Γιατί η Φαινομενολογία;

0
187

Ως χριστιανοί γνωρίζουμε ότι είναι αδύνατον οποιαδήποτε μορφή θεολογίας να εξηγήσει την Αποκάλυψη, να εξιχνιάσει το Μυστήριο. Παραδόξως όμως, εν μέσω αθεϊστικών ρευμάτων και εκκοσμικευμένων μορφών του σκέπτεσθαι, έρχεται ένα φιλοσοφικό ρεύμα, που τουλάχιστον σέβεται το υπέρτατο στοιχείο της χριστιανικής σκέψης, δηλαδή την έννοια του Προσώπου. Δεν θα επιμείνουμε εδώ, αλλά η λεγόμενη «Αναλυτική Φιλοσοφία», που ήδη πια τελμάτωσε, δεν ευνοεί καθόλου την πίστη στο «Υποκείμενο» (πλην κάποιων ολίγιστων εξαιρέσεων), αλλά και η ηπειρωτική φιλοσοφία συχνά ακολουθεί κατά πόδας αυτήν την τάση (κλασική είναι η περίπτωση του στρουκτουραλισμού στη Γαλλία και η επί μακρόν κυριαρχία του).

Η Φαινομενολογία, την οποία ίδρυσε ο Χούσερλ (Husserl), έχει το μεγάλο προσόν ότι μπορεί να μεταμορφώνεται και να καλύπτει φαινόμενα και πραγματικότητες που είναι εντελώς πρωτόγνωρα στη φιλοσοφία. Από τον Χούσερλ στον Heidegger, από εκεί στον Levinas και από τον Levinas στον Jean-Luc Marion, τον τελευταίο κύριο εκπρόσωπο της Σχολής στην Ηπειρωτική Ευρώπη, διανύθηκε μια τεράστια απόσταση. Το έργο του Μαριόν, θερμού καθολικού, άριστου γνώστη του αγίου Διονυσίου και των Καππαδοκών, εκχριστιάνισε την Φαινομενολογία.

Κέντρο, όπως και στην περίπτωση του Χούσερλ, είναι το «Υποκείμενο», ή αλλιώς η «συνείδηση». Κατά τον Χούσερλ κύριο χαρακτηριστικό της συνείδησης είναι η «προθετικότητα», ότι δηλαδή η συνείδηση είναι πάντα «συνείδηση ενός πράγματος». Αυτό θα πει ότι όταν αντιλαμβάνομαι, αντιλαμβάνομαι πάντα κάτι, όταν θυμάμαι, θυμάμαι πάντα κάτι, όταν φαντάζομαι, φαντάζομαι πάντα κάτι. Αλλά δεν θα πούμε πολλά άλλα για τις απαρχές της Φαινομενολογίας, ώστε να περάσουμε στον τελευταίο κύριο εκπρόσωπό της, τον Μαριόν.

                        ***************

Ο Μαριόν έθεσε το ερώτημα αν μπορεί μια έννοια όπως η Αποκάλυψη να γίνει νοητή, ή αλλιώς αν δύναται ο Θεός να δωρίσει τον Εαυτό Του. Θα έλεγε κανείς τι χρειάζεται ένα τέτοιο ερώτημα, το απαντά κατευθείαν η Θεολογία. Και όμως είναι η Ρωμαιοκαθολική θεολογία αυτή που, για παράδειγμα, ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί ο Θεός είναι «απλός», και αν κοινωνήσει κανείς με ένα μέρος του Είναι Του, τότε γίνεται και ο ίδιος κατά φύσιν Θεός. Περαιτέρω, οι Προτεστάντες αρνούνται ότι ενωνόμαστε μυστηριακά στην Ευχαριστία με τον ίδιο τον Θεό, απλώς με την Σταυρική Θυσία και τις αξιομισθίες της διαγράφονται οι αμαρτίες μας και εξαλείφεται η ενοχή- μέχρι εκεί. Ακόμη και ο εβραϊκής καταγωγής γάλλος φιλόσοφος Λεβινάς, που όπως είπαμε ανήκει στην σχολή της Φαινομενολογίας, γράφει εμμέσως ότι η ένωση με τον Θεό ούτε είναι δυνατή ούτε χρειάζεται∙ μας σώζει η τήρηση του Νόμου (δεν θα πω κάτι περισσότερο για αυτόν, για να μην αδικήσω, λόγω στενότητος χώρου, την σκέψη του).

Ο Μαριόν ωστόσο, επεκτείνοντας την σκέψη του Λεβινάς, ισχυρίζεται ότι είναι δυνατή η Αποκάλυψη, και δίνει μια αναλογία με τα ανθρώπινα. Λέγει π.χ. ότι το πρόσωπο του Άλλου μας αποκαλύπτεται σε μια συνάντηση μαζί του. Και μιλά για τα λεγόμενα «κορεσμένα φαινόμενα» (saturated phenomena), στα οποία, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται ο φιλοσοφικός μέντοράς του, ο Χούσερλ, παύει να υπάρχει ο λεγόμενος φαινομενολογικός «ορίζοντας». Τι σημαίνει αυτό; Θα το απλουστεύσω όσο περισσότερο μπορώ. Λοιπόν, για τον Χούσερλ, όταν αντιλαμβάνομαι κάτι, π.χ. ένα σπίτι, το αντιλαμβάνομαι μέσα σε έναν ορίζοντα: δρόμοι, δέντρα, άλλα σπίτια κ.λπ. Ωστόσο, όταν ερωτεύομαι, είναι τόσο ισχυρό το φαινόμενο αυτό, ώστε «κατακλύζει» την συνείδηση, χωρίς βέβαια να την αναιρεί, την πλημμυρίζει, τρόπον τινά «κυριαρχεί» πάνω της. Αυτό είναι το περίφημο «ερωτικό» φαινόμενο. Άλλο παράδειγμα είναι το γεγονός: π.χ. η 11/9. Και μάλιστα όσο πιο σημαντικό είναι το γεγονός, τόσο πιο ανεξήγητο είναι για την συνείδηση. Η Αποκάλυψη λοιπόν είναι ένα «κορεσμένο φαινόμενο».

Ο Μαριόν στο βιβλίο του «Ο Θεός χωρίς το Είναι» γράφει αρκετά για να αποσυνδέσει τον Θεό από το «Είναι» και την λεγόμενη «Οντοθεολογία». Σύμφωνα με αυτήν ο Θεός είναι ένα από τα όντα, έστω και το Υπέρτατο, το οποίο όμως υπάγεται στο Είναι. Με την υπαγωγή του στο Είναι η θεολογική χριστιανική σκέψη (σαν αυτή των Σχολαστικών, και δη του Θωμά Ακινάτη) καταντά να γίνει Μεταφυσική. Ο Μαριόν λέγει ότι ο Θεός πάνω από όλα, σύμφωνα με τον άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, είναι «Αγάπη» (ή «Έρως») και δεν χρειάζεται σε τίποτα το Είναι. Έξαλλου, η ίδια η Αγία Γραφή λέγει ότι ο Θεός έκανε τα μη όντα όντα και ότι μπορεί να απευθύνεται και στα μη όντα σαν να είναι όντα. Ο Θεός είναι υπέρ το Είναι.

Το βασικό του επιχείρημα του φιλοσόφου, που αφορά και τον άνθρωπο, είναι ότι για να υπάρχω, θα πρέπει πρώτα να αγαπώμαι. Αυτή είναι η βασική κριτική που ασκεί στον πατέρα της νεώτερης φιλοσοφίας, τον Ντεκάρτ. Τι εννοεί με αυτό; Πολύ απλά, αν ένα νεογνό το ταΐζουμε κανονικά, αλλά του στερήσουμε εντελώς το μητρικό χάδι, αρνείται να φάει και πεθαίνει. Άρα, προηγείται η Αγάπη του Είναι. Και τέλος, πρέπει να διακρίνουμε την «εικόνα» από το «είδωλο»: και τα δύο, όταν τα ατενίζουμε, προκαλούν «κορεσμένα φαινόμενα». Το είδωλο είναι αυτό που τόσο πολύ κατακλύζει την συνείδησή μας ώστε δεν επιτρέπει την θέα πέρα από αυτό. Κοιτώντας ένα ειδωλολατρικό άγαλμα, ο πιστός μαίνεται μπροστά του, περνώντας σε μια κατάσταση όπου τα πάντα στην ουσία εξουδετερώνονται. Η συνείδηση τρόπον τινά πεθαίνει. Αλλά η (βυζαντινή) εικόνα, μολονότι προκαλεί ένα κορεσμένο φαινόμενο, σε αφήνει να δεις πέρα από αυτή. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με το πρόσωπο του Άλλου: δεν εξαντικειμενιζεται εννοιολογικά και διανοητικά, δεν μπορεί να διανοητικοποιηθεί, αλλά σε αφήνει να προχωρήσεις σε μια σχέση μαζί του. Έτσι συμβαίνει και με την Αποκάλυψη.

                                    *************

Αλλά όταν αφαιρέσουμε το Είναι από τον Θεό, δημιουργείται ένα πρόβλημα. Και το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να μειώσουμε την λεγόμενη «υπερβατικότητα» του Θεού, το λεγόμενο «Απόλυτο». Σε αυτό μπορεί να βοηθήσει την Φαινομενολογία, και δη με την τροπή που έχει πάρει, η Ορθόδοξη πατερική θεολογία. Όπως είπαμε, ο ιδρυτής της Σχολής, ο Έντμουντ Χούσερλ, ισχυρίζεται, και σωστά, ότι η συνείδηση χαρακτηρίζεται πάντα από μια «προθετικότητα», ότι δηλαδή έχει πάντα ένα αντικείμενο. Είναι συνείδηση τινός (π.χ. αντιλαμβάνομαι ένα δέντρο, θυμάμαι ένα σπίτι, φαντάζομαι μια λίμνη). Ωστόσο, η βαθύτερη αυτή τάση της συνείδησης, η «προθετικότητα», δεν τεκμηριώνεται από τον Χούσερλ περαιτέρω. Γιατί η συνείδηση χαρακτηρίζεται πάντα από την προθετικότητα; Στο σημείο αυτό μπορεί να μας βοηθήσει η πατερική έννοια του «λόγου» (δες για αυτήν και γενικά την βασική ορθόδοξη ανθρωπολογία το βιβλίο του π. Χρυσοστόμου Διονυσιάτου, «Θεός Λόγος και Ανθρώπινος λόγος», Ι.Μ.Αγ. Διονυσίου, Άγιον Όρος 1998, σελ. 39 κ.ε.).

Τι λέγει η πατερική θεολογία για τον «λόγο»; Λέγει ότι «ως το αμεσότερο γνωστικό όργανο ο λόγος του ανθρώπου επιθυμεί να κατακτήσει την αλήθεια». Έχει δηλαδή έμφυτη φορά προς αυτή. Στο σημείο αυτό μπορούμε να διακρίνουμε μια μεγάλη διαφορά με τον Λακάν: ο Λακάν λέγει ότι ο άνθρωπος επιθυμεί το Άπειρο, γιατί, μετά τον αποχωρισμό από το μητρικό στήθος, το νήπιο ψάχνει να βρει τον απολεσθέντα παράδεισο. Και έτσι, μην μπορώντας να τον βρει, αναζητεί σε όλη του τη ζωή αναπληρώματα. Σύμφωνα με την θεώρηση αυτή η αναζήτηση του Απείρου είναι ψυχικό, συναισθηματικό γεγονός. Αντιθέτως, η πατερική Θεολογία διδάσκει ότι ο «λόγος» του ανθρώπου στρέφεται φύσει προς την αλήθεια. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που παραδόξως είναι ικανή να συλλάβει μόνο η Φαινομενολογία. Δεν αρκεί να μιλάμε απλώς για ανθρώπινη «νόηση», που έχει κάποιες τυπικές αρχές, και τις οποίες εφαρμόζει στην διατύπωση ενός επιχειρήματος, αλλά για «λόγο». Ο «λόγος» έχει φορά. Αναζητεί την Αλήθεια.

Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά. Όταν ασχολούμαι με ένα μαθηματικό πρόβλημα, δεν καταγίνομαι με αυτό σαν να ήταν μια ουδέτερη, άσχετη με τον όλο ψυχισμό διεργασία. «Στρέφομαι» προς αυτό, όπως θα μας έλεγε ο ίδιος ο Χούσερλ (που τονίζει ότι μας χρειάζεται η επιστροφή στα «ίδια τα πράγματα»), το αδράχνω, και η επίλυσή του είναι ένα πρόβλημα, όσο και αν φαίνεται παράδοξο, «υπαρξιακό» - δεν πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα απλό συναισθηματισμό. Ο «νους», για τον οποίο εδώ θα θέλαμε να αποφύγουμε να πούμε πολλά, γόνος του οποίου είναι ακριβώς ο «λόγος», «εφορμά» προς το πρόβλημα, η λύση του οποίου αποτελεί μια τάση εκδήλωσης της ορμής αυτής για την αλήθεια.

Η έμφυτη, ας μην φοβόμαστε την λέξη, φορά αυτή για την αλήθεια (από την οποία δεν καταλαβαίνει τίποτα η αποτελματωμένη δυστυχώς Αναλυτική φιλοσοφία) είναι υπεύθυνη για το ότι ο άνθρωπος, μέσω του λόγου, ενδιαφέρεται και στοχεύει να λύσει τα λεγόμενα «αιώνια» προβλήματα, όπως η ύπαρξη του Θεού, η προέλευση του κόσμου, η αίτια και ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής. Ο Αριστοτέλης είπε ότι ο άνθρωπος «φύσει του ειδέναι ορέγεται». Η Αναλυτική φιλοσοφία ερμηνεύει αυτό το «ορέγεται» ως συναισθηματισμό. Αλλά δεν είναι έτσι. Πρόκειται για μια στροφή του λόγου. Και ο λόγος, πράγμα απίστευτο για την σημερινή απισχνούμενη ανθρωπολογία, έχει τρόπον τινά το δικό του «αίσθημα».

                                   *************

Η Φαινομενολογία μπορεί να μας βοηθήσει να συλλάβουμε την θεία λατρεία ως νοερό γεγονός. Πρωτίστως είναι ο λόγος που στρέφεται προς την Αποκάλυψη- ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει ότι στα έσχατα το επιθυμητικό θα εκλείψει και θα μείνει μόνο το νοερό στοιχείο του ανθρώπου. Αυτό τώρα το «νοερό» στοιχείο, συμπληρώνει ο ιερός Πατήρ, ενέχει μέσα του την αγάπη, γιατί η αγάπη δεν είναι συναίσθημα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν γιατί ονομάζουμε την ορθόδοξη λατρεία «λογική λατρεία» και γιατί γενικά στην Θεία Λειτουργία, αλλά και στις άλλες εκκλησιαστικές ακολουθίες, αποφεύγουμε τον συναισθηματισμό. Μέσα στον ιερό ναό ο ανθρώπινος «λόγος» ανέρχεται, όπως είναι φυσικό για  αυτόν, και απεκδύεται κάθε μορφή πνευματικής δουλείας. Ο λόγος, ας πούμε σύντομα μολονότι δεν θέλουμε να προχωρήσουμε σε αυτό το σημείο, γίνεται κατά βούληση κοινωνός της ένθεης γνώσης του Λόγου, καθώς, σύμφωνα με την Θεολογία, ο Λόγος του Θεού και ο λόγος του ανθρώπου εν χρόνω διίστανται, εν Πνεύματι όμως ενώνονται εις εν- με αυτά τα τελευταία, επειδή έχουν καθαρά θεολογικό περιεχόμενο, ας μην εμπλέξουμε προς ώραν την Φαινομενολογία.

Τέλος, θα θέλαμε να πούμε ότι αυτή η άμεση φορά του λόγου προς την Αλήθεια, τον κάνει άκρως συγγενή και με το Κάλλος, την ομορφιά- καθώς η αισθητική είναι καθαρά κλάδος της Λογικής. Η ομορφιά, την οποία μόνο ο άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει, δεν είναι και αυτή συναισθηματικό γεγονός- η απόλαυση του κάλλους έχει με την επιστήμη στην πραγματικότητα μεγάλη συγγένεια. Εξ ου και ο όρος «Φιλοκαλία».

                                      ****************

Η Φαινομενολογία μπορεί να πάρει και μια ορθόδοξη στροφή. Ασφαλώς, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Θεολογία, μπορεί όμως να διασαφηνίσει πολύτιμες θεολογικές έννοιες – καθώς άλλωστε είναι η μόνη Σχολή που αναγνωρίζει την δυνατότητα της Δωρεάς, δηλαδή της Αποκάλυψης.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Λυκαβηττός") είναι έργο του Κωνσταντίνου Ντόντου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ