλους και οπαδούς διορισμό στο Δημόσιο, συμβόλαια για την είσπραξη φόρων ή την ενοικίαση με ευνοϊκούς όρους της εθνικής γης και κάθε άλλους είδους προνομιακή μεταχείριση.
Το σύστημα της «πατρονίας» έχει ένα μεγάλο μειονέκτημα: Εμποδίζει την κινητοποίηση του πληθυσμού για την επίτευξη συλλογικών στόχων (εθνικών και ταξικών). Εκφράζει τα συμφέροντα της πολιτικής τάξης πρωτίστως και δευτερευόντως επιμέρους συμφέροντα (μεγάλα, μεσαία ή μικρά). Στη βάση του φαινομένου βρίσκεται ένας αχαλίνωτος ατομικισμός συνυφασμένος με μια βαθιά αδιαφορία για τις τύχες και τις προοπτικές της χώρας, για τη δυνατότητα ύπαρξης ενός κοινού παραγωγικού μέλλοντος. Το ατομικό «βόλεμα», η ατομική σωτηρία «συν γυναιξκί και τέκνοις», με την παράκαμψη κάθε έννοιας νομιμότητας και αξιοκρατίας, ανάγεται σε υπέρτατη ρυθμιστική αρχή του δημόσιου βίου[9].
Αν το σύστημα της «πατρονίας», όπως αναμορφώθηκε και αποκρυσταλλώθηκε σε ένα φαυλοκρατικό πολιτικό σύστημα, αντιστρατεύεται την επίτευξη συλλογικών στόχων, δεν είναι καθόλου περίεργο ότι θα χρειασθούν 40 ολόκληρα χρόνια για να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα της περιόδου, το ζήτημα της διάθεσης των εθνικών γαιών (των κτηματικών περιουσιών των μουσουλμάνων, οι οποίες πέρασαν στον έλεγχο του κράτους μετά την Επανάσταση) και το άμεσα σχετιζόμενο μ’ αυτό πρόβλημα της ληστείας. Επί 40 χρόνια, ένα μεγάλο ποσοστό των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έμενε ακαλλιέργητο, ενώ η ύπαρξη πολλών ακτημόνων ευνοούσε την εκδήλωση της ληστείας. Μόνο ένα μικρό μέρος των εθνικών γαιών υπενοικιαζόταν σε κομματικούς φίλους με ευνοϊκούς όρους. Μόνο μετά τη σφαγή στο Δήλεσι θα ληφθούν σοβαρά μέτρα. Ο Κουμουνδούρος[10] προώθησε το 1871 διά νόμου τη διανομή 2.650.000 στρεμμάτων σε 357.000 κλήρους. Μέχρι τότε, είχαν διανεμηθεί μόνον 280.000 στρέμματα. Λίγα χρόνια ύστερα απ’ αυτή την αγροτική μεταρρύθμιση, η αγροτική παραγωγή θα διπλασιασθεί[11].
Τι εμπόδιζε την πολιτική τάξη της χώρας να λύσει το πρόβλημα της διάθεσης των εθνικών γαιών επί τόσες δεκαετίες; Η απάντηση είναι προφανής και καταγράφεται στα προφητικά λόγια του Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831): «Εάν δεν διανεμηθεί η εθνική γη εις τους ακτήμονας, το έθνος θέλει καταδικασθεί επί μακρόν ως εις ανήλικος παιδός κατάστασιν». Μόνον όταν οι πόροι και η εθνική περιουσία ελέγχονται από το κομματικό και φαυλοκρατικό κράτος θα μπορεί η πολιτική τάξη της χώρας να τους διαθέτει κατά βούληση και να μετατρέπει τους πολίτες σε αλληλομισούμενους ψηφοφόρους, διασφαλίζοντας έτσι τα προνόμιά της και την απρόσκοπτη αναπαραγωγή της.
Το πρόβλημα έχει διατυπωθεί διαυγέστατα ήδη από το 1875 στον Ασμοδαίο από τον Εμμανουήλ Ροΐδη (1836-1904): «Εις μεν τας άλλας χώρας η δύναμις του βουλευτού έγκειται εις το να ανατρέπει κυβερνήσεις, ενώ εν Ελλάδι ουδείς υπάρχει της παντοδυναμίας του περιορισμός. Εκ του βουλευτού εξαρτάται όχι μόνο της κυβερνήσεως ο βίος, αλλά και η τιμή, η περιουσία, η ασφάλεια, η απονομή της δικαιοσύνης και ο επιούσιος άρτος ή τουλάχιστον η πλήρωσις πόθου τινός των πλείστων Ελλήνων. Ο κύκλος αρμοδιότητος και ενεργείας του είναι δεκάκις ευρύτερος παρά εις πάσαν άλλην χώραν. Περί όλων των ζητημάτων διά τα οποία εις άλλας χώρας αποφασίζει ο νόμος, η προτίμηση της ικανότητας και το κοινόν συμφέρον παρ’ ημίν εκ μόνο του θελήματος του βουλευτού εξαρτώνται. Τα πάντα τα απορροφά και τα εκμηδενίζει η πολιτική διά τον λόγον ότι ουδέν ημπορεί να υπάρξει ανεξάρτητον απ’ αυτής. Αλλαχού τα κόμματα γεννώνται, διότι εκεί υπάρχουν διαφωνούντες και έκαστος άλλα θέλοντες. Εν Ελλάδα συμβαίνει το ανάπαλιν, αιτία της γεννήσεως και της πάλης των κομμάτων είναι η θαυμάσια συμφωνία μεθ’ ης πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφονται δαπάνη του δημοσίου».
Πενήντα χρόνια μετά την Επανάστασιν του ’21 στη δεκαετία του 1870 το κράτος δεν αποτελεί απλώς τον κύριο πόλο έλξης για τις υποασχολούμενες αγροτικές μάζες, αλλά προσφέρει και στους ανώτερους λειτουργούς του εισοδήματα που ξεπερνούν τα εισοδήματα όλων σχεδόν των άλλων μελών της κοινωνίας. Γράφει και πάλι ο Ροΐδης στον Ασμοδαίο το 1876: «Ο πολύς πληθυσμός της Ελλάδος συνίσταται εκ πεντήκοντα χιλιάδων ανθρώπων γνωριζόντων ανάγνωσιν και ανορθογραφίαν και τρεφομένων υπό ενός εκατομμυρίου αγραμμάτων φορολογουμένων […]».
Ο Ελληνισμός παρουσίασε στη νεότερη εποχή «πρώιμη» αστική ανάπτυξη. Το ελληνικό εμπορικό στοιχείο συγκρότησε ακμαίες παροικιακές κοινότητες και εύρωστες επιχειρήσεις σε όλο το χώρο των Βαλκανίων, της Νότιας Ρωσίας και της Κεντρικής Ευρώπης. Η πρώιμη αυτή ανάπτυξη, που συνδέθηκε κυρίως με τη διαμόρφωση των εμπορευματικών κυκλωμάτων στην ευρύτερη περιοχή, θα ανακοπεί προσωρινά με τον κατατεμαχισμό της περιοχής σε εθνικά κράτη στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά θα βρει νέες διεξόδους στην ίδια την ακρωτηριασμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, στην Αίγυπτο και αλλού[12].
Ενώ όμως ο έλληνας επιχειρηματίας ήταν συνηθισμένο είδος στο πλαίσιο του υπόδουλου Ελληνισμού, κατέληξε να γίνει σπάνιο και προβληματικό είδος στο πλαίσιο του ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Η κοινωνική διαφοροποίηση σπάνια μόνον αποδίδει επιχειρηματίες και συνήθως «κρατικοδίαιτους» και «διαπλεκόμενους» (με εξαίρεση το χώρο της ναυτιλίας και σ’ ένα βαθμό του εμπορίου). Αντίθετα, διαμορφώνει δημόσιους υπαλλήλους, δικηγόρους, στρατιωτικούς, ενοικιαστές φόρων του δημοσίου, κομματάρχες και πολιτικούς. Στο υπάρχον και εμπεδωμένο σύστημα φαυλοκρατίας, οι, έτσι και αλλιώς, σπάνιοι επιχειρηματίες είναι υποχρεωμένοι να προσαρμοσθούν, αν θέλουν να επιβιώσουν. Πρέπει να αναζητήσουν πολιτική προστασία πάση δυνάμει, γιατί αλλιώς θα το κάνουν οι ανταγωνιστές τους και θα τους εκμηδενίσουν. Έτσι όμως χάνουν κάθε δυνατότητα αυτοτελούς δράσης, διότι τα κέρδη της επιχείρησής του δεν εξαρτώνται πλέον από τις επιχειρηματικές δεξιότητές τους, την αξιοκρατική διεύθυνση του ανθρώπινου δυναμικού της επιχείρησης και τις εύστοχες επενδύσεις, αλλά από τις απευθείας αναθέσεις κρατικών προμηθειών, με αντάλλαγμα βέβαια παχυλές «μίζες» στους υψηλούς προστάτες.
Χαρακτηριστικό στοιχείο του δημόσιου βίου στην πρώτη μετεπαναστατική πεντηκονταετία είναι και η υπερανάπτυξη της μέσης βαθμίδας της εκπαίδευσης, αφού το απολυτήριο του Γυμνασίου αποτελεί εισιτήριο για το διορισμό στο δημόσιο. Σχολιάζοντας το φαινόμενο ο Ροΐδης τονίζει: «[…] Αληθές είναι ότι δεν έπαυσαν να πολλαπλασιάζονται τα γυμνάσια, αλλά και να χειροτερεύει το ποιόν αυτών […] ούδ’ ήτο άλλως δυνατόν, αφού ο διορισμός και η παύσις των εν αυτοίς διδασκόντων εξηρτάτο ουχί εκ του ποιού της διδασκαλίας αυτών, αλλ’ εκ μόνης της ευνοίας του βουλευτού, ως φυσικόν αποτέλεσμα προέκυψεν η πεποίθησις ότι ολίγον ηδύνατο να συντελέσει η επιμέλεια και η μελέτη προς κατάκτησιν καθηγητικής έδρας ή γυμνασιακού απολυτηρίου καθιστώντος προσιτάς τα δημόσιας θέσεις […]». Για τον Ροΐδη, βασική προϋπόθεση για την αναβάθμιση της στάθμης της εκπαίδευσης και την ανακοπή των τάσεων διόγκωσης της δημοσιοϋπαλληλίας είναι «ο περιορισμός των γυμνασίων εις το τρίτον, η απόλυσις των πασιγνώστως ανικάνων καθηγητών και η εξασφάλιση των άλλων από των εφόδων της πολιτικής και των ροπάλων των αποτυγχανόντων εις τας εξετάσεις μαθητών…»[13].
Την εικόνα συμπληρώνουν τα σχόλια του Βερναρδάκη για την ανώτατη εκπαίδευση: «Μειράκια διερχόμενα αβρόχοις ποσίν, ως επί το πολύ, τα γυμνάσια του Κράτους, εξ ων λαμβάνουν απολυτήριον συνήθως διά απειλών και ύβρεων, εισέρχονται εις το πανεπιστήμιον με τα τσαρούχια το δη λεγόμενον, όπου φυσιούνται και εξάπτονται και τυφούνται και αντί να εγκύπτωσιν εις την σπουδήν και μελέτην της επιστήμης μεταβάλλουσι το ανώτατον εκπαιδευτήριον εις κονίστραν φατριαστικών διαδηλώσεων, οχλαγωγιών και ταραχών… Προ πολλών ήδη ετών το πανεπιστήμιον δεν κάμνει τίποτε άλλο, κυρίως ειπείν, ει μη μόνον να αραιώνει τας τάξεις των παραγωγικών μελισσών και να πυκνώνει τας τάξεις των εθνοβόρων κηφήνων»[14].
Οι διογκωμένες δαπάνες του φαυλοκρατικού και κομματικοποιημένου κράτους έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση, έως εκμηδένιση, των δαπανών για έργα υποδομής και για παραγωγικές δραστηριότητες[15]. Η χώρα τις αρχές της δεκαετίας του 1880 βρίσκεται σε σχεδόν πρωτόγονη κατάσταση. Ανύπαρκτη υποδομή. Δεν υπάρχουν επαρκείς αμαξιτοί δρόμοι και όσοι υπάρχουν είναι σε κακή κατάσταση, ενώ μία μόνον σιδηροδρομική γραμμή υπάρχει, αυτή που συνδέει την Αθήνα με τον Πειραιά. Η βιομηχανία είναι επίσης, ουσιαστικά ανύπαρκτη. Άθλια διοίκηση και ανασφάλεια στην ύπαιθρο λόγω της ληστείας. Στρατός παραμελημένος και πλήρως ανεπαρκής ποιοτικά και ποσοτικά.
Το κράτος θα αλωθεί πολύ σύντομα (αμέσως μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια) από ένα πλέγμα ομάδων, οι οποίες επιδιώκουν ατομικά η φατριαστικά συμφέροντα μέσα σ’ ένα κλίμα μίσους και λυσσαλέου ανταγωνισμού, ο οποίος δεν διέπεται από κανένα κριτήριο νομιμότητας. Ο νόμος και οι κανόνες αντιμετωπίζονται ως «δυσκολία» προς παράκαμψη, ενώ κάθε μείζον πρόβλημα (εθνικό ή άλλο) θεωρείται «πονοκέφαλος», που αποσπά την προσοχή από το θεμελιώδες: την ιδιοτελή νομή της εξουσίας, τον εκτοπισμό των αντιπάλων και την αναρρίχηση στα σκαλοπάτια της εξουσίας, την εξυπηρέτηση της πελατείας, τη διανομή των αθέμιτων εισπράξεων και προμηθειών. Ο δημόσιος βίος μετατρέπεται σ’ ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου ό,τι κερδίζει ο ένας υποχρεωτικά το χάνει κάποιος άλλος, ενώ παρακάμπτεται πλήρως η έρευνα για αμοιβαία επωφελείς λύσεις. Αποκλείεται δηλαδή η περίπτωση από τις προωθούμενες πολιτικές να ωφελούνται όλοι, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, ανάλογα με τις ικανότητες και τα προσόντα του.
Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι μεταξύ του πολιτικού κόσμου της εποχής δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ωστόσο, το πρόβλημα έγκειται, όπως λέει και ο Ροΐδης, στο ότι «οι τε φαύλοι και οι αγαθοί πράττουσιν παρ’ ημίν τα αυτά, η μόνη δεν μεταξύ αυτών διαφορά συνίσταται εις το ότι οι μεν πράττουσιν μετά χαράς, οι δε άνευ χαράς». Πολύ νωρίς, μέσα στις δύο πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες, θα δημιουργηθεί η γνώριμη Ελλάδα των «ημετέρων» με ένα μεγάλο, σπάταλο και αναποτελεσματικό κράτος, με μια πανίσχυρη πελατειακά οργανωμένη κοινωνία, και μια εκτός πελατειακών δικτύων κοινωνία, την, ας πούμε, «κοινωνία των πολιτών», εντελώς ατροφική και πολιτικά αδύναμη.
Το πολιτικό και κοινωνικό αυτό αποτέλεσμα υπήρξε δημιούργημα δικό μας και όχι απόρροια κάποιας συνωμοσίας ξένων δυνάμεων και των εγκαθέτων τους στην πολιτική ζωή του τόπου. Ο σκοπός των ξένων δυνάμεων δεν μπορεί να είναι η προαγωγή της χώρας εναντίον των δικών μας θελήσεων.
Σημειώσεις
[1] Με τον όρο «εθνική συνείδηση» νοείται εδώ η συνείδηση του εθνοκρατικού ανήκειν, δηλαδή η νεωτερική δυτικοευρωπαϊκή. Στη νεωτερική νοηματοδότησή του το έθνος είναι μια αφηρημένη οντότητα της οποίας η βούληση ερμηνεύεται από το εκάστοτε πολιτικό πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται το μηχανισμό του κράτους. Η κοινωνία έχει απλώς το δικαίωμα να διαιτητεύει, από καιρού εις καιρόν, στον αγώνα των κομματικών ολιγαρχιών για τον έλεγχο του κράτους και τη διαχείριση του εθνικού δυναμικού. Εθνική συνείδηση, αλλά ριζικά διαφορετική, με την έννοια του ανήκειν στον πολιτισμό ενός οικουμενικού βασιλείου ελεύθερων Κοινών (πολιτειών), είχαν σχηματισμένη οι Έλληνες-Ρωμιοί από αιώνες. Στην ελληνική-ρωμαίικη εκδοχή η κοινωνία ταυτίζεται με το έθνος στο επίπεδο των Κοινών, διότι είναι οργανωμένη σε Δήμο και ασκεί η ίδια την πολιτική λειτουργία είτε άμεσα είτε ως εντολέας. Εκεί το πρόταγμα της ατομικής ελευθερίας ενσαρκώνεται κατά τρόπο ποιοτικά καθολικό, καθώς επιτυγχάνεται το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός» (Αριστοτέλης). Στο επίπεδο όμως της ελληνορωμαϊκής Οικουμένης, η δια-κοινοτική πολιτική λειτουργία (διασφάλιση εσωτερικής και εξωτερικής ειρήνης, νόμισμα, συμμαχίες κ.λ.π.) ασκείται από το Βασιλέα, ο οποίος έχει ως έδρα του τη Βασιλεύουσα- Κοσμόπολη και διαθέτει έναν υπερ-εθνικό κρατικό μηχανισμό. Ο Βασιλεύς, αν και νόμιμος, ουσιαστικά κείται πέραν του νόμου. (Ως νεωτερικός ομόλογος του ρωμιού Μονάρχη θα μπορούσε να θεωρηθεί ο αμερικανός Πρόεδρος, ως προς την πλανηταρχική –οικουμενική του δικαιοδοσία, η οποία όμως, σε αντίθεση μ’ εκείνη του βυζαντινού ομολόγου του, είναι αθέσμιστη).
[2] Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831): Κυβερνήτης της Ελλάδας από το 1828 ως τη δολοφονία του το 1831 από τους Μαυρομιχαλαίους.
[3] Το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καθιερώθηκε με την αγγλοτουρκική συνθήκη του 1809, η οποία στρεφόταν κατά της Γαλλίας του Ναπολέοντα και των βλέψεων της Ρωσίας για έξοδο στις «θερμές θάλασσες».
[4 ]Ιωάννης Κωλέττης (1773-1847): Αρχηγός του «γαλλικού» κόμματος και πρωθυπουργός στο διάστημα 1834-1835 και 1844-1847.
[5] Όθων, Όττο φον Βίττελσμπαχ (1815-1867): Πρίγκιπας της Βαυαρίας και πρώτος «Βασιλεύς της Ελλάδος».
[6]Χριστιανός-Γουλιέλμος-Φερδινάνδος-Αδόλφος-Γεώργιος: Γνωστός ως Γεώργιος Α ́ βασιλιάς της Ελλάδας, από το 1863 μέχρι τη δολοφονία του το 1913.
[7] Δημήτριος Βούλγαρης (1802-1877) ή Τζουμπές: Διετέλεσε συνολικά τέσσερις φορές πρωθυπουργός από το 1855 και μετά. Υπήρξε φανατικός πολέμιος του Ιωάννη Καποδίστρια.
[8] Του αποδίδεται μάλιστα η φράση: «Αν είναι να μείνουμε εμείς νηστικοί, ας πάει στο διάβολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα». Στα Απομνημονεύματά του θα γράψει: «Λίγοι αγωνιστήκαμεν –εις τον καρπόν πολλοί πλάκωσαν, και παίρνουν το ξύλο και βαρούνε τους αγωνιστάς».
[9] Η ελληνική ατομικότητα είναι ο αμιγέστερος ατονικός τύπος ανθρώπου που εμφανίστηκε στην ιστορία. Ο πολιτισμικός αυτός τύπος έχει θετικά και αρνητικά. Τα θετικά αναγνωρίζονται στην ανοδική πλευρά της εξελικτικής καμπύλης του, ενώ τα αρνητικά τα βλέπουμε να υπερτερούν στην καθοδική της πλευρά, κατά την οποία το Εγώ αυτοτοποθετείται υπεράνω κάθε συλλογικής αξίας. Είναι το άτομο που έχει χάσει μέσα του την ικανότητα του συλλογικώς υφίστασθαι. Δυστυχώς, τα αρνητικά του ανθρωπολογικού αυτού τύπου δεν έγινε δυνατό να υπερκεραστούν παρά μόνο μερικώς με την αποδοχή του Χριστιανισμού. Η φαυλοκρατία, για να αναδυθεί και να εμπεδωθεί, αξιοποίησε ορισμένες πλευρές των πολιτικών παραδόσεων του προεπαναστατικού Ελληνισμού, ενώ καλλιέργησε έντεχνα και υπέρμετρα τα αρνητικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ατομικότητας.
[10] Αλέξανδρος Κουμουνδούρος (1815-1883): Διετέλεσε δέκα φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας από το 1865 και έπειτα.
[11] Παρά τα μέτρα αυτά, το πρόβλημα της ληστείας δεν εξαλείφθηκε. Θα αντιμετωπισθεί οριστικά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν επί Γεωργίου Θεοτόκη (1844-1916) θα χορηγηθούν μαζικά άδειες μετανάστευσης στις ΗΠΑ σε όλα τα παράνομα στοιχεία που δεν ενέχονταν σε ανθρωποκτονίες.
[12] Η πρόωρη αστική ανάπτυξη του Ελληνισμού είναι ένα σύνθετο ιστορικό φαινόμενο. Υπάρχει, κατ’ αρχάς, μια αυτοδύναμη αστική ανάπτυξη, οργανική συνέχεια της ελληνιστικής, ρωμαϊκής και βυζαντινής, η οποία υπέστη συντριπτικά πλήγματα από τη φραγκική και την τουρκική κατάκτηση (11ος-15ος αιώνας), αλλά ανέκαμψε στο πλαίσιο της Οθωμανοκρατίας, από τον 17ο αιώνα και μετά. Και υπάρχει η νεωτερική αστική ανάπτυξη, η οποία ξεκινά ουσιαστικά τον 18ο αιώνα από τη Δυτική Ευρώπη και διεισδύει στον οθωμανικό χώρο, εκμεταλλευόμενη την παρακμή του σουλτανικού δεσποτισμού. Οι δύο μορφές συναντώνται και συγχωνεύονται τον 18ο και τον 19ο αιώνα, απολήγοντας, κατά τον 20ο αιώνα, στην πλήρη καταστροφή της προνεωτερικής αστικής ανάπτυξης και στη νεωτερική δορυφοροποίηση του ιστορικού της χώρου. Η δορυφοροποίηση, την οποία ο προνεωτερικός ελληνικός αστισμός χρησιμοποίησε, κατ’ αρχάς, ως όχημα για την εδραίωσή του και εν συνεχεία για την απελευθέρωσή του από την τουρκική δεσποτεία, επέφερε τελικώς τον αφανισμό του. (Ορόσημο αποτελεί η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922).

[13] Εμμανουήλ Ροΐδης, Άπαντα, τ. 5ος, σ. 231, Ερμής, Αθήνα 1978.

[14]Απόστολος Βερναρδάκης, Νέα Ελληνική Ιστορία, σ. 295, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1998 (15η έκδ.).
[15] Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και επί πενήντα χρόνια περίπου, δαπανάται κατ’ έτος για δημόσια έργα ένα ελάχιστο μέρος του προϋπολογισμού, που ανέρχεται στο ποσοστό 2%-4%.

 

Απόσπασμα από το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου (σελ 19-38), Ευάγγελος Κοροβίνης, Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία, Πρόλογος: Θ. Ζιάκα, Εκδόσεις Αρμός, 2008

 

πηγή: http://www.protovoulia.net/arthra/2009/korovinis-faylokratia.pdf

Βιβλιοκριτική: Η Νεοελληνική Φαυλοκρατία

Κωστής Παπαγιώργης

Στο μόνο που δεν έχουμε παράπονο -μάλιστα η ντόπια απόδοση ξεπερ­νάει πάσα προσδοκία- είναι η πα­ραγωγή θεωρητικών δυσαρεστημέ­νων, φιτιλιασμένων, σχετλιαστικών μέχρι κεραίας, καταγγελτικών εξ επαγγέλματος, κατηγόρων, εκ γενετής σχεδόν θυμωμένων με την πατρίδα τους. Ασφαλώς δεν έχουμε την πατέντα του φαινομένου· κάθε έθνος και εθνάριο που πά­σχισε να στήσει κράτος κατά τον 19ο αιώνα έ­σπειρε διχόνοιες και άσβεστα μίση ανάμεσα στους πολίτες του. Περιέργως πώς, οι φλογεροί φιλοπάτριδες συχνά κατέληξαν αρνησιπάτριδες. Εκ τούτου δεν συνάγεται ότι η φιλοπατρία είναι αρ­νητική δύναμη, ούτε ότι οι τοπικές κοινωνίες α­ποδεικνύονται ανίκανες να συσσωματωθούν σε ευρύτερες καταστατικές τάξεις που αργά ή γρή­γορα αποκαλούνται κράτη. Απλώς και απολύτως, το κράτος είναι δύσκολη υπόθεση. Η ελληνική περίπτωση απέβη κλασικό παράδειγμα οιονεί α­νέφικτου «κράτους», διότι η ισχύς