
Παραμονές Χριστουγέννων του 2018 είχα δεχθεί ένα απροσδόκητο ερώτημα από ελληνική οικογένεια που ζει σε χώρα της Δύσης. Μετά την τότε πρόσφατη διένεξη των πατριαρχείων Κωνσταντινούπολης και Μόσχας για το ‘πάπλωμα’ του αυτοκεφάλου της Ουκρανίας και τη διακοπή της μεταξύ τους κοινωνίας, τι έπρεπε να κάνουν αυτοί που, Έλληνες όντες, λόγω γεωγραφικών συνθηκών, λειτουργούνταν και κοινωνούσαν σε ρωσική εκκλησία; Η σκέψη που είχε έρθει αυθόρμητα στο νου μου ήταν ότι «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», ή εν προκειμένω «αμαρτίαι προκαθημένων ταλανίζουσι πιστούς». Η ρήξη των πατριαρχείων είχε και έχει δυστυχώς πολιτικό-γεωστρατηγικό υπόβαθρο, το οποίο στη συνέχεια προσέλαβε και δήθεν ‘κανονικό’ μανδύα για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Τον καυγά όμως σε κάθε περίπτωση τον πληρώνουν συνειδησιακά οι απλοί πιστοί, και μάλιστα αυτοί που θέλουν να είναι συνεπείς και ακριβείς στις υποχρεώσεις τους. Με αφορμή τα θέματα αυτά και την έκτοτε επικρατούσα ακοινωνησία μεταξύ των δυο μεγάλων Εκκλησιών, Κωνσταντινούπολης και Μόσχας, καταγράφω κάποιες σκέψεις, ως μη ειδικός ιστορικός ή θεολόγος. Ας μου συγχωρηθεί το τόλμημα αυτό.
***
Πριν μερικά χρόνια είχα διαβάσει το ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο ‘Η τρίτη Ρώμη: η Μόσχα και ο θρόνος της Ορθοδοξίας’ του Αλ. Μασσαβέτα*. Το ξαναθυμήθηκα με αφορμή όσα συμβαίνουν στις μέρες μας μεταξύ των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως και Μόσχας. Το πρώτο του μέρος περιλαμβάνει μια λεπτομερή και πολύ χρήσιμη αναδρομή στην ιστορία των χωρών που απασχολούν την κοινή γνώμη: Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία, Πολωνία, Βαλτικές δημοκρατίες…, όλη την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη στη διαδρομή της δεύτερης χιλιετίας, που τόσο λίγο τη γνωρίζουμε. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι δεν σημαίνει σχεδόν τίποτε να πει κανείς «Ιστορικά ο Α έχει δίκαιο και ο Β άδικο». Είναι μια δήλωση το ίδιο αόριστη όπως και η φράση «Η απόσταση είναι δυο μέτρα», αν δεν ορίσεις την αφετηρία και το τέρμα της απόστασης. Άλλο ‘δίκαιο’ φαίνεται αν η ιστορία σου αρχίζει π.χ. από το 1900 και τελείως άλλο από το 1800, και συχνά οι διαφορές είναι μεγάλες όχι ανά αιώνες αλλά από χρόνο σε χρόνο. Από πού θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς;
Δεύτερη και σημαντική παρατήρηση. Κοσμική και εκκλησιαστική εξουσία συμπεριφέρονται κατά παρόμοιο τρόπο. Η μία προσεταιρίζεται την άλλη, την ‘παντρεύεται’ ή τη ‘χωρίζει’ ανάλογα με τα κατά καιρούς κρατούντα συμφέροντα. Σε μεγάλο βαθμό αυτά υπαγορεύονται από τα πρόσωπα που κυριαρχούν στη μία ή την άλλη εξουσία. Με ανάλογο τρόπο διαπλέκονται σε ποικίλο βαθμό και οι έννοιες έθνος και θρησκεία (χωρίς άλλον προσδιορισμό π.χ. Έλληνες ή Ρώσοι κτλ.). Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, εφόσον δεν προκαλεί σύγχυση και δεν οδηγεί σε αποκλεισμό όλων των άλλων ή σε προσπάθεια βίαιας αφομοίωσης-ισοπέδωσης από τον ισχυρότερο. Τέτοια σφάλματα δυστυχώς έχουν γίνει πολλές φορές σε πολλές χώρες και συνεχίζουν να γίνονται, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση ποικίλων διχασμών και διακρίσεων.
Έτσι, ερχόμενοι στη σημερινή πραγματικότητα, βλέπουμε π.χ. πόσες φορές και από ποιες αφορμές άλλαξε διοικητική υποτέλεια η Εκκλησία της Ουκρανίας (από την Κωνσταντινούπολη στη Μόσχα και τανάπαλιν), συρόμενη από τις αλλαγές συνόρων και καθεστώτων στην ευρύτερη περιοχή. Βλέπει ακόμη από πόσα και ποια κύματα πέρασε η εδαφική επικράτεια της σημερινής Ουκρανίας και πώς κατέληξε στην συνεχιζόμενη τραγική περιπέτειά της (το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει το 2019, όταν είχε ήδη γίνει η προσάρτηση της Κριμαίας, αλλά πριν από την τρέχουσα πολεμική σύρραξη Ρωσίας-Ουκρανίας. Υπάρχει και επικαιροποιημένη έκδοση του 2022*). Αντίστοιχες περιπέτειες έζησαν και όλες οι γύρω χώρες, κάτι σαν γεωγραφικό 'ακορντεόν'.
***
Στη συνέχεια το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορική πορεία της ρωσικής εκκλησίας και τις κατά καιρούς προσπάθειες να αναδειχθεί η Μόσχα ‘πρωτεύουσα’ του Ορθοδόξου κόσμου, διαδεχόμενη την λεγόμενη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη. Παρένθεση: Εδώ που τα λέμε, γιατί τέτοια εκκλησιαστική αγάπη για το όνομα της Ρώμης; Ιστορικά μπορεί η Πόλη να ήταν πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας που διαδέχθηκε την αρχαία ρωμαϊκή. Εκκλησιαστικά όμως; Αν μη τι άλλο, η παλαιά Ρώμη ήταν το σύμβολο της εξουσίας που δίωξε απηνώς τον χριστιανισμό και τους χριστιανούς επί δυόμισι αιώνες. Θα το θεωρούσα πιο φυσιολογικό να μην υπάρχει το όνομά της στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αλλά βέβαια η Εκκλησία ακολουθούσε την πολιτεία. Ας κλείσω την παρένθεση, μια και πρόκειται για καθαρά προσωπική άποψη.
Μελετώντας κανείς την ιστορία διαπιστώνει ότι ο εναγκαλισμός κράτους και εκκλησίας, είτε στη Ρωσία είτε στην ελληνορθόδοξη Ανατολή, είναι ένα ευρύτερο και διαχρονικό φαινόμενο (και βέβαια δεν περιορίζεται στην Ανατολή και την Ορθοδοξία). Το θρησκευτικό επίχρισμα δίνει στις κοσμικές εξουσίες μια μεταφυσική διάσταση που από μόνες τους στερούνται. Επειδή τα της θρησκείας αγγίζουν εύκολα τις χορδές του θυμικού μεγάλης μερίδας ανθρώπων, οι κρατικοί άρχοντες προσπαθούν να τα οικειοποιηθούν, έστω και επιφανειακά, για να κερδίσουν οπαδούς και ψηφοφόρους, άσχετα αν η λοιπή πολιτεία τους πόρρω απέχει από θέματα πίστεως και ηθικής ζωής. Από την άλλη, οι εκκλησιαστικοί άρχοντες συχνά βρίσκουν επωφελές το να συμπλέουν με τις κοσμικές αρχές, εξασφαλίζοντας έτσι νομικά προνόμια και ‘υψηλή προστασία’ (κατά κόσμον), αλλά και κάνοντας ενίοτε ‘στραβά μάτια’ σε παραστρατήματα, ακόμη και σοβαρά, κοσμικών αρχόντων (γνωρίζουμε από τη Βυζαντινή ιστορία τις καθαιρέσεις και τις εξορίες πατριαρχών που επέκριναν αυτοκράτορες και αυτοκράτειρες…).
Γράφει μεταξύ άλλων ο Αλ. Μασσαβέτας: «Τόσο το τσαρικό όσο και το σοβιετικό καθεστώς… μεταχειρίσθηκαν την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία ως μηχανισμό για τον εκρωσισμό ενός ‘πολιτικά ύποπτου’ πληθυσμού, ως μηχανισμό ενίσχυσης του πατριωτισμού και της νομιμοφροσύνης προς το κράτος» (σελ. 172). Ακόμη, «Η ύπαρξη ανεξάρτητης (κρατικής) αρχής αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση αυτοκέφαλης Εκκλησίας» (σελ. 186). Έτσι, κατά καιρούς το ένα σκέλος εξουσίας χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση της δημιουργίας ή της εδραίωσης του άλλου. Δόγμα, γλώσσα και μορφή λατρείας, τυπικό, ημερολόγιο, όλα χρησιμοποιήθηκαν ως διακριτικά γνωρίσματα διαφόρων εθνικών εκκλησιών (μη τυχόν και μοιάζουν σε κάτι μεταξύ τους). Θα ρωτούσε και πάλι ο Απόστολος Παύλος, όπως τότε τους Κορινθίους: «Μεμέρισται ὁ Χριστός;». Στην πρώτη Εκκλησία μεταξύ των Αποστόλων δεν υπήρχε κανένα ‘πρωτείο’, αλλά όπως έλεγε ο ίδιος Απόστολος, «ἡμεῖς εἰς τὰ ἔθνη, αὐτοὶ δὲ εἰς τὴν περιτομήν» [Γαλ. 2:7-9]. Η έννοια του εκκλησιαστικού πρωτείου εισήχθη με την σύσταση και την πορεία της Αυτοκρατορίας, συντηρούμενη κατά καιρούς και από ανθρώπινες φιλοδοξίες.
Αποτέλεσμα βέβαια της διαπλοκής αυτής είναι συχνά η κοσμική εξουσία (οποιουδήποτε χρώματος ή ιδεολογικής σημαίας) να πιέζει ή να εκβιάζει αμέσως ή εμμέσως την Εκκλησία για να εξασφαλίζει την ‘ευλογία’ της σε ό,τι θέλει να κάνει, ενώ η δεύτερη να επιζητεί την ‘αιγίδα’ και τη σύμπραξη της πρώτης (ή έστω την ανοχή της) στα δικά της έργα. Πάντα θα υπάρχουν επικριτές της όποιας επιλογής, και οι επικρίσεις συχνά φθάνουν στα όρια των αναθεμάτων (ιδίως στις μέρες μας). Μη με ρωτήσετε ποιος έχει δίκαιο. Ας σκεφθούμε μόνο ότι ο Χριστός γεννήθηκε «ἐν Βηθλεέμ τῇ πόλει»: ούτε στην (γειτονική) Ιερουσαλήμ, ούτε σε κάποια ‘Ρώμη’ (παλιά, νέα, τρίτη, τέταρτη...) ή άλλη πρωτεύουσα ή μεγαλούπολη. Όπως λέει η Υπακοή της εορτής των Χριστουγέννων, «οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ' ἐσχάτη πτωχεία· τὶ γάρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τὶ δὲ ταπεινότερον σπαργάνων;».
***
Τελικά, ο απλός λαός – τουλάχιστον αυτός που ενδιαφέρεται – πού θα σταθεί και τι θα περιμένει (αν δεν σκανδαλισθεί σε βαθμό κακουργήματος, από τη μία ή την άλλη πλευρά); Ο λόγος του Κυρίου είναι ιδιαίτερα αυστηρός: «Ὅς ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, καλόν ἐστιν αὐτῷ μᾶλλον εἰ περίκειται λίθος μυλικὸς περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ βέβληται εἰς τὴν θάλασσαν» [Μάρκ. 9:42]. Υπάρχει μεγαλύτερος σκανδαλισμός από τη διαμάχη για την δικαιοδοσία, δηλαδή ‘για τα χωράφια’, όπως θα λέγαμε λαϊκά; Κακίζουμε κοσμικούς άρχοντες και πλανητάρχες που μοιράζουν τον κόσμο σε ζώνες επιρροής και στήνουν πολέμους για λίγα επιπλέον στρέμματα επικυριαρχίας. Σε τι διαφέρουν οι εκκλησιαστικοί άνδρες όταν διαγκωνίζονται για εδραίωση ή επέκταση της εξουσίας τους;
Είναι εύκολο ή δυνατό να διαγράψουμε με μια μονοκοντυλιά ένα καθεστώς συνύπαρξης εθνικών και θρησκευτικών εξουσιών που έχει ιστορία πολλών αιώνων; Θα ήταν θράσος να ισχυρισθώ ότι έχω απάντηση. Ας σκεφθούμε απλώς ότι ως πρόσωπα – όχι ως ιεράρχες ή εξουσίαν έχοντες – έχουμε το καθήκον και την ευθύνη της υπακοής στην Εκκλησία, αλλά και της υποταγής στην εξουσία (Παύλος), όταν αυτή δεν αντιβαίνει ευθέως στην πίστη μας. Οι έχοντες την εξουσία – κοσμική ή εκκλησιαστική – έχουν και την ανάλογη δική τους ευθύνη: «Ἔκαστος τὸ ἴδιον φορτίον βαστάσει» [Γαλ. 6:5]. Σε κάθε περίπτωση, το καθήκον της προσευχής «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου» (και προπαντός της Εκκλησίας) παραμένει πάντα επίκαιρο και επιτακτικό.
*Μασσαβέτας Αλ. Η τρίτη Ρώμη: η Μόσχα και ο θρόνος της Ορθοδοξίας. Πατάκης, Ελληνικές Εκδόσεις 2019 [επικαιροποιημένη έκδοση 2022].
* πνευμονολόγος, Δρ.Ι., Δρ.Θ.



Γενικά συμφωνώ με τις απόψεις σου, Αντώνη.
Να επισημάνω μόνο πως το λεγόμενο “Βυζάντιο” (που ουδέποτε το ονόμασαν έτσι οι πολίτες του) δεν ήταν απλώς μια αυτοκρατορία “που διαδέχθηκε την αρχαία ρωμαϊκή”, αλλά η ίδια αυτοκρατορία με άλλη πρωτεύουσα (Βλ. και το βιβλίο του Αντώνη Καλδέλλη, ενός από τους μεγαλύτερους ιστορικούς της εποχής μας που το εξέδωσε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης το 2024, με τίτλο “The New Roman Empire, A History of Byzantium”). Η Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη ήταν το κέντρο της ενιαίας χριστιανοσύνης, το κέντρο του εκχριστιανισμού της Ευρώπης… για πολύ περισσότερους αιώνες απ’ όσους διήρκεσαν οι διωγμοί. Γι’ αυτό και καμάρωνε γι’ αυτό το όνομα.
Επίσης, η “επικρατούσα ακοινωνησία” ισχύει μόνο απ’ την πλευρά της Μόσχας, όχι απ’ αυτήν του Οικουμενικού, Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος, κλπ.
Παρωνυχίδες ίσως, αλλά καλό είναι να μη δημιουργούνται λάθος εντυπώσεις, έστω και για δευτερεύοντα πράγματα.
Ευχαριστώ, ως μη ειδικός, για τις υποδείξεις-διορθώσεις.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ιδρύθηκε και έδρασε ως όργανο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Από τη στιγμή που η Βυζαντινή αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει και, επί πλέον, η Κωνσταντινούπολη είναι μέρος ενός μη Χριστιανικού κράτους, μία εξήγηση που μπορεί κανείς να δώσει είναι συναισθηματική, Ελληνοκεντρική και εξυπηρετεί πολιτικούς σκοπούς. Ανεξαρτήτως εάν κανείς συμφωνεί η διαφωνεί με την απόφαση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου να αναγνωρίσει το ανεξάρτητο Πατριαρχείο της Ουκρανίας είναι εμφανές ότι η αναγνώριση εξυπηρετεί συγκεκριμένους πολιτικούς σκοπούς εξ ου και οι αντιδράσεις του Πατριαρχείου της Μόσχας.
Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ιδρύθηκε το έτος 38 – Βυζάντιο τότε – από τον Απόστολο Ανδρέα.
Η “εξήγησή σας” κ. Κυριακόπουλε – γιατί με λατινικό αλφάβητο; – παραβλέπει την τεράστια προσφορά του Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στο γένος μας, στους λοιπούς χριστιανικούς και στους άλλους λαούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και άλλων περιοχών του κόσμου.
Όπως το έπραξε και κατά την διάρκεια της Βυζ. Αυτοκρ. Με τεράστιο μόχθο και μεγαλειώδη αποτελέσματα τα οποία σφράγισαν την πορεία των Ρώσων, των Σλάβων γενικότερα και άλλων λαών.
Κατά συνέπεια, η έκφραση “έδρασε ως όργανο”, δημιουργεί εσφαλμένες εντυπώσεις και δεν αρμόζει σε δίκαιο κριτή και Έλληνα.
Σήμερα, το Οικ. Πατρ. έχει δικαιοδοσία και δραστηριότητα σε πολλές χώρες του κόσμου και στο Άγιο Όρος.
Αλλά και μόνη η “συναισθηματική και ελληνοκεντρική εξήγηση”, θα ήταν αρκετή για να επιθυμούμε να υπάρχει. Είναι στα τζιβαέρια του Μακρυγιάννη. Εννοείτε την σημασία υποθέτω.
Μετά δε τις τραγικές συνέπειες που έχει επιφέρει η αποδόμηση του πατριωτισμού, περιμένει κανείς να αποφεύγονται όροι όπως “ελληνοκεντρισμός”, “εθνοκεντρισμός” και τα τοιαύτα, οι οποίοι επιτίθενται με πλάγιο τρόπο στον πατριωτισμό.
Τι σημασία έχει αν η Κωνσταντινούπολη υπάγεται σε μη χριστιανικό κράτος; Είστε υπέρ της εξάλειψης της διαφορετικότητας; Ή του ενδοτισμού σ αυτή την αντίληψη; Ξέρετε επί πόσους αιώνες, σε πόσες περιοχές ο Χριστιανισμός έζησε, έδρασε, μεγαλούργησε, έσωσε εν τέλει, κάτω από αλλόθρησκες εξουσίες;
Συνάδει αυτή η άποψή σας με τους πολιτικούς σκοπούς που καταγγέλετε;
Ισχυρίζεστε ότι η αναγνώριση του αυτοκεφάλου της Ουκρανικής Εκκλησίας οφείλεται σε πολιτικές σκοπιμότητες. Αλλά η αντίδραση του Πατριαρχείου Μόσχας δεν οφείλεται;
Κι αν θέλουμε να πούμε τα πράγματα με το όνομα τους, πρέπει η ρωσική ηγεσία να σκεφθεί ότι αυτή και η Τουρκία με τις πιέσεις που άσκησαν, έσπρωξαν το Οικ. Πατρ. να αναζητήσει προστασία στην Αμερική.
Όπως το έπραξε με την Ουκρανία και άλλες χώρες.
Θα πρέπει όμως να σκεφθεί κυρίως η ρωσική ηγεσία, ότι θα μπορούσε να έχει ενώσει τον Ορθόδοξο κόσμο και να κατασταθεί αυτός ένας ακατάβλητος γεωπολιτικός παράγοντας ενισχυμένος με την Χάρη του Θεού και την εν Χριστώ αλληλεγγύη.
Σε μια πορεία υπέρ της των πάντων ενώσεως αντί της των πάντων γυμνώσεως.
Αντί να ενεργεί με σοβινιστική/εθνοφυλετική τύφλωση, αυτοκρατορικές και ηγεμονικές φαντασιώσεις, απληστία κτητικότητας και έπαρση που αντιμετωπίζει τους άλλους λαούς ως μουζίκους.