Το Βλέμμα του Χριστού του Σινά: από τον ανθρώπινο στον Θεϊκό ορίζοντα

Μια ζωντανή συζήτηση του Φίλιππου, ενός φιλοσόφου, και του Ανδρέα, ενός θεολόγου με βιωματική πίστη.

5
1902

Φίλιππος: (Κουνάει το κεφάλι, σκεπτικός) Ακόμα σκέφτομαι αυτή την εικόνα. Ο Χούσσερλ, ξέρεις, έλεγε πως η συνείδηση πάντα «βλέπει» κάτι. Το συλλαμβάνει στο παρόν, το συγκρατεί ως ανάμνηση και περιμένει αυτό που θα έρθει. Μια συνεχής ροή. Προσπαθώ να εφαρμόσω αυτό το σχήμα στην εμπειρία της εικόνας, αλλά κάτι δεν κολλάει. Νιώθω ότι θα έκανα λάθος αν έλεγα απλώς ότι «εμφανίστηκε στον φαινομενολογικό μου ορίζοντα».

Ανδρέας: (Χαμογελά) Ακριβώς! Γιατί ο «ορίζοντας» μιας ορθόδοξης εικόνας δεν είναι το μυαλό σου, Φίλιππε. Είναι ο Ναός. Είναι η ίδια η Εκκλησία. Σκέψου την Αγία Σοφία. Δεν την «βλέπεις» ποτέ ολόκληρη. Εκείνη σε παίρνει από το χέρι, σε οδηγεί, σε αφήνει να χαθείς στην απεραντοσύνη της μέχρι να σηκώσεις το βλέμμα στον τρούλο, σαν να βλέπεις τον ουρανό. Ή σκέψου τα ταπεινά ξωκλήσια του Παπαδιαμάντη. Δεν πας απλώς για να «δεις». Πρώτα συμμετέχεις. Καθαρίζεις, σκουπίζεις, προετοιμάζεις τον χώρο. Πριν καν κοιτάξεις καλά τις εικόνες, έχεις ήδη συνδεθεί μαζί τους, έχεις μπει στον κόσμο τους.

Φίλιππος: Μια προετοιμασία, λοιπόν. Μια κάθαρση πριν τη θέαση. Το δέχομαι. Και μετά; Αρχίζει η Λειτουργία. Και τότε, ας πούμε, το βλέμμα μου πέφτει πάνω σ' αυτή την εικόνα, του Σινά. Τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή;

Ανδρέας: Συμβαίνει κάτι παράξενο. Το βλέμμα σου δεν εστιάζει παντού. Πιάνεται, σχεδόν αιχμαλωτίζεται, από το αριστερό Του μάτι. Το παρατηρείς; Είναι ένα μάτι ανθρώπινο. Ένα μάτι που το ξέρεις, το έχεις δει σε άλλους ανθρώπους. Κοιτάζει, αλλά ταυτόχρονα μοιάζει να υποχωρεί, να έχει μια συστολή. Σαν να σε προσκαλεί να πλησιάσεις, αλλά με μια ευγένεια που σε αφοπλίζει.

Φίλιππος: Και τι βλέπει αυτό το μάτι;

Ανδρέας: Βλέπει όλο τον ανθρώπινο κόπο, τον μόχθο, τον πόνο. Τα βλέπει όλα. Αλλά όχι με μια συντριπτική θλίψη. Υπάρχει μια μελαγχολία, ναι, αλλά είναι σαν να έχει απαλύνει ήδη όλα όσα βλέπει. Σαν να λέει: «Τα ξέρω αυτά. Τα έχω περάσει κι εγώ». Θυμάσαι που ο Χούσσερλ μιλούσε για «ανακρατήσεις», για ενθυμήσεις; Εδώ, όλα τα προβλήματα που κουβαλάς γίνονται ξαφνικά «παρελθόν». Δεν τα ξεχνάς. Τα «εν-θυμείσαι» μπροστά του, και εκείνος, με την τέλεια ανθρώπινη φύση του, τα εξαγνίζει.

Φίλιππος: Μια στιγμή... μου λες ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού, όπως αποτυπώνεται σε αυτό το μάτι, λειτουργεί σαν ένας καθρέφτης που θεραπεύει; Που μετατρέπει το τραύμα σε ανάμνηση;

Ανδρέας: Ακριβώς! Και τότε, καθώς η Λειτουργία προχωρά και ο ιερέας βγάζει το Ευαγγέλιο στη Μικρή Είσοδο, κάτι αλλάζει. Το μάτι σου, δειλά-δειλά, τολμά να κοιτάξει το άλλο μάτι. Το δεξί.

Φίλιππος: Και εκεί; Τι βρίσκει εκεί;

Ανδρέας: Εκεί δεν βρίσκει πια την ανθρώπινη συστολή. Βρίσκει την «εξουσία». Το βλέμμα του Θεού. Είναι το μάτι που δεν υποχωρεί, αλλά θεμελιώνει. Δεν παρηγορεί απλώς τον κόσμο, αλλά τον δημιουργεί! Το αριστερό μάτι, το ανθρώπινο, μας οδήγησε μέχρι τη Σταύρωση. Το δεξί μάτι, το θεϊκό, είναι ο οφθαλμός της Ανάστασης! Είναι το βλέμμα που λέει «Εγώ ειμί το φως του κόσμου», «Εγώ ειμί η ζωή».

Φίλιππος: Άρα, η εικόνα σε οδηγεί σε ένα ταξίδι. Από την ανθρώπινη κατανόηση του πόνου, στη θεϊκή υπέρβασή του. Από τη συμπόνια στην οντολογική θεμελίωση. Από τον Χριστό-άνθρωπο στον Χριστό-Θεό.

Ανδρέας: Και τα ενώνει! Δεν είναι δύο διαφορετικοί Χριστοί. Είναι το ένα πρόσωπο, η μία Υπόσταση, όπου οι δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, «αλληλοπεριχωρούνται», όπως λένε οι Πατέρες. Το ένα βλέμμα διαφαίνεται μέσα στο άλλο. Γι' αυτό, μπροστά σε αυτό το δεξί, θεϊκό βλέμμα, η πρώτη μας αντίδραση είναι αυτή του Πέτρου: «Έξελθε απ' εμού, Κύριε, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί». Νιώθεις την απόλυτη γύμνια σου, την ενοχή σου. Θέλεις να φύγεις, να κρυφτείς.

Φίλιππος: Κι όμως, δεν φεύγουμε. Γιατί;

Ανδρέας: Γιατί η Ανάσταση έχει ήδη συμβεί. Και τότε, αυτό το βλέμμα σου ζητά το πιο παράδοξο δώρο. Δεν ζητά την αρετή σου. Ζητά τις αμαρτίες σου! Όπως ο Χριστός στο όραμα του Αγίου Ιερωνύμου, που του είπε: «Ιερώνυμε, θέλω τις αμαρτίες σου».

Φίλιππος: (Σιωπά για λίγο, κοιτάζοντας την εικόνα) Να του δώσεις την ενοχή σου… Αυτό είναι το πιο δύσκολο. Είναι σαν να δίνεις την ίδια σου την ταυτότητα. Απαιτεί μια τεράστια, μια παράλογη εμπιστοσύνη.

Ανδρέας: Ακριβώς. Είναι η υπέρτατη πράξη πίστης. Και όταν το κάνεις, τότε ακούγεται μέσα σου το «τετέλεσται». Η ενοχή σηκώνεται. Και τότε, κοιτάζοντας ξανά την εικόνα, δεν βλέπεις πια δύο μάτια, ένα αριστερό κι ένα δεξί. Βλέπεις ένα ενιαίο βλέμμα. Το βλέμμα του Θεανθρώπου. Τον Ένα Κύριο, που σε κοιτάζει και σε κρατά στην ύπαρξη. Όπως λέει κι εκείνο το χριστουγεννιάτικο ποίημα, «Το μικρό το εικόνισμα όλα αυτά τα φθάνει». Αυτό το ένα βλέμμα τα χωράει όλα: τη Γέννηση, τη ζωή, τον πόνο, τον Σταυρό, την Ανάσταση, εσένα κι εμένα. Όλα σε ένα.

5 Σχόλια

  1. Ευχαριστούμε πολύ ωφέλιμη ανά-γνωση της εικόνας. Το βλέμμα που μας κρατά στην ύπαρξη: μακροθυμία και ανάληψη από τα ρέοντα τούτου του κόσμου στα αεί ζέοντα της θείας πρόνοιας.

  2. Ευχαριστώ θερμά την αγαπητή Κατερίνα και την αγαπητή Αναστασία για τα καλά τους λόγια, ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν πρόκειται απλώς για ευλαβείς σκέψεις με αφορμή μια εικόνα, αλλά για μια φαινομενολογική ανάλυση- στο μέτρο που τα καταφέρνω. Ανέκαθεν εκτιμούσα την Φαινομενολογία, δεν μπορούσα όμως να αντιληφθώ πως η μέθοδος του Husserl μπορούσε να εφαρμοστεί στη σύγχρονη σκέψη. Όταν ωστόσο είδα το πανόραμα της Φαινομενολογιας στον εικοστό αιώνα, από τον Husserl στον Χάιντεγκερ, από αυτόν στον Levinas και από αυτόν στον Marion, κατάλαβα ότι είναι μια μέθοδος που μπορεί να υπηρετήσει τη Θεολογία. Δεν υπηρετεί η Θεολογία την Φαινομενολογία, αλλά το αντίθετο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πραγματική Φαινομενολογία είναι προπαγάνδα. Το πρώτο φαινομενολογικό κείμενο στο Αντίφωνο ήταν το “Πέρα από τον Χάιντεγκερ”. Ωστόσο, παρά το εξαιρετικό σχόλιο της κας Αθηνιώτη, μάλλον δεν έγινε αντιληπτό ότι προσπαθώ στην οντολογία του Χάιντεγκερ και του Λεβινάς να αντιπροτείνω την Ορθόδοξη Οντολογία. Το δεύτερο φαινομενολογικο κείμενο είναι αυτό για τον Χριστό του Σινά, στο οποίο εκμεταλλεύτηκα αναλύσεις της Φαινομενολογίας για την εικόνα και το είδωλο. Εύχομαι η γνώση στον τόπο μας της Φαινομενολογικής μεθόδου να προχωρήσει προς όφελος της Ορθόδοξης κοσμοαντίληψης και οντολογίας.

  3. Σκεφτομαι πόσο διαφορετικές αναγνωσεις της ιδιας εικονας υπαρχουν: του συγγραφεα παραπανω, του Ουκρανου ή του Ρώσσου στρατιωτη απο το μέτωπο, του μαθητη που “δεν του κοβει και τοσο” στον κοσμο των “αριστων”, του φυλακισμενου που βρέθηκε εκει απο ενα συνδυασμό ανόητων επιλογών και έλλειψης περιβάλλοντος να τον υποστηρίξει, της κοπέλας που αρίστευσε και της εχουν κανει προταση για σπουδες σε διάσημο Πανεπιστημιο. Τι λογης καρδιες μπορει να βρουν αναπαυση σε αυτα τα μάτια; Και ποσο μπορει ο καθενας μας να παρακολουθησει τα ματια των (πολυ διαφορετικων) αλλων; Ειναι μια καλα κατασκευασμενη εικόνα υλοποίηση ενος τόπου όπου διαφορετικοί τρόποι κοιταγματος μπορουν να συνομιλήσουν μετα μεταξυ τους, ζωντας εντονα και τις διαφορες τους;

  4. Δεν είναι τα πάντα αυθαίρετα στην Τέχνη. Για παράδειγμα, πολλοί μπορούν να μπουν στην Αγια-Σοφια και να καταλάβουν διάφορα, αλλά ο ναός δεν παυει να είναι μεταγραφή στην πέτρα και το μάρμαρο του δόγματος της Χαλκηδόνας ότι ο Άπειρος Θεός κατέβηκε στη γη και ενανθρωπησε. Για αυτό εξάλλου γράφτηκε και η υπέροχη μελέτη του Π. Μιχελή. ” Η αισθητική της Αγίας Σοφίας ” κλπ. Η Φαινομενολογια έχει λόγο και για την Αισθητική. Για παράδειγμα, ο Χριστός του Σινά είναι σίγουρα επηρεασμένος από την Χαλκηδόνα και αυτός, η οποία δογματισε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος κλπ. Τεράστια επίδραση θα ασκήσει στην βυζαντινή τέχνη και η Ζ Οικουμενική Σύνοδος, όπως δείχνουν οι μελέτες του Κορδη κλπ. Ωστόσο, κάθε επιμέρους βίωμα ή αίσθηση του καθενός προσώπου που περιγράφει π. χ. την περιήγηση του μέσα στην Αγια-Σοφια είναι φαινομενολογικα αξιοποιήσιμη. Για αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ