Οι ύμνοι το Αγίου Εφραίμ τού Σύρου υπάρχουν στον ακόλουθο σύνδεσμο. Αναφορικά με όλα όσα διαλαμβάνουν οι ύμνοι στη Γέννηση τού Χριστού δύναται κάποιος να κάνει κάποιες παρατηρήσεις και εντοπισμούς. Να προσφέρει κάποιες προσεγγίσεις στα δια τής ποιήσεως τού Εφραίμ δηλούμενα, απλές προσεγγίσεις. Και πάντα υπό το φόβο να σφάλλει στην ερμηνευτική προσέγγιση, να λαθεύει στην ερμηνεία, στο σχολιασμό του. Ασφαλώς, δεν εξαντλείται στην οιαδήποτε προσέγγιση το αβυθομέτρητο νόημα τού Γεγονότος τής Ενσαρκώσεως. Εν πάση περιπτώσει, εντελώς επιγραμματικά και συνοψίζοντας κάποια καίρια σημεία στους ύμνους παρατηρώ τα εξής :
- Η ποίηση του Αγ. Εφραίμ έχει κυριαρχικά (καθότι ορίζεται και από την ποιμαντική του έγνοια) προσκλητικό χαρακτήρα. Προσκαλεί, καλεί, συγκαλεί. Η πρόσκληση αφορά στο ΤΩΡΑ, στο ΝΥΝ. Στο εκάστοτε ΤΩΡΑ. Δηλαδή, στην καθημερινή μας ζωή. Εννοώ πως αν έτσι, τότε τα Χριστούγεννα συντελούνται καθημερινά μέσα μας και δεν αφορούν μόνο σε μια θεσμοθετημένη εποχή τού έτους. Άλλωστε, κατά τους πατέρες ο Χριστός είναι ο «αεί γεννώμενος, αεί σταυρούμενος και αεί ανιστάμενος». Αυτό αντίθετα προς την επικρατούσα κοσμική αντίληψη. Άλλωστε, ψάλλουμε και βιώνουμε ενεστώτα χρόνο στην Εκκλησία ή ακόμη εκπληκτικότερα βιώνουμε και το μέλλον, τα έσχατα, στην Εκκλησία, όταν αφενός λέμε «Χριστός γεννάται» ή «κρεμάται επί ξύλου» και αφετέρου «μεμνημένοι τής ενδόξου και δευτέρας πάλιν παρουσίας» στη Θεία Ευχαριστία. Επίσης, όσον αφορά στο ΤΩΡΑ, στο καθημερινό ΝΥΝ είναι και πάλι στη Θεία Ευχαριστία που καλούμαστε «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα», πάσαν, δηλαδή καθημερινά. Παράλληλα, είναι και πάλι στη Θεία Ευχαριστία που καλούμαστε «άνω σχώμεν τάς καρδίας», καθ’ ημέραν δηλονότι. Συνεπώς, όλες οι κλητευτικές προτάσεις/επιταγές τις οποίες απευθύνει ο Εφραίμ επιζητούν ΕΦΑΡΜΟΓΗ καθ’ εκάστην (υπογραμμίζω, συστοιχούμενος με τον Εφραίμ και την αντίληψη την οποία έχει η ίδια η Εκκλησία για το χρόνο, ότι η Σάρκωση τού Λόγου συμβαίνει ΤΩΡΑ, στο ΝΥΝ, στον δικό μας χρόνο, διαρκώς…). Λέγεται, άλλωστε, σχετικά με την ημέρα τής δεσποτικής εορτής, από τα χείλη τού Εφραίμ Περνά και παραμένει / επιστρέφει αέναα ελεητική. παραμένει / επιστρέφει αέναα…Τώρα, στο Νυν, ΔΙΑΡΚΩΣ.
Στο σημείο αυτό οφείλω να κάνω μια διάκριση, η οποία ωστόσο πια αποτελεί κοινό τόπο και είναι κάτι πλέον γνωστό : υπάρχουν, από τη μια, τα κοσμικά Χριστούγεννα και υπάρχει, από την άλλη, η Ενσάρκωση τού Λόγου που εορτάζει η Εκκλησία (θυμίζω το ιωάννειο το οποίο διασώζει την υποδηλούμενη βαρύτητα τού Γεγονότος των Χριστουγέννων «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο», Ιω.1,14) – το μόνο καινόν υπό τον ήλιον σύμφωνα με τον Δαμασκηνό. Ας μην θεωρηθεί ότι δαιμονοποιώ τα πρώτα, τα κοσμικά Χριστούγεννα. Θα εξηγήσω περί αυτού παρακάτω. Δεν ομιλώ με μανιχαϊστικούς όρους. Πόρον εύρε Θεός παντού… Ωστόσο, είναι χρήσιμη, ίσως, μια παρατήρηση.
Στα πρώτα, τα κοσμικά Χριστούγεννα (ας σημειωθεί ότι κάλλιστα σ’ αυτά, όπως και συμβαίνει άλλωστε, μπορεί να ΜΗΝ υπάρχει καν Χριστός ή έστω ο Χριστός να εξαντλείται ως μια αφορμή/άλλοθι για κοσμική διάχυση, περισπασμό, απλή εκτόνωση και απλή ευωχία), τα οποία εντοπίζονται σαφώς και ως επί το πλείστον εκτός, αλλά όμως και εντός τού χώρου τής πίστεως ως νοοτροπία και ψυχική στάση (…), η αντικειμενοποίηση – φευ ! – τού Γεγονότος τής Ενσαρκώσεως τού Λόγου, σε αντιδιαστολή προς τις εισηγήσεις τού Εφραίμ στην ποίησή του και η, βάσει αυτής τής αντικειμενοποίησης, αποστασιοποίηση τού πιστού, υπαρξιακώς, από το Γεγονός εξαντλείται στο συναισθηματισμό, τον ψυχολογισμό, σε γλυκερά συναισθήματα επί το πλείστον, υποβοηθούμενη ακριβώς από την κοσμική πλαισίωση τής εορτής. Δηλαδή, διέπεται από μια προσκοπικού χαρακτήρα ηθικολογία (όταν υπάρχει, έστω, καν τέτοια) και έναν προσκοπικού χαρακτήρα ανθρωπισμό. Ωστόσο, αν τέτοιος ο τελευταίος τότε η κατάληξή του είναι ένας περιποιημένος μηδενισμός, όπως τον βιώνει άλλωστε η Ευρώπη τους τελευταίους δύο αιώνες… Σε μια σύστοιχη μ’ αυτήν ετέρα εκδοχή, η αντικειμενοποίηση τής εορτής βολεύεται σε μια θρησκευτική αχλύ συναισθηματικότητας και απλής νοητικής αποδοχής τού Γεγονότος τής Ενσαρκώσεως τού Λόγου. Απλά, δηλαδή, λέμε ότι γεννήθηκε ο Χριστός, με όποιο περιεχόμενο αντιλαμβάνεται κάποιος τη λέξη Χριστός…, και κάπου εκεί σταματά η όποια προσωπική μετοχή στην εορτή. Στον ίδιο μηδενισμό εν τέλει οδηγεί κι αυτή η στάση. Απλά αυτή διατηρεί και μιαν καλύπτρα προσώπου, ένα πέπλο παραπλάνησης. Η αντικειμενοποίηση αυτή τής εορτής μοιάζει σαν να λέει : εμείς από εδώ, η εορτή από εκεί, κάπου έξω από εμάς η γιορτή προς τέρψη ημών ανέρειστη και όχι η γιορτή εν ημίν προς ανακαίνιση ημών… Κι αυτή η αντικειμενοποίηση οδηγεί σε μια ουδετεροποίηση ή αποχρωματισμό τού Γεγονότος τής Σάρκωσης… Ξέρουμε, όμως, ότι αν όχι ΕΝ ΗΜΙΝ η γιορτή τότε πιθανόν δεν θα «ρεύσουσιν ποταμοί εκ της κοιλίας ημών ύδατος ζώντος», βλ. Ιω.7,38.
Ο Εφραίμ κείται στον αντίποδα ασφαλώς όλων αυτών. Από τη μια απευθύνει προτροπή για υπαρξιακή βίωση τού Γεγονότος και από την άλλη η βίωση αυτή, ακριβώς υπό υπαρξιακούς όρους όπως προτείνει ο Εφραίμ, δεν έχει οιαδήποτε σχέση με συναισθηματισμούς, ψυχολογισμούς, αστικές γλυκερότητες και κοινωνικές λαμπικαρισμένες ευπρέπειες, οι οποίες εξαντλούνται σε τραγουδάκια, γλυκά, ρεβεγιόν και επισκέψεις, στη γεμιστή γαλοπούλα, τις κομψευόμενες κοινωνικές συναναστροφές, τσουρέκια, στολίσματα τού …πιο ψηλού δέντρου (!...), ανταλλαγή δώρων, συναγωνιστική αρίθμηση τού πού και ποιος έχει τα περισσότερα λαμπιόνια (!...) κλπ κλπ –το επαναλαμβάνω προς αποφυγή παρεξηγήσεων : δεν δαιμονοποιώ τίποτα απολύτως.
Η εκφραστική τού Εφραίμ είναι δηλωτική και απολύτως σαφής τού άλλου τρόπου ή για να μιλήσω ορθότερα, ΚΑΙ του άλλου τρόπου, του μείζονος τρόπου, εορτασμού τής τού Χριστού Γεννήσεως. Αφού, με τρόπο απερίφραστης διατύπωσης, ακούσαμε :
να διαγουμίσει
να βιάσει λάφυρα ζωής
Ντροπή σε όποιον δεν φανεί ληστής !
Κλπ. Αναφέρθηκα μόλις στο κοσμικά Χριστούγεννα των λαμπιονιών, του πιο ψηλού δέντρου κλπ. Εξηγούμαι επιγραμματικά : η διαρκής αρρώστια, ο διαρκής κίνδυνος, ο διαρκής πειρασμός, η διαρκής παθογένεια, που έχει να αντιμετωπίσει η εκκλησία είναι η εκκοσμίκευση. Στο κατά Ιωάννην αυτό δηλώνεται ξανά και ξανά με έντονο τρόπο. Θυμίζω, επ’ αυτού, τον δεύτερο πειρασμό τού Χριστού «…δείκνυσιν αυτώ πάσας τας βασιλείας τού κόσμου…», βλ. Ματθ.4,8. Και βασιλεία κοσμική μπορεί να γίνουν τα πάντα εγκλωβίζοντας και εξουσιάζοντάς μας. Θυμίζω, επίσης, τον Ιεροεξεταστή τού Ντοστογιέφσκι που φυλακίζει ξανά το Χριστό, διότι είναι απειλή για το εγκατεστημένο βόλεμα όλων, απειλή για την κοσμική μας αυτάρκεια…
Εκκοσμίκευση, απλά, είναι ο συσχηματισμός με τη νοοτροπία τού κόσμου. Ποια ; Π.χ. εκμεταλλεύομαι έως εσχάτης καταστροφής τον κόσμο και δεν τον αναφέρω ευχαριστιακά στον Ποιητή του. Ζω ως υποκείμενο μέσα στα αντικείμενα μεταξύ των οποίων είναι και ο συνάνθρωπος. Καταναλώνω τα παν, ή αν θέλετε μεταποιώ τα πάντα σε αντικείμενα κατανάλωσης, σε αντικείμενα μιας χρήσης, ικανοποιώντας το ακόρεστα κτητικό εγώ μου κλπ κλπ. Δεν λειτουργώ, κοντολογίς, υπό τις ιδιότητες με τις οποίες έχω προικισθεί : δεν λειτουργώ εν τέλει ως βασιλεύς, ιερεύς και προφήτης. Θυμίζω ότι υπάρχει η καθολική ιεροσύνη των πιστών στην εκκλησία. Η εκκοσμίκευση κάλλιστα εκτός από νοοτροπία και ψυχική στάση μπορεί να γίνει θεσμός. Π.χ. σχέσεις κράτους και εκκλησίας, σχέσεις αυτοκρατορίας και εκκλησίας ( ας πούμε ο …αβάπτιστος Κωνσταντίνος συγκαλεί την Α΄οικουμενική σύνοδο (!!!) και προεδρεύει αυτής (!!!), υπό την κοσμική έστω εξουσία και αιγίδα του και επιβλέποντας τις συζητήσεις, διατηρώντας παράλληλα το αξίωμα τού pontifex maximus τού Δία (!!!) αλλά και επαναφέροντας, δόξη και τιμή, αργότερα τον Άρειο και εξορίζοντας (…) το Μέγα Αθανάσιο ), ή καταβύθιση ενός σωτηριώδους Γεγονότος και του μηνύματος που αυτό κομίζει σε μιαν απλή ευωχία τσουρεκιών, γαλοπούλας και λαμπιονιών – πιθανόν η τελευταίου τύπου εκκοσμίκευση να ωχριά μπροστά στους δυο πρώτους τύπους που αναφέραμε…
Η εξίσωση λύσης είναι απλή, τουλάχιστον για την τελευταία, και γι αυτό προανέφερα ότι δεν διαμονοποιώ τίποτα, τουλάχιστον για την τελευταία αυτή εκδοχή εκκοσμίκευσης. Και η εξίσωση είναι : «…ταύτα δε έδει ποιήσαι κακείνα μη αφιέναι», βλ. Ματθ.23,23. Εκδήλωση χαράς βέβαια ΚΑΙ με τα λαμπιόνια και τα δώρα και τα εδέσματα και τα τραγούδια επί την ισορροπία εκείνη όμως, επί τη σχοινοβασία εκείνη όμως, που η ΕΝ ΗΜΙΝ εορτή του Γεγονότος τής Ενσαρκώσεως να εκδηλώνεται ΚΑΙ με αυτά δια του Αγίου Πνεύματος. Όχι καταβύθισή μας στα λαμπιόνια, αλλά χρήση τους προς εκδήλωση τής εσωτερικής πληρωματικής χαράς μας. Κι αν έτσι, τότε ουδείς πιστός πρέπει να αισθάνεται και την παραμικρή ενοχή ότι δήθεν δεν εορτάζει πνευματικά, χριστιανικά, τα Χριστούγεννα. Ναι, στην επιθυμία αληθούς βίωσης τής εορτής. Ναι, στη συνειδητοποίηση, έως νηφάλιας μέθης και ξέφρενης χαράς, τού μηνύματός της και ναι, στις κάθε λογής εμπράγματες εκδηλώσεις ως φανερώσεις προς τον αδελφόν τού εν ημίν θησαυρού, ως εμπράγματη εκδήλωση τής εντός ημών πλησμονής χαράς και ακόρεστης δίψας για κοινωνία προσώπων.
- 2. Ο Εφραίμ αναφωνεί γεμάτος έκπληξη, ΑΠΟΡΙΑ, θαυμασμό. Γράφει :
κύματα η έκπληξη
στο ύψος του ιλίγγου
Ιωσήφ πώς χαϊδεύεις το μωρό-Θεό σου ; Πώς ;
Πώς ν’ ανοίξω του γάλακτος πηγή στην Πηγή την ίδια ; Πώς ;
Πώς, Γιέ τού Ζώντος, πώς να σε πω ;
τ’ όνομά Του θάμβος
οι διεσταλμένες κόρες των Μάγων,
κοιτούν το Αόρατον
Της άγνοιας στόμα
Πώς ; Πώς ; Πώς ; Διαρκές ΠΩΣ εις αιώνας αιώνων θα έλεγα… Ένα πώς το οποίο λαμβάνει τη μέγιστη ισχύ και τη μέγιστη καθιέρωσή του, θα έλεγα, όταν εκφέρεται από τα χείλη τής Παναγίας κατά την επίσκεψη το Αρχαγγέλου : «ΠΩΣ έσται μοι τούτο ;…» (βλ. Λουκ.1,34). Ένα ΠΩΣ δια τού οποίου, νομίζω, οφείλει κάθε πιστός να κρατά ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ζωντανή, δροσερή και ακμαία την πίστη του εμβαθύνοντας σ’ αυτήν. Ένα ΠΩΣ το οποίο τον καθιστά ενεργητικά και όχι παθητικά πιστό. Ένα ΠΩΣ που διασώζει, παράλληλα, και την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του. Η ερώτηση, απορία, θαυμασμός, διασώζει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και υπογραμμίζω εμφατικά : η ερώτηση/απορία/θαυμασμός όχι απλά ως μια θετικιστικού χαρακτήρα αναμονή γνώσεως, η οποία να καλύπτει αποκλειστικά τις νοητικές μας απαιτήσεις αντίληψης (…), αλλά ως ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ υπαρξιακού ανοίγματος μεταμορφωτικής, λυτρωτικής αποδοχής, μια δυνατότητα θέωσης κοντολογίς. Αποδοχής και τού πλέον, ίσως, αδιανόητου να συμβεί κατά την αντίληψή μας. Και ο τρόπος αυτός τού υπαρξιακού ανοίγματος έχει υποδειχθεί : ΩΣ ΠΑΙΔΙ. «Ος αν μη δέξηται την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν» βλ.Μαρκ.10,15. Ορθά-κοφτά, σταράτα, με απολυτοποιημένη εκφραστική. Και επίσης «εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών», βλ. Ματθ.18,3 εξίσου ορθά-κοφτά. Ενώπιον τού αναπεσόντος εν τη φάτνη Παιδίου, καλούμαστε, κλητευόμαστε να γίνουμε παιδιά. Να επιστρέψουμε, με άλλα λόγια, στην ελευθερία. Γίνεσθε παιδιά μπροστά στο Παιδίον. Θα ρωτούσε, εύλογα, κάποιος : Πώς γινόμαστε ξανά παιδιά ; Ή όπως ρωτά ο Νικόδημος «πώς δύναται άνθρωπος γεννηθήναι γέρων ων ;»βλ. Ιω.3,4. Θα προέτρεπα να θυμηθούμε πώς ήμασταν παιδιά, ως απάντηση. Ή θα έλεγα, δίχως περιφράσεις, ας παραμερίσουμε τους θώρακες εκείνους οι οποίοι μάς εμποδίζουν να ξαναγίνουμε παιδιά. Δυστυχώς, προτιμούμε αταλάντευτα να παραμένουμε …μεγάλοι… Με πολλές ασπίδες, θώρακες, πανοπλίες… Κατακτητές. Ακόμη και μπροστά στο βρέφος τής φάτνης που δήθεν μεγαλύνομε…
Είναι προφανές από τους στίχους τού Εφραίμ ότι ένα ΠΩΣ γεμίζει ολόκληρο το είναι του. Σύστοιχο προς το πώς τής Μαριάμ εκ Ναζαρέτ που προαναφέραμε. Ο Εφραίμ δηλώνει άγνοια. Μια άγνοια, θα πω, η οποία δεν βρίσκεται σε θέση μειονεξίας. Συνιστά, αντιθέτως, γνωσιακό κεφάλαιο. Ο Εφραίμ διαστέλλεται από την έκπληξη ! Θαμβείται από το ενώπιών του Γεγονός ! Τελεί υπό επαλληλία κυμάτων και ασταμάτητο ίλιγγο. Να πω, παρεκβατικά, ότι η φιλοσοφία, κατά Πλάτωνα, εκκινεί από το απορείν και το θαυμάζειν. Ως φαίνεται και η θεολογία πατά στην ίδια αφετηρία. Ιδού, ίσως, μια υπαρκτική στάση γνησιότητας. Να ρωτήσω : η άγνοια, απορία, θαυμασμός, η έκπληξη μάς συνέχουν, κατά καταιγιστικό, κατακλυσμιαίο τρόπο, εν όψει τού Γεγονότος τής Ενσαρκώσεως ή η Ενανθρώπηση μάς φαίνεται ως κάτι γνωστό, λογικό, δεδομένο, εξαντλημένο ως μια πληροφορία μέσα μας, στη συνείδησή μας ; Βιώνουμε την Ενσάρκωση με όρους έκπληξης και συνακόλουθα ξέφρενης, μεθυστικής χαράς ή ο αντικειμενοποιημένος τρόπος τού εορτασμού της μάς την έχει καταστήσει ως κάτι φυσικό, λογικό, δεδομένο και ως εκ τούτου κάτι το οποίο δεν προξενεί εκστατική, ξέφρενη υπαρξιακή μέθη κι απερίσταλτη, αχαλίνωτη χαρά ; Ως διαβάσαμε στην ποίηση τού Εφραίμ το απορείν το συνέχει και το περιβάλλει η μεθυστική χαρά. Η ύπαρξις πανηγυρίζει. Η χαρά συνιστά τρόπο υπάρξεως ! Καθ’ ημέραν ! Αναδύεται ως οντολογικό γνώρισμα τού ανθρώπου ! Άλλωστε, η προτροπή για μια τέτοια βίωση τής υπάρξεως εκφέρεται από τα κυριακά χείλη : «ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς», βλ. Ιω.17,13 αλλά και «…χαρήσεται υμών η καρδία, και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ ημών», και «…ίνα η χαρά υμών ή πεπληρωμένη» βλ. Ιω.16,22 και 16,24. Το Δώρο τού ζην, υπό τη θέαση τής Ενσαρκώσεως τού Λόγου, ως ατελεύτητος ήχος εορταζόντων, ως ευφραινομένων κατοικία ! Δυστυχώς, η αντικειμενοποιημένη θέσμιση τής εορτής στις κοινωνίες μας δεν ευνοεί τέτοιες εμβιώσεις. Τα κοσμικά Χριστούγεννα (το ξαναλέω : δεν δαιμονοποιώ τίποτα) θεωρώ πως κατέχουν περιορισμένης εμβέλειας χαρά, χαρά φυσική και όχι ανακαινιστική, δηλαδή όχι εκφαντορική, θεοποιητική, τού όλου ανθρώπου. Και σίγουρα όχι σε διαστάσεις μέθης και ξέφρενης υπαρκτικής πληρωματικότητας. Η Ενσάρκωση συνιστά το υπερφυές θεμέλιο κάθε άλλου σωτηριώδους εν Χριστώ γεγονότος. Όλα απορρέουν από αυτήν. Η σχέση κτιστού και ακτίστου και αντιστρόφως, πηγάζει από αυτήν. Υπομνηματίζει τη ζωή μας. Οφείλουμε να επιδιώξουμε την επίτευξη αυτής τή σχέσεως. Πώς σχετιζόμαστε με το Θεό ; Πώς σχετίζεται Αυτός με εμάς ; Ο Θεός συναναστρέφεται τους ανθρώπους υπό τους όρους τού ανθρώπου ! Υψοποιώντας τον άνθρωπο και θεώνοντας, παράλληλα, το πρόσλημμα. Η Ενσάρκωση θεμελιώνει με τρόπο ψηλαφητό τη δυνατότητα σχέσης κτιστού και ακτίστου. Αν ισχύει αυτό, τότε ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να …μαίνεται εκστατικά εν Θεώ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ (ιδού τα διαρκή Χριστούγεννα…), τόσο για το Δώρο τής ύπαρξης όσο και ακόμη πολύ περισσότερο για τις απύθμενες προεκτάσεις αυτού τού Δώρου, δηλαδή για την προοπτική να καταστεί θεός κατά Χάριν ! Ας μου επιτραπεί, κοντολογίς, να πω ότι αν συλλαμβάνουμε τον εαυτό μας να μην ζαλίζεται από μεθυστική χαρά, να μην αισθάνεται νοητική , υπαρξιακή μέθη, μέθη που καταλαμβάνει τον ΟΛΟΝ άνθρωπο, ό,τι είμαστε δηλαδή, εν όψει τού απερινόητου Γεγονότος τής Ενσαρκώσεως, τότε πιθανόν φαλτσάρουμε πολύ κατά τη μετοχή μας στην εορτή ! Ίσως μια καλή σκέψη θα ήταν να «ξύσουμε» λίγο την ασμένως αποδεκτή, χρησιμοποιούμενη και κυριαρχούσα σε κοσμικά περιβάλλοντα και υπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο που αυτά τής προσδίδουν λέξη «Χριστούγεννα» (η γέννηση του Μεσσία, Μασίαχ εβραϊστί, του κεχρισμένου με έλαιον απλά, ας πούμε) και να φέρουμε στο νοερό οπτικό μας πεδίο τη λέξη Ενσάρκωση τού Λόγου (θυμηθείτε το προαναφερθέν ιωάννειο), η οποία, τρόπον τινά, αισθάνομαι ότι παραθεωρείται ή και παραμερίζεται υπό το βάρος τής επικάλυψης που επιβάλλει η πανδήμως (και υπό κοσμικό φρόνημα ως επί το πλείστον) χρησιμοποιούμενη πρώτη λέξη, έτσι ώστε να αναδυθεί το όλως υπερφυές και εκπληκτικό τού Γεγονότος, το οποίο συνιστά πηγή εκστατικής χαράς, και υποδηλώνεται από τη δεύτερη λέξη. Γεγονότος εν μέρει συγκαλυπτόμενο, μη αναδυόμενο, στη συνείδηση όλων εκείνων που περιορίζονται αποκλειστικά στη χρήση τής πρώτης λέξεως. Εν πάση περιπτώσει, ο δρόμος για να προκύψει αυτή η πληρωματική Χαρά και η εν θεώ μέθη πληρωματικότητας πιθανόν είναι ο ακόλουθος : αν βλέπουμε/βιώνουμε/ζούμε ως βρέφος κείμενον τον Κύριον, αν βλέπουμε/βιώνουμε/ζούμε ως ανακλινόμενο βρέφος, νήπιον, τον Κύριον, αν βλέπουμε/βιώνουμε/ζούμε τον των όλων Κύριον και Θεόν εν Σπηλαίω ως βρέφος σπαργανούμενον, αν βλέπουμε/βιώνουμε/ζούμε τον Αχώρητον να χωρείται, αν βλέπουμε/βιώνουμε/ζούμε στο νέον παιδίον μπροστά μας τον προαιώνων Θεόν, τότε όπως η μητέρα Του΄, η οποία θαμβητικώς συνείχετο, μπορούμε δια του ιερού δέους, της έκπληξης, της απορίας, του θάμβους, να δοθούμε αχαλίνωτα στην εκστατικής μέθης εκείνη χαρά ως διαρκή ΤΡΟΠΟ τού βίου, ως πληρωματική υπαρξιακή ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, δια της οποίας αναγόμαστε στην κλήση μας : «άγιοι γίνεσθε» (Α΄Πετρ.1,16). Δηλαδή, θεοί γίνεσθε ως και εκλήθητε.
- 3. Ο Εφραίμ – και ασφαλώς δεν είναι μια άποψη δική του αυτή ή μια ατομική σκέψη του, αλλά αφορά στο πώς αντιλαμβάνεται η ίδια η Εκκλησία το Γεγονός τής Ενσαρκώσεως τού Λόγου – διατυπώνει έναν χαρακτηρισμό. Ακούσαμε :
Αυτοσμικρούμενε
Η αίσθηση, η βιωματική/εμπειρική αίσθηση, τής παρουσίας τού Θεού δεν έχει καμία ανάγκη να αποδείξει την ύπαρξή Του. Αδιαφορεί πλήρως. Καταργεί ευχερώς το ερώτημα περί της υπάρξεως ή όχι του Θεού. Βεβαιούται γι αυτήν εν καρδία Χάριτι. Μάλιστα, η όποια εγγύτητα προς την αγιότητα καταργεί και την ανάγκη καν να υπάρξει ένα τέτοιο ερώτημα. Συγκαταβατικά, ωστόσο, στην αδυναμία μας ώστε να στηριχθούμε και δια της νοήσεως στην πίστη μας θεωρούντες εν προκειμένω το Γεγονός τής Ενσαρκώσεως τού λόγου, ίσως πρέπουν δύο λόγια σχολιασμού στον εφραιμείο αυτό χαρακτηρισμό. Οι φιλόσοφοι ανά τους αιώνες έχουν βασανισθεί για να βρουν λογικές αποδείξεις περί τής υπάρξεως τού Θεού. Θα πω μια παραδοξότητα, ένα παραδοξολόγημα, άλλωστε ο ίδιος ο Εφραίμ δηλώνει
ανάλλαχτα συχνάζουν οι εκλάμψεις Σου
σε κάθε τι παράδοξο
Το παραδοξολόγημα έχει ως εξής : αν ένας θεός, ο θεός, παραμένει μόνο θεός (αν είναι αμετακίνητα (…) μόνο φύσει θεός –η λέξη «αμετακίνητα» κρύβει έναν υπαινιγμό…) τότε δεν είναι θεός ! Μπορεί, μάλιστα, να είναι ένας ψευτοθεός ή είδωλο ή ανθρωποθεός (δηλαδή φτιαγμένος από εμάς, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή μας…). Με άλλα λόγια : αν ο Θεός εγκλωβίζεται στη φύση Του τότε υποψιάζομαι ότι δεν μπορεί να είναι θεός. Ιδού ίσως μια από τις σπουδαιότητες τού μηνύματος τής Ενσαρκώσεως τού Λόγου. Άλλωστε, η δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων το φωνάζει στεντόρεια: ο Αχώρητος χωρείται ! Ιδού, με άλλα λόγια, η ανατολή τής δυνατότητας ενχριστώσεώς μας. Δηλαδή, «υμείς εν εμοί καγώ εν υμίν» βλ. Ιω.14,20 «μείνατε εν εμοί, καγώ εν υμίν» βλ.Ιω.15,4 «εγώ εν αυτοίς» βλ. Ιω.17,23. Δηλαδή, ο Αχώρητος χωρείται ! Αυτό οι αυστηρά μονοθεϊστικές θρησκείες προφανώς το χάνουν, δεν μπορούν να το δεχθούν… Θα πρότεινα ως μείζων και κυριαρχική
απόδειξη – αν και ουσιαστικά είναι αδιάφορη εν τέλει οιαδήποτε
απόδειξη για την ύπαρξη τού Θεού μπροστά στην όποια βίωση τής παρουσίας Του από τον πιστό – αυτό ακριβώς : η σμίκρυνση τού μέγιστου συνιστά απόδειξη τής υπάρξεως τού Θεού, αληθινού και ζώντος Θεού. Αυτό, ασφαλώς, οικεία και φυσική βουλήσει τού Θείου. Πώς ; Μα βάσει τής αρχαγγελικής δήλωσης, η οποία αφορά σ’ αυτή τούτη τη σμίκρυνση και περιγράφει, παράλληλα, τον ζώντα Θεόν : «ότι ουκ αδυνατήσει παρά τω θεώ παν ρήμα», βλ. Λουκ.1,37. Δηλαδή, η ελευθερία Του θα εξεικονίζεται ΚΑΙ στη σμίκρυνσή Του. Και σημειώνω ότι η λέξη ρήμα (νταβάρ) στην εβραϊκή έχει διπλή σημασία : και λόγος και πράγμα…. Ο υπαινιγμός είναι σαφής, νομίζω. Αν έχουν έτσι τα πράγματα λοιπόν, τότε η σμίκρυνση τού Μέγιστου συνιστά την «απόδειξη» τής δυνατότητας να συμβεί η Ενσάρκωση, η ενανθρώπηση. Δηλαδή, ο Θεός δεν είναι περιορισμένος από τη φύση Του να είναι Θεός, δεν εγκλωβίζεται σ’ αυτήν, αλλά, υπάρχοντας σε απόλυτη ελευθερία, μπορεί να εξέρχεται από τη φύση Του σμικρυνόμενος. Δεν δυνάμεθα ακριβέστερα να το εκφράσουμε αυτό. Η γλώσσα πάντα είναι ολισθηρό πράγμα. Προσοχή λοιπόν : δεν εγκαταλείπει τη φύση Του. Δεν την ακυρώνει στη μανικού έρωτος εκστατική Του κίνηση. Η φύση Του η ιδία διαθέτει αυτή τη δυνατότητα : να μην εγκλωβίζεται, δηλαδή, στον εαυτό της. Διότι αν ο Θεός ανελεύθερος τότε απλούστατα δεν είναι Θεός.
Το αυτό μπορεί, αντιστρόφως, να συμβαίνει και στον άνθρωπο, όμως κατά δωρεά και κατά Χάρη Θεού. Δηλαδή, να θελήσει να σμικρύνει, εν ταπεινώσει, εαυτόν «υποκάτω πάσης τής κτίσεως». Και αυτό το εννοώ ως υπαρξιακή κατάσταση εαυτού πέραν από ευσεβιστικές ηθικολογίες, δηλαδή ο άνθρωπος να κινείται, να ζει ΕΤΣΙ : «υποκάτω», ώστε με την υψοποιό Χάρη τού Θεού να καταστεί θεός κατά Χάρη, αφού «εγώ είπα θεοί εστε και υιοί Υψίστου πάντες» (ψαλμ.81,6), αλλά και «ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» βλ. Λουκ. 18,14. Όχι σμίκρυνση ηθικολογικά, πιετιστικά, αλλά ως υπαρκτική ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. Και θα προσθέσω ότι η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ αυτή συνεπάγεται από τη μια Ειρήνη και από την άλλη απεριόριστη Ελευθερία. Την επαγγελθείσα Ειρήνη, «ειρήνην την εμήν» (βλ. Ιω.14,27) και την επαγγελθείσα «ελευθερίαν… των τέκνων τού Θεού» (βλ. Ρωμ.8,21). Υπό την προοπτική αυτή εντάσσεται και η άσκηση για την επίτευξη αυτού τού στόχου στην οποία άσκηση σαφώς μάς καλεί ο Εφραίμ δια των λεγομένων του.
Συνακόλουθα, και έχοντας κάνει λόγο, έστω τηλεγραφικά, για την κοσμική και την εκκλησιαστική αντίληψη των πραγμάτων, κρίνω ότι και μόνο δια τού εφραιμείου αυτού χαρακτηρισμού μάς υποβάλλεται, υπόρρητα, η ερώτηση : πώς αντιλαμβανόμαστε, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ και στη ζωή μας, το Μέγεθος ; Πώς αντιλαμβανόμαστε τι είναι Μέγεθος ; Το αναγνωρίζουμε και το επιβεβαιώνουμε από την ικανότητά του να σμικρύνεται ή το επιβεβαιώνουμε (κατά την κοσμική αντίληψη) μόνο και μόνο από τον όγκο τής επιβολής του, του εκτοπίσματός του και της ισχύος του ; Εννοώ το επιβεβαιώνουμε ως ΦΥΣΗ ή ως ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ; Ως ΑΝΑΓΚΗ ή ως ΕΡΩΤΑ ; Υποκλινόμαστε στο λογής (φυσικό…, ενστικτώδη…) φόβο και δέος που μάς δημιουργεί ή υποκλινόμαστε στην εν ελευθερία αυτοπαραίτησή του από τη φυσική του δύναμη, στην Κένωσή του, για να μιλήσουμε μια εκκλησιαστική γλώσσα, ώστε να μάς δοθεί η ελευθερία να σχετιστούμε μαζί του ως προς φίλο («υμείς φίλοι μου εστε», «υμάς δε είρηκα φίλους» βλ. Ιω. 15,14-15 κι επίσης «και ελάλησε Κύριος προς Μωυσήν ενώπιος ενωπίω, ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον», βλ. Εξ.33,11) ; Ποιο φρόνημα διέπει αυτές τις δύο, αντίθετης θεωρίας, υποκλίσεις ; Πόσο κοσμικό φρόνημα ή όχι υποδηλώνεται στη λογής υπόκλισή μας εν όψει τού Μεγέθους ; Τα Χριστούγεννα έχουν γεννήσει μέσα μας τέτοια ερωτήματα ; Αν ναι, αυτά τα ερωτήματα λαμβάνουμε ως Δώρα, μεταξύ άλλων, από το ΝΟΗΜΑ τής εορτής ; Και αν έτσι, έχουν τοιουτοτρόπως διαμορφώσει τη νοοτροπία και θέασή μας στα πράγματα, ώστε να ζούμε αντιστοίχως μ’ αυτά την καθημερινότητά μας ;
- 4. Ο Εφραίμ αναφωνεί :
ω Περιφρονημένε
Μισούμενε, Λοιδορούμενε
Μια πρώτη ερώτηση πάνω σ’ αυτό θα μπορούσε να είναι η εξής : είναι Αυτός ΤΩΡΑ περιφρονημένος και λοιδορούμενος ; Στην κοινωνία, στην εποχή μας, ακόμη στην οικογένειά μας ή σε εμάς τους ίδιους ; Είναι πάντα έτσι ; Είναι διαρκώς έτσι στην Ιστορία ; Διότι αν αυτό δεν έπαψε κάπου βαθιά στο παρελθόν και εξακολουθεί να ισχύει, τότε η αντικειμενοποίηση, υπό το κοσμικό φρόνημα, της εορτής αντιστρατεύεται, με τη δήθεν ή έστω συμβατική ευλάβειά της και την ηθικολογικού χαρακτήρος προσκύνησή της στο Γεγονός τής Ενανθρώπησης, αυτή τη δήλωση τού Εφραίμ, η οποία κοιτά τόσο τις κοινωνίες, όλες τις χριστιανικές κοινωνίες, θα έλεγα, πρωτίστως όσο και εμάς τους ίδιους προσωπικά… Παράλληλα, μια δεύτερη ερώτηση, ίσως ισοστάσιας σημασίας, μείζονος σημασίας με την πρώτη, η οποία απορρέει από την εφραιμεία δήλωση είναι η ακόλουθη : Πού βρίσκεται συνήθως η αληθινή ζωή, η όντως ζωή ; Πού κινείται/κείται, ως ο Αναπεσών…, η πραγματική ζωή ; Μήπως στους εκτυφλωτικού φωτός λογής προβολείς τής λογής δημοσιότητας, αποδοχής, διαφήμισης, τους οποίους διαχρονικά στήνουν τα κοσμικά εμπορεία ή σε αφώτιστες γωνιές, σε λογής φάτνες, σε ποικίλα περιθώρια, σε ταπεινά υπόγεια και σοφίτες (όχι πάντα αποκλειστικά, βέβαια, όπως πάντοτε με όλα συμβαίνει…) όπου συντηρείται, εκκολάπτεται, αμύνεται, δημιουργείται, διακονείται, ίσως, το Νόημα τής ζωής ή εν πάσει περιπτώσει ένα Νόημα ζωής άξιον ανθρώπου τουλάχιστον ; Δεν είναι πάντα κοινός ιστορικά τόπος, οικουμενικά, η μήτρα όπου εκκολάπτεται το λογής αληθινό να είναι πάντα αφώτιστη από κείνο το φως τής δημοσιότητας, σκοτεινή, άχρηστη για τα εμπορεία, στα αζήτητα, περιφρονημένη, απαξιωμένη, αφού εν πάση περιπτώσει η απόφανση περί τής διαχρονικά ιστορικής απόρριψης μοιάζει τελεσίδικη : «λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες…», βλ. Ματθ.21,42 και Ψαλμ. 117,22. Η πραγματικότητα για τη …φιλοξενία τής αλήθειας εν κόσμω μοιάζει αδιάψευστη και κραταιά : «…ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη», βλ. Ματθ.8,20 Λουκ.9,58. Η αλήθεια/γνησιότητα είναι εσαεί εμπερίστατη. Βολικός χριστιανισμός δεν νομίζω να υφίσταται φύσει. Ούτε και βολεμένος χριστιανός. Μάλιστα, μοιάζει να έχει …εξασφαλίσει ο τελευταίος το …μίσος τού κόσμου σύμφωνα με το κυριακό λόγιο «…αποσυναγώγους ποιήσουσιν υμάς..» βλ. Ιω.16,2, άραγε πού, άραγε πώς…, αλλά και «…μισεί υμάς ο κόσμος… και υμάς διώξουσιν…» βλ. Ιω.15,19-20. Τα λεγόμενα αυτά δεν αφορούν, νομίζω, στην πρωτοχριστιανική εποχή, πράγμα που θα μας βόλευε άριστα, ώστε να συσχηματιζόμαστε ελεύθερα με τη νοοτροπία τού κόσμου και να το «παίζουμε» παράλληλα και καλοί πιστοί… Η στάση μας, ως πιστών, ας μην πατά στην ασφάλεια των δύο βαρκών, δηλαδή και χριστιανοί και βολεμένοι κοσμικά, υπό οιαδήποτε σημασία ενδέχεται να προσλαμβάνει ο όρος «κοσμικά». Άλλωστε, ο αναπεσών ως λέων και ως σκύμνος εν φάτνη διακηρύσσει ότι ήλθε «πυρ βαλείν επί την γήν», βλ.Λουκ.12,49 και ότι θα επέλθη, συνακόλουθα, διαχωρισμός «..διαμεμερισμένοι εν οίκω ενί..» βλ.Λουκ.12,52 αλλά και συνεχίζει με το εμβηματικό «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν… ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά.», βλ.Ματθ.6,24. Λόγια ασύμβατα με το βόλεμα υποθέτω. Ας σκεφτούμε, καθένας μόνος του, πού και πώς εφαρμόζονται αυτά στη ζωή του. Τα πραγματώνουμε με την προσωπική μας πίστη, η οποία μάς οικοδομεί, μάς χτίζει εαυτό διάφορο από τη λογής (βολική ; κοσμική ; συμφέρουσα ;…) πεπατημένη ;…
Η Ενσάρκωση συντελείται στο περιθώριο των εγκόσμιων γεγονότων τής εποχής της, τα οποία απασχολούσαν τους ανθρώπους και είχαν επάνω τους στραμμένα τα φώτα. Το ίδιο και η Λοιδορία επί τού Σταυρού. Η πιθανόν ακριβέστερα, θα έλεγα, η αδιαφορία τής μάζας (ή όπως λέει ο ποιητής «…μες στο μεγάλο κόσμο, τον αδιάφορο..») στο Γεγονός τού Σταυρού ως κάτι που απλά αφορούσε στο ποινικό δίκαιο τής εποχής. Ως απλά, δηλαδή, «μετά ανόμων ελογίσθη» (βλ. Μαρκ. 15,28). Υπογραμμίζω το «ελογίσθη». Υπόρρητα, όμως, ο Εφραίμ μοιάζει να μάς ρωτά ΤΩΡΑ, στο δικό μας ΝΥΝ : κοιτάμε καθόλου το περιθώριο ; Μας απασχολούν, ενδιαφερόμαστε για τα ευρισκόμενα σ’ αυτό ; Αναρωτιόμαστε ποιος κατατάσσει τι στο περιθώριο ; Πού εντοπίζουμε το περιθώριο ; Μήπως κατατάσσουμε τι στο περιθώριο κι εμείς οι ίδιοι συμπορευόμενοι με τους οικοδόμους που «απεδοκίμασαν» ; Ακόμη και ασυνείδητα ίσως… Αναρωτιόμαστε αν ό,τι περιφρονούμε κάποτε ενδέχεται να κρύβει μέγιστη σπουδαιότητα ; Η περιφρόνησή μας ή η τιμή την οποία αποδίδουμε σε κάποιον ή κάτι αναρωτιόμαστε αν μπορεί να πηγάζει από καθαρά κοσμικό φρόνημα, από την εκκοσμίκευσή μας, το συσχηματισμό μας με το παραδεκτό κοσμικά, και να λειτουργεί, να υπάρχει με αμιγώς κοσμικούς όρους ; Ποιος ορίζει τι είναι για το περιθώριο ; Μήπως επί το πλείστον η καθεστηκυία αντίληψη, γνώμη, άποψη, ιδεολογία ; Και εμείς πόσο επόμενοι αυτής είμαστε ανεξέταστα, άκριτα, απνευμάτιστα, εκκοσμικευμένα κυρίως θα πω ; Πόση εισδοχή εντός μας τού κοσμικού φρονήματος κρύβει η λογής κατάταξη κάτινος στο περιθώριο, ημών που ως πιστοί (…) προσκυνούμε το γεγονός τής φάτνης, τής Βηθλεέμ, τής Ναζαρέτ ; Μολαταύτα το σπήλαιο, η φάτνη ή η Ναζαρέτ (απ’ όπου, κατά την κοινή αντίληψη πάντα, δεν μπορεί να προκύπτει κάτι σημαντικό : «εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι ;», βλ. Ιω.1,47) κρίνω πως δεν υπακούει στο κοινώς αποδεκτό, στο status quo, στο παραδεκτό, στο καθιερωμένο, στο δημοφιλές, στο κοινά επιθυμητό, στο φωταγωγημένο, στο επί στρωμένου κόκκινου τάπητα βαδίζον, αφού άλλωστε κι ο Παύλος δεν παύει να μας θυμίζει αφενός ότι «πάντες δε οι θέλοντες ευσεβώς ζην… διωχθήσονται» βλ. Β΄Τιμ.3,12 και αφετέρου ότι σε αντίθεση με τα επικρατούντα, διαχρονικά, δεδομένα τού κόσμου τελούμε «λοιδορούμενοι… βλασφημούμενοι… ως περικαθάρματα τού κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι», βλ. Α΄Κορ.4,12-13. Τονίζω αυτό το «έως άρτι». Είναι το ΤΩΡΑ, το ΝΥΝ, το ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ που προαναφέραμε. Έτσι, δεν είναι ο χριστιανός πάντοτε ή, έστω, δέον να είναι ; Δεν νομίζω ότι η κατάταξη στο περιθώριο και την αφάνεια, την περιφρόνηση, την αδιαφορία, την υποτίμηση, την απαξίωση είναι κάτι εύκολα ανεκτό. Μοιάζει με Σταυρό. Δεν υφίσταται βολικός χριστιανισμός θεωρώ, ούτε αληθεύει ένας χριστιανισμός βολεμένων στην κοσμική τάξη και στις κοσμικές αντιλήψεις, ούτε καν στον κόσμο τούτο. Άλλωστε, η κυριακή εντολή για καθ’ ημέραν ανάληψη τού Σταυρού το τονίζει αυτό δίχως υπεκφυγές (βλ. Λουκ.9,23 Ματθ.16,24 Μαρκ. 8,34), αφού παράλληλα τη συνοδεύει ο κυριακός μακαρισμός και το ουαί, τα οποία θα έπρεπε να μάς τρομάζουν και δονούν συθέμελα καθημερινά «ΟΥΑΙ όταν καλώς υμάς είπωσι πάντες οι άνθρωποι», βλ. Λουκ.6,26 αλλά και «μακάριοι εστε όταν μισήσωσιν υμάς οι άνθρωποι, …αφορίσωσιν (το περιθώριο που λέγαμε)…ονειδίσωσι… εκβάλωσι», βλ. Λουκ.6,22. Η αληθινή πνευματική ζωή ήταν, είναι και θα είναι πάντα ενοχλητική για τον κόσμο και θα οδεύει εσαεί μόνη, ξενιτεύουσα, ανασφαλής και εμπερίστατη… Κι ο Εφραίμ μοιάζει να επιμένει να μάς ρωτά : κινούμαστε/σκεφτόμαστε με βάση το παραδεδεγμένο ; Μήπως, ακόμη και ως πιστοί..., έχουμε ουσιαστικά γίνει το (κοσμικά) παραδεδεγμένο ; Αντέχουμε την αδοξία, την αφάνεια, την περιφρόνηση, την υποτίμηση τής αξίας μας ; Αδοξία, βέβαια, υπό τους όρους τού κόσμου, της πεπατημένης. Συνεχίζουμε να προχωρούμε στην αναζήτηση τού Θεού φορτωμένοι μ’ αυτά και όχι καμπτόμενοι ή πεσμένοι εξαιτίας τους ; Αποφασίζουμε συνειδητά, κάποτε, να γίνουμε περιθώριο, να βιώσουμε το περιθώριο βάσει τής προσωπικής μας αναζήτησης τού Θεού ; Να ενταχθούμε σ’ αυτό κατ’ αντίθεση στο κοσμικώς επικρατόν πρότυπο ; Μας πτοεί η αφάνεια ; Μάλιστα, τελούμε κάποτε αφανώς βουλήσει ; Εν όψει τής Φάτνης, τού Σπηλαίου ή τής Ναζαρέτ πώς βιώνουμε το απέριττο ; Πτωχεύουμε συνειδητά και βουλήσει καθημερινά στοιχούμενοι προς το «εγώ δε πτωχός ειμι και πένης» βλ. Ψαλμ. 69,6 ΔΙΑΡΚΩΣ και «εγώ δε ειμι σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων και εξουθένημα λαού», βλ. Ψαλμ.21,7 ΔΙΑΡΚΩΣ. Πώς πτωχεύουμε διαρκώς ;
5.Ο Εφραίμ εκστατικός ων στοχάζεται και μελωδεί :
σπαργανωμένος ράκη
σπαργανώνει τη δόξα μας
ανταλλάσει με αισχύνη τη λαμπρότητα
Γεωργέ που σπέρνεσαι
Καταγράφεσαι ο Καταγράφων τη θάλασσα
Δεν θα επεκταθώ στο σχολιασμό. Υπαινικτικά θα ρωτήσω μόνο, προσκαλώντας σας σε στοχασμό : σ’ αυτού τού τύπου τις διανοητικές/υπαρξιακές θεάσεις/εμβιώσεις, δηλαδή
Σπαργανωμένος-σπαργανώνει, γεωργός που σπέρνεται, καταγράφεται ο καταγράφων
έχει δοθεί χώρος στη ζωή μας ; Οι αντιθέσεις/αντινομίες αυτές σχηματίζουν ένα τρόπο που κοιτάζουμε τα πράγματα, που βιώνουμε τον κόσμο ; Προχωρούμε στη ζωή, ακόμη και διανοητικά, με μονολιθικότητες ή μπορούμε να διακρίνουμε βιωματικά τη σύνθεση ή και ολότητα, τρόπον τινά, μέσα στην αντινομία, στην αντίθεση ; Να διακρίνουμε την αρμονία ή και μια υπερφυή, αν θέλετε, φυσικότητα μέσα στο δήθεν αντίθετο προς τι και αντινομικό ; Αν προχωρούμε στο στάδιο τής ζωής με αποκλεισμούς, με αποκλειστικές μονομέρειες, μονολιθικότητες, τόσο στο νου όσο και στην ψυχή μας, μήπως δεν βλέπουμε τόσο καλά τα πράγματα και επομένως έτσι τα βιώνουμε/χαιρόμαστε λειψά ; Οι εναρμόνιες αυτές θεάσεις/εμβιώσεις τού ζην, όπως οι μόλις αναφερθείσες, αφορούν δήθεν μόνο στο τυχόν έκτακτο, χρονικά περιορισμένο και στο υπερβατικό (εννοώ μ’ αυτό το τελευταίο το Θεό) ή αφορούν διαρκώς στην καθημερινότητά μας ; Έκανα λόγο αρχίζοντας το σχολιασμό στους ύμνους τού Εφραίμ για κοσμικά και εκκλησιαστικά Χριστούγεννα. Δίχως ούτε ίχνος διάθεσης δαιμονοποίησης των πρώτων, υπό ορισμένες προϋποθέσεις βέβαια. Κλείνω το σχολιασμό και πάλι σε αναφορά αυτών των εν πολλοίς και υπό όρους αντίθετων καταστάσεων σε συνδυασμό με τον αντιθετικό λόγο τού Εφραίμ που μόλις υπαινικτικά σχολιάσαμε χρησιμοποιώντας μια ρήση από τον Ευάγριο. Επιτρέψτε μου, όμως, να βγάλω τη λέξη μοναχός από τον λόγο τού Ευαγρίου εκ Πόντου και να την αντικαταστήσω με τη λέξη άνθρωπος. Θα δοθεί έτσι ένα μέτρο τόσο για τη βίωση των Χριστουγέννων όσο και για την καθημερινή πολιτεία μας στη ζωή βάσει των αντιθετικών σχημάτων που μόλις θίξαμε. Η ευάγρεια ρήση : «άνθρωπος εστιν ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος». Θα πω κάθε άνθρωπος. Κάθε άνθρωπος διαρκώς.
Τοιχογραφία της Γεννήσεως, στον ιερό ναό Αγ. Αθανασίου, στα Λέφτα Ελάτειας Λοκρίδος.

