Η Πίστη και η Μαύρη Παναγία

0
1977

Ο φιλόσοφος Χούσσερλ γράφει κάπου στο ωραίο βιβλίο του για τον χρόνο, το εξής: «Για ποιον λόγο να μην είναι νοητή μια συνείδηση που εκκινεί με μια πρόσφατη ενθύμηση δίχως να είχε προηγουμένως μια αντίληψη; («Για τη φαινομενολογία της συνείδησης του εσωτερικού χρόνου», ΠΕ Κρήτης, Ηράκλειο 2020, σ. 135). Είναι δυνατόν πράγματι να μπορούμε να θυμόμαστε κάτι δίχως να έχουμε προηγουμένως κάποια αντίληψη αυτού;

Θα είχε ενδιαφέρον να σκεφθούμε ότι μεταξύ της μνήμης και της αντίληψης διεξάγεται μια τρομερή οντολογική μάχη. Τα πάντα, θα έλεγε κανείς, ξεκινούν με την πρώτη αντίληψη, όταν μπορούμε και αιχμαλωτίζουμε κάτι με την φοβερή δύναμη της αντίληψης, αυτής που αδράχνει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι- και όμως η μνήμη διεκδικεί τα πρωτεία, και λέγει ότι χωρίς μια πρότερη εξοικείωση με κάτι, είναι αδύνατον να σχηματίσουμε αντίληψη αυτού. Ποιος έχει δίκιο;

Όλα είναι αντίληψη, όλα είναι όραση, ακοή, αφή. Μαθαίνουμε τον κόσμο ως νήπια, ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί, δύει το βράδυ, το σπίτι είναι μίζερο και μικρό, μια μικρή φωτιά σιγοκαίει τον χειμώνα αλλά καταφέρνει να σκορπάει πολλή ζέστη, οι άνθρωποι είναι καλοί αλλά αφόρητα γνώριμοι, οι κουβέντες εξαϋλώνονται μες στην ίδια τους την συνήθεια, στο πλουσιόσπιτο ακόμη χειρότερα, οι άνθρωποι προσπαθούν να φθάσουν μάταια το πλουσιόσπιτο, αυτό όταν χτιστεί αμέσως απομυθοποιείται. Κι έπειτα έρχεται η γιορτή. Είναι η πρώτη φορά που το παιδί ακούει ότι υπάρχει γιορτή, ότι γιορτάζεται το όνομά του, κι όμως μπορεί αμέσως, δίχως καμιά πρότερη ενθύμηση- τίποτε στην καθημερινότητα δεν είναι γιορτή-, να συλλαμβάνει το νόημά της. Η γιορτή είναι ένα ερωτικό φαινόμενο.

Ο έρωτας έρχεται και χτυπά, κεραυνοβολεί, κανείς δεν θυμάται τι είναι έρωτας, κι όμως, πλήττει τον άνθρωπο. Αυτή είναι η σωστή λέξη- πλήττει. Αλλά πιο πολύ κι από τον έρωτα κεραυνοβολεί η γιορτή. Είναι πάντα συνδεδεμένη, αυτό το καταλαβαίνει κανείς πολύ γρήγορα, με συμπόσιο. Και συμπόσιο δεν γίνεται χωρίς θυσία. Νωρίς ένιωσα ότι γιορτάζω γιατί έχω τον «άγιό» μου. Είναι μάρτυρας. Και τα άλλα παιδιά γιορτάζουν γιατί έχουν τον δικό τους μάρτυρα. Θυμάμαι ότι αισθανόμουν άβολα το πρωί της ονομαστικής μου εορτής, μέσα στην εκκλησία- ήξερα ότι ο άγιός μου είναι αληθινά εκεί.

Όταν είσαι παιδί αντιλαμβάνεσαι στον ναό μια φοβερή επισημότητα. Αργότερα διάβασα τις διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου για την λατρεία του Θεού, το Λευιτικό, τους Αριθμούς, κι είδα τι τρομερή επισημότητα έχουν οι γιορτές του Γιαχβέ. Τα πάντα μεγαλόπρεπα, πομπώδη δίχως να είναι καθόλου πομπώδη, αυστηρά αλλά μειλίχια, αναβαθμοί σταδίων και πνευματικών καταστάσεων, η καθαρότητα του ιερέως, η φοβερή ανάγκη της Παλαιάς Διαθήκης για καθαρότητα, το άμωμον, το αγνό, το παρθενικό, ο αίνος Κύριου. Η εκκλησούλα που πήγα δεν είχε τίποτα από όλα αυτά, ήταν πολύ μικρή, την χτυπούσε αλύπητα το κύμα, κι όμως, όταν μπήκα μέσα κατάλαβα και το Λευιτικό και το Δευτερονόμιο. Κατάλαβα τι θα πει «διάταξη». Ο όρος «τυπικό» έγινε αμέσως μια από τις πιο αγαπημένες μου εκκλησιαστικές λέξεις. «Πάντα κατά τάξιν και ευσχημόνως γινέσθω». Μέσα στην μικροσκοπική εκκλησία ακούγαμε τα «Δώδεκα Ευαγγέλια». Καθόμαστε πίσω, κάτω από τον γυναικωνίτη –ήταν η μέρα που ως και η μητέρα ερχόταν στον μακρινό ναΐσκο-, κι όμως νόμιζε κανείς πως η εκκλησία ήταν τεράστια. Αργότερα διάβασα ότι η Αγία Σοφία είναι έτσι χτισμένη ώστε ποτέ να μην έχεις εποπτεία του όλου, να μην ξέρεις πού ακριβώς βρίσκεσαι εντός του ναού- οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος πρέπει να έκλεψαν αυτή την ιδέα από το παιδί. Και για μας τα παιδιά η μικροσκοπική εκκλησούλα που φάνταζε τεράστια, τα αναρίθμητα πρόσωπα μέσα στο σκοτάδι της ακολουθίας, ο παπάς αθέατος, απλά ακουγόταν η φωνή του, όλα αυτά δεν τα είχα ξαναζήσει ούτε θα τα ξαναζήσω ποτέ πια- παρεκτός αν επισκεφθώ την Αγία Σοφία.

Γιατί όμως θυμόμουν ότι όλα αυτά τα είχα ξαναζήσει; Όταν μεγάλωσα κι άρχισα να καταλαβαίνω καλύτερα τον ναό, τότε ένιωσα ότι μόνο στην εκκλησία το μετάξι είναι μετάξι, κρέμονται με απίστευτη ωραιότητα τα υφάσματα της ωραίας Πύλης, που ανεμίζουν όταν το θείο άγγιγμα του ιερέα τα κάνει να αιωρούνται εξαίσια, και η μεγάλη αποκάλυψη, μια φορά στην μεγάλη πανήγυρη της Παναγίας, σε μια υπαίθρια λειτουργία, η ένδυση του Δεσπότη από τους λοιπούς κληρικούς- όλα αυτά είναι, θα λέγαμε, ερωτικά φαινόμενα- ο Θεός, γράφει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, είναι μανικός εραστής των ανθρώπων.

**************

«Πάντα κατά τάξιν και ευσχημόνως γινέσθω». Ο έρωτας δεν είναι χωρίς τάξη. Ο αληθινός έρωτας, αυτή η τρομερή υποχώρηση της σάρκας, έχει τελετουργία. Τόσα χρόνια τα ίδια και τα ίδια λόγια, οι ίδιες κι οι ίδιες αρχετυπικές κινήσεις, η ίδια μορφή παντού πάνω στον προσκυνητάρι- γιατί είναι ακριβώς ερωτικά γεγονότα. Αν δεν ήταν ερωτικά γεγονότα, δεν θα είχαμε ακριβώς εκείνη την ρυθμική ακολουθία των μορφών του Πρωτάτου, εδώ η σειρά με τους Προφήτες, εδώ η σειρά με τους Μάρτυρες, εδώ η σειρά με τους Οσίους, ατελείωτες παρελάσεις, κι όσο υψώνεται το βλέμμα τόσο και οι παρελάσεις γίνονται σκηνές, ακολουθίες, γεγονότα, δράμα. Το μυστικό δράμα του Θεανθρώπου. Όταν σε χτυπούν κανείς δεν σου είπε να πας να τα πεις όλα στην Παναγία, κι όμως, ακριβώς δίχως μνήμη, υπάρχει η ατελείωτη μνήμη που σε κάνει να βρεις τον δρόμο προς τον εξιλασμό πολύ εύκολα: πας στην Παναγία και κλαις μπροστά της. Κι έπειτα σου γίνεται συνήθειο, και μιλάς ολημερίς στην Παναγία, πιο πολύ κι από τον Χριστό- αυτός, μου είπε μια μέρα ένας άγιος καλογερόπαπας, εξηγώντας το φαινόμενο, θα μας κρίνει μια μέρα. Κι έπειτα, ακούς τους μεγάλους τα καλοκαίρια που φθάνουν καραβιές στο νησί για να παραθερίσουν, να μην μιλούν ποτέ για την Παναγία, κι απορείς: είναι ποτέ δυνατόν αυτό; Κάτι κρύβουν οι μεγάλοι. Δυστυχώς, δεν είμαστε για πάντα παιδιά.

***************

Θα μιλήσω τώρα για την μεγάλη μπόρα, την φοβερή καταιγίδα, την θύελλα, την πιο απόκοσμη, την πιο μυστική, που είδα στη ζωή μου. Ήμουν παιδί. Τρομερή ξηρασία. Κι οι άνθρωποι ακόμη κατέφευγαν στις λιτανείες- χάθηκε αυτή η Ελλάδα. Έφεραν στο χωριό κατακαλόκαιρο την εικόνα της Παναγίας για να βρέξει. Πόσο σκοτεινή, πόσο μαυρισμένη ήταν η εικόνα της, μα τα μάτια να λάμπουν σαν δυο διαμάντια, ω Παναγιά μου, πώς κατάφερε ο ζωγράφος να ζωγραφίσει τα μάτια σου. Τότε ο μικρός άκουσε για πρώτη φορά ειρωνείες και χλευασμούς για την παράκληση των πιστών. Κι έκανε ένα συμβόλαιο με τον Θεό: αυτή τη φορά όχι με την Παναγία. Αν βρέξει η Παναγία, θα πει ότι υπάρχει Θεός. Τι παράξενο συμβόλαιο για ένα μικρό παιδί. Αν βρέξει η Παναγία…

Ήταν κατακαλόκαιρο. Ξηρασία για μήνες. Περιμέναμε με τους άλλους πιστούς την Εικόνα στην είσοδο του χωριού, φθασαμε στον Ναό, άρχισε η παράκληση- ζέστη, αιθρία, αιθρία, αιθρία. Κάναμε την παράκληση, το παιδί πρόσεχε τους καλόγερους που είχαν έρθει συνοδεία της εικόνας, τι παράξενο κι αυτό, να υπάρχουν καλόγεροι, κάποιος που φαινόταν αρχοντόπαπας κι οι πιστοί έλεγαν ότι ταίριαζε για Δεσπότης, έβγαλε έναν λόγο πάνω στο τροπάριο «Εκύκλωσαν αι του βίου μου ζάλαι ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε»- τα μάτια της Παναγίας άστραφταν. Κι έπειτα, τέλειωσε η Παράκληση, η Παναγία έφυγε για το διπλανό χωριό, ο μικρός είχε απορροφηθεί τόσο από όλα αυτά, που δεν έδωσε καν σημασία ότι τα πάντα ακόμα ήταν ζέστη, ζέστη κι αιθρία. Πια ούτε που τον ένοιαζε. Κι έπειτα, σε μισή ώρα, άγνωστο πώς, άρχισαν να μαζεύονται σύννεφα, σύννεφα, σύννεφα, ο ουρανός έγινε κατάμαυρος, και ξέσπασε μια τρομερή μπόρα, μια μανιασμένη καταιγίδα που ωστόσο δεν πείραξε κανέναν- κι έπειτα, σε μισή ώρα πάλι, τα σύννεφα άρχισαν να εξαφανίζονται, να φεύγουν, να φεύγουν, και σε λίγο ξανά πεντακάθαρος ο ουρανός, ξανά αιθρία.

Αλίμονο, μερικοί που δεν ήρθαν στο ναό, δεν είδαν ποτέ τα μάτια της Παναγίας. Δίχως αυτά, φυσικό είναι να υπάρχουν άπιστοι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ