Ο π. Γ. Φλορόφσκι για τη φύση της Εκκλησίας- συνάντηση με την Φαινομενολογία

0
1896

Ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους της Εκκλησίας τον 20ο αιώνα ήταν και ο π. Γ. Φλορόφσκι, ο οποίος έγραψε αρκετά για τον «Οίκο του Πατρός», δηλαδή την Εκκλησία. Υπάρχει μια υπέροχη εργασία του με αυτόν τον τίτλο στο βιβλίο του «Ανατομία Προβλημάτων της Πίστεως» (Εκδ. Ρηγοπούλου, Θεσ/κη 1977, σελ. 100-146), η οποία και θα μας χρησιμεύσει ως βάση για να αναπτύξουμε ορισμένες σκέψεις σχετικά με την Ευχαριστία, όχι με αυστηρά θεολογικά κριτήρια.                                                                                       

                                    **************

Η Εκκλησία ξεκινά λοιπόν με τα ιερά γεγονότα της θείας Οικονομίας, την Γέννηση του Ιησού, την Βάπτιση, την έξοδο στο κήρυγμα, την δημόσια δράση, και τελικά την Σταύρωση και την Ανάσταση. Ωστόσο, αυτό που άφησε ο Ιησούς, κατά τον π. Φλορόφσκι, δεν είναι μια διδασκαλία, αλλά την Εκκλησία. Η διδασκαλία, το Ευαγγέλιο, είναι ύστερο της Εκκλησίας, και όχι πρότερο. Πώς γίνεται αυτό;

Ο Χριστός άφησε μια διδασκαλία, λέγει ο π. Φλορόφσκι, την οποία μπορούμε να μελετήσουμε στα Ευαγγέλια -αλλά, πρέπει να πούμε ότι καμιά «διδασκαλία» δεν μπορεί να εξαντικειμενίσει την ολότητα της ζωής. Στην πραγματικότητα το θεανδρικό Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού προηγείται της διδασκαλίας Του. Το σωτηριώδες έργο Του, η Σταύρωση και η Ανάσταση, έρχεται πρώτο, και κατόπιν το Ευαγγέλιο, που μιλά για αυτό το μυστήριο. Το Ευαγγέλιο ως βιβλίο ανήκει άλλωστε στην Εκκλησία και μόνο αυτή μπορεί να το ερμηνεύσει. Εν πάση περιπτώσει, ας μείνουμε στον ισχυρισμό ότι καμιά διδασκαλία δεν μπορεί να εξαντικειμενίσει την πραγματικότητα.

Αυτό λοιπόν, φαινομενολογικά, δεν ισχύει μόνο για την Εκκλησία, αλλά και για ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή. Σχετιζόμαστε με κάποιο φίλο, έχουμε εμπειρία αυτού, τον συναναστρεφόμαστε πάλι και πάλι, αλλά, όπως είπε ο εκλιπών φιλόσοφος Χρήστος Γιανναράς, δεν μπορούμε να περιγράψουμε με λόγια εξαντλητικά την εμπειρία μας αυτής της φιλίας. Δεν μπορούμε να δώσουμε με έναν ορισμό «ποιος» είναι αυτός ο φίλος. Αυτό δεν είναι μια ασήμαντη παρατήρηση. Διάφοροι φιλόσοφοι, κυρίως της Αναλυτικής Φιλοσοφίας, όπως π.χ. ο Μπέρναρντ Ράσσελ, πίστεψαν ότι τα «ονόματα» των ανθρώπων είναι «ταμπέλες» που δίνονται για να συνοψίσουν περιγραφές  των «προσώπων», για τα οποία μπορούμε όντως να δώσουμε μία εξαντλητική περιγραφή. Αν δεν μπορούσαμε να δώσουμε, τότε αυτό θα καταντούσε ένα μυστήριο.

Πολύ σωστά λοιπόν ο φιλόσοφος Χ. Γιανναράς τόνισε ότι αυτό είναι ένα μύθευμα- η θεωρία του Ράσσελ άλλωστε κατέπεσε και στην ίδια την αναλυτική φιλοσοφία και πλέον δεν γίνεται αποδεκτή. Το πρόσωπο δεν μπορεί να «αναχθεί» σε μια περιγραφή. Είναι πέραν πάσης περιγραφής. Υπάρχει όμως και μια άλλη σχολή σκέψης η οποία πίστεψε ότι θα μπορούσε να ορίσει τι «είναι» ένα πρόσωπο. Μιλάμε για την Ψυχανάλυση, που πίστεψε ότι αυτό μπορεί να το κάνει ερμηνεύοντας το «ασυνείδητο» του κάθε προσώπου. Επικοινωνούμε όντως και με την «γλώσσα» του σώματος, τα όνειρα λένε πολλά για το ποιοι είμαστε, ο άλλος μας περνά «μηνύματα» που δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε με το συνειδητό κλπ. Αλλά η θεωρία ότι η πλήρης εξερεύνηση του ασυνειδήτου θα μας έδινε τον ορισμό ενός προσώπου είναι κι αυτή ένα μύθευμα. Υποτίθεται ότι, αν θεραπεύαμε το ασυνείδητο, θα είχαμε το πρόσωπο ως μια μηχανή ενορμήσεων και τάσεων- και τότε θα το εξηγούσαμε εντελώς μηχανικά. Ο Φρόυντ δεν πίστευε ότι υπάρχει αγάπη.

Είμαστε υπόχρεοι, επαναλαμβάνουμε, στον Χ. Γιανναρά που μίλησε για το ξεχωριστό προσωπικό «ιδίωμα» του κάθε προσώπου. Ο μόνος τρόπος για να «γνωρίσεις» πραγματικά και αληθινά έναν άλλο άνθρωπο, είναι να «σχετιστείς» μαζί Του. Η συναναστροφή μαζί του δεν μπορεί με τίποτα να συνοψιστεί σε έναν «ορισμό» του Άλλου. Η αναλυτική φιλοσοφία υποβιβάζει την ανθρώπινη επικοινωνία, καλυτέρα «κοινωνία», σε «ανταλλαγή πληροφοριών». Δεν έχει την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα μυστήριο. Αν λοιπόν δεν μπορούμε να δώσουμε μια «εξαντλητική» περιγραφή του άλλου προσώπου, το ίδιο συμβαίνει, πολύ περισσότερο, και με το θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού. Μόνο στην Εκκλησία, λέγει ο π. Φλορόφσκι, μπορείς αληθινά  να γνωρίσεις το Πρόσωπο του Χριστού. Η Εκκλησία είναι αυτή που κληρονόμησε, ως γνωστόν, διά της μυστηριακής συνέχειας της χάριτος, την αληθή γνώση του Κυρίου Ιησού Χριστού ως Προσώπου.

Μιλάμε για μέγα μυστήριο. Στην Εκκλησία μόνο μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο που έζησε πριν δυο χιλιάδες περίπου χρόνια. Οι Απόστολοι, οι μαθητές Του, γνώρισαν τον Χριστό, συνδέθηκαν μαζί Του και παρακολούθησαν την δημόσια δράση Του, αλλά γνώρισαν πραγματικά τον Χριστό εν Πνεύματι Αγίω, μετά την Πεντηκοστή. Οπότε και παρέδωσαν, διά του ιδίου Αγίου Πνεύματος, την μαρτυρία τους περί του Ιησού στους διαδόχους τους, και αυτοί στην συνέχεια στους δικούς τους διαδόχους. Η εμπειρία της εν Χριστώ ζωής είναι άρρητη.                         

Παρενθετικά, ένα σημείο που πρέπει να προσέξουμε εδώ, λέγει ο π. Φλορόφσκι, είναι το πραγματικό νόημα και σημασία του δόγματος. Η Εκκλησία δογμάτισε λοιπόν μόνο τα βασικά τριαδολογικά και χριστολογικά θέματα, που ταλάνισαν τον βίο της ιδίως στους πρώτους αιώνες της ζωής της, άφησε όμως και πολλά θέματα εκτός ρητής δογματικής διδασκαλίας, για τα οποία μαρτυρεί πολλά η λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Ειδικά για την Υπεραγία Μητέρα του Θεού, δεν δογματίστηκε σχεδόν τίποτε εκτός από τους όρους «Θεοτόκος» και «αειπάρθενος», ολόκληρη όμως η υπόλοιπη ζωής της κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει αντικείμενο του δόγματος- γιατί θα δινόταν η εντύπωση ότι το «δόγμα» εξαντλεί την διδασκαλία της Εκκλησίας.

                        ************

Όλα αυτά τα λέει η Θεολογία. Θα μπορούσε όμως η Φιλοσοφία να ισχυριστεί ότι όλα αυτά είναι ωραιολογίες και εξωραϊσμοί, καθώς στην πραγματικότητα είναι αδύνατον να παραμείνει μετά από τόσους αιώνες, ίδια η «εμπειρία» ενός Προσώπου, του Χριστού. Δεν μπορεί παρά να έχει αλλοιωθεί. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως και πάλι γράφει ο π. Φλορόφσκι, ότι υπάρχουν οι «θεόπτες» Πατέρες της Εκκλησίας, αυτοί που στις μέρες μας είναι αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες του Λόγου, αυτοί που διατηρούν την ιδία ζώσα εμπειρία για τον Χριστό.

Στο σημείο αυτό ο φιλόσοφος, όπως είπαμε, θα διαμαρτυρόταν και θα έλεγε ότι είναι αδύνατον να υπάρξουν «θεόπτες», να υπάρξει δηλαδή πραγματική συνάντηση στον ίδιο άνθρωπο κτιστού και Ακτίστου, «φυσικού» και «υπερφυσικού», σύμφωνα με την ορολογία της δυτικής φιλοσοφίας. Πώς είναι δυνατόν κάποιος άνθρωπος να δει τον Θεό, εφόσον πρόκειται για κάτι το εντελώς «Άλλο»;

Πρέπει ωστόσο να πούμε ότι, φαινομενολογικά (από την άποψη δηλαδή της Φαινομενολογίας), και στην καθημερινή μας ζωή μπορούμε να ατενίσουμε τον Άλλο άνθρωπο, το «Άπειρο» (γιατί «άπειρο» είναι και αυτός), αυτόν για τον οποίο δεν μπορούμε να δώσουμε, όπως είπαμε, κανέναν εξαντλητικό ορισμό, και να «κοινωνήσουμε μαζί του. Δεν θα έπρεπε να μιλάμε για «επικοινωνία» με τον Άλλο, αλλά για «κοινωνία» αυτού. Δικαιολογημένα ο φαινομενολόγος φιλόσοφος Λεβινάς μίλησε για τον Άλλο ως Άπειρο. Η καθημερινή «κοινωνία» με τον Άλλο είναι λοιπόν ένα αληθινό μυστήριο. Φαινομενολογικά, όπως είπαμε, η συνάντηση με έναν άλλο δεν μπορεί με τίποτε να αναχθεί σε απλή ανταλλαγή «πληροφοριών». Δεν ξέρω πώς πρέπει να το πω, πάντως η σωστή λέξη για αυτήν την π.χ. φιλική συνάντηση και συζήτηση με κάποιον είναι «κοινωνία».                                        

Δεν μπορείς να γνωρίσεις νοητικά τον Θεό, λέγει ο π. Φλορόφσκι. Αυτός υπερβαίνει οποιοδήποτε νοητική κατηγορία- νοητικά άλλωστε δεν μπορείς να ορίσεις, όπως είπαμε, και έναν άνθρωπο. Ο Θεός, όπως λέγει ο π. Φλορόφσκι, αποκαλύπτεται πρωτίστως και κυρίως στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Η ανάγκη για λατρεία είναι όντως πανανθρώπινη. Η προσευχή είναι μεγάλο μυστήριο. Ο Θεός είναι προσωπικός και έτσι αρχίζουμε έναν διάλογο μαζί Του. Δεν υπάρχει, λέγει πάλι ο π. Φλορόφσκι, στην πραγματικότητα ατομική προσευχή. Αυτός που είναι ζων μέλος της Εκκλησίας, ακόμη και αν προσευχηθεί κατ’ ιδίαν, στην πραγματικότητα θα προσευχηθεί εκκλησιαστικά. Η λατρεία είναι κοινή. Στην «θύραθεν» φιλοσοφία υπάρχει η αντίληψη της «αδελφότητας» (fraternity) όλων των ανθρώπων. Σήμερα, η Φιλοσοφία δεν μπορεί να εννοήσει αυτήν την ιδέα, αφού, λέγει, κυριολεκτικά μιλώντας, δεν είμαστε όλοι «αδέλφια». Η έννοια της «αδελφότητας», που τονίστηκε τόσο στην Γαλλική Επανάσταση και τις εξελίξεις της νεωτερικότητας, είναι στην πραγματικότητα χριστιανικό κληροδότημα. Αν κλονιστεί ο χριστιανισμός, και η έννοια της ενότητας όλου του «Αδάμ», που μπορεί να συνέλθει σε κοινή λατρεία, καταστρέφεται μαζί και η έννοια αυτή, γιατί μόνο ο χριστιανισμός της δίνει το πραγματικό νόημα: είμαστε όλοι παιδιά του Θεού, μέλη της Εκκλησίας. Η λατρεία είναι αυτό που ξεπερνά την ατομική κατανόηση- η λατρεία της Εκκλησίας είναι στην πραγματικότητα «συμβολική», και δεν υπάρχει τρόπο να εξαλείψεις την ιδέα του «συμβόλου» προς όφελος μιας δήθεν «ορθολογιστικής» πραγματικότητας. Η ίδια η έννοια του Άλλου είναι «συμβολική»- το σύμβολο δεν είναι το αντίθετο της πραγματικότητας, αλλά η φανέρωση της πραγματικότητας, ακόμη και στις αισθήσεις.

                                          **************

Η Εκκλησία προσεύχεται, λέγει ο π. Φλορόφσκι, και λατρεύει τον Θεό- και μέσα σε αυτή την λατρεία αποκαλύπτεται ο Κύριος Ιησούς. Θα θέλαμε εδώ φαινομενολογικά να αναφερθούμε στο ερώτημα κατά πόσο η προσευχή είναι δυνατή- υπάρχουν φιλόσοφοι που θεωρούν ότι είναι απλώς μια «α-νοησία», γιατί τέτοιου είδους διάλογος μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού είναι αδύνατος. Υποτίθεται ότι όταν συνομιλούμε με έναν άλλο άνθρωπο, υπάρχει το εμπειρικό στοιχείο, «ο κόσμος», αυτό που είναι το κοινό μας υπόβαθρο. Έχουμε λοιπόν το αναγκαίο «τι», το αντικείμενο δηλαδή επί του οποίου και θα προκύψει η συνδιάλεξη, η «επικοινωνία». Επιπλέον, αυτό που μας κάνει να συνομιλούμε με τον άλλον είναι βαθύτερα η «ανάγκη»: έχουμε την ανάγκη να προστατευτούμε από τα θηρία, για αυτό και συνομιλούμε για το πώς θα τα αντιμετωπίσουμε, έχουμε ανάγκη να στεγαστούμε, για αυτό και συζητάμε όλοι μαζί για κατάλυμα, έχουμε ανάγκη βιολογική που μας οδηγεί στον έρωτα, έχουμε ανάγκη άλλη που μας οδηγεί στη φιλία κ.λπ. Με αυτήν την λογική, αν καλύψουμε κάθε μας ανάγκη, θα τελειώσει και η έσχατη ανάγκη, αυτή της συνομιλίας.

Από την άποψη ωστόσο της Φαινομενολογίας, μπορούμε να ορίσουμε την προσευχή ως τον λόγο εκείνο που ξεκινά όταν τελειώνει κάθε ανάγκη, που αρχίζει όταν δεν υπάρχει κανένα ένστικτο ή ενόρμηση να ικανοποιηθεί. Η προσευχή ξεκινά με την λέξη «πάτερ», που είναι προγενέστερη οιασδήποτε ανάγκης. «Πάτερ ημών». Όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, η λέξη «Πάτερ» κυριολεκτείται μόνο για τον Θεό, ενώ όσον αφορά τους ανθρώπους η λέξη είναι μια μεταφορά. Ακόμη όμως και στα ανθρώπινα, η λέξη «πατέρας» έχει μια ιδιάζουσα σημασία, που προηγείται στην ουσία κάθε βιολογίας. Έχουμε μια εικόνα ότι «πατέρας» στην ανθρώπινη γλώσσα σημαίνει αυτόν ο οποίος μεριμνά για μας, φροντίζει, μας προστατεύει, μας προμηθεύει διάφορα αγαθά κλπ. Όμως όλα αυτά είναι ύστερα της πραγματικότητας «πατέρας». Ακόμη περισσότερο, όσον αφορά τον Θεό, η συνομιλία μαζί Του έρχεται μακριά από κάθε ανάγκη. Μπορούμε βέβαια να πούμε ότι πολλές προσευχές γίνονται για να ιαθεί μια ασθένεια, να εξευρεθεί μια εργασία κλπ, ωστόσο αυτό δεν είναι η έσχατη αλήθεια για την προσευχή. Η Προσευχή είναι μια δοξολογία στον Θεό- για αυτό κατά τον π. Φλορόφσκι η Λειτουργία λέγεται πρωτίστως «Ευχαριστία». Ποια είναι η  φύση της Δοξολογίας; Θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε. Ο αίνος είναι ένα στοιχείο που αποδίδεται αποκλειστικά στον Θεό. Μπορούμε να δούμε αυτό το στοιχείο εν μέρει και στον άνθρωπο- θα καταφύγουμε πάλι στην Φαινομενολογία. Στην δική μας παράδοση, υπήρχε η «ονομαστική εορτή», όπου γιόρταζε κανείς το «όνομά» του. Αυτό που ο Μπέρναρντ Ράσσελ έλεγε ότι είναι μια «ταμπέλα» που συνοψίζει μια περιγραφή, το όνομα, για τον ορθόδοξο πολιτισμό ήταν κάτι που «εορτάζονταν». Το ότι γιορταζόταν με μια έννοια όχι ο ίδιος ο άνθρωπος αλλά το «όνομά» του έδινε μια ακόμη μεγαλύτερη θρησκευτική σημασία στο όλο γεγονός. Το όνομα είναι συνδεδεμένο με την τελετή της βάπτισης, το δανειζόμαστε από κάποιον άγιο, όσιο ή μάρτυρα, και κατά κάποιο τρόπο «χαρίτωνε» τον άνθρωπο. Ειδικά, όπως έχουμε ξαναπεί, πριν την νομοθέτηση των εκτρώσεων, γιόρταζε κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως του ποια προσόντα, πλεονεκτήματα κλπ είχε. Σήμερα, με την νομοθέτηση των εκτρώσεων, για να δει το έμβρυο το φως του ήλιου, θα πρέπει να «πληροί» κάποιες προϋποθέσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει η ονομαστική εορτή την αίγλη της, γιατί ασυνείδητα αναρωτιέται κανείς αν όντως πληροί τις προϋποθέσεις για να έρθει στη ζωή.

Ο αίνος λοιπόν που απονεμόταν στο «όνομα», ήταν μια κατεξοχήν θρησκευτική κατηγορία. Πρόκειται για μια φαινομενολογική παρατήρηση. Για αυτό πριν αρχίσει η Λειτουργία δοξολογούμε τον Θεό. «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως». Και όλη η Λειτουργία, όπως είπαμε, κατά τον π. Φλορόφσκι είναι μια δοξολογία. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αίνος απονέμεται και στην ομορφιά της φύσης- ωστόσο, αν μελετήσουμε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θα δούμε ότι η ίδια η ομορφιά του κόσμου ανακαλύπτεται κάτω από το θεϊκό βλέμμα. Είναι ο οφθαλμός του Θεού που ομορφαίνει τον κόσμο- κάτι που κατεξοχήν διαφαίνεται στον Όμηρο.

Ας δούμε καλύτερα την έννοια της δοξολογίας του Θεού. Ο Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης, στην αρχή του βιβλίου του «Αόρατος Πόλεμος», γράφει ότι κάθε χριστιανική πράξη δεν πρέπει να γίνεται για κανέναν άλλον λόγο, π.χ. για να προοδεύσουμε ηθικά, παρά μόνο για την «Δόξα του Θεού». Όταν ρώτησαν τον Χριστό σχετικά με τον εκ γενετής τυφλό, ποιος έσφαλε για να γεννηθεί τυφλός, οι γονείς του ή κάποιος άλλος, ο Κύριος είπε «όχι, γεννήθηκε τυφλός για να δοξαστεί ο Θεός.» Η εορτή είναι μια κατ’ εξοχήν θρησκευτική κατηγορία. Και είναι η μητέρα της προσευχής- για να μιλήσουμε άλλη μια φορά φαινομενολογικά. Η ίδια η δημιουργία του κόσμου, έτσι όπως περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη, είναι μια εορτή. Ακολούθησε η αμαρτία του Αδάμ, και φθάσαμε στον ανεόρταστο βίο. Αλλά αυτό δεν κράτησε για πολύ. Ο Θεός εμφανίσθηκε στον Αβραάμ και του είπε να εξέλθει από «την γη του και τα μέρη της συγγενείας του». Και ο Αβραάμ «ξεριζώθηκε» υπακούοντας στον λόγο του Θεού. Αυτό θα πει ότι στην πραγματικότητα αυτός που γιορτάζει είναι με μια έννοια «ξεριζωμένος». Ο Χάιντεγκερ έλεγε ότι είμαστε «ερριμμένοι» στον κόσμο, σε έναν βίο εξαρχής ανεόρταστο και «καθημερινό». Για αυτόν η «καθημερινότητα» προηγούνταν της Δόξας, ενώ αντιθέτως στον χριστιανισμό είναι από την Δόξα που προκύπτει η καθημερινότητα.

Αυτό φαίνεται και από την θεσμοθέτηση του Σαββάτου στον μωσαϊκό νόμο. Το Σάββατο ήταν προορισμένο ως ημέρα «ανάπαυσης», ως ημέρα «αφιερωμένη» στον Θεό. Ήταν μια αποστασιοποίηση από τα γήινα, από την «καθημερινότητα» για την οποία μιλά ο Χάιντεγκερ, ήταν μια υπέρβαση, τρόπον τινά, του να ρέπεις προς το μηδέν. Και βέβαια ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη νομοθέτησε πολλές εορτές, θυσίες και προσφορές, διακόσμηση του ιερού κλπ.

                                         ************

Η έσχατη απόληξη της εορτής είναι βέβαια, κατά τον π. Φλορόφσκι, η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Η Λειτουργία ξεκινά με την «ευλογία» της Βασιλείας του Θεού, μεταφέροντάς μας κατευθείαν στο μέλλον. Καταρχήν, υπάρχει η κοινή «σύναξη», η οποία και η ίδια είναι ένα μυστήριο. Αφήνοντας κανείς την οικία του, κατά κάποιον τρόπο «ξεριζώνεται», όπως είπαμε, από την «γη» του, τον «τόπο» του, αλλά και την «συγγένειά» του, με την φαινομενολογική έννοια, και βαδίζοντας προς τον Ναό, μεταμορφώνεται βαθμιαία σε υιό του Θεού. Η υιοθεσία, την οποία βέβαια αποκτήσαμε με το άγιο Βάπτισμα, ανανεώνεται και βαθύνεται κάθε φορά με την συμμετοχή στην Λειτουργιά- όπου ο επίσκοπος τίθεται, συμφώνως προς τον π. Φλορόφσκι, «εις τύπον και τόπον Χριστού». Το μυστήριο της παρουσίας του Χριστού γίνεται ορατό με την Παρουσία του Επισκόπου, ο οποίος, έχοντας στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τους κανόνες, το προφητικό χάρισμα, μπορεί και «ενσαρκώνει» τον Χριστό- αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αντικαθίσταται ή υποκαθίσταται ο Χριστός, αλλά ότι ακριβώς, επειδή υπάρχει ο Χριστός, επειδή είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας, μπορεί και να υπάρχει κάποιος που να είναι «εις τύπον και τόπον αυτού».

                                ************

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Ζώντος Χριστού. Και δεν υπάρχει ορισμός της, γιατί είναι το μέγα μυστήριο, μέσα στο οποίο ζούμε όλοι μας. Είναι, γράφει ο π. Φλορόφσκι, «το προοίμιον και η πρόγευσις της δόξης της κτίσεως. Είναι η επιβεβαίωσις των λόγων του Κυρίου «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν.» (Ματθ. 28, 20).

 

Ο Παντοκράτωρ. Φορητή εικόνα της Φωτεινής Παπαντωνίου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ