To τέλος της συναίνεσης

0
1065

Για κάθε μεγάλο θέμα που αφορά αυτή την χώρα, ο λαός έχει δίκαιο και η ελίτ που κυβερνά λάθος (D. Trump, The Wall Street Journal, 2016)

Πολλοί έμειναν έκπληκτοι με την εισβολή των οπαδών του Trump στο Καπιτώλιο. Διόλου παράξενο αν σκεφθεί κανείς ότι παρά την καθημερινή βία των δρόμων, ο μέσος Αμερικανός έχει μία παράδοση νομιμοφροσύνης και πίστης στους θεσμούς του. Θα ακούσουμε πολλά από εδώ και πέρα για το φαινόμενο του «Τραμπισμού» (trumpisme), σε σημείο μάλιστα που κάποιοι προεξοφλούν τη δημιουργία ενός τρίτου πόλου πολιτικής εκπροσώπησης, πέραν των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων.

Kαι όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε τόσο ρόδινα, ώστε εισβολές σαν την πρόσφατη να προκαλούν έκπληξη. Το 1890-1892 στο απόηχο του άγριου καπιταλισμού των αμερικανών «βαρόνων» του τέλους του 19ου αιώνα, άκουγες δηλώσεις όπως «η διαφθορά κυριαρχεί παντού: στις εκλογές, στο Κογκρέσο. Οι εφημερίδες ή παίρνουν χρήματα ή κλείνουν. Η δουλειά μας χάνει κάθε μέρα σε αξία, η γη συγκεντρώνεται στα χέρια των καπιταλιστών» (πλατφόρμα του People’s Party της Αμερικής). Εκφραζόταν μία απέχθεια και μία οργή για τους διανοούμενους, τους αστούς, τους «πυλώνες» μίας προόδου που άφηνε πίσω της αναρίθμητα θύματα. Το λαϊκιστικό κίνημα τότε ήταν διαφυλετικό και ριζοσπαστικοποιημένο, ιδιαίτερα στον «άγριο» Νότο της Αμερικής[1].

H ευφορία στην Αμερική (και στην Ευρώπη) ότι έχουμε τελειώσει με όλες αυτές τις πολιτικές παραδοξότητες, είναι μία ευφορία περιστασιακή της καθολικής συναίνεσης που επικράτησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως αποτέλεσμα της κρίσης αυτής, και που ήθελε το «κεφάλαιο» και η «εργασία» μαζί να προχωρούν και να οικοδομούν έναν καλύτερο κόσμο στα ερείπια του κόσμου που προηγήθηκε. Έτσι, στο διάστημα από το 1950 χάθηκαν από το λεξιλόγιο του καθημερινού, «δυτικού ανθρώπου» λέξεις όπως πόλεμος, σφαγές, οικονομική κρίση, ασθένειες, πανδημίες κα. Η αίσθηση της νομοτελειακής προόδου ήταν η αίσθηση της διαρκούς ειρήνης, αφού βέβαια τα κακά είχαν εξορισθεί σε άλλους κόσμους και σε άλλες ηπείρους (Λατινική Αμερική, Αφρική). Η γενιά που κυριάρχησε τότε ήταν η γενιά εκείνη που δεν είχε γνωρίσει τον πόλεμο και τη δυστυχία ή τη μιζέρια. Στη θέση του παλαιού, ιεραρχικού κράτους και πολιτικού συστήματος που υπηρετεί τις συνολικές αξίες και τα ιδανικά μίας κοινωνίας (δεξιά ή αριστερά), έβαζε σταδιακά ένα κράτος και ένα πολιτικό σύστημα που θα έπρεπε να μην κάνει τίποτε άλλο παρά να εξυπηρετεί την ευημερία και την ευδαιμονία των πολιτών του (κράτος υπηρέτης και ο πολίτης ως πελάτης)[2]. Η πολιτική νομιμότητα ήταν για τρεις τέσσερις δεκαετίες η νομιμότητα της υπηρεσίας- παροχής προς τους πολίτες.

Και ξαφνικά ήλθαν όλα τα πάνω- κάτω. Το τέλος της εποχής της «φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης» συνοδεύτηκε από εθνικιστικούς πολέμους στα εδάφη της ίδιας της Ευρώπης (Γιουγκοσλαβία), από την οικονομική κρίση του 2008 και την πρόσφατη πανδημία- για να μην αναφέρουμε καν την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και την κλιματική αλλαγή που μάλλον σκοτεινιάζουν ακόμη περισσότερο τον ορίζοντα. Σε οικονομικό επίπεδο, διαπιστώθηκε το 2008 ότι η κρίση έδειξε μία μείωση των εισοδηματικών αποκλίσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά μία μεγάλη αύξηση των ανισοτήτων στο εσωτερικό των αναπτυγμένων χωρών. Οι μεσαίες τάξεις, που είχαν οικοδομήσει και επωφεληθεί από το μεταπολεμικό θαύμα, είδαν την απόλυτη καθήλωση των εισοδημάτων τους[3]. Αυτές οι «χαμένες» μεσαίες και μικρομεσαίες τάξεις της Αμερικής και της Ευρώπης είδαν να χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους και να «κερδίζουν» αυτοί των φιλελεύθερων, κοσμοπολίτικων τάσεων: κοινωνικά στρώματα μορφωμένα, με πολλά πτυχία και εξειδικεύσεις, με ταξίδια από πόλεις σε πόλεις, πολλές φορές χωρίς μόνιμη κατοικία ή οικογένεια, με ιδεώδη πολυπολιτισμικά, με λόγους για τα δικαιώματα παντός είδους. Ο «στρατός» τους είναι οι μετανάστες- πρόσφυγες που με τις ροές τους ουσιαστικά «σφραγίζουν» το τέλος της μεταπολεμικής «κοινωνικής συναίνεσης». Η «αποζημίωση» των χαμένων μέσω κοινωνικών παροχών, δηλαδή η περαιτέρω καθήλωσή τους στο καθεστώς του ασθενή με τον ορό συντήρησης, δεν τους βοηθά ούτε και τους εκτονώνει. Η αντίστασή τους θα οργανωθεί με πολιτισμικούς όρους: έθνος, τάξη, δημοκρατία, παράδοση, θρησκεία. Επιλέγουν να συγκρούονται με οργή και μίσος, διότι οι αποζημιώσεις και τα επιδόματα ανεργίας τους λένε ακόμη περισσότερο σε τι αδιέξοδο έχουν οδηγηθεί. Και βέβαια είναι ανοργάνωτοι, και βέβαια έχουν ισχυρές δόσεις ανορθολογισμού και συνωμοσιολογίας. Καθώς όμως έχουν εν τω μεταξύ καταρρεύσει οι δομικές αφηγήσεις και οι ιδεολογίες, ο λαϊκισμός των «χαμένων» αυτών και οι «συνωμοσίες» στις οποίες πιστεύουν (μερικές από αυτές είναι αληθινές, όπως το περιβόητο Horseshoe plan για το εθνικό σχέδιο των Σέρβων για γενοκτονία στο Κόσσοβο, που αποκαλύφθηκε ως κατασκευασμένο[4]), θα συναντούν παντού την ανασφάλεια της πολιτικής ελίτ, η οποία καταλαβαίνει ότι δεν έχει πλέον τη δημοκρατική νομιμοποίηση και για αυτό εξαπολύει σωρηδόν κατηγορίες περί λαϊκισμού, αμορφωσιάς, κακής αισθητικής, ακροδεξιάς, φασισμού και άλλα τόσο «συμπαθητικά».

Η ανασφάλεια της πολιτικής ελίτ δεν της επιτρέπει να δει το αυτονόητο, ότι δηλαδή ο «λαϊκισμός της δεξιάς» τείνει να ανθεί εκεί που τα πλειοψηφικά κόμματα αγνοούν επιδεικτικά τα λαϊκά αιτήματα και τις λαϊκές ανάγκες. Στην Αμερική το σχέδιο του W. Clinton- ναι, του δημοκρατικού που βομβάρδιζε τη Σερβία- για τη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών της Β. Αμερικής (1994) και η επιμονή του για την ένταξη της Κίνας στον Π.Ο.Ε., κόστισαν 2,4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στη βιομηχανική παραγωγή των ΗΠΑ. Θέλουμε και άλλα στοιχεία για τους «χαμένους» της υπόθεσης; ο Trump το 2020 πήρε το 67% των λευκών ψηφοφόρων που δεν είχαν δίπλωμα, ενώ ο Biden μόνο το 32%. Από τις 18 Μαρτίου που άρχισε η καραντίνα μέχρι τις 20 Οκτωβρίου, όταν ο μέσος Αμερικανός έχανε τη δουλειά του ή την έβγαζε με επιδοματάκια, η περιουσία των 643 δισεκατομμυριούχων που έχει η Αμερική αυξήθηκε κατά 931 δισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού τους πλούτου[5]. Θέλουμε και άλλα παράδοξα; «Όπως τονίζει ένας Αμερικανός μεγαλοδημοσιογράφος ινδικής καταγωγής και Δημοκρατικών πεποιθήσεων: «Ως μεγαλύτερη απογοήτευση θα πρέπει σίγουρα να λογίζεται το γεγονός πως, σε μια χρονιά που οι Δημοκρατικοί εγκολπώθηκαν πλήρως την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας και στήριξαν κινήματα όπως το Black Lives Matter, ο Τραμπ δείχνει να κερδίζει μεγαλύτερο κομμάτι της μειονοτικής ψήφου απ’ οποιονδήποτε άλλο Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο από τη δεκαετία του ’60 και μετά. Πήρε τις περισσότερες αφροαμερικανικές ψήφους από το 1996 (παρ’ όλο που τον ψήφισαν μόνο περίπου 12% των Μαύρων ψηφοφόρων), ενώ μια μέτρηση δείχνει πως κέρδισε 35% της ψήφου των μουσουλμάνων ψηφοφόρων». Αντίστοιχα, ο Τραμπ ενίσχυσε το ποσοστό του εντός της ισπανόφωνης κοινότητας σε σχέση με τις εκλογές του 2016, ενώ το ίδιο συνέβη και με άλλες εθνοτικές ομάδες όπως οι ασιατικής καταγωγής Αμερικανοί»[6].

Και όλα αυτά μέσα σε έναν επικοινωνιακό θόρυβο «αηδίας» των διαφόρων stars και παικτών του NBA, όπως η τηλεστάρ Padma Lakshmi (New York Times, 13.11.2020), η οποία μας εκμυστηρεύτηκε ότι ένιωσε μία μυστηριακή εσωτερική χαρά που ξέσπασε σε ασταμάτητα δάκρυα, όταν έμαθε πως η κα. Kamala Harris είχε εκλεγεί αντιπρόεδρος- μία «δημοκρατική» δικηγορίνα που ανάμεσα στα άλλα είχε υποστηρίξει τη νομιμοποίηση της μαριχουάνας, και τέλος πάντων ήταν η ζωντανή απόδειξη της επιτυχίας του να είσαι μαύρη γυναίκα[7].

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ο Trump και η πολιτική του ήταν φιλεργατικές και αριστερές. Όμως αυτός και ανάλογα κινήματα σε όλο τον κόσμο, που μετά την πανδημία θα πληθύνουν ακόμη περισσότερο, δείχνουν έναν κόσμο που δεν είναι περιθωριακός και αναζητά την πολιτική του εκπροσώπηση. Είναι πολύ εύκολο και εγωιστικό να τους κοροϊδεύει κανείς ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να τους θεωρεί «θύματα» της παγκοσμιοποίησης. Είναι πολύ δύσκολο φαίνεται να καταλάβουμε ότι αυτά τα κινήματα υπερβαίνουν τις παρωχημένες συζητήσεις περί δεξιάς και αριστεράς. Είναι άνθρωποι που μπορεί να υποστηρίζουν δεξιές ή ακροδεξιές ατζέντες (στις ΗΠΑ) αλλά και ακρο-αριστερές (όπως τα Μπλε Γιλέκα στη Γαλλία), ενάντια ακόμη και σε αυτονόητα και δίκαια αιτήματα όπως είναι οι περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για την αλλαγή του κλίματος. Είναι οι καθημερινοί, απλοί άνθρωποι των περιφερειών και των ημιαστικών περιοχών, που χάνουν τις δουλειές τους, που αναγκάζονται να ζουν με ξένους με τους οποίους δεν έχουν να μοιραστούν τίποτε κοινό, που είναι καταδικασμένοι στη «χαζομάρα» της τηλεόρασης 24 ώρες το 24ωρο και στα φθηνά σεξιστικά θεάματα. Είναι αυτοί που θα τους καλέσουν να ψηφίσουν κάθε τέσσερα ή πέντε χρόνια, προτείνοντας τους κόμματα μιας άλλης γενιάς και νοοτροπίας, και όταν αυτοί ψηφίσουν καμία «φολκλόρ φιγούρα», θα τους βγάλουν και φασίστες με περισσή ευκολία.

[1] S, Halimi, “Le Populisme, voilà l’ ennemi”, Le Monde Diplomatique, Manière de Voir, 164, Avril- Mai, 2019, 7.

[2] Για αυτά, βλ. Φ. Ρικάρ, Η λυρική γενιά. Δοκίμιο για τη ζωή και το έργο των πρώτων baby boomers, εκδόσεις μάγμα, 2020, 276εξ.

[3] Θ. Ντρίνια, «Παγκοσμιοποιητική διαδικασία: τέλος, υποχώρηση ή μεσοβασιλεία;», Res Publica, 3/2020, 47.

[4]Le Monde Diplomatique”: Greatest fake news from end of 20th century

[5] J. Karabel, «Un trumpisme sans Donald Trump», Le Monde Diplomatique, Décembre 2020, 13.

[6] «Οι αμερικανικές εκλογές κι η μετατροπή της πολιτικής σε πολιτιστικό πόλεμο», Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία

[7]  Τ. Frank, «La grande parade des larmes», Le Monde Diplomatique, Décembre 2020, 14.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Ο γύρος του κόσμου”) είναι έργο του Γιάννη Γαΐτη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here