Χαρακτήρας και επιδράσεις της πολιτισμικής επανάστασης στη δεκαετία του 1960 και του 1970

0
505

Η πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960 και του 1970 αγκάλιασε —κι αυτό είναι ενδεικτικό— όσα έθνη είχαν προχωρήσει περισσότερο στον δρόμο προς τη μαζική δημοκρατία και άφησε στη ζωή τους ίχνη εξ ίσου βαθιά όσο και οι ίδιες οι αιτίες της πολιτισμικής επανάστασης. Στην επανάσταση τούτην εκφραζόταν η ανάγκη της ωριμασμένης στο μεταξύ μαζικής δημοκρατίας να απαλλαγεί από τα κοινωνικά, ιδεολογικά και ψυχολογικά κατάλοιπα της αστικής εποχής και, αντίστοιχα, να βοηθήσει την αποσαφήνιση και την επιβολή των στάσεων ζωής και των νοοτροπιών εκείνων που ανταποκρίνονται περισσότερο στον τρόπο λειτουργίας της μαζικής δημοκρατίας. Αυτό βέβαια γίνεται προφανές μονάχα όταν κανείς δεν πάρει στην ονομαστική τους αξία τα φλογερά συνθήματα της πολιτισμικής επανάστασης, αλλά ερευνήσει την αντικειμενική τους λειτουργία και επίδραση πάνω σε φίλους και εχθρούς. Μια μακροπρόθεσμη συνέπεια της πολιτισμικής επανάστασης μεταξύ άλλων είναι και η σημερινή συζήτηση για το μεταμοντέρνο, στην οποία επίσης εκφράζονται, με λόγους λίγο ή πολύ υψιπετείς, επιθυμίες και ιδεολογήματα της ωριμασμένης και ολότελα αποκομμένης πια από την αστική σκέψη μαζικής δημοκρατίας. Οι σκοποί της κανονιστικά εννοούμενης μεταμοντέρνας τάσης — προ παντός η κατάργηση των άλλοτε δεσμευτικών ιεραρχιών, οι οποίες καθαγιάζονταν με την κυριαρχία του Λόγου και της ταυτότητας πάνω στη φαντασία και στη διαφορά, η γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα σε κουλτούρα των ελίτ και κουλτούρα της μάζας, η διεύρυνση των δυνατοτήτων της συνείδησης πέρα από το απολλώνειο στοιχείο και προς την κατεύθυνση του διονυσιακού κτλ.— ανήκουν αρχικά στις ιδέες της πολιτισμικής επανάστασης και απλώς θεωρητικοποιήθηκαν μετά την εξασθένισή της, εν μέρει για να εξαγιασθούν και εν μέρει για να ενεργοποιηθούν και πάλι.

     Αλλά και η πολιτισμική επανάσταση υπήρξε με τη σειρά της όχι μόνον εμπροσθοφυλακή, αλλά και οπισθοφυλακή. Αποτελούσε βέβαια ένα χωνευτήρι, μέσα στο οποίο συντήχθηκαν πολύ διαφορετικές παλαιότερες και νεότερες ή πρόσφατες τάσεις, αν όμως κατασκευάσουμε έναν πλασματικό μέσο όρο των ιδεών και των στάσεων που εκπροσωπήθηκαν εντός της, τότε μπορούμε να σύρουμε μιαν ευθεία γραμμή ανάμεσα σ’ αυτήν και στην πρωτοπορία. Βέβαια, η πολιτισμική επανάσταση αγκάλιασε μάζες που ούτε να τις ονειρευθεί δεν μπορούσε η πρωτοπορία, ωστόσο από την άλλη πλήρωσε την εξάπλωσή της με απώλειες ως προς τη λογική συνοχή και το βάθος, έτσι ώστε μπορεί να χαρακτηρισθεί εν μέρει ως εκχυδαϊσμός της πρωτοπορίας υπό τις συνθήκες της μαζικά καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας. Όπως η πρωτοπορία, έτσι και η πολιτισμική επανάσταση θέλησε να παρουσιασθεί, επιδεικτικά και συνειδητά, ως φόβητρο των αστών, ως σκόπιμη και συνεπής αντιστροφή όλων, όσα θεωρούνταν ως «αστικά». Η ανοιχτή περιφρόνηση προς τούς «καλούς τρόπους» και οι προκλητικές εμφανίσεις συμπορεύθηκαν με μη συμβατικές προτιμήσεις στο ντύσιμο και στην τροφή, με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της ζωής από την ημέρα στη νύχτα, με την αδιαφορία απέναντι στην ακρίβεια και στις τακτικές συνήθειες εργασίας — και επί πλέον με την κατ’ αρχήν συμπαθητική τοποθέτηση προς όλα, όσα σύμφωνα με τα αστικά κριτήρια θεωρούνταν ως έγκλημα ή διαστροφή, καθώς και με ανορθολογιστικές αντιλήψεις, οι οποίες διαδόθηκαν στο πλαίσιο της αναζήτησης του γνήσιου ή του αρχέγονου και της πάλης για υπέρβαση όλων των τεχνητών ορίων. Όλες αυτές οι στάσεις και οι ιδέες συμπυκνώθηκαν στην πρωτοκαθεδρία της αρχής της ηδονής, όπου η ηδονή, σε συμφωνία με την οικονομία της κατανάλωσης, δεν εμφανίζεται ως άξιος μισθός μιας φιλόπονης και καλά οργανωμένης ζωής, παρά μάλλον ως αδιαμεσολάβητη υπαρξιακή κορύφωση, η οποία θα πρέπει να επαναλαμβάνεται όσο γίνεται συχνότερα· η ηδονή είναι λοιπόν στοιχειακό και πρωτογενές ενέργημα, όχι αποζημίωση για προηγούμενες στερήσεις και για την παραίτηση από την άμεση ικανοποίηση. Στην ομολογία πίστεως προς αυτήν την αρχή της ηδονής αντιστοιχούσε το αίτημα μιας αυτοπραγμάτωσης, η οποία ελάχιστα κοινά σημεία είχε με τον επίπονο δρόμο προς την ωρίμανση του χαρακτήρα και του πνεύματος, όπως τον περιέγραφε το αστικό Bildungsroman. Η ηδονή και η αυτοπραγμάτωση όφειλαν να πραγματοποιηθούν και να βιωθούν εδώ και τώρα, εφ’ όσον μάλιστα αυτοπραγμάτωση σήμαινε πρώτα-πρώτα την ανάπτυξη της ικανότητας να βιώνει κανείς το άμεσο άμεσα και αυθόρμητα. Το Εγώ, όταν αυτοπραγματώνεται μ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί βέβαια να συγκεντρωθεί σ’ ότι είναι άμεσο, όμως ακριβώς αυτές οι διαδοχικές και συνεχώς διακοπτόμενες συγκεντρώσεις του στερούν τον «χαρακτήρα», με την αστική έννοια του όρου. Η αυτοπραγμάτωση ζητείται λοιπόν εδώ ακριβώς μέσα σε ότι από τη σκοπιά της αστικής έννοιας της προσωπικότητας θεωρείται ως πλήρης διάλυση του Εγώ, ενώ από τη σκοπιά της πολιτισμικής επανάστασης εκλαμβάνεται ως διεύρυνση του Εγώ, χάρη στην κατάργηση των ορίων ανάμεσα σε Λόγο και φαντασία, φυσιολογική κατάσταση και τρέλα. Η συγγένεια αυτών των αντιλήψεων με ιδέες φουτουριστικές, ντανταϊστικές και σουρρεαλιστικές είναι πρόδηλη. Όπως η πρωτοπορία, έτσι και η πολιτισμική επανάσταση διόλου δεν πίστευε ότι το τέλος του αστικού Εγώ θα συνεπέφερε το τέλος της ικανότητας του ανθρώπου να βιώνει και να ζει· αντίθετα, το τέλος του αστικού Εγώ χαιρετίστηκε ως τέλος της καταπίεσης του Εγώ και ως αρχή της εκδίπλωσης των γνήσιων και πρωταρχικών καταβολών του. Ακριβώς η ανθρωπολογική πίστη στην ύπαρξη τέτοιων καταβολών εξηγεί την αγάπη των πλείστων ρευμάτων της πολιτισμικής επανάστασης για τα θεωρήματα της αλλοτρίωσης κτλ.

     Η οργανική συνάφεια μεταξύ πρωτοπορίας και πολιτισμικής επανάστασης καταφαίνεται εξ ίσου και στη συμμετρική εσωτερική αντιφατικότητα και των δυο τους. Γνωρίζουμε ότι η αντιαστική τοποθέτηση της πρωτοπορίας εκφράσθηκε τόσο στην εξύμνηση όσο και στην καταδίκη της μηχανής και της τεχνικής ορθολογικότητας, τόσο στον έπαινο της ψυχρής γεωμετρικής κατασκευής όσο και στο αίτημα για απελευθέρωση της δημιουργικότητας των συνειρμικών λειτουργιών της φαντασίας — και γνωρίζουμε επίσης ότι η φαινομενική αυτή αντίφαση είχε τη δική της εσωτερική λογική, εφ’ όσον τα δύο σκέλη της αντιστοιχούσαν στις δύο βασικές επόψεις του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης και ζωής, στον οποίο ανήκουν τόσο η τεχνική ορθολογικότητα όσο και η ηδονιστική στάση. Στο πλαίσιο της πολιτισμικής επανάστασης το μοτίβο της υποκειμενικής αυτοπραγμάτωσης συνδέθηκε συχνά με μιαν απόρριψη της τεχνικής ορθολογικότητας και με μια λαχτάρα για ολότμητες και κοινοτικές μορφές ζωής. Ο αντικαπιταλιστικός και αντιαστικός ρομαντισμός εκφράσθηκε στην προσδοκία και στην επιθυμία μιας αντικατάστσης του στενού πνεύματος του συναγωνισμού και του κέρδους από την ανθρώπινη ευαισθησία και τη διευρυμένη συνείδηση· η αναδρομή σε εξωτικά πρότυπα, όπως π.χ. οι διάφορες μορφές ανατολικής σοφίας, καθώς και ο συγκρητισμός κάθε λογής πανθεϊστικών, παμψυχιστικών ή βιταλιστικών μυστικισμών σκόπευαν να αποδείξουν την πεποίθηση ότι υπάρχουν πραγματικές εναλλακτικές λύσεις προς τον ξεστρατισμένο δυτικό ορθολογισμό. Μια άλλη βασική τάση της πολιτισμικής επανάστασης, την οποία κυρίως εκπροσωπούσαν διανοούμενοι επηρεασμένοι από τον μαρξισμό, συνηγορούσε αντίθετα υπέρ της τεχνικής προόδου με την έννοια της ολοκλήρωσης τού σχεδίου τού Διαφωτισμού – αλλά το έκανε με την επιφύλαξη ότι η τεχνική-εργαλειακή ορθολογικότητα δεν επιτρέπεται να παραγνωρίζει ή να επικαλύπτει τις κανονιστικές επιταγές του Λόγου· η βιομηχανία και η τεχνική καταφάσκονταν λοιπόν στον βαθμό που θα μπορούσαν να παράσχουν μέσα για την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας. Όμως και η αριστερή πτέρυγα του κινήματος της πολιτισμικής επανάστασης κατανοούσε την ανάπτυξη αυτήν όχι κυρίως με την έννοια του ανθρωπιστικού ιδεώδους, όπως γινόταν ακόμα στο αρχικό μαρξιστικό πλαίσιο, αλλά την προσέγγιζε προς το ιδεώδες της αυτοπραγμάτωσης, όπως το διακήρυσσαν οι μη μαρξιστές εκπρόσωποι της πολιτισμικής επανάστασης. Τούτο το άνοιγμα προς τον ατομικιστικό ηδονισμό (που συχνά αναμίχθηκε κατά τρόπο αλλόκοτο με μορφές ασκητισμού και αυταπάρνησης στους κύκλους διαφόρων θρησκευτικών και πολιτικών αιρέσεων) καθώς και η αναπόφευκτη αοριστία ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου του κανονιστικού εκείνου Λόγου, ο οποίος θα επιτηρούσε και θα κατηύθυνε την τεχνική ορθολογικότητα, εξασθένισαν βέβαια την πρακτική σημασία της κατ’ αρχήν κατάφασης της τεχνικής προόδου και είχαν ως συνέπεια μιαν αλλοίωση ή παραποίηση των γενικά υιοθετημένων μαρξιστικών ιδεών, όπως άλλωστε έδειξε και η στροφή προς τον επαναστατικό βολουνταρισμό και ακτιβισμό. Με δεδομένη αυτήν την αμφιρρέπεια ως προς την αποδοχή της τεχνικής προόδου, ακόμη κι όταν η αποδοχή αυτή ήταν γεγονός, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η πολιτισμική επανάσταση στο σύνολο της, όπως άλλωστε και η πρωτοπορία, συνέβαλε στη διαμόρφωση της ώριμης μαζικής δημοκρατίας όχι με την προώθηση ενός (μετααστικού) τεχνικού-ορθολογικού πνεύματος, παρά μάλλον με την ιδεολογική νομιμοποίηση και με την πρακτική συγκεκριμενοποίηση των ηδονιστικών στάσεων. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπόρεσε βέβαια να επηρεάσει σημαντικά τόσο τη γενική κοινωνική συνείδηση σε σχέση με το πρόβλημα της τεχνικής ορθολογικότητας όσο και την εργασιακή οργάνωση της ορθολογικότητας τούτης.

     Το αντιαστικό ήθος και έθος της πολιτισμικής επανάστασης, το οποίο το συμμεριζόταν με την πρωτοπορία, πρόβαλλε με τέτοια ορμητικότητα, επειδή οι φυσικοί φορείς του κινήματος προέρχονταν από κοινωνικές ομάδες που ως εκ του χαρακτήρα τους αντιτίθενται περισσότερο στις αστικές συνήθειες ζωής και εργασίας, έχοντας την τάση να υποψιάζονται για κομφορμισμό την αστική αντίληψη για την τάξη και την πειθαρχία. Οι ομάδες αυτές ήσαν τμήματα της νεολαίας και (προς παντός νεότεροι) διανοούμενοι. Είναι περισσότερο από αμφίβολο αν στους προγενέστερους κοινωνικούς σχηματισμούς οι ομάδες αυτές θα μπορούσαν ποτέ να αναπτύξουν τέτοιον κοινωνικό δυναμισμό και ν’ αποκτήσουν τέτοια κοινωνική επιρροή. Στις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας αυτό έγινε δυνατό επειδή σε γενικές γραμμές άλλαξε ριζικά η λειτουργία της νεολαίας και της γνώσης μέσα στον μηχανισμό της οικονομίας και στο σύστημα της κοινωνικής εργασίας. Στα προηγούμενα (κεφ. IV, 3) εξηγήσαμε ότι η καινούργια θέση και περιωπή της νεολαίας μέσα στη μαζική δημοκρατία σε τελική ανάλυση οφείλεται στην αδιάκοπη εξέλιξη της εργασιακής τεχνικής και οργάνωσης, η οποία παραμερίζει τα σεβάσμια πλεονεκτήματα τη πείρας και της ηλικίας, απαιτώντας στη θέση τους την ικανότητα γρήγορης προσαρμογής, την ενεργητικότητα και την αποφασιστικότητα. Κοντά σε μορφές εργασίας εξαρτημένες από τις γνώσεις του σύγχρονου τεχνικού δημιουργήθηκαν όμως, προ παντός στον τομέα των υπηρεσιών, και άλλες, για τις οποίες ήσαν απαραίτητες οι γνώσεις των διανοουμένων (ότι κι αν μπορεί να σημαίνουν οι τέτοιες γνώσεις)· την πρώτη θέση ανάμεσά τους την έχουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τόσο εξ αίτιας της σημασίας τους για την επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση του σημερινού διανοουμένου όσο και εξ αίτιας τη επιρροής τους πάνω στη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης. Η διπλή ανατίμηση της νεολαίας και της γνώσης βρήκε τη συγκεκριμένη κοινωνική της έκφραση στην αλματώδη αύξηση του αριθμού των φοιτητών, η οποία δημιούργησε για πρώτη φορά τις πραγματικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση ενός μαζικού πολιτισμικού κινήματος με υψηλότερες πνευματικές αξιώσεις. Ανάλογα κινήματα πριν από τον πρώτο και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο περιορίσθηκαν στους υιούς και στις θυγατέρες των ανωτέρων στρωμάτων δίχως αξιόλογη απήχηση στους νεαρούς υπαλλήλους και εργάτες· αντίθετα, η αύξηση του αριθμού των παιδιών από φτωχότερες οικογένειες μέσα στη φοιτητική νεολαία έριξε άμεσα γέφυρες ανάμεσα στην πολιτισμική επανάσταση της δεκαετίας του 1960 και του 1970 και σε ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού. Ωστόσο η φοιτητική νεολαία διόλου δεν στάθηκε ο μόνος ή και ο αρχικός καν φορέας της πολιτισμικής επανάστασης μέσα στο σύνολο της νεολαίας. Πριν ακόμα από τα φαινόμενα της μαζικοποίησης και επίσης πριν ακόμα από τα πρώτα σαλέματα της πολιτισμικής επανάστασης στα πανεπιστήμια, άλλοι κύκλοι της νεολαίας, όπως π.χ. η λεγόμενη γενιά των beat, αναζητούσαν έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Εδώ δεν ενδιέφεραν οι λεπτολογίες των διανοουμένων· το κατεστημένο, οι οικογενειακοί δεσμοί και η σταδιοδρομία απορρίπτονταν άμεσα και στοιχειακά, και εξ ίσου άμεση και στοιχειακή ήταν η επιδίωξη απόκτησης νέων εμπειριών μέσω του γενετήσιου έρωτα, των ναρκωτικών και της βίας. Οι hippies είχαν ήδη μιαν εμβρυώδη ιδεολογία, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονταν η επιστροφή στη φύση, η απόρριψη της τεχνικής και της βίας καθώς και η μυστικιστική διεύρυνση της συνείδησης. Γενικά μπορεί να λεχθεί ότι τα μέλη της περιθωριακής κουλτούρας της νεολαίας που προέρχονταν από μεσαία και ανώτερα στρώματα ενδιαφέρονταν περισσότερο για τα έντονα εσωτερικά βιώματα, ενώ απεναντίας οι νέοι πληβειακής καταγωγής, όπως λ.χ. οι skinheads και οι hooligans των γηπέδων, προσπαθούσαν να πετύχουν την κατάργηση των αστικών συμβάσεων και την άμεση απελευθέρωση με την ανοιχτή σύγκρουση και με την άσκηση βίας.

     Παρά τον εσωτερικό ιδεολογικό και κοινωνικό της διαφορισμό, η πολιτισμική επανάσταση είχε τον μεγάλο κοινό σκοπό να πραγματώσει την «αντιδομή» ή τη «μηδενική δομή», δηλαδή να δημιουργήσει μορφές κοινότητας, μέσα στις οποίες θα εξέλειπε η ιεράρχηση των ανθρώπων και των αξιών, όπως την εφάρμοζε το κατεστημένο. Τέτοιες κοινότητες μπορούσαν να ‘ναι πολιτικές η πολιτιστικές οργανώσεις, ομάδες εργασίας ή συγκατοίκησης, παρέες στα όρια της νομιμότητας ή και παροδικές συνομαδώσεις, όπως λ.χ. το κοινό μιας συναυλίας ροκ. Η είσοδος σ’ αυτές δεν είχε κατ’ αρχήν σχέση με το επάγγελμα, την κοινωνική θέση ή το φύλο, δηλαδή γινόταν ως ελεύθερη πράξη του άτομου, το οποίο μ’ αυτόν τον τρόπο αποκτούσε (καινούργια) ταυτότητα. Το εξισωτικό αίτημα της «αντιδομής» και της «μηδενικής δομής» το εμπόδιζε βέβαια να υλοποιηθεί η έμπρακτη επιβολή ενός ηγέτη, η λατρεία ενός «σταρ» ή η έμπλεη πίστεως επίκληση των ιερέων και των προφητών της επανάστασης, όμως αυτό ή παραβλεπόταν εντελώς ή δεν θεωρούνταν ως αποφασιστικό μειονέκτημα, εφ’ όσον ο παραμερισμός της παλιάς «δομής» φαινόταν να εγγυάται από μόνος του τη δυνατότητα της αυτοπραγμάτωσης. Δομή σήμαινε όριο και περιορισμός, επομένως η καταστροφή της ισοδυναμούσε ipso facto με τη δημιουργία ενός ελεύθερου χώρου για εκδίπλωση του αυθορμητισμού και της δημιουργικότητας. Σημαντικό και χαρακτηριστικό είναι τώρα ότι ο ορμητικός πόθος παραμερισμού της δομής και πραγμάτωσης της αντιδομής ή της μηδενικής δομής θέλει να εκφρασθεί μέσα από το ίδιο το σώμα. Το κάνει με τη μουσική του ροκ λ.χ. ή με τον χορό ως ελεύθερη κίνηση, όπου το άτομο μπορεί να πετάξει από πάνω του δεσμά, να αρθρώσει μια διαμαρτυρία ή να αποφορτισθεί ακριβώς μέσα στην ένταση. Η αποκοπή της κουλτούρας των νέων από το αστικό απολλώνειο στοιχείο και η στροφή της προς το διονυσιακό, ακριβώς μέσα στην αναζήτηση της επαρκούς σωματικής έκφρασης της αντιδομής ή της μηδενικής δομής, φθάνει στο αποκορύφωμά της με την καινούργια τοποθέτηση απέναντι στη βία και στη γενετήσια σχέση. Και οι δύο αυτές φαίνονται τώρα ως τουλάχιστον δυνητική εκδήλωση αυθορμητισμού και ελευθερίας, δυναμισμού και υπέρβασης στενών συμβατικών περιορισμών. Η πολιτικοποιημένη πτέρυγα της πολιτισμικής επανάστασης ασκεί βέβαια τη λατρεία της βίας μονάχα σε συνάφεια με επαναστατικές η πολιτικά εμπνευσμένες τρομοκρατικές πράξεις, όμως εδώ συχνά απλώς θεωρητικοποιείται ότι δεχόταν και εφάρμοζε δίχως βαθυστόχαστες εκλογικεύσεις η βία των απολιτικών πληβείων της περιθωριακής κουλτούρας: ότι δηλαδή η βία πραγματοποιεί με τον αμεσότερο δυνατό τρόπο το επιθυμητό υπαρξιακό ξέσπασμα και ξεπέταγμα, ότι ως αυτοτελής πράξη ανεξάρτητα από στρατηγικές και αποτελέσματα έχει απελευθερωτική επήρεια και ότι τέλος μπορεί να επιφέρει την κάθαρση του κοινωνικού δράματος. Ανάλογα αιτιολογήθηκε και η αποθέωση της γενετήσιας σχέσης από μέρους της πολιτισμικής επανάστασης, η οποία στο ζήτημα αυτό υιοθέτησε και επεξεργάσθηκε μοτίβα ήδη διαμορφωμένα στον λογοτεχνικό μοντερνισμό και στην πρωτοπορία. Πρώτα-πρώτα η γενετήσια σχέση θεωρήθηκε ως ο κατ’ εξοχήν τομέας όπου μπορούσε να επιτελεσθεί μέσα στο επιθυμητό επικοινωνιακό πλαίσιο η αυτοανακάλυψη και η αυτοπραγμάτωση· η ελεύθερη εκδίπλωση του σώματος και των ψυχορμήτων θα έδινε το έρεισμα για να παραμερισθεί η ηθική της αυτοϋπέρβασης και η ανθρωπολογία του Λόγου. Σ’ αυτήν την προοπτική η γενετήσια σχέση μερικές φορές υμνήθηκε ως λύτρωση και ως αποδέσμευση βαθύτατων υπαρξιακών δυνάμεων, οι οποίες τάχα είναι συνυφασμένες με μιαν αρχέγονη κοσμική δύναμη· αναπτύχθηκε με άλλα λόγια ένας μυστικισμός της σάρκας, όπου η γενετήσια πράξη εμφανίσθηκε ως οιονεί θρησκευτική τελετουργία, την οποία επιτελούν οι άνθρωποι μετά τον θάνατο του πνευματικού Θεού στο όνομα της αποθεωμένης σάρκας. Στις μυθοπλασίες αυτές λάνθαναν δύο αντιαστικές συνέπειες της λατρείας του γενετήσιου στοιχείου, όπως την ασκούσε η πολιτισμική επανάσταση. Από τη μια πλευρά η ανοιχτή θεματοποίηση ή και η επιδεικτική προβολή της προσωπικής σφαίρας επιβοήθησε την άρση του χωρισμού ανάμεσα σε δημόσιο και σε ιδιωτικό, ενώ από την άλλη η ανατίμηση και τελικά η αυτονόμηση του γενετήσιου παράγοντα προκάλεσε την αποκοπή του από τους ηθικούς και θεσμικούς δεσμούς, στους οποίους έπρεπε να υπόκειται σύμφωνα με την αστική αντίληψη. Η γενετήσια ορμή δεν διοχετεύεται πια κατά τις ανάγκες της αγάπης, της πίστης και του γάμου, παρά αφήνεται στο ελεύθερο παιγνίδι των εκάστοτε ορέξεών της· γι’ αυτό και τώρα φαίνονται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι μορφές της εκείνες που είναι οι λιγότερο κατάλληλες να υπηρετήσουν θεσμικούς και κοινωνικούς σκοπούς, και ανακαλύπτεται το επαναστατικό δυναμικό των γενετήσιων διαστροφών ως τρόπων συμπεριφοράς, οι οποίοι από τη φύση τους αντιστρατεύονται τους αστικούς κομφορμισμούς και αποδιαρθρώνουν τούς μηχανισμούς της κοινωνικής πειθάρχησης.

     Καθώς η πολιτισμική επανάσταση εμφανίσθηκε με την αυτάρεσκη όψη του φοβήτρου των αστών, γέννησε σε πολλούς την εντύπωση ότι θα μπορούσε να επιφέρει την ανατροπή του «συστήματος». Στην πραγματικότητα δεν ήταν επανάσταση, αν μ’ αυτό εννοούμε την αντικατάσταση ενός κοινωνικού σχηματισμού από έναν άλλον ή μιας μορφής κυριαρχίας από μιαν άλλη, παρά ένα κίνημα αναπροσαρμογής στον δρόμο προς τη μαζική δημοκρατία. Όπως είπαμε, συνέβαλε στον παραμερισμό των καταλοίπων των αστικών αξιών και τρόπων συμπεριφοράς και ενίσχυσε ιδέες και στάσεις σύμφωνες με τη λειτουργία της μετααστικής κοινωνίας. Το κεντρικό της αίτημα, δηλαδή η επίτευξη ή η βίωση της αυτοπραγμάτωσης εδώ και τώρα, ανταποκρινόταν δομικά σ’ ένα ουσιαστικό γνώρισμα της μαζικά καταναλωτικής και ηδονιστικά προσανατολισμένης μαζικής δημοκρατίας, ότι δηλαδή μπορεί και οφείλει να καταναλώνει κανείς εδώ και τώρα. Αν επί πλέον εξετάσουμε τα επί μέρους αιτήματά της, μεταφράζοντάς τα στην αντικειμενική γλώσσα της συγκεκριμένης εφαρμογής τους μέσα στις δεδομένες περιστάσεις, τότε διαπιστώνουμε ότι όλα ανεξαιρέτως διέπονταν από την εσωτερική λογική της μαζικά καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας. Έτσι π.χ. η λεγόμενη σεξουαλική επανάσταση, από τη νομιμοποίηση της γενετήσιας διαστροφής ίσαμε τη νομιμοποίηση της έκτρωσης, επιβοήθησε την αποσύνθεση της οικογένειας και επομένως την κατάτμηση της κοινωνίας σε άτομα και την επίταση της κοινωνικής κινητικότητας. Η συνάρτηση των αιτημάτων της πολιτισμικής επανάστασης με τον τρόπο λειτουργίας της μαζικά καταναλωτικής μαζικής δημοκρατίας είναι όμως και άμεση, και γίνεται πρόδηλη αν σκεφθεί κανείς τι συνεπάγεται η αυτοπραγμάτωση όσον αφορά στην κατανάλωση, από μοτοσυκλέτες και ταξίδια ίσαμε τις ηλεκτρονικές συσκευές και τα μουσικά όργανα — κι ας μη μιλήσουμε για το φτηνό πρακτικό ντύσιμο, το οποίο θέτει εκποδών την αστική αντίληψη της άψογης εξωτερικής εμφάνισης. Η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, ως μαζικήπαραγωγή, αυξήθηκε αναγκαστικά για να ικανοποιήσει ανάγκες που δημιούργησε ή διέδωσε η πολιτισμική επανάσταση. Η βιομηχανία έβαλε υπό την αιγίδα της τόσο τις πνευματικές όσο και τις υλικές ανάγκες της πολιτισμικής επανάστασης, εκχυδαΐζοντάς τες σύμφωνα με τις απαιτήσεις της μαζικής κατανάλωσης. Δεν είναι σύμπτωση που η βία και το σεξ κυριάρχησαν όσο ποτέ άλλοτε στην οθόνη, ακριβώς σε μιαν εποχή όπου ιδεολογοποιήθηκαν ή εξιδανικεύθηκαν από την πολιτισμική επανάσταση. Τούτη η αφομοιωτική ικανότητα του συστήματος δείχνει e contrario ότι η πολιτισμική επανάσταση στο σύνολό της προκάλεσε απλώς μιαν ήδη ωριμασμένη αλλαγή στο εποικοδόμημα, δηλαδή παραμέρισε απλώς ότι το «σύστημα» δεν χρειαζόταν πια, και μάλιστα έπρεπε να αποβάλει. Η ριζοσπαστικότατα των συνθημάτων της μπορεί βέβαια να γεννήσει οπτικές απάτες, όμως δεν σημαίνει τίποτε για την αντικειμενική λειτουργία του κινήματος. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά στην ιστορία που επιστρατεύθηκε περισσότερη ενεργητικότητα, ρητορική και ψευδαίσθηση απ’ όσο χρειαζόταν απαραίτητα για την επίτευξη του δεδομένου αποτελέσματος — όμως από την άλλη μεριά το αποτέλεσμα αυτό δεν θα είχε επιτευχθεί ποτέ, αν επιδιωκόταν με αιτήματα και με μέσα που θα βρίσκονταν σε καθαρά λογική σχέση προς τον σκοπό.

     Η ανικανότητα της πολιτισμικής επανάστασης να θίξει την τεχνική και οικονομική βάση του «συστήματος», συμπεριλαμβανομένων των «παραγωγικών σχέσεων», έγινε κατάδηλη με την αποτυχία της επίθεσής της ενάντια στην αρχή της απόδοσης. Και σ’ αυτό το νευραλγικό σημείο η (έμμεση) επίδρασή της εκδηλώθηκε με διορθωτικές αλλαγές που παραμέρισαν μερικά ξεπερασμένα πράγματα στις ιεραρχικές ή «αυταρχικές» δομές, κάνοντάς τες έτσι γενικά λειτουργικότερες για τις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας. Ακόμα και στην απόδοση δόθηκαν δραστικότερα κίνητρα χάρη στο μπόλιασμα ορισμένης δόσης ιδεών και αξιών της πολιτισμικής επανάστασης, όπως λ.χ. χάρη στον «εξανθρωπισμό του εργασιακού περιβάλλοντος», τη «συνδιαχείριση», τη μερική ανάμιξη εργασίας και παιγνιδιού, την αναγνώριση της προσωπικής πρωτοβουλίας κτλ. Εδώ η πολιτισμική επανάσταση διασταυρώθηκε με μακροπρόθεσμες τάσεις εγγενείς στην εξέλιξη της μαζικής δημοκρατίας, και γι’ αυτό είχε και μερικές απτές επιτυχίες. Διασταυρώθηκε επίσης με τη μακροπρόθεσμη εξέλιξη της μαζικής δημοκρατίας, υπό την έννοια ότι τα ιδεολογήματά της μπόρεσαν να βρουν εκπροσώπηση και εφαρμογή ακριβώς στον τομέα εκείνον που αναπτυσσόταν τότε: εννοούμε τον τομέα της παροχής (κοινωνικών) υπηρεσιών και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Πως έγιναν όλα αυτά το γνωρίζουμε αρκετά καλά — άλλωστε οι λόγοι είναι προφανείς. Εδώ πρέπει μόνο να αναφερθούμε σύντομα σε μια πολύ λεπτότερη διαδικασία, δηλαδή τη διαδικασία μέσω της οποίας αντιλήψεις, αξίες και συμπεριφορές της πολιτισμικής επανάστασης διείσδυσαν σε μάζες, που ελάχιστες λεπτομέρειες γνώριζαν για την πολιτισμική επανάσταση, και συχνά μάλιστα ούτε ήθελαν ν’ ακούσουν γι’ αυτή. Στη μαζική δημοκρατία, όπως και σε άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς, δεν συμμορφώνουν όλα τα άτομα και όλες οι ομάδες την καθημερινή τους ζωή με τον εκάστοτε ρηξικέλευθο και υπ’ αυτήν την έννοια κοινωνικά αποφασιστικό κώδικα — και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο έχουν τόση κοινωνιολογική σημασία ο τρόπος και η έκταση της διάδοσης τούτου του κώδικα πέρα από τη μειονότητα των αρχικών προασπιστών του. Στην περίπτωσή μας ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι χάρη στην επήρεια της πολιτισμικής επανάστασης έγινε καθημερινότητα πλατειών μαζών ότι προηγουμένως θεωρούνταν ως πρωτοπορία. Για να γίνει όμως αυτό χρειαζόταν εξ ίσου τόσο η ριζοσπαστική διατύπωση και εφαρμογή των συνθημάτων της πολιτισμικής επανάστασης από μέρους δυναμικών μειοψηφιών, έτσι ώστε να μπορέσουν τούτα τα συνθήματα να επισύρουν τη γενική προσοχή και να προκαλέσουν ρήγματα στο τείχος του κατεστημένου, όσο και η κατοπινή τους νόθευση, μεθερμηνεία και προσαρμογή, έτσι ώστε να μπορέσουν να επηρεάσουν και την πλειοψηφία εκείνη, η οποία δεν επιθυμούσε να συμπεριφερθεί ριζοσπαστικά, αλλά ήταν διατεθειμένη να εγκολπωθεί ριζοσπαστικά στοιχεία μετά την πολιτογράφησή τους στην καθημερινή ζωή. Με άλλα λόγια: τα συνθήματα και οι στάσεις της πολιτισμικής επανάστασης μπόρεσαν να αγκαλιάσουν ευρύτερες μάζες στον βαθμό που η ριζοσπαστικότατα και ο κομφορμισμός συγχωνεύθηκαν, και μέσα από διάφορους παρακαμπτηρίους δρόμους η προηγούμενη ριζοσπαστικότητα μετατράπηκε σε νέο κομφορμισμό. Για να το πούμε πιο συγκεκριμένα: η αχαλίνωτη περιφρόνηση της πολιτισμικής επανάστασης για τούς καλούς τρόπους πήρε τη μορφή της αυθόρμητης χρήσης του ενικού αριθμού, της ανοιχτής έκφρασης, του ελεύθερου λεξιλογίου, των φιλιών και των εναγκαλισμών ως τύπων χαιρετισμού· η επιδεικτική παραμέληση της ενδυμασίας πήρε τη μορφή της προτίμησης για τον ανοιχτό γιακά και τα ρούχα της σχόλης· τα όργια πήραν τη μορφή της μεγαλύτερης άνεσης στη διάπραξη μοιχείας, των χωριστών διακοπών ή της ανταλλαγής ερωτικού συντρόφου. Τέτοιες μορφές συμπεριφοράς αποτελούσαν μιαν εξημέρωση της πολιτισμικής επανάστασης προ παντός προς χρήση ενός μεσαίου στρώματος, το οποίο διαθέτει σχετικά υψηλές δυνατότητες κατανάλωσης και κατά τα άλλα επιδιώκει να συνδυάσει τούς ελεύθερους τρόπους με την εξεζητημένη κομψότητα, να δείξει την εκλέπτυνσή του μιλώντας για μάρκες κρασιών, να βιώσει την «περιπέτεια» σε εξωτικά ταξίδια με τη διαμεσολάβηση ταξιδιωτικών πρακτορείων ή να αναπτύξει οικολογική συνείδηση έχοντας εξασφαλισμένα εισοδήματα. Η μετατροπή της πολιτισμικής επανάστασης σε καθημερινότητα και η εξημέρωσή της επηρέασε επί πλέον τη συμπεριφορά και τα ήθη στρωμάτων που προσπαθούν να ανέβουν στο κοινωνικό επίπεδο αυτού του μέσου στρώματος — όπως επηρέασε και τούς ίδιους τούς (πρώην) εκπροσώπους της πολιτισμικής επανάστασης. Όσο η πολιτισμική επανάσταση βρισκόταν στην κορύφωσή της και αρθρωνόταν σε διαφορετικά, λίγο-πολύ ορατά ρεύματα, αναμιγνυόταν εντός της η πολιτική στράτευση με την αντικομφορμιστική συμπεριφορά. Όταν άρχισε να μετατρέπεται σε καθημερινότητα, η άμεσα πολιτική της πτέρυγα συρρικνώθηκε σε μερικές αιρέσεις, που όντας κοινωνικά απομονωμένες έτειναν προς έναν μισαλλόδοξο επαναστατικό ασκητισμό, ενώ η αντικομφορμιστική συμπεριφορά μετριάσθηκε κι έγινε αποδεκτή στους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους, και μάλιστα και της μόδας. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, το πρακτικό ζήτημα δεν ήταν πια ν’ αντικατασταθεί η σταδιοδρομία και το επάγγελμα από την αυτοπραγμάτωση, παρά επικράτησε η στάση της σύνδεσης του επαγγέλματος και της σταδιοδρομίας με την αυτοπραγμάτωση διά μέσου διαφόρων παρακαμπτηρίων οδών και εκλογικεύσεων («πορεία μέσα από τούς θεσμούς», «στρατευμένος κοινωνικός λειτουργός» κτλ.). Οι πλείστοι πρώην εκπρόσωποι της πολιτισμικής επανάστασης το πέτυχαν αυτό σχετικά άκοπα, εφ’ όσον μάλιστα από το κατεστημένο δεν τούς χώριζαν ποταμοί αίματος ούτε ηρωικές εκατόμβες. Από ψυχολογική άποψη, το κίνημά τους, το οποίο άλλωστε αναπτύχθηκε μέσα στο ασφαλές πλαίσιο ενός λίγο-πολύ άθικτου κράτους δικαίου, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εξέγερση παραχαϊδεμένων παιδιών ενάντια σε ευνουχισμένους γονείς. Αυτό δεν λέγεται υποτιμητικά, αφού μάλιστα η τέτοια διαπίστωση διόλου δεν μειώνει την κοινωνική επίδραση της πολιτισμικής επανάστασης, παρά απλώς θέλει να εκφράσει παραστατικά το γεγονός ότι στην ατμόσφαιρα της μαζικής δημοκρατίας ακόμα κι οι επαναστάσεις έχουν χροιά ηδονιστική.

Απ’ το βιβλίο: Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, σελ. 268-273,1991, εκδ. Θεμέλιο.

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“On the balcony”, 1956) είναι έργο του, βρετανού, Peter Blake.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here