Το ανθρώπινο μυαλό, έλεγε ο Χούσσερλ, εργάζεται «κανονικά». Διαμορφώνει τις εμπειρίες, μπορεί να προβλέπει, να φιλτράρει, να κατηγοριοποιεί και να επιβάλλει νόημα σε πολλά από τα βιώματα που βιώνουμε. Αυτή η νοητική δραστηριότητα μας επιτρέπει να κατανοούμε και να διατηρούμε μια αίσθηση έλεγχου πάνω σε αυτό που βιώνουμε. Ως αποτέλεσμα, οι εμπειρίες μας αποτελούνται εν μέρει από αυτό που το μυαλό μας συνεισφέρει σε αυτές.
Η Φαινομενολογία, ασφαλώς, ξεκινά με αυτόν τον φιλόσοφο, τον Χούσερλ. Αυτός λέγει ότι γινόμαστε «φαινομενολόγοι» όταν παρακολουθούμε τον εαυτό μας να επιδίδεται σε μια συνειδησιακή «στόχευση προς». Η συνείδηση πάντα, λέγει, «κατευθύνεται προς» κάτι. Για παράδειγμα, η συνείδηση μέσω της αντίληψης μπορεί να στοχεύει το δέντρο εκεί έξω, μέσω της μνήμης το χθεσινό μου ραντεβού, μέσω της φαντασίας μια συναυλία. Ωστόσο, τίθεται το εξής επιχείρημα: μπορεί όντως όλη η συνειδησιακή εργασία να αναχθεί στην «προθετικότητα», δηλαδή στο «στοχεύειν προς», και επιπλέον μπορεί το Εγώ, το «I», η ίδια η συνείδηση να παρακολουθεί τον ίδιο τον εαυτό της;
Ας πάρουμε την περίπτωση της «συγχώρησης». Αξίζει να πούμε ότι η «συγχώρηση» ήταν ένα φαινόμενο άγνωστο στην αρχαία Ελλάδα. Ο Σωκράτης δεν μιλούσε ακριβώς για αυτήν, γιατί έλεγε ότι «ουδείς εκών κακός». Κανείς δεν είναι με την θέλησή του κακός. Άρα ο «εχθρός» μου απλά πάσχει από άγνοια, γι’ αυτό και με μισεί. Αν είχε γνώση, τότε δεν θα με μισούσε. Πραγματική «κακία» δεν υπήρχε στον Σωκράτη, και δι’ αυτού, στον μαθητή του Πλάτωνα. Ο εχθρός υπάρχει πραγματικά στην Παλαιά Διαθήκη. Εκεί υπάρχει πράγματι ο ριζικά άδικος, ο κακός, αυτός που με καταδιώκει αληθινά. Και τίθεται το ερώτημα τι πρέπει να κάνει κανείς όταν ένας εχθρός τον καταδιώξει και τον βλάπτει; Η Παλαιά Διαθήκη έλεγε «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Και όμως, βλέπουμε ότι εκεί ότι υπάρχει μια αγαθότητα που ξεπερνά τον Νόμο. Για παράδειγμα ο βασιλιάς Δαβίδ: ο Σαούλ τον καταδίωκε για να τον σκοτώσει, και αυτός έφευγε κυνηγημένος, ωστόσο κάποια στιγμή που ο Δαβίδ βρήκε τον Σαούλ αμέριμνο να κοιμάται, δεν τον σκότωσε, γιατί αυτός ήταν «βασιλιάς χρισμένος από τον Κύριο». Φαίνεται ότι ο Δαβίδ δεν κρατά απολύτως καμία κακία απέναντι στον εχθρό του. Τον έχει συγχωρήσει πάμπολλες φορές, και δεν φαίνεται ούτε καν θυμός ή οργή να τον έχουν καταλάβει. Και δεν είναι το μοναδικό παράδειγμα. Υπάρχουν και άλλοι όμοιοι.
Μπορούμε να παρακολουθούμε τον εαυτό μας όμως να συγχωρεί; Μια τέτοια πρόταση δεν θα είχε κανένα νόημα. Εν γένει ο Χούσσερλ δεν είχε ακόμη αναπτύξει την έννοια της «ετερότητας», μολονότι κάποια διυποκειμενικότητα εμφανίζεται στο έργο του. Θα ασχοληθούμε τώρα με τον μαθητή του, τον Χάιντεγκερ, για τον οποίο θα πρέπει να πούμε ορισμένα πράγματα, πρόσθετα σε όσα κατά καιρούς έχουμε γράψει για αυτόν. Λοιπόν, ο Χάιντεγκερ διαφοροποιείται πλήρως από τον Καντ, κατά το εξής: για τον τελευταίο, υπάρχει ο «άνθρωπος», που δεν είναι ένα ον εν εξελίξει, αλλά, ας το πούμε έτσι, «τελειωμένο». Είναι σαν και τα άλλα πλάσματα που υπάρχουν στον κόσμο, με την διαφορά βεβαίως έχει λόγο. Γιατί έχει μάτια; Εδώ, για να καταλάβουμε την διαφορά Καντ και Χάιντεγκερ, θα πρέπει να πούμε ότι κατά τον Χάιντεγκερ «ο άνθρωπος δεν βλέπει γιατί έχει μάτια, αλλά έχει μάτια γιατί πρέπει να βλέπει». Ο άνθρωπος είναι κατ’ αυτόν πρωτίστως «ανοικτότητα», και ανοικτότητα σημαίνει, όπως το λέγει η ίδια η λέξη, μια πρωτοπαθή εξωγένεια. Ο άνθρωπος, ή καλύτερα το λεγόμενο «Ενθάδε-είναι», είναι ένα ον, τρόπον τινά εν εξελίξει. Αντιθέτως στον Καντ τα μάτια είναι αυτό που λέμε «αισθητικότητα», και οι αισθήσεις μας είναι βέβαια σταθερές. Ο άνθρωπος είναι σταθερός, εγκλωβισμένος στον εαυτό του, εμφανίζεται ως αυτό που είναι. Είναι ένα «είδος» από τα πολλά που υπάρχουν στην γη. Έχει κάποιες σωματικές-νοητικές προδιαγραφές και αναλόγως αναπτύσσεται- η «ανάπτυξη» εδώ σημαίνει μια καθαρά ζωική ανάπτυξη.
Αντιθέτως, όπως είπαμε, στον Χάιντεγκερ η όραση είναι αποτέλεσμα της λεγόμενης «υπερβατικότητας» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να βγει από τον κλειστό του εαυτό, καθώς είναι «ένα-ον-εν-τω-γίγνεσθαι», κάτι αδιανόητο για τον Καντ. Κατά τον Χάιντεγκερ υπάρχει μια έννοια, η λεγόμενη «αναφορικότητα» του Ενθάδε-είναι, γιατί αναφορικότητα σημαίνει ότι είμαι μεν ακόμη στο «εγώ» μου, αλλά έχω την συνείδηση ότι κάτι είναι έξω από μένα. Η αυτο-αναφορικότητα χάνεται στον Χάιντεγκερ. Η αναφορικότητα οδηγεί στην ανοικτότητα.
Άλλο παράδειγμα διαφοράς Χάιντεγκερ και Καντ είναι ο χρόνος και ο θάνατος, που δεν είναι χαρακτηριστικό «υπερβατολογικό» (έτσι έλεγε ο Καντ), αλλά υπερβατικό: στον Χάιντεγκερ χρόνος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, ενώ στον Καντ απλά είναι μια κατηγορία της εποπτείας της πρόσληψης του κόσμου. Παρομοίως και με τον θάνατο, στον Χάιντεγκερ δεν μπορείς παρά να τον υποστείς, να τον «πάθεις». Καθαρή παθητικότητα. Τον χρόνο και τον θάνατο τον υφίσταται μόνο το «Ενθάδε-είναι». Κανένα άλλο ον. Τι λέγει όμως ο Χάιντεγκερ περί συγχώρησης;
Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να μιλήσουμε το λεγόμενο «συνείναι», τη σχέση με τον Άλλον, για την ακρίβεια με το «Ενθάδε-είναι». Όσο παράξενο και αν φαίνεται, η σχέση με τον Άλλον είναι δευτερογενές φαινόμενο στον Χάιντεγκερ, και όχι πρωτογονές. Και δεν είναι πρωτογενές ακριβώς επειδή η υπερβατικότητα, το ότι δηλαδή ο άνθρωπος είναι ήδη «ανοικτότητα», φέρνει το συνείναι και την ηθική σε δεύτερο στάδιο. Δεν μπορούμε να προσλάβουμε τον άλλον άνθρωπο ως συνηθισμένο «σύντροφο», πρέπει να είμαστε ο «διαφορετικός άνθρωπος»- ως ένα εντελώς ξεχωριστό και τρόπον τινά αυτόνομο, αν και γεμάτο ανοικτότητα, «Ενθάδε- Είναι». Αυτό, από τους πολύ κατοπινούς φαινομενολόγους, για τους οποίους δεν θα ήθελα τώρα να μιλήσω, λέγεται ως εξής: η «ηθική προέρχεται από το ‘πάθος». Οπότε για τον Χάιντεγκερ η έννοια της «συγχώρησης» έρχεται σε τελείως δεύτερη μοίρα, γιατί στην πραγματικότητα ούτε σε αυτόν έχει αναπτυχτεί ακόμη η έννοια της ετερότητας. Και η Ηθική σε σχέση με την λεγόμενη «αυθεντικότητα», που σημαίνει να μην κρύβεσαι από την ανοικτότητά σου, περνά σε δεύτερη μοίρα.
***************
Η έννοια της ετερότητας, του Άλλου, εισέρχεται στην ουσία στην φαινομενολογία με τον Λεβινάς. Για τον γαλλοεβραίο αυτό φιλόσοφο δεν μπορείς ποτέ ο ίδιος να συγχωρήσεις τον εαυτό σου, η συγχώρηση πηγάζει πάντα από τον Άλλον. Μόνο ο άνθρωπος που υπέστη την αδικία έχει την δύναμη να προσφέρει την συγχώρηση. Αυτό τοποθετεί την εξουσία της λύτρωσης στα χέρια του θύματος, υπογραμμίζοντας την απόλυτη σημασία της ανθρώπινης σχέσης.
Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή η συγχώρηση είναι περισσότερο μια νομική πράξη, και δεν μιλάμε για αυτήν καθαυτήν την ποιότητα της συγχώρησης. Ο Λεβινάς είναι προσκολλημένος στον Μωσαϊκό Νόμο, και δεν αντιλαμβάνεται την συσχέτιση της συγχώρησης με την αγάπη και την μετάνοια. Όταν συγχωρώ, αυτό που πρωτίστως συμβαίνει είναι μια ηθική πράξη μέσα μου, που άμεσα συνδέεται με την ικανότητα μου για αγάπη. Η αγάπη θεωρείται, τρόπον τινά στον Λεβινάς, ως συναισθηματισμός. Την πλήρη συγχώρηση την φέρνει στην Ορθοδοξια ο Ίδιος ο Θεός: η κοινωνία με τον Θεό όμως θεωρείται από τον Λεβινάς ως κάτι που στην ουσία δεν ενδιαφέρει τον άνθρωπο. Αρκεί να τηρείται ο Νόμος. Κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό.
************
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός. Αυτός είναι στην πραγματικότητα που μπορεί να μας εμπνεύσει και την ικανότητα για μια όχι νομική, αλλά «οντολογική» συγχώρηση. Οι νεομάρτυρες συνήθως είχαν αλλαξοπιστήσει και μπορούσαν όμως, με μια εξομολόγηση, να σωθούν. Αλλά αναπτύχθηκε μέσα τους ο θείος έρως και θέλησαν όχι απλά να συγχωρηθούν- ο Θεός τους είχε ήδη συγχωρήσει βλέποντας την μετάνοιά τους, αλλά να πεθάνουν για αυτόν. Ο ερωτευμένος θέλει προπαντός να πεθάνει για αυτόν που αγαπά- και όλα τα άλλα έρχονται δεύτερα. «Μείζων δε πάντων η αγάπη».
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Νεαρό κορίτσι", 1964) είναι έργο του Γιάννη Τσαρούχη.



πολυ ενδιαφερουσα ηπαρουσιαση της συγχωρεσης στους δυτικους φιλοσοφους . θα ηθελα , ομως , μια ευρυτερη αναπτυξη της θεολογικης σκοπιας και απο δυτικους και απο ορθοδοξους θεολογους .
Θελω να παρατηρησω κατι, οι νεομαρτυρες που αναφερθηκε οτι αλλαξοπιστησαν, δεν πεθαναν στην συνεχεια για τον Θεο απο θειο ερωτα, αλλα επειδη εβλαψαν την ιδια τους την συνειδηση σε τετοιο βαθμο, που επιθυμουσαν να εξαγνιστουν μεσω του θανατου για τον Θεο απο τον Θεο και μαλιστα μεσω μαρτυρικου θανατου πολλες φορες. Οποιος αμαρτανει (αστοχει δηλ), ζημιωνει τον ιδιο του τον εαυτο, οι αμαρτιες μας δεν επηρεαζουν τον Θεο. Ουτε οργιζεται ο Θεος, ουτε βλαπτεται η λεγομενη θεια δικαιοσυνη. Εμας τους ιδιους πειραζουν οι αμαρτιες μας, ειτε ειναι μικρες, ειτε μεγαλες.
Ο συντάκτης του άρθρου αναφέρεται στη σχέση των Νεομαρτύρων με τον Θεό, μια σχέση υπαρξιακή-ερωτική, όχι δικανική και νομικίστικη. Η αμαρτία δεν είναι ένα παράπτωμα, αλλ’ αυτό που μας χωρίζει από τον Θεό. Κι η πορεία των Νεομαρτύρων προς το μαρτύριο είναι η πορεία της επανένωσης με Αυτόν. Δεν τους έφτανε μια απλή συγχώρεση, ήθελαν τον Ίδιο.
Κυρία Σκάρα, θερμά ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Η πατερική γραμματεία για την συγχώρηση είναι φυσικά ατελείωτη. Στον εικοστό αιώνα ένα πολύ βασικό στοιχείο που προστέθηκε από τους αγίους Σιλουανό του Άθω και Σωφρόνιο του Έσσεξ είναι το εξής: η συγχώρηση, ή ακόμα καλύτερα η αγάπη για τους εχθρούς είναι κριτήριο δογματικής συνείδησης. Το άριστο θα ήταν να βρείτε και να διαβάσετε το ίδιο το βιβλίο ” Ο Άγιος Σιλουανός του Άθω” του Αγίου Σωφρονίου. Για μια μικρή εισαγωγή στην διδασκαλία τους μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο “Η αγάπη για τους εχθρούς ως κριτήριο δογματικής συνείδησης”, που η ταπεινότητα μου δημοσίευσε στο φιλόξενο Αντιφωνο. Να είστε καλά.