
Α. Ἡ τετρακτύς τῶν ἀρετῶν στή πλατωνική καί πατερική ἀντίληψη
Εἶναι κοινός τόπος τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί δή τῆς πλατωνικῆς ὅτι τά βασικώτερα γένη τῆς ἀρετῆς εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἡ σοφία, ἡ ἀνδρεία καί ἡ σωφροσύνη. Οἱ τέσσερις γενικές ἀρετές ἀντιστοιχοῦν στά τρία γένη τῆς ψυχῆς, ἡ σοφία στό λογιστικό, ἡ ἀνδρεία στό θυμικό, ἡ σωφροσύνη στό ἐπιθυμητικό καί ἡ δικαιοσύνη ὡς γενικώτατη ἀρετή ἰσοκατανέμει τίς ἀνωτέρω τρεῖς γενικές ἀρετές στά τρία μόρια τῆς ψυχῆς. Κατά τόν Πλάτωνα ἡ δομή τῆς πολιτείας εἶναι ἀντίστοιχη πρός τή δομή τῆς ψυχῆς. Ὅθεν οἱ ἀρετές τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς εἶναι καί ἀρετές τῆς πλατωνικῆς πολιτείας. Ὁ Πλάτων στήν Πολιτεία 428e γράφει (μετάφραση Κ.Δ. Γεωργούλη): «Θαρρῶ πώς ἡ πόλη μας, ἀφοῦ τήν ἔχομε μέ σωστό τρόπο θεμελιωμένη, εἶναι στήν ἐντέλεια καλή. Ἀναγκαστικά, εἶπε. Εἶναι αὐτονόητο λοιπόν ὅτι ἔχει καί τίς ἀρετές τῆς σοφίας, τῆς ἀνδρείας, τῆς σωφροσύνης καί τῆς δικαιοσύνης».[1]
Ὁ Olof Gigon γράφει γιά τήν τετρακτύν τῆς ἀρετῆς σέ συνάρτηση μέ τήν πλατωνική πολιτειολογία καί πλατωνική ψυχολογία: «Στήν πλατωνική Πολιτεία λ.χ. ἡ σοφία λογίζεται ὡς ἡ ἀρετή τῆς τάξης πού κυβερνάει τό κράτος καί συνάμα ὡς ἡ ἀρετή τοῦ ἀνώτερου μέρους τῆς ψυχῆς∙ ἡ ἀνδρεία ὡς ἡ ἀρετή τῆς δεύτερης κοινωνικῆς τάξης καί τοῦ δεύτερου μέρους τῆς ψυχῆς∙ ἡ σωφροσύνη ὡς ἡ ἀρετή τῆς τρίτης τάξης καί τοῦ τρίτου μέρους τῆς ψυχῆς. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἀρετή πού περικλείνει ὅλες τίς ἄλλες καί ἔχει τήν εὐθύνη γιά τήν εὔτακτη σύμπραξη τῶν τριῶν κοινωνικῶν τάξεων καί τῶν τριῶν μερῶν τῆς ψυχῆς. Μέ αὐτό ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ ἀνώτατη ἀνάμεσα στίς ἀρετές. Βεβαίως σέ ἄλλα παρεμφερῆ σχήματα τήν πρώτη θέση τήν καταλαμβάνει ἡ σοφία, ἐνῶ ἡ ἀνδεία ὑποχωρεῖ μόλις στήν τέταρτη θέση κ.ο.κ».[2]
Ὡσαύτως καί ὁ Κ. Γεωργούλης γράφει γιά τήν ἠθική φιλοσοφία καί περί ἀρετῶν διδασκαλία τοῦ Πλάτωνα: «Ἡ ἀρετή ἐκλαμβάνεται ὑπό τοῦ Πλάτωνος ὡς τελειοποίησις τῆς ψυχικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Αὕτη θά ἐπιτευχθῇ διά τῆς συμμέτρου ἀναπτύξεως τῶν ψυχικῶν δυνάμεων καί διά τῆς ἐναρμονίσεώς των εἰς κοινήν συνεργασίαν καί ὁμόνοιαν. Διά τοῦτο ἡ ἑνιαία ἀρετή ὑποδιαιρεῖται εἰς εἴδη ἀναφερόμενα εἰς ἑκάστην τῶν ψυχικῶν δυνάμεων. Ἡ σοφία εἶναι ἡ ἀρετή τοῦ λογιστικοῦ, ἡ ἀνδρεία τοῦ θυμοειδοῦς καί ἡ σωφροσύνη τοῦ ἐπιθυμητικοῦ. Ὡς ἀρετή ἑνοποιοῦσα καί ἐναρμονίζουσα τάς τρεῖς ρηθείσας θεωρεῖται ἡ δικαιοσύνη.Αἱ τέσσαρες αὗται ἀρεταί ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀξιοποίησιν τῶν ψυχικῶν δυνάμεων καί τήν ἐναρμόνισίν των. Ἡ γενικωτέρα ἐκ τούτων εἶναι ἡ ἀρετή τῆς δικαιοσύνης, διότι αὕτη ἑνοποιεῖ τάς λοιπάς τρεῖς.Διά τοῦτο αὕτη καταλαμβάνει ἐξαιρετικήν θέσιν μεταξύ τῶν ἄλλων καί δύναται νά θεωρηθῇ ὡς συμπεριλαμβάνουσα ἁπάσας τάς λοιπάς.Ὅ,τι εἶναι διά τάς ὑπολοίπους ἰδέας τό ἀγαθόν, τό αὐτό εἶναι καί διά τάς τρεῖς ἀρετάς ἡ δικαιοσύνη. Ἀποτελεῖ τό θεμέλιον, διά νά στηριχθοῦν πᾶσα ἄλλη ἀρετή καί ὁ κοινωνικός βίος τῶν ἀνθρώπων. Διά τοῦτο ἐπ᾿ αὐτῆς ἐστήριξεν ὁ Πλάτων καί τήν θεμελίωσιν τῆς πολιτικῆς κοινότητος».[3]
Ἡ δοξασία γιά τήν τετρακτύν τῆς ἀρετῆς πέρασε στόν ἑλληνιστικό κόσμο, τήν παρέλαβαν οἱ Ρωμαῖοι καί διετηρήθη καί στόν Μεσαίωνα. Κατά τόν Ὄλοφ Ζιγκόν «Στήν ἑλληνιστική ἐποχή κυριαρχεῖ τό σύστημα τῶν τεσσάρων ἀρετῶν: σοφία, δικαιοσύνη, ἀνδρεία καί σωφροσύνη. Τό σύστημα αὐτό τό παρέλαβαν οἱ Ρωμαῖοι (prudentia, iustitia, fortitudo, continentia), καί διατήρησε τήν ἰσχύ του κατά τόν Μεσαίωνα, καί ἀκόμη ὥς τό τέλος τοῦ Ancien régime».[4]
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οἰκειοποίθηκαν τήν ἐν λόγῳ ἀντίληψη τοῦ Πλάτωνα καί ἐν γένει τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, θεωρώντας καί αὐτοί πώς οἱ γενικώτερες ἀρετές ἀπό τίς ὁποῖες προκύπτουν οἱ ἐπιμέρους χριστιανικές ἀρετές εἶναι οἱ ἐν λόγῳ γενικές πλατωνικές ἀρετές. Αἴφνης ὁ Μ. Βασίλειος μιλώντας γιά τήν χριστιανική ἄσκηση γράφει σέ μία ἐπιστολή του πρός τόν φίλο του Γρηγόριο τόν Θεολόγο: «…πῶς μέν κατορθωθῇ αὐτῷ ἡ σωφροσύνη καί ἡ ἀνδρεία, πῶς δέ ἡ δικαιοσύνη καί ἡ φρόνησις καί αἱ λοιπαί ἀρεταί, ὅσαι ταῖς γενικαῖς ταύταις ὑποδιαιροῦνται, καθηκόντως ἕκαστον ἐπιτελεῖν τῶν κατά τόν βίον ὑποβάλλουσι τῷ σπουδαίῳ». Μετάφραση (Παναγιώτη Χρήστου): «…εἰς τό πῶς θά ἐπιτύχῃ (ἐνν. ὁ ἀσκητής) τήν σωφροσύνην καί τήν ἀνδρείαν, τήν δικαιοσύνην καί τήν φρόνησιν, καθώς καί ὅσας ἄλλας ἀρετάς πού ὑπάγονται εἰς τάς ἀνωτέρω γενικάς, αἱ ὁποῖαι ἱκανώνουν τόν ἀγαθόν ἄνδρα νά ἐπιτελῇ ὅλα τά καθήκοντα τῆς ζωῆς».[5] Ἐπίσης ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ἀποφαίνεται:«Εἰκών τοῦ χοϊκοῦ αἱ γενικαί κακίαι ὑπάρχουσιν, οἷον ἀφροσύνη, δειλία, ἀκολασία, ἀδικία. Εἰκών δέ τοῦ ἐπουρανίου αἱ γενικαί ἀρεταί, οἷον φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη».[6] Ὁμοίως καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στήν περί ἀρετῶν πραγματεία του, στήν ὁποία συστηματικά καταλογραφεῖ ὅλες τίς χριστιανικές ἀρετές, θεωρεῖ ὡς κρηπίδωμα τῶν ἀρετῶν τίς ἀνωτέρω τέσσερις, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτουν οἱ λοιπές εὐαγγελικές ἀρετές: «Καί ψυχικάς μέν ἀρετάς λέγομεν εἶναι προηγουμένως, τάς γενικωτάτας τέσσαρας, αἵτινες εἰσίν: ἀνδρεία, φρόνησις, σωφροσύνη καί δικαιοσύνη. Ἐκ τούτων ἀποτίκτονται αἱ ψυχικαί ἀρεταί, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, προσευχή ταπείνωσις…»(ἀκολουθεῖ ἐκτενής κατάλογος τῶν χριστιανικῶν ἀρετῶν).[7] Ὡσαύτως καί ὁ ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός διδάσκει: «Ἰδέαι δέ τῆς σοφίας καθεστήκασι τέσσαρες. Φρόνησις, ἤτοι γνῶσις τῶν τε ποιητέων καί οὐ ποιητέων καί ἐγρήγορσις τοῦ νοός. Σωφροσύνη, τοῦτ᾿ ἔστι τό σῷον γενέσθαι τό φρόνημα, ὥστε κατέχειν δυνηθῇ ἑαυτόν ἐκτός ἔργου, λογισμοῦ τε καί λόγου μή ἀρέσκοντος τῶ Θεῷ. Ἀνδρεία, ἤτοι ἰσχύς καί καρτερία ἐν τοῖς κατά Θεόν πόνοις καί πειρασμοῖς. Δικαιοσύνη, τοῦτ᾿ ἔστι διανομή, τό ἴσον παρέχουσα πᾶσι τούτοις∙ αὗται δέ αἱ τέσσαρες γενικαί ἀρεταί γεννῶνται μέν ἐκ τῶν τριῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς οὕτως. Ἐκ μέν τοῦ λογισμοῦ, ἤγουν τοῦ νοός, δύο, φρόνησις καί δικαιοσύνη, ἤγουν διάκρισις.Ἐκ δέ τοῦ ἐπιθυμητικοῦ σωφροσύνη καί ἐκ τοῦ θυμικοῦ ἀνδρεία».[8]
Β. Ἡ ἑνότητα τῶν ἀρετῶν στόν πλατωνικό Πρωταγόρα
Στήν συνέχεια θά διερευνήσουμε τό πρόβλημα τῆς ἑνότητας τῶν ἀρετῶν στό ἔργο τοῦ Πλάτωνα Πρωταγόρας. Στό διάλογο αὐτό διασώζει ὁ Πλάτων τή συζήτηση τοῦ Σωκράτη καί τοῦ σοφιστῆ Πρωταγόρα γιά τό διδακτό ἤ μή τῆς ἀρετῆς καί τήν ἑνότητα ἤ μή τῶν ἀρετῶν. Προτοῦ προχωρήσουμε παρακάτω θά προβοῦμε σέ μία σύντομη παρένθεση γιά νά τονίσουμε ὅτι ὁ διάλογος Πρωταγόρας ἀνήκει στά πρώϊμα ἔργα τοῦ Πλάτωνα, στά ὁποῖα ἀπηχεῖται ἡ διδασκαλία τοῦ Σωκράτη, ὅπως τόν κατενόησε ὁ Πλάτων. Ὅπως γράφει ὁ Κώστας Παπαϊωάννου, «Ὁ Σωκράτης γιά τόν Πλάτωνα ζῆ, ζῆ μέσα στόν Πλάτωνα. Γι̉ αὐτό εἶναι ἀνοησία, ὅπως λέει ὁ Α. Diés, τό νά θέλουμε νά χωρίσουμε τίς δύο αὐτές προσωπικότητες καί τό νά θέλουμε νά βροῦμε τό σημεῖο ὅπου τελειώνει ὁ Σωκράτης καί ἀρχίζει ὁ Πλάτων. Πλάτων καί Σωκράτης εἶναι τό ἴδιο πράμα, καί ἡ ἕνωσή τους αὐτή εἶναι ἡ ἕνωση τῆς ζωῆς τους σέ μιά καί μόνη Σκέψη»[9].
Ἐπανερχόμενοι στό θέμα μας στό ἔργο τοῦ Πλάτωνα Πρωταγόρας ὁ Σωκράτης συζητεῖ μέ τόν σοφιστή Πρωταγόρα γιά τό διδακτό ἤ μή τῆς ἀρετῆς καί γιά τήν ἑνότητα ἤ μή τῆς ἀρετῆς. Στήν ἀρχή τῆς συζήτησης ὁ Πρωταγόρας ὑποστηρίζει τό διδακτόν τῆς ἀρετῆς καί ὅτι αὐτός διαθέτει τήν ἱκανότητα νά τήν διδάξει. Ὁ Σωκράτης ἀμφισβητεῖ τήν διδαξιμότητά της.Ἐπίσης ὁ Πρωταγόρας ἀρνεῖται τήν ἑνότητα τῆς ἀρετῆς. Ὑποστηρίζει ὅτι οἱ ἀρετές εἶναι σάν τά ὄργανα τοῦ προσώπου: ἄλλη λειτουργία ἔχει τό στόμα, ἄλλη τά μάτια, ἄλλη ἡ μύτη καί ἄλλη τά αὐτιά∙ τό κάθε μόριο/ὄργανο τοῦ προσώπου ἔχει ξεχωριστή, αὐτόνομη λειτουργία ἀπό τά ἄλλα μόρια/ὄργανα σέ βαθμό πού μπορεῖ νά ὑπάρξει καί νά λειτουργεῖ τό καθένα ἐρήμην τῶν ἄλλων. Ἔτσι λοιπόν μπορεῖ κάποιος νά ἔχει μάτια καί νά βλέπει, ἀλλά νά μήν ἀκούει, νά μή λειτουργοῦν τά αὐτιά του ἤ μπορεῖ νά μιλάει, ἀλλά, ἐνδεχομένως, νά μή μπορεῖ νά ὀσφραίνεται. Ἔτσι κατά τόν Πρωταγόρα εἶναι καί οἱ ἀρετές. Μπορεῖ, π.χ., κάποιος νά ἔχει σοφία, ἀλλά νά εἶναι δειλός, νά μήν ἔχει ἀνδρεία. Τοὐναντίον ἡ θέση τοῦ Σωκράτη εἶναι ὑπέρ τῆς ἑνότητας τῶν ἀρετῶν: οἱ ἀρετές εἶναι σάν ἕνα κομμάτι χρυσοῦ, ἔτσι ὥστε ὅποιος κατέχει μία ἀρετή, ἀναγκαστικά τίς κατέχει ὅλες. Ἄς δοῦμε τό ἴδιο τό κείμενο τοῦ διαλόγου σέ μετάφραση τοῦ Ἠλία Σπυρόπουλου: «(Διηγεῖται ὁ Σωκράτης καί ἀπαντᾶ ὁ Πρωταγόρας) Λοιπόν μίλησε πάνω σ᾿ αὐτό τό σημεῖο καί ξεκαθάρισέ μου το καλά: ἡ ἀρετή εἶναι κάτι ἑνιαῖο, καί μόριά της εἶναι ἡ δικαιοσύνη καί ἡ σωφροσύνη καί ἡ ὁσιότητα, ἤ ὅλα αὐτά πού σοῦ ἀνέφερα τώρα δά εἶναι διαφορετικές ὀνομασίες γιά τό ἴδιο πρᾶγμα, πού εἶναι ἕνα καί τό αὐτό; Νά τί θέλω νά μάθω συμπλήρωματικά. Δέν εἶναι δύσκολο ν᾿ ἀπαντήσω σ᾿ αὐτή σου τήν ἐρώτηση, Σωκράτη, εἶπε∙ ἡ ἀρετή εἶναι ἕνα ἑνιαῖο σύνολο, κι αὐτά πού ἀνάφερες στήν ἐρώτησή σου εἶναι μόριά της.Πρόσεξε, τοῦ εἶπα∙ τά μόρια αὐτά εἶναι ὅπως τά μόρια τοῦ προσώπου – τό στόμα καί ἡ μύτη καί τά μάτια καί τ᾿ αὐτιά − ἤ εἶναι σάν τά μόρια τοῦ χρυσοῦ , πού καμιά διαφορά δέν ἔχουν τό ᾿να μέ τ᾿ ἄλλο καί μέ τό σύνολο, μόνο πού ἄλλα εἶναι μεγάλα κι ἄλλα μικρά; Σάν τά πρῶτα, μοῦ φαίνεται, Σωκράτη∙ οἱ ἀρετές αὐτές ἔχουν μέ τήν ἀρετή τή σχέση πού ἔχουν τά μόρια τοῦ προσώπου μέ ὁλόκληρο τό πρόσωπο. Ἄν εἶναι ἔτσι, τοῦ εἶπα, τοῦ κάθε ἀνθρώπου τοῦ πέφτει ἕνα ἀπ᾿ αὐτά τά μόρια τῆς ἀρετῆς, ἤ πρέπει ὁπωσδήποτε, ἄν κάποιος ἀποχτήσει ἕνα, νά τά ἔχει ὅλα; Κάθε ἄλλο, εἶπε∙ νά, πολλοί εἶναι ἀντρειωμένοι, ἀλλά ἄδικοι∙ ἄλλοι πάλι δίκαιοι, ὄχι ὅμως σοφοί. Κατά τά λεγόμενά σου δηλαδή, εἶπα, κι αὐτά εἶναι μόρια τῆς ἀρετῆς, ἡ σοφία καί ἡ ἀνδρεία; Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο, εἶπε, καί πρῶτο ἀπ᾿ ὅλα τά μόρια ἔρχεται ἡ σοφία. Καί τό καθένα ἀπ᾿ αὐτά, τοῦ εἶπα, εἶναι κάτι διαφορετικό, ἄλλο τό ἕνα κι ἄλλο τό ἄλλο; Ναί. Μήπως καί τό καθένα τους ἔχει ξεχωριστή λειτουργία, ὅπως συμβαίνει μέ τά μόρια τοῦ προσώπου; Τό μάτι εἶναι διαφορετικό ἀπό τ᾿ αὐτιά, καί οἱ λειτουργίες τους διαφέρουν∙ τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά ἄλλα μόρια, κανένα τους δέν εἶναι ὅμοιο μέ ὅποιο ἄλλο οὔτε στή λειτουργία τους οὔτε σέ ἄλλο σημεῖο. Λοιπόν καί τά μόρια τῆς ἀρετῆς μέ τόν ἴδιο τρόπο δέ μοιάζουν τό ἕνα μέ τ᾿ ἄλλο οὔτε στή φύση τους οὔτε στή λειτουργία τους; Δέν εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι σέ τέτοιες σχέσεις βρίσκονται μεταξύ τους, ἄν τό παράδειγμά μας εἶναι ἐπιτυχημένο; Ναί, βέβαια, τέτοια εἶναι ἡ σχέση τους, Σωκράτη. Τότε τοῦ εἶπα: ὥστε τό κάθε μόριο τῆς ἀρετῆς εἶναι διαφορετικό ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα: δηλαδή ἄλλο ἡ ἐπιστήμη, ἄλλο ἡ δικαιοσύνη, ἄλλο ἡ ἀνδρεία, ἄλλο ἡ σύνεση κι ἄλλο ἡ ὁσιότητα; Ναί, εἶπε»[10].
Στή συνέχεια τοῦ διαλόγου ὁ Σωκράτης μέ ἀπαράμιλλη διαλεκτική δεξιότητα προβαίνει στήν ταύτιση τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ὁσιότητας, στήν ταύτιση τῆς σωφροσύνης καί τῆς σοφίας, στήν ταύτιση τῆς δικαιοσύνης καί τῆς σωφροσύνης. Ὁ Πρωταγόρας διακόπτει τήν συζήτηση, ἡ ὁποία μετά ἀπό ἕνα διάλειμμα, ἐπαναλμβάνεται.Ὁ Σωκράτης προβαίνει σέ ἀνακεφαλαίωση τοῦ πρώτου μέρους τῆς συζήτησης (μετάφραση Ἠλία Σπυρόπουλου): «Ἔτσι καί τώρα θά σέ παρακαλοῦσα νά μέ βοηθήσεις ἄλλη μιά φορά νά θυμηθῶ ἀπό τήν ἀρχή τίς ἀπαντήσεις πού μοῦ ἔδωσες πρωτύτερα πάνω σ᾿ αὐτά τά θέματα, κι ἄλλα νά τά ἐρευνήσουμε μαζί. Ἄν θυμᾶμαι καλά, ἡ ἐρώτησή μου ἦταν αὐτή: οἱ πέντε λέξεις – σοφία, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη καί ὁσιότητα − ἄραγε λέγονται γιά ἕνα καί τό αὐτό πράγμα ἤ ἡ καθεμιά τους ξεχωριστά κρύβει κάποια ἰδιαίτερη οὐσία, ἕνα πράγμα πού ἔχει δική του ξεχωριστή λειτουργία – κι ἔτσι τό καθένα ἀπ᾿ αὐτά εἶναι διαφορετικό ἀπό τά ἄλλα; Ἡ ἀπάντησή σου ἦταν ὅτι οἱ λέξεις αὐτές δέ δηλώνουν ἕνα πράγμα, ἀλλά ὅτι ἡ καθεμιά τους κρύβει κάτι ξεχωριστό ἀπό τ᾿ ἄλλα∙ καί ὅτι ὅλ᾿ αὐτά εἶναι μόρια τῆς ἀρετῆς, ὄχι σάν τά μόρια τοῦ χρυσοῦ, πού μοιάζουν τό ᾿να μέ τ᾿ ἄλλο καί μέ τό σύνολο στό ὁποῖο ἀνήκουν, ἀλλά σάν τά μόρια τοῦ προσώπου: οὔτε μέ τό σύνολο στό ὁποῖο ἀνήκουν οὔτε τό ᾿να μέ τ᾿ ἄλλο εἶναι ὅμοια, ἐφόσον τό καθένα τους ἔχει διαφορετική λειτουργία. Ἄν ἐξακολουθεῖς νά ἔχεις αὐτή τή γνώμη, ὅπως τότε, νά τ᾿ ἀκούσω∙ ἄν ἔχεις κάποια διαφορετική γνώμη, πές μου το ξεκάθαρα»[11] Ὁ Πρωταγόρας παραδέχεται ὅτι ἡ σοφία, ἡ δικαιοσύνη, ἡ σωφροσύνη καί ἡ ὁσιότητα ἔχουν ἀναντίρρητα ἐντυπωσιακή ὁμοιότητα μεταξύ τους, ὅμως ἡ ἀνδρεία εἶναι ἐντελῶς διαφορετική ἀπό τίς παραπάνω ἀρετές (μετάφραση Ἠλία Σπυρόπουλου):«Λοιπόν ἐγώ σοῦ λέω, Σωκράτη, ὅτι ὅλ᾿ αὐτά εἶναι βέβαια μόρια τῆς ἀρετῆς, μοῦ εἶπε∙ ὅτι ἀπ᾿ αὐτά, τά τέσσερα παρουσιάζουν ἐντυπωσιακή ὁμοιότητα ἀνάμεσά τους, ἀλλά ὅτι ἡ ἀνδρεία εἶναι κάτι πολύ διαφορετικό ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα. Γιά νά καταλάβεις ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια, σοῦ λέω ὅτι μπορεῖς νά βρεῖς ἀνθρώπους πολλούς πού εἶναι ἄδικοι καί ἀνόσιοι καί ἀχαλίνωτοι καί ἀμόρφωτοι (ἀμαθέστατοι) ὅσο δέν παίρνει, ὅμως ἐξαιρετικά ἀνδρεῖοι».[12] Ὁ Σωκράτης μέ ἐξαιρετικά λεπτούς συλλογισμούς προβαίνει στήν ταύτιση σοφίας καί ἀνδρείας καί στό τονισμό τοῦ πρωταρχικοῦ ρόλου τῆς γνώσεως/ τῆς σοφίας στίς ἀνθρώπινες ἐνέργειες. Ὁ Σωκράτης ἀποφαίνεται ὅτι ἡ ἀρετή ἐξαρτᾶται κατά τρόπο ἀναπόδραστα αἰτιώδη μέ τή γνώση καί ὅτι τό κακό εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἄγνοιας, τῆς ἀμάθειας.
Στό τέλος τοῦ διαλόγου σημειώνεται ἀντιστροφή τῶν θέσεων τοῦ Πρωταγόρα καί τοῦ Σωκράτη γιά τό διδακτό ἤ μή τῆς ἀρετῆς. Ὅπως γράφει ὁ A.E.Taylor «Ὁ Πρωταγόρας βέβαιος ἀρχικά ὅτι ἡ ἀρετή μπορεῖ νά διδαχτεῖ καί ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι σέ θέση νά τή διδάξει, φαίνεται τώρα ἐξίσου πεπεισμένος ὅτι αὐτή, ὅ,τι καί ἄν εἶναι, πάντως δέν συνίσταται στό μόνο πράγμα πού ἐπιδέχεται διδασκαλία, δηλαδή τή γνώση. Ὁ Σωκράτης πάλι, ὁ ὁποῖος στήν ἀρχή ἔθεσε σέ ἀμφιβολία τή διδαξιμότητά της, καταβάλλει τώρα κάθε προσπάθεια γιά νά ἀποδείξει ὅτι ἡ ἀρετή δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι γνώση καί τίποτε ἄλλο».[13]
Κατά τόν Σωκράτη λοιπόν ἡ ἀρετή εἶναι γνώση (ἐπιστήμη) καί ὡς ἐκ τούτου διδακτή, ἀκόμη δέ ὅτι εἶναι ἕνα ἑνιαῖο καί ἀδιάσπαστο πρᾶγμα. Τί εἴδους ὅμως γνώση εἶναι ἡ ἀρετή, ἀπό τήν ὁποία γνώση ἀπορρέει ἡ ἑνότητά της; Ὁ Τσέλλερ ἀπαντᾶ σ᾿ αὐτό: «Κανείς δέν εἶναι θεληματικά κακός, κι ὅποιος ξέρει τό καλό, τό πράττει κι ὅλας. Μέ τό “ξέρει” αὐτό δέν ἐννοεῖται βέβαια μιά ἁπλή θεωρητική, νοητικά ἀποχτημένη γνώση, παρά μιά ἀσάλευτη, στή βαθύτατη κατανόηση τῆς οὐσίας τῶν ἀξιῶν τῆς ζωῆς θεμελιωμένη πεποίθηση, ὅπως τήν εἶχε ὁ ἴδιος».[14]
Ὁμοίως καί ὁ Κωνσταντῖνος Γεωργούλης: «Ὁ Σωκράτης λέγων “γνῶσιν” ἐννοεῖ τήν ριζικήν μεταστροφήν τοῦ ἀνθρώπου, ἥτις δέν τόν φωτίζει μόνον διανοητικῶς, ἀλλά τόν ἀποκαθαίρει βουλητικῶς καί συναισθηματικῶς. Διά τῆς σωκρατικῆς γνώσεως ἐπιτελεῖται ἐσωτερική κάθαρσις ὅλων τῶν ψυχικῶν ἐσωτερικῶν δυνάμεων. Ὁμοιάζει μέ μίαν ἔλλαμψιν, ἥτις ἀνακαινίζει ἐσωτερικῶς τό ἄτομον. Συνεπῶς τό νόημα τῆς προτάσεως “ἡ ἀρετή εἶναι γνῶσις” σημαίνει ὅτι μόνον ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἀπέκτησε τήν νέαν τοποθέτησιν ἔναντι τῆς ζωῆς κατανοήσας τήν ριζικήν ἄγνοιαν του, δύναται νά θεωρηθῇ ἐνάρετος».[15] Ἐπίσης ὁ Π. Ἁντώ γράφει σχετικά μέ τό εἶδος καί τή φύση τῆς Σωκρατικῆς γνώσεως: «Ἐδῶ, ξανά ἡ γνώση δέν εἶναι μία σειρά, προτάσεων, μιά ἀφηρημένη θεωρία, ἀλλά ἡ βεβαιότητα μιᾶς ἐπιλογῆς, [ἡ δυνατότητα λήψης] μιᾶς ἀπόφασης, μιᾶς πρωτοβουλίας. Ἡ γνώση δέν εἶναι ἁπλά μιά γνώση ἀλλά μιά γνώση τοῦ τί πρέπει νά κάνει, τί πρέπει νά προτιμήσει κανείς, ἡ γνώση ἑπομένως τοῦ πῶς νά ζεῖ κανείς».[16]
Ἐπίσης κατά τόν Κ. Γεωργούλη ἐκ τῆς κατ᾿ αὐτό τό ἐννοιολογικό καί βιωματικό περιεχόμενο νοουμένης τῆς «γνώσεως»/ἐπιστήμης προκύπτει καί ἡ ἑνότητα τῶν ἀρετῶν: «Ἡ πρότασις “ἡ ἀρετή εἶναι γνῶσις” πρέπει νά ἐννοηθῆ ὡς τό τέρμα μιᾶς συνεχοῦς καλλιεργείας τῆς προσωπικότητος. Ὁ Σωκράτης ἐδίδασκεν ὅτι μόνον ὅταν διά τῆς ἐσωτερικῆς αὐτοεπισκοπήσεως καί διά τοῦ αὐτοελέγχου ἀποκαθαρθῆ τό ἐσωτερικόν τῆς ψυχῆς, τότε αὕτη θά ἀποκτήση τήν ἀληθινήν ἐπιστήμην καί ἀρετήν…Ἡ ἀληθινή περί τῆς ἀρετῆς γνῶσις εὑρίσκεται εἰς τά βαθύτερα στρώματα τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς. Δέν εἶναι ἁπλῶς μία ἁπλῆ νοητική ἐνόρασις, ἀλλά πλήρης κατοχή καί οἰκείωσις τοῦ πράγματος. Ἡ ἀπόκτησις τῆς οὕτω νοουμένης ἐπιστήμης δέν ἐννοεῖται ὑπό τοῦ Σωκράτους ὡς ἐμπλουτισμός μόνον τῶν νοητικῶν περιεχομένων ἤ βιωμάτων αὐτῆς. Ὑψουμένη ἡ ψυχή εἰς τό ὕψος τῆς ἀρετῆς, ἀποκτᾶ μίαν νέαν ὀντολογικήν ὑπόστασιν, πλησιάζει εἰς τήν περιοχήν τῆς αὐταρκείας, ὅπου ἐφησυχάζει τό θεῖον. Ἐκ τῆς ἀντιλήψεως ταύτης τοῦ Σωκράτους προκύπτει καί ἡ περί ἑνότητος τῶν ἀρετῶν διδασκαλία του. Ὁ ἄνθρωπος ὁ διάγων βίον ἀνεξέταστον καί ἀνεξέλεγκτον, δέν δύναται νά συλλάβη τήν ἑνότητα τῆς ἀρετῆς. Ἀντιλαμβάνεται ἀντί μιᾶς καί ἑνιαίας ἀρετῆς μίαν συγκεχυμένην πολλότητα ἀρετῶν. Ἀλλά διά τοῦ αὐτοελέγχου καί διά τῆς μεθόδου ὑψοῦται ἡ ψυχή, κατά τόν Σωκράτη, εἰς τήν ἑνιαίαν θεώρησιν τῆς ἀρετῆς, κατά τήν ὁποίαν οὐδέν νόημα ἔχει νά διαστέλλωμεν τήν ἀνδρείαν ἀπό τήν σοφίαν, τήν δικαιοσύνην καί τήν ἐγκράτειαν. Εἰς τό πλαίσιον τῶν ἀντιλήψεων μιᾶς ἑνιαίας θεωρήσεως τῶν ἀρετῶν χάνει οἱανδήποτε παραδοξότητα ὁ ταυτισμός τῆς ἠθικῆς ἀρετῆς πρός τήν ἐπιστήμην καί τήν σοφίαν».[17]
Γ. Ἡ ἑνότητα τῶν ἀρετῶν στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀποδέχτηκαν τήν σωκρατική/πλατωνική ἀντίληψη περί τῆς ἑνότητος τῶν ἀρετῶν. Ὁ Γρηγόριος Θεολόγος λέγει ὅτι ἡ ἀρετή εἶναι μία καί ἑνιαία, ἔστω καί ἄν σχίζεται σέ πολλές: «…μίαν μέν διά τήν ἀρετήν∙ μία γάρ, κἄν εἰς πολλά σχίζεται».Μετάφραση (Μελετίου Καλαμαρᾶ): «Βεβαίως μία, λόγῳ τῆς ἀρετῆς. Διότι ἡ ἀρετή εἶναι μία, ἔστω καί ἄν διασχίζεται εἰς πολλάς».[18] Ὁ Γρηγόριος Νύσσης ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ ἀρετές δέν εἶναι ἄσχετες μεταξύ τους, ἔτσι ὥστε ἐάν ἔχει κάποιος ἀποκτήσει πραγματικά μία ἀρετή, ἀποκτᾶ ταυτόγχρονα ἀναγκαστικά ὅλες τίς ἄλλες καί ἀντιστρόφως ὅταν μία λείπει, λείπουν ὅλες οἱ ἄλλες: «Φασί δέ καί οἱ τά τοιαῦτα ἐξητακότες, μή ἀπεσχίσθαι τάς ἀρετάς ἀλλήλων, μηδέ δυνατόν εἶναι μιᾶς τινος ἀρετῆς κατά τόν ἀκριβῆ περιδράξασθαι λόγον, τόν μή καί τῶν λοιπῶν ἐφαψάμενον∙ ἀλλ᾿ ᾧ ἄν παραγένηται μία τῶν ἀρετῶν, ἀναγκαίως ἀπακολουθεῖν καί τάς λοιπάς. Οὐκοῦν ἐξ ἀντιστρόφου καί ἡ περί τι βλάβη τῶν ἐν ἡμῖν εἰς ὅλον τόν κατ᾿ ἀρετήν διατείνει βίον».[19] Μετάφραση (Ἰγνατίου Σακαλῆ): «Λένε ἐκεῖνοι πού ἔχουν ἐξετάσει αὐτά ὅτι οἱ ἀρετές δέν εἶναι χωρισμένες ἡ μιά ἀπό τήν ἄλλη κι οὔτε εἶναι δυνατό νά ὁρίσεις μέ ἀκρίβεια μιά ἀρετή χωρίς νά θίξεις καθόλου καί τίς ἄλλες, ἀλλά σ᾿ ὅποιον πραγματοποιεῖται μιά ἀρετή ἀκολουθοῦν ὑποχρεωτικά καί οἱ ἄλλες. Ἑπομένως, καί ἡ βλάβη σέ κάποιο σημεῖο τῆς ψυχῆς μας ἁπλώνεται σέ ὅλο τόν ἠθικό βίο μας»[20]. Ὁμοίως καί ὁ Μέγας Μακάριος διδάσκει ὅτι οἱ ἀρετές εἶναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, σάν νά εἶναι μία πνευματική ἁλυσίδα, ὅπως ἀντιστρόφως καί οἱ κακίες δέν εἶναι ἀνεξάρτητες μεταξύ τους, ἔτσι ὥστε νά ἐξαρτᾶται ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη: «Περί τῆς φαινομένης ἀσκήσεως καί ποῖον ἐπιτήδευμα μεῖζον καί πρῶτον τυγχάνει, τοῦτο γινώσκετε, ἀγαπητοί, ὅτι ἀλλήλων ἐκδέδενται (=εἶναι δεμένες) πᾶσαι αἱ ἀρεταί, ὡσπερεί γάρ τις πνευματική ἅλυσις∙ μία τῆς μιᾶς ἤρτηνται. Ἡ εὐχή (=ἡ προσευχή) ἀπό τῆς ἀγάπης, ἡ ἀγάπη ἀπό τῆς χαρᾶς, ἡ χαρά ἀπό τῆς πραότητος, ἡ πραότης ἀπό τῆς ταπεινώσεως, ἡ ταπείνωσις ἀπό τῆς διακονίας, ἡ διακονία ἀπό τῆς ἐλπίδος, ἡ ἐλπίς ἀπό τῆς πίστεως, ἡ πίστις ἀπό τῆς ὑπακοῆς, ἡ ὑπακοή ἀπό τῆς ἁπλότητος, ὥσπερ καί τό ἐναντίον μέρος ἕν ἀφ᾿ ἑνός τά κακά ἐκδέδενται (=συνδέονται)∙ τό μῖσος ἀπό τοῦ θυμοῦ, ὁ θυμός ἀπό τῆς ὑπερηφανίας, ἡ ὑπερηφανία ἀπό τῆς κενοδοξίας, ἡ κενοδοξία ἀπό τῆς ἀπιστίας, ἡ ἀπιστία ἀπό τῆς σκληροκαρδίας, ἡ σκληροκαρδία ἀπό τῆς ἀμελείας, ἡ ἀμέλεια ἀπό τῆς χαυνώσεως, ἡ χαύνωσις ἀπό τῆς ἀκηδίας, ἡ ἀκηδία ἀπό τῆς ἀνυπομονησίας, ἡ ἀνυπομονησία ἀπό τῆς φιληδονίας∙ καί τά λοιπά μέλη τῆς κακίας ἀλλήλων εἰσιν ἐκκρεμένα (=εἶναι κρεμασμένα, ἐξαρτημένα). Οὕτω κἄν τῷ ἀγαθῷ μέρει ἀλλήλων εἰσίν ἐκκρεμάμεναι αἱ ἀρεταί καί ἀπηρτημέναι (=εἶναι ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη οἱ ἀρετές κρεμασμένες καί ὁλοκληρωμένες)».[21] Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης λέγει: «Ἰσότητα πρός ἀλλήλας αἱ ἀρεταί κέκτηνται καί πᾶσαι εἰς ἕν συνάγονται καί ἕνα ὅρον καί ἕνα εἶδος ἀρετῆς συμπλήροῦσιν».[22] Μετάφραση (Ἀντωνίου Γαλίτη): «Οἱ ἀρετές εἶναι ἰσοδύναμες μεταξύ τους καί ὅλες συγκεντρώνονται σέ ἕνα σημεῖο καί ἀπαρτίζουν ἕνα σύνολο κι ἕνα εἶδος ἀρετῆς».[23]
Κατά τόν Κωνσταντῖνο Βουδούρη «Τό δόγμα περί τῆς ἑνότητος τῶν ἀρετῶν εἶναι σύστοιχο πρός τήν ἀντίληψη περί τῆς ἑνότητος τῆς ψυχῆς».[24] Τοῦτο ἰσχύει καί γιά τόν Πλάτωνα καί γιά τούς Πατέρες. Ἔτσι ὁ προειρημμένος Πατέρας ἅγιος Γρηγόριος Σιναΐτης γράφει: «Αἱ ἀρεταί, κἄν ἀλλήλων εἰσί γεννητικαί, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν τριῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς τήν γένεσιν ἔχουσιν, ἄνευ τῶν θείων∙ αἰτία γάρ καί ἀρχή τῶν τεσσάρων γενικῶν ἐν τοῖς φυσικοῖς καί θείων ἀρετῶν, ἐξ ὧν καί ἐν αἷς αἱ λοιπαί συνίστανται, τῆς τε φρονήσεως καί ἀνδρείας, σωφροσύνης τε καί δικαιοσύνης, ἐστίν ἡ θεία τῶν θεολόγων πνευματοκίνητος σοφία…».[25] Μετάφραση (Ἀντωνίου Γαλίτη): «Οἱ ἀρετές μπορεῖ νά γεννοῦν ἡ μία τήν ἄλλη, πάντως γεννιοῦνται ἀπό τίς τρεῖς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, ἐκτός ἀπό τίς θεϊκές ἀρετές. Αἰτία καί ἀρχή τῶν τεσσάρων γενικῶν ἀρετῶν, δηλαδή τῆς φρονήσεως, τῆς ἀνδρείας, τῆς σωφροσύνης καί τῆς δικαιοσύνης, ἀπό τίς ὁποῖες καί μέ τίς ὁποῖες ἀποτελοῦνται κι οἱ ὑπόλοιπες, εἶναι ἡ πνευματοκίνητη θεία σοφία…».[26] Ὁμοίως καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει: «ἕν ἐστι πολυδύναμον πρᾶγμα ἡ ψυχή∙ μολύνεται τοίνυν ὅλη, κακίας ἐγγεγενημένης, ἀφ᾿ ἧς τινος οὖν τῶν ἐν ἑαυτῇ δυνάμεων, κοινωνοῦσι πᾶσαι τῆς μιᾶς τῷ ἑνιαίῳ τῆς ψυχῆς».[27] Μετάφραση (Ἀντωνίου Γαλίτη): «Ἡ ψυχή εἶναι ὀντότητα πολυδύναμη. Ὅταν λοιπόν δημιουργηθεῖ μέσα της κακία ἀπό κάποια ἀπ᾿ τίς δυνάμεις της, μολύνεται ὁλόκληρη καί μετέχουν στό μολυσμό τῆς μιᾶς ὅλες οἱ δυνάμεις, ἐπειδή ἡ ψυχή εἶναι ἑνιαία»[28]. Ὅπως λοιπόν ἡ ψυχή εἶναι ἕνα καί ἑνιαῖο, ἄν καί πολυδύναμο, πρᾶγμα, ἔτσι καί ἡ ἀρετή, ἄν καί διαφοροποιεῖται καί ποικίλλει σέ ἐπί μέρους ἐκφάνσεις, εἶναι κατά τούς Πατέρες ἕνα καί ἑνιαῖο πρᾶγμα.
Σχετικά μέ τό παράδοξο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἠθικῆς ἄς δοῦμε τί γράφει στίς Διδαχές του ἕνα νεώτερος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Δύο ἄνθρωποι, χριστιανοί μου, ἦλθον μίαν φοράν καί ἐξωμολογήθησαν εἰς ἐμέ, Πέτρος και Παύλος τά ὀνόματά των, καί νά ἰδῆτε πῶς τούς ἐδιώρθωσα, καλά ἤ κακά... Ἐγώ σᾶς φανερώνω τήν καρδίαν μου.
Μοῦ λέγει, λοιπόν, ὁ Πέτρος:
“Ἐγώ, πνευματικέ μου, ἀπό τόν καιρόν ὁπού ἐγεννήθηκα ἕως τώρα, ἐνήστευα, ἐπροσευχόμην πάντοτε, ἔκαμνα ἐλεημοσύνας εἰς τούς πτωχούς, ἔκτισα Μοναστήρια, Ἐκκλησίας καί ἄλλα καλά ἔκαμα. Τόν ἐχθρόν μου, ὅμως, δεν τόν συγχωρῶ...”
Ἐγώ τότε τόν ἀποφάσισα τόν Πέτρο διά τήν κόλασιν.
Ἔρχεται ὁ ἄλλος, ὁ Παῦλος καί μοῦ λέγει:
“Ἐγώ ἀπό τόν καιρόν ὁπού ἐγεννήθηκα ποτέ κανένα καλόν δέν ἔκαμα, ἀλλά μάλιστα ἔχω κάμει τόσα φονικά, ἐπόρνευσα, ἔκλεψα, ἔκαψα Ἐκκλησίας, Μοναστήρια. Ὅλα τά κακά τά ἔκαμα, μά τόν ἐχθρόν μου τόν συγχωρῶ”.
Νά ἰδῆτε τί ἔκαμα ἐγώ εἰς αὐτόν.
Εὐθύς τόν ἀγκάλιασα καί τόν ἐφίλησα, τοῦ ἔδωσα καί τήν ἄδειαν νά μεταλάβη!
Καλά τούς ἐδιώρθωσα ἤ κακά;
Φυσικά θέλετε νά με κατηγορήσετε καί νά μοῦ εἰπῆτε:
“Ὁ Πέτρος ὁπού ἔκαμε τόσα καλά, καί διότι δέν ἐσυγχώρησε τόν ἐχθρόν του, διά τόσον ὀλίγον πρᾶγμα τόν ἀπεφάσισες διά τήν κόλασιν; Καί τόν Παῦλον ὁπού ἔκαμεν τόσα κακά, καί διότι ἐσυγχώρει τούς ἐχθρούς του, τόν ἐσυγχώρησες καί τοῦ ἔδωκες τήν ἄδειαν νά μεταλάβη;”
Ναί, ἀδελφοί μου, ἔτσι ἔκαμα!
Θέλετε νά καταλάβετε μέ τί ὁμοιάζει ὁ Πέτρος;
Καθώς μέσα εἰς 100 ὀκάδας ἀλεύρι βάνεις ὀλίγον προζύμι καί ἐκεῖνο ἔχει τόσην δύναμιν , ὥστε νά γυρίση καί τάς 100 ὀκάδας, ἔτσι εἶναι καί ὅλα τά καλά ἐκεῖνα ὁπού ἔκαμεν ὁ Πέτρος, μέ ἐκείνην τήν ὀλίγην ἔχθραν, ὁπού δεν ἐσυγχώρησε τόν ἐχθρόν του, τά ἐγύρισε καί τά ἔκαμε φαρμάκι τοῦ διαβόλου, καί ἔτσι τόν ἀπεφάσισα διά τήν κόλασιν…
Ὁ Παῦλος πάλιν μέ τί ὁμοιάζει;
Εἶναι ἕνας σωρός λιανόξυλα καί βάνεις ἕνα μικρό κερί ἀναμμένον καί καίει ὅλον τόν σωρόν ἐκείνη ἡ ὀλίγη φλόγα. Ἔτσι εἶναι ὅλα τά ἁμαρτήματα τοῦ Παύλου, ὡσάν τόν σωρόν τά λιανόξυλα. Καί ἡ συγχώρησις ὁπού ἔκαμεν τοῦ ἐχθροῦ του, εἶναι ὡσάν τό κερί, ὁπού ἔκαψε ὅλα τά λιανόξυλα, ἤγουν τάς ἁμαρτίας, καί τόν ἀπεφάσισα διά τόν Παράδεισον!»[29]
Ἕτσι λοιπόν διαπιστώνουμε ὅτι στήν Πατερική ἀντίληψη ἐάν ὑπάρχει μία ἀρετή, ὑπάρχουν καί ὅλες οἱ ἄλλες∙ τοὐναντίον ἐάν λείπει μία ἀρετή, ἀκυρώνονται ὅλες οἱ ἄλλες.
[1] Πλάτωνος Πολιτεία,εἰσαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις Κ.Δ. Γεωργούλη,τρίτη ἔκδοσις, ἐκδ. Ἱ.Σιδέρης, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 116.
Γιά τή διαπραγμάτευση τῶν ἐν λόγῳ γενικῶν ἀρετῶν βλ τέταρτο βιβλίο τῆς Πολιτείας 428a ἔως 434c
[2] Ὄλοφ Ζιγκόν, Βασικά προβλήματα τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας, μετάφραση Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, ἐκδόσεις «Γνώση, Ἀθήνα 1991, σσ.294-295
[3] Κ.Δ. Γεωργούλη, Ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, ὄγδοη ἔκδοση, ἐκδ. Παπαδήμα, Ἀθήνα 2015, σελ. 223
[4] Ὄλοφ Ζιγκόν, ὅ.π., σ. 294
[5] Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολή 2 Γρηγορίῳ ἑταίρῳ, ΕΠΕ, τόμος 1, κείμενο, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτη Κ. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 67
[6] Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Περί ἀγάπης κεφαλαίων ἑκατοντάς δευτέρα, οθ´(79), Φιλοκαλία, τόμος δεύτερος, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1958, σελ.24
[7] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος ψυχωφελής καί θαυμάσιος περί πασῶν τῶν ἀρετῶν καί παθῶν, Φιλοκαλία, τόμος δεύτερος, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1958, σελ. .232
[8] Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Περί τῶν τεσσάρων ἀρετῶν τῆς ψυχῆς, Φιλοκαλία, τόμος τρίτος, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1961, σελ. 26 καί 27
[9] Κώστας Παπαϊωάννου, Φιλοσοφικά μελετήματα, Ἐναλλακτικές Ἐκδόσεις, Ἀθήνα 2016, σ. 20
[10] Πλάτωνος, Πρωταγόρας 329d—330b, εἰσαγωγή, μετάφραση, ἑρμηνευτικά σχόλια Ἠλίας Σ. Σπυρόπουλος, ἐκδόσεις Ζῆτρος, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 147-149-151
[11]Πλάτωνος, Πρωταγόρας, 349b,c,d, ὅ.π., σσ.237 καί 239
[12] Πλάτωνος, Πρωταγόρας, 349,d, ὅ.π., σ. 239
[13]A.E.Taylor, Πλάτων, ὁ ἄνθρωπος καί τό ἔργο του, μετάφραση Ἰορδάνης Ἀρζόγλου, ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1990, σελ. 308
[14]Τσέλλερ−Νέστλε, Ἱστορία τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, μετάφραση Χ. Θεοδωρίδη, ἔκδοση Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Ἀθήνα 1942, σελ.129
[15] Κ.Δ. Γεωργούλη,ὅ.π., σελ. 147
[16]Pierre Hadot, Τί εἶναι ἡ ἀρχαία ἑλληνική φιλοσοφία, μετάφραση Ἄντα Καμπατσέα, ἐκδ. Ἰνδικτος, Ἀθῆναι 2002, σ.56
[17] Κ.Δ. Γεωργούλη, Σωκράτης, στήν ἐγκυκλοπαίδεια «Ἥλιος», στόν τόμο «Τό ἀρχαῖον ἑλληνικόν πνεῦμα», σελ. 269
[18] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΖ´, Θεολογικός πρῶτος 8, Μετάφραση Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. «Ὠφελίμου Βιβλίου», Ἀθῆναι 1976, σελ.73
Γρηγορίου Θεολόγου, Ἔργα, τόμος 4, Λόγος ΚΖ´, Θεολογικός πρῶτος 8, μετάφραση Στεργίου Ν. Σάκκου, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 26
[19] Γρηγορίου Νύσσης, Περί παρθενίας ΙΕ´, P.G. 46, 384 A
[20] Γρηγορίου Νύσσης Ἔργα τόμος 9, Περί παρθενίας ΙΕ´, μετάφραση Ἰγνατίου Σακαλῆ, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 101
[21] Μακαρίου Αἰγυπτίου, Ὁμιλίες πνευματικές, Ὁμιλία Μ´ 40,1, μετάφραση Νικήτα Τσιομεσίδη, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 554
[22]Γρηγορίου Σιναΐτου, Κεφάλαια πάνυ ὠφέλιμα πδ´, Φιλοκαλία, τόμος τέταρτος,ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1961, σελ. 44
[23] Γρηγορίου Σιναΐτου, Ὠφέλιμα κεφάλαια 84, Φιλοκαλία, τόμος Δ´, μετάφραση Ἀντωνίου Γαλίτη, ἐκδόσεις Τό περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 190
[24] Κωνσταντίνου Βουδούρη, “Ἡ ἑνότητα τῆς ἑλληνικῆς ἀρετολογίας” στό Ἡ ἠθική φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων, ἐκδότης Κωνσταντῖνος Βουδούρης, Ἀθήνα 1996, σελ.32
[25] Γρηγορίου Σιναΐτου, Κεφάλαια πάνυ ὠφέλιμα πε´,ὅ.π., σελ. 44
[26] Γρηγορίου Σιναΐτου, Ὠφέλιμα κεφάλαια 85, ὅ.π., σελ. 191
[27]Γρηγορίου Παλαμᾶ, Περί προσευχῆς καί καθαρότητος καρδίας, Φιλοκαλία, τόμος τέταρτος,ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀθῆναι 1961, σελ. 133
[28] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Τρία κεφάλαια γιά τήν προσευχή καί τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς 3, Φιλοκαλία, τόμος Δ´, μετάφραση Ἀντωνίου Γαλίτη, ἐκδόσεις Τό περιβόλι τῆς Παναγίας, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 290
[29] Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Καντιώτου, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἐκδ. «Σταυρός», Ἀθήνα 2013, σσ. 171-172

