Χαιρετισμοί και Ακάθιστος, το sold out της Σαρακοστής

14
671

Προσπαθῆστε μέρες ποὺ εἶναι νὰ προτείνεται σὲ ἕναν μετέφηβο νὰ παρακολουθήσει τοὺς Χαιρετισμοὺς χωρὶς νὰ ἀποσπάσετε (α) τὸ βλέμμα πληξάρας ἑνὸς μεσήλικος ἐν ὄψει τοῦ ἐτησίου ἰατρικοῦ τσὲκ-ἄπ του ἢ (β) τὸ βλέμμα ἑνὸς πολίτη ὅταν μαθαίνει πὼς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ περάσει τὰ ἑπόμενα πρωινά του σὲ δημόσιες ὑπηρεσίες. Ἀδύνατον. Ναὶ μὲν οἱ ἐκκλησίες εἶναι γεμάτες αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευές, ἀλλὰ ἂν λάβουμε ὑπ’ ὄψιν μας τὸ ποιά ὑμνολογία ἀναγιγνώσκεται ἐκεῖ μέσα, δὲν εἶναι οὔτε γιὰ ἀστεῖο τόσο γεμάτες ὅσο θὰ ἔπρεπε!

Ἐν ὀλίγοις: στὸ παρὸν σημείωμα θὰ προσπαθήσω νὰ διατυπώσω ὀλίγες νύξεις σχετικὰ μὲ τὴν αἰσθητικὴ τέρψη ποὺ προκαλοῦν οἱ τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου ὡς ἀκρόαμα ἢ κείμενο θεατρικὸ/λογοτεχνικό, ἀσχέτως μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὲς ἀποτελοῦν Χαιρετισμοὺς τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Θεοτόκο, καὶ μάλιστα στὸν χρόνο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται γιὰ τὸ εὐχαριστιακὸ σῶμα ὡς σημασία καὶ ὡς λειτουργία). Καὶ νὰ διερωτηθῶ γιατί ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὶς πέντε αὐτὲς Παρασκευὲς ὅσοι δὲν συμπεριλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους στὸ «χριστεπώνυμον πλήρωμα», ἀλλὰ ὁρκίζονται γιὰ τὶς θύραθεν φιλο-καλικές τους εὐαισθησίες (ὁπότε, ἢ τὰ αἰσθητικὰ κριτήρια τοῦ γράφοντος ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν μετοχή του στὴν Ἐκκλησία ἢ οἱ εὐαισθησίες τῶν θύραθεν φίλων στεροῦνται τὸ πλήρωμα τῆς εἰλικρινείας ἐλέῳ ἰδεολογικοῦ κωλύματος ἢ κολλήματος). Τὸ ζήτημα ἔχει καλυφθεῖ ἀπὸ πολὺ ἱκανώτερους, ἀλλὰ ἡ ἐπικαιρότητα εἶναι ἐπικαιρότητα!, καὶ τὸ manifesto τυγχάνει καὶ ἐντὸς τόπου καὶ ἐντὸς χρόνου.

Μοῦ φαίνεται ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ προσεγγίσει κάποιος τὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο ἀπὸ λογοτεχνικῆς ἀπόψεως χωρὶς νὰ ἀποφανθεῖ παραυτίκα πὼς πρόκειτα περὶ ἀριστουργήματος. Ἂς προσεγγίσουμε τὸ κείμενο ὡς κείμενο:

Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ὁ Ἀκάθιστος ἔχει καθαρὰ θεατρικὴ δομή, καὶ μάλιστα ἐξόχως χαριτωμένη (μὲ τὸ ἔτυμον τῆς λέξεως), ἀφηγεῖται μιὰ ἱστορία -τῆς ὁποίας τοὺς διαλόγους παραθέτει αὐτούσιους: στὴν πρώτη πράξη, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ ἐπισκέπτεται τὴν Θεοτόκο∙ καὶ μόλις τὴν ἀντικρύζει, ἀρχίζει τὸ ἐγκώμιο: «Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει! Χαῖρε, δι’ ἧς ἡ ἀρὰ (=κατάρα) ἐκλείψει» καὶ λοιπὰ καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ στιχομυθία τῆς Θεοτόκου μὲ τὸν Γαβριήλ, καὶ μετὰ είσερχόμαστε στὴν δεύτερη πράξη: ἡ Θεοτόκος ἐπισκέπτεται τὴν συγγενῆ της Ἐλισάβετ, τὴν σύζυγο τοῦ Ζαχαρίου καὶ μητέρα τοῦ Προδρόμου. Ὁ Πρόδρομος, ἔμβρυο στὴν μήτρα τῆς Ἐλισάβετ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ Θεοτόκος ἐγκυμονεῖ τὸν Χριστὸ καὶ «ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν» (χοροπηδώντας στὴν μήτρα ἀντὶ γιὰ νὰ φωνάξει, γιατὶ ποῦ νὰ φωνάξει τὸ ἔμβρυο)[1], ἀρχίζει: «Χαῖρε […]! Χαῖρε […]!» καὶ λοιπά. Ἀκολουθεῖ ἕνα μικρὸ ἐπεισόδιο μὲ τὸν Ἰωσήφ, τὸν σύζυγο τῆς Μαρίας, ὁ ὁποῖος ὅσο νά’ναι ἔχει ἀρχικὰ τὶς ἀμφιβολίες του[2], καὶ μπαίνουμε στὴν τρίτη πράξη τῆς ἱστορίας μας: οἱ ποιμένες, οἱ βοσκοί, μαθαίνουν γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς ἐνσαρκώσεως[3] καὶ ἀρχίζουν τὴν δοξολογία τους πρὸς τὴν Θεοτόκο μὲ λεξιλόγιο ποὺ προκύπτει ἀπὸ τά… ζητήματα τοῦ ἐπαγγελματικοῦ τους κλάδου: «Χαῖρε, ἁμνοῦ καὶ ποιμένος μήτηρ∙ χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» [4] (τώρα πεῖτε μου, δὲν διαπιστώνετε ἐδῶ τὸ λεπτὸ χιοῦμορ τοῦ ἰδιοφυοῦς ὑμνογράφου, ἀναμεμειγμένο μὲ τὴν ὄντως φιλοκαλία του;). Στὴν τέταρτη πράξη, μαθαίνουν διὰ τοῦ ἀστέρος τὰ νέα οἱ Μάγοι καὶ ἀρχίζουν τοὺς Χαιρετισμούς τους∙ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες πράξεις, καὶ δὲν ἔχουμε κἂν μπεῖ στὴν τρίτη ἀπὸ τὶς τέσσερις στάσεις τοῦ Ἀκαθίστου, βρισκόμαστε ἀκόμα στὶς δύο πρῶτες…

Πρόκειται, σαφῶς, περὶ κειμένου θεατρικοῦ. Βέβαια, οἱ «Χαιρετισμοί», τὰ «Χαῖρε […]! Χαῖρε […]!» προφανῶς δὲν ἀνήκουν μόνον στὰ πρόσωπα τῆς ἱστορίας ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Ἀκάθιστος, στὸν Ἀρχάγγελο, στοὺς Ποιμένες, στοὺς Μάγους κ.λπ., ἀλλὰ ταυτόχρονα [ἢ πρωτίστως] στοὺς μετέχοντες στὴν Ἀκολουθία πιστούς, τὴν Παρασκευὴ στὴν ἐκκλησία, οἱ ὁποῖοι τὰ κραυγάζουν ὡς δρῶντα πρόσωπα τοῦ δράματος διὰ τοῦ Πρεσβυτέρου τους.

Ἡ θεατρικὴ ἀμεσότητα τῶν Χαιρετισμῶν δὲν ἐξαντλεῖται στὰ «Χαῖρε […]! Χαῖρε […]!» ποὺ ψάλλει ὁ λαὸς τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ βρίσκεται καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ κειμένου, ὅπου τὰ συναντᾶμε ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ θὰ τὰ συναντούσαμε σὲ ἕνα θεατρικὸ κείμενο ἢ κινηματογραφικὸ σενάριο, καὶ δὴ μὲ κλιμάκωση: ρωτᾶ ἡ Θεοτόκος τὸν Ἀρχάγγελο:

-«Ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις;»

-«Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν υἱὸν πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; Λέξον μοι!»

Πέρα ἀπὸ τὴν θεατρικότητα, τὸ κείμενο τοῦ Ἀκαθίστου καθορίζεται ἀπὸ τὸν πανταχοῦ παρόντα ρυθμό του: ὁλόκληρο τὸ κείμενο διαρθρώνεται γύρω ἀπὸ τὸ ἑξῆς ἐπαναλαμβανόμενο μοτίβο: ἀφ’ ἑνὸς (α) τὴν ἀλληλουχία τῶν πολλῶν ζευγῶν ἰσόποσων στίχων σὲ κάθε χαιρετισμὸ/ἐγκώμιο, «Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα∙ χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα» κλ.π., καὶ ἀφ’ ἑτέρου (β) τὴν ἐναλλαγὴ τοῦ ἀκροτελεύτιου σὲ κάθε χαιρετισμὸ «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» μὲ τὸ «Ἀλληλούϊα» ποὺ κάθε φορὰ ἕπεται στὸ κείμενο. Τὸ ζήτημα βέβαια δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ ἂν ὑφίσταται ἰσορροπία καὶ ρυθμὸς σὲ ἕνα κείμενο, ἀλλὰ τὸ μὲ πόση μαεστρία πραγματώνονται αὐτά. Μιὰ ἀνάγνωση τοῦ Ἀκαθίστου θὰ σᾶς πείσει!

Προσέξτε τώρα τὴν μουσικότητα τοῦ κειμένου: ἁπλῶς διαβάστε ἀργά, ρυθμικὰ καὶ δυνατὰ τὸ ἀκόλουθο ἀπόσπασμα-παράδειγμα:

«Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτὴν ἐν ἀγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως∙»

–       ∪   ∪  ∪  ∪  – ∪  ∪ ∪    –   ∪   ∪    –  ∪    ∪   –   ∪    ∪   ∪  –     ∪     ∪    –  ∪

Ὅπερ ἔδει δεῖξαι.

Ἂς προχωρήσουμε στὶς ποιητικὲς ἀρετὲς τοῦ κειμένου, στὴν καθ’ ἑαυτὴν ποιητική του γλαφυρότητα, μέσῳ ἐλάχιστων παραδειγμάτων, σχεδὸν τυχαίων μέσα στὸν κυκεώνα τῶν διατυπώσεων-ἐπιτευγμάτων:

«Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις∙  χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.»

Καὶ μόνον αὐτὸν τὸν στίχο νὰ ἀποσπάσει κανείς, ἀντιλαμβάνεται τὸ κατόρθωμα τῆς ἐκφραστικῆς. Πῶς νὰ τὸν σχολιάσει κανεὶς χωρὶς νὰ τὸν μαγαρίσει…

Ἑπόμενο:

«Καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νυδήν,/ ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν / ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν».

Τὸ ἀποδίδω στὴν τρέχουσα μορφὴ τῆς γλώσσας γιὰ τὶς ἀνάγκες ὅσων ἔμαθαν ἑλληνικὰ ἐπὶ ὑπουργίας Διαμαντοπούλου: «καὶ ὑπέδειξε τὴν εὔφορη μήτρα της (νυδὴς=μῆτρα) ὡς χωράφι καλὸ γιὰ ὅλους, ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ θερίσουν τὴν σωτηρία». Τὸ «νυδὴν» ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴν ὁμοιοκαταληξία «ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδύν», ἡ ὁποία ὅμως συμπαρασύρει καὶ τὸ περιεχόμενο τῶν στίχων, τὸ νόημα, ἀφοῦ τὴν χρήση τῆς ἔννοιας τοῦ ἀγροῦ ἀκολουθεῖ ἡ ἔννοια τοῦ θερισμοῦ, τοῦ θερισμοῦ τῆς σωτηρίας ὅμως. Τὸ λοιπόν, ἂς ἀναφωνήσω ἀσμένως: λογοτεχνία, ὄχι ἀστεῖα! Σὲ ὅλο τὸν Ἀκάθιστο παρατηρεῖται τέλεια χρήση τῶν ἐκφραστικῶν τρόπων τῆς γλώσσας: ἐδῶ θὰ μνημονεύσουμε τὴν εὐστοχώτατη κρίση τοῦ Κώστα Ζουράρι, ὁ ὁποῖος διαβεβαιώνει ὅτι «τὰ τρία σημαντικώτερα καὶ τελειώτερα ποιήματα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι ἡ Ἰλιάδα, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος καὶ ὁ Ἐρωτόκριτος».[5] Ἐνίοτε ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι κάποιες ὁμοιοκαταληξίες ἔχουν ἐπιλεγεῖ ἀκριβῶς γιὰ νὰ προξενήσουν ἕνα χαμόγελο λόγῳ μιᾶς ζυγισμένης ὑπερβολῆς τους, στὰ πλαίσια τοῦ κατὰ τὴ γνώμη μου σκόπιμου καὶ ὑπαρκτοῦ λεπτοτάτου χιοῦμορ σὲ μερικὰ (μᾶλλον λίγα) σημεῖα τοῦ κειμένου: «μέλλοντος Συμεῶνος τοῦ παρόντος αἰῶνος μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος…». Ἀλλοῦ ἡ ὁμοιοκαταληξία «δένει» ἐκθαμβωτικὰ μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ στίχου, σὲ σχῆμα θέσης-ἄρσης (ἢ συναμφότερου): «Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα∙ χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα». Παράλληλα, τὸ κείμενο βρίθει συνειρμικῶν εἰκόνων σπάνιας μαεστρίας: «ρήτορας πολυφθόγγους ὡς ἰχθύας ἀφώνους ὁρῶμεν ἐπὶ σοί, Θεοτόκε» κλπ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀποσπάσματα χάνουν μεγάλο κομμάτι ἀπὸ τὴν αἴγλη τους ὅταν παρατίθενται ἀποκομμένα ἀπὸ τὴν ἑνότητα τοῦ κειμένου, ἀπὸ τὸν ρυθμό του, τὴν θεατρικότητά του καὶ τὴν ἰσορροπία του: ἐνταγμένα ὅμως στὴν ὁλότητά του σὲ κάνουν, πραγματικά, νὰ παλαβώνεις.

Νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Ἀκάθιστος χωρίζεται σὲ 24 «οἴκους» (στροφές), ὁ καθεὶς ἐκ τῶν ὁποίων ξεκινᾶ μὲ ἕνα γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου[6]: δηλαδή, ὅλα αὐτὰ τὰ γλωσσικὰ ἐπιτεύγματα ποὺ ἀναφέραμε καταφέρνουν καὶ ἀνθοῦν μέσα στὸν (φαινομενικὸ) νάρθηκα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἔναρξης κάθε οἴκου-στροφῆς ἀπὸ τὸ ἑπόμενο γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου!

Εἴπαμε ὅτι θὰ ἐξετάσουμε τὸν Ἀκάθιστο μόνον ὡς λογοτεχνικὸ/θεατρικὸ κείμενο. Δὲν θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ πῶς θεολογεῖ αὐτὸ τὸ κείμενο, σὲ τί βάθος καὶ μὲ πόση ὀμορφιά. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ ἐνδώσω στὸν πειρασμὸ καὶ νὰ παραθέσω ἕνα, μόνο ἕνα, ψῆγμα τῆς θεολογίας τοῦ κειμένου, τὸ πῶς εἰκονογραφεῖ τὸ ὅτι «παρῆλθεν ἡ κατάρα τοῦ Νόμου»:

«Χάριν δοῦναι θελήσας ὀφλημάτων ἀρχαίων ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ ἑαυτοῦ πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος∙ καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὔτως∙ Ἀλληλούϊα!»

Τί εἰκόνα: γράφονται καὶ καταγράφονται τὰ «ὀφλήματα» τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ πλέον ἀρχαῖα χρόνια, διαρκῶς: καὶ ξαφνικά, ὁ Θεὸς ἁπλῶς -ἁπλούστατα- «σχίζει τὸ χειρόγραφο». Ἡ Θεολογία ὡς Ὀμορφιά!

Ὁ θαυμασμὸς ποὺ προκαλεῖ αὐτὸ τὸ ἀριστουργηματικὸ κείμενο, ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, δύναται νὰ καταστήσει τοῦτο ‘δῶ τὸ ἄρθρο σχοινοτενέστατο καὶ πάνυ οὐρανομῆκες, γι’ αὐτὸ συγκρατοῦμαι καὶ καταλήγω κάπου ἐδῶ. Δὲν μπορῶ ὅμως νὰ μὴν διερωτηθῶ: δὲν εἶναι πραγματικὰ κρῖμα νὰ διαβάζεται τέτοιο ἀριστούργημα σὲ μιὰ ἐκκλησία δίπλα σου, στὴ γειτονιά σου, νὰ ψάλλεται καὶ νὰ ἀπαγγέλεται ἕνα κείμενο ζωντανὸ[7] ποὺ ἀποπνέει τόση ὀμορφιὰ καὶ δωρίζει τέτοια ἀγαλλίαση στὴν καρδιά σου ἀπὸ τὸ κάλλος του καὶ μόνο, καὶ ἐσὺ νὰ ἀπέχεις λόγῳ τῆς βλακώδους ἀναγωγῆς «ἐκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμὸς» ἢ λόγῳ ἀνεξηγήτου πλὴν μείζονος πληξάρας; Εἶναι δυνατὸν νὰ λείπεις, νὰ μὴν εἶσαι ἐκεῖ, ἀσχέτως τῆς σχέσης σου μὲ τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονός; Πόσῳ δὲ μᾶλλον ἂν καμώνεσαι ὅτι ἀσχολεῖσαι ἔστω καὶ λίγο μὲ τὰ γράμματα ἢ τὴν Τέχνη! Ἀναπηρία!


[1] Παραθέτω τὸ ἀπόσπασμα, διότι μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν παραθέσω τοὐλάχιστον τοὺς πρώτους στίχους τοῦ ἐγκωμίου τοῦ βρέφους λόγῳ τῆς ἐκθαμβωτικῆς λογοτεχνικῆς καὶ εἰκονολογικῆς ὀμορφιᾶς τους: «Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε∙ καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον∙ Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα∙ χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα. Χαῖρε γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον∙ χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα».

[2] «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, […] κλεψίγαμον ὑπονοῶν ἄμεμπτε∙ μαθὼν δὲ σοῦ τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου ἔφη∙ Ἀλληλούϊα!»

[3] Καὶ πάλι, ἀδύνατον νὰ μὴν παρατεθεῖ ἡ ὀμορφιὰ τῆς εἰκόνας: «[…] θεωροῦσι τοῦτον (σ.σ.: τὸν Χριστὸ) ὡς ἀμνὸν ἄμωμον ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα…».

[4] Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ: ὁ Κώστας Ζουράρις ἔχει ἀναλύσει πολλάκις καὶ μὲ ζηλευτὴ μαεστρία τὸ «χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων» ὡς σύνοψη τῆς ἑλληνικῆς («ἰλιαδορωμέηκης») πολιτικῆς θεωρίας: ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς παρούσης.

[5] Μά, αὐτὸ εἶναι τὸ δράμα: ὅτι ὁ Ἀκάθιστος, αὐτὴ ἡ κείμενη τελειότητα, ἀποτελεῖ γιὰ ἀρκετοὺς «προοδευτικοὺς» συμπολίτες μας (νὰ χαρῶ ἐγὼ πρόοδο!) ἁπλῶς ἕνα θρησκευτικὸ κείμενο γιὰ ἀφελῆ γραϊδια∙ ἔχουν τὸν θησαυρὸ στὸ ντουλάπι τους καὶ ἀδυνατοῦν νὰ τὸν ἐκτιμήσουν. Ὁ ὄντως ἀθεόφοβος Βασίλης Ἀλεξάκης ἐκφράζει τὴν ἄποψη στὸ ἐντυπωσιακὰ εὐπώλητο βιβλίο του «μ.Χ.» ὅτι «ὁ Ἀκάθιστος εἶναι τόσο δημοφιλὴς ἐπειδὴ εἶναι παντελῶς δυσνόητος∙ δὲν ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία»- ἢ κάπως ἔτσι. Ἂς εἶναι…

[6] γγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη… Βλέπουσα ἡ Ἁγία ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ… Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι ἡ Παρθένος ζητοῦσα… Δύναμις τοῦ Ὑψίστου ἐπεσκίασε τότε πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω…

[7] ζωντανό: διαβάζεται ΚΑΘΕ χρόνο σὲ ΚΑΘΕ ἐκκλησία/γειτονιὰ ἀπὸ πραγματικοὺς ἀνθρώπους, κάθε προέλευσης/τάξης/μόρφωσης κ.λπ. Περίπου 1.400 χρόνια τώρα. 1.400 χρόνια! Πραγματικὸ λαϊκὸ γεγονός, λαοῦ ζῶντος καὶ πάντοτε παρόντος, ἐκεῖ, αὐτὲς τὶς πέντε Παρασκευὲς τοῦ χρόνου. Ποῦ ἀλλοῦ!

 

πηγή: Αντίφωνο, από τὸ περιοδικὸ Manifesto, τχ.24

 

14 Σχόλια

  1. εξαιρετικό κείμενο , που θίγει με λεπτότητα μεν , οξύτητα δε ,

    το μεγάλο θέμα της καλλιεργούμενης συστηματικά -και πολύ

    βολικής – λεβεντοαπαιδευσίας και δήθεν προοδευτικής κουτοχορτο-

    φαγίας . Η Ορθόδοξη Εκκλησία έστω και μόνο αισθητικά,ποιητικά,

    μουσικά,αγιογραφικά,θεατρολογικά,κοινοτικά,αρχιτεκτονικά, διατροφο-

    λογικά, κ.λ.π. να την πλησιάσει κάποιος,είναι ανυπέρβλητη.

    ( εγώ δε προσωπικά δεν βρίσκω πως υπάρχει πραγματικό χάσμα μετξύ

    αρχαίας μας και νεώτερης Θρησκείας.)Γνωρίζω πολύ καλά τις αντιρρη-

    σεις επ’αυτού του κεντρικού για τον ψυχισμό μας ζητήματος,αλλά

    δεν με πείθουν. Σημασία εχει να επισημάνουμε τις συνέχειες ,το κρυ-

    φό νήμα που διατρέχει τον Ελληνισμό ( έχω τώρα κατα νού τους

    αριστουργηματικούς Ορφικούς Υμνους ,που τους απολαμβάνω

    ζωντανά στην εκκλησία). Η σχιζοφρενική κατάσταση των Νεοελλήνων

    οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σ’αυτόν τον εξωθεν και εκ του πονηρού

    επιβληθέντα διχασμό. Βεβαίως αν υπάρχει Χριστιανισμός αυτό το

    οφείλει στην αρχαιοελληνική παιδεία και γλώσσα. Γιατί αυτά τα δυο

    μεγάλα κλαδιά του Ελληνσμού να μην παραδεχτούν οτι προέρχονται

    απ’το ίδιο δέντρο; Προσοχή , δεν τα ταυτίζω , βλέπω ‘ομως πεντακά-

    θαρα την βαθύτερη ουσιαστική συγγένεια. Αν ο Ελληνισμός πρόκειται

    να έχει μέλλον -που θα έχει – αυτό θα βασιστεί στην αποδοχή της

    διαχρονικής του συνέχειας. Οι Υμνοι που λέτε , δεν ακούγονται στον

    τόπο αυτόν μόνο1.400 χρόνια , αλλά πολλές χιλιάδες περισσότερα!

    Οσοι ξένοι αγαπούν και νοιώθουν την Ελλάδα σαν πνευματική μάννα

    τους (και είναι πολλοί και κυρίως, καλοί,οι καλλίτεροι )την βλέπουν

    αυτην την βαθύτερη ενότητα , και ελπίζουν κι αυτοί πως θα στηριχ-

    τούν πνευματικά απ’ αυτό το δέντρο. Για πολλούς το θέμα αυτής

    ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ (της αρχαίας και της νεώ-

    τερης, ) είναι ταμπού. Μέσα στο λαϊκό όμως βίωμα δεν είναι. Αυτό

    το πεδίο έρευνας αρχίζει ήδη να ανοίγει .Δύσκολο,ακανθώδες,πολυ-

    μορφο,με πολλούς κινδύνους και πολλή ελπίδα. Την ομορφιά αυτής

    της υπαρκτής αλλά αγρίως κυνηγημένης βαθύτερης συνέχειας , την

    γνωρίζουμε , την βιώνουμε. Επόμενο (μεγάλο)βήμα -που θέλει και

    αρετή και τόλμη- είναι η σοβαρή και συστηματική προσέγγιση όλων

    των επιμέρους σχετικών ζητημάτων. Συγχωρήστε μου την πολυλογία,

    όμως διαβάζοντας το ωραίο κείμενό σας , κινητοποιήθηκαν μέσα

    μου αυτές οι σκέψεις ,όχι για πρώτη φορά βέβαια. Είμαι ενάντια

    στα μικρομάγαζα “εθνικών” τε και “χριστιανών”. Τον ελληνικό τρόπο

    τον νοιώθω ενιαίο ( μέσα στις άπειρες αντιφάσεις του,και ακριβώς

    εξ’αιτίας αυτών ). Καλή Ανάσταση λοιπόν,σε όλους και σε όλα!

  2. Αγαπητέ κ. Μητραλέξη,

    Θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σας ότι, στην ορθόδοξη – βυζαντινή υμνολογία – υμνωδία υπάρχουν πραγματικά λογοτεχνικά και μουσικά διαμάντια, μεταξύ των οποίων περίωπτη θέση κατέχει ο Ακάθιστος Ύμνος.
    Πως θα μπορούσε άλλωστε να ήταν αλλιώς, αφού όλ’ αυτά έχουν εκφραστεί ως “κραδασμοί και σπαράγματα ψυχής” των πιστών, οι οποίοι, στη προσπάθεια επικοινωνίας με το Θείο, πρόσφεραν ότι καλύτερο μπορούσε να προκύψει απ’ τις πνευματικές τους δυνατότητες.

    Όμως θα μου επιτρέψετε να πω ότι ο τρόπος που διαχειριστήκατε την αρχή και το τέλος του άρθρου σας, δεν συνάδει με την αντιληπτή, τουλάχιστον από μένα, αναφορά σας στην καλλιτεχνία της εν λόγω ανθρώπινης προσφοράς προς το Θείο.
    Ουδεμία σημασιολογική προσέγγιση μπορεί να υπάρξει μεταξύ της “χαζοχαρούμενης Πάττυ”, ως γεγονός καλλιτεχνικής προτίμησης από μια ομάδα ανθρώπων, και της έλλειψης μιας περισσότερο μαζικής προσέλευσης στις εκκλησίες, για τη παρακολούθηση και την απόλαυση του “μοναδικού θεατρικού κειμένου” των “Χαιρετισμών”.
    Επίσης, ουδεμία σημασιολογική προσέγγιση μπορεί να έχει ο οίστρος σας από την καλλιτεχνική ανάλυση του θρησκευτικού κειμένου, με τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς, που αποδίδετε στους απόντες από την “παράσταση”, ως βλακών και ανάπηρων.

    Άραγε, μήπως σας πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό ότι κάποιοι απ’ τους λόγους αυτής της απουσίας μπορεί να είναι ακριβώς ο τρόπος εκδήλωσης της θρησκευτικότητας στον τόπο της εκκλησίας ως θεατρικό δρώμενο;
    Μήπως έχετε σκεφτεί κάποια φορά ότι μπορεί να υπάρχουν και χριστιανοί, οι οποίοι, όντας έξω απ’ το μαντρί, προσπαθούν να βρουν ως τόπο θρησκευτικής ανάτασης και πνευματικής μέθεξης κάποια ταπεινά εκκλησάκια και πραγματικές μονές, απ’ τις ελάχιστες που απέμειναν έξω απ’ την αξιολόγηση ως τουριστικά αξιοθέατα με πλήθος επισκεπτών;
    Μήπως σκεφτήκατε, έστω και για μια στιγμή, ότι αυτό που σήμερα αποκαλείται εκκλησία μπορεί να έχει ένα μερίδιο ευθύνης για τη κατάντια της υποκουλτούρας του “Σκούμπι – ντού” και της “μείζωνος πληξάρας”, που σε μεγάλο βαθμό διακατέχει τον σημερινό άνθρωπο;

    Αν τίποτε απ’ όλ’ αυτά δεν πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό σας, τότε μπορώ να πω ότι κατανοώ το δικό σας κώλυμα ή κόλλημα, το οποίο σας επιτρέπει να εκφράζεστε απαξιωτικά για συνανθρώπους σας, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν την ίδια άποψη με σας.

  3. Εξαιρετικό το σχόλιο του κ. Παπανικολάου. Σοφά θα πράξει ο συγγραφέας του άρθρου, αν το λάβει υπ’ όψιν του. Δυστυχώς ή ευτυχώς, το θέμα δεν είναι τι λέμε αλλά τι πιστεύουμε: δεν μπορούμε να υμνούμε τον Θεό της Αγάπης (που σχίζει αδιαλείπτως τα χειρόγραφα των αμαρτιών μας), κατηγορώντας και βρίζοντας τους συνανθρώπους μας -κάτι δεν πάει καλά κι αυτό φαίνεται. Ο μεν Θεός συγχωρεί (καθώς είναι αγαθός), εμείς όμως (που δεν είμαστε κορόιδα) ανοίγουμε καινούρια τεφτέρια. Μάλλον δεν είν’ αυτός ο τρόπος της Εκκλησίας και, όπως λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, όποιος μνησικακεί και προσεύχεται, μοιάζει με άνθρωπο που σπέρνει στη θάλασσα και περιμένει να θερίσει. Αν, πραγματικά, έχουμε βρει κάποια αλήθεια που τρέφει και ζωογονεί το είναι μας, νοηματοδοτεί τη ζωή μας και μας στρέφει αγαπητικά προς τους άλλους ανθρώπους, δεν μπορούμε να υποτιμούμε κανέναν. Ας ελπίσουμε ότι θα δούμε πιο ευχάριστα πράγματα στο μέλλον.

  4. Πιστεύω ότι οι δυο προλαλλήσαντες σφάλλετε σε ένα σημείο: ο συγγραφέας του εν λόγω άρθρου δεν εκφράζει κατ’ ανάγκη τον θρησκευόμενο άνθρωπο. Άλλωστε το παρατηρεί και ο κ. Παπανικολάου: ο οποίος ενώ επικαλείται τον Αββά Ισαάκ, πέφτει στον ίδιο πειρασμό, να κατακρίνει, και μάλιστα με χαρακτηρισμούς που δεν συνάδουν με του “χριστιανικό” πνεύμα που επικαλείται (“κολλημένος” κλπ…).

    …και όπως βλέπετε εγώ κρίνω τον κ. Παπανικολάου, και κάποιος άλλος ίσως να με κρίνει, και το τραίνο θα μεγαλώνει…

    Το θέμα μας εδώ κ. Παπανικολάου (και ανώνυμε “φίλα κείμενε” -αν έχεις τέτοιους φίλους…-) δεν είναι η Πίστη του καθενός. Το θέμας μας είναι η απίστευτη αλλοτρίωση: ο ξεριζωμός, με την βία, της ρωμέικης Παιδείας και συνείδησης, του κοινού αισθήματος, από την καθημερινότητα του νεο-Έλληνα. Το 1982 με βία απαγορεύθηκε η χρήση των πνευμάτων σε δημόσια έγγραφα. Επιβλήθηκε το μονοτονικό. Έπειτα ήρθαν τα ιδιωτικά κανάλια, που ξέρουμε πολύ καλά ποιοί τα ελέγχουνε, και τί εξυπηρετούνε.

    Ο Μητραλέξης πονάει γι’ αυτό που συμβαίνει, και ό,τι το γράφει το γράφει με αγάπη: ΠΟΛΛΕΣ φορές αισθάνθηκα το ίδιο. ΔΕΝ είμαι ιδιαίτερα πιστός κύριοι, αλλά όσες φορές έχω μπει μέσα σε εκκλησία (οποιαδήποτε εκκλησία…) μεγαλοβδομαδιάτικα, ένιωσα να μεταρσιώνομαι, απ’ αυτά που ένιωθα. Ξαναγινόμουνα παιδί, δηλαδή σταματούσα να αναλύω: συμμετείχαν όλες μου οι αισθήσεις σε ένα δρώμενο που δεν αρκεί ο ανθρώπινος λόγος για να το περιγράψει. Εκείνη την στιγμή ένιωθα ότι “όλος ο κόσμος θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί, έστω και για λίγο…” ένιωθα “μοναξιά”, για το ότι φίλοι το ‘χαν ταμπου να μπούνε μέσα σε εκκλησία.

    Η οργή του Μητραλέξη δεν είναι η οργή που περιγράφει, άστοχα, κ. Παπανικολάου. Είναι η χαρμολύπη, χαρά και λύπη, χαρά και πόνος, που αισθάνεται όποιος αγαπά.

  5. Σύντομο σχόλιο:
    Νομίζω πὼς εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν “βρίζω”, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι οἱ δύο σχολιαστὲς ἀποζητοῦν μόνον τὴν “πολιτικὴ ὀρθότητα”- ἀπεταξάμην! Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, σημειώνω:

    Ἐρεθίστηκαν οἱ σχολιαστὲς ἀπὸ τὴν χρήση τῆς λέξης “βλακώδης” στὴν φράση:

    “νὰ ἀπέχεις λόγῳ τῆς βλακώδους ἀναγωγῆς «ἐκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμὸς»”

    Καὶ ρωτῶ ὅσους ἐλπίζουν ὅτι θὰ δοῦν πιὸ εὐχάριστα πράγματα στὸ μέλλον:

    ΕΙΝΑΙ ἢ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ἡ ἀναγωγὴ «ἐκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμὸς» ἁπλῶς βλακώδης;

    Ἂν πανθομολογουμένως ΕΙΝΑΙ, γιατί νὰ μὴν ΛΕΓΕΤΑΙ κιόλας, ἂν δὲν παρεισφρύει ἡ “πολιτικὴ ὀρθότητα”;;; Θὰ ἦταν ἔνδειξη χριστιανικῆς καταλλαγῆς νὰ δηλώσω/νὰ δηλώσει κάποιος ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἀναγωγὴ ΔΕΝ εἶναι βλακώδης, ἀλλὰ ἔχουσα ἀξία ὡς ἄλλη ἄποψη στὰ πλαίσια ἑνὸς πλουραλισμοῦ ποὺ ἐπιτρέπει τὸν διάλογο, […] δημοκρατία, […] μὲ ἐκλέξανε;

    Ἄρα;

  6. ‘Οταν τό δάκτυλο έδειχνε τό δάσος …ή ενώ κάποιος αναλογίζεται τό μεγαλείο καί τό υψιπετές τού Ακαθίστου ,ψάχνουμε τό μικρό ,ταπεινό καί πραγματικό μαντρί όσοι εμείς απορούμε μέ τό μέγεθος τής αμαρτίας τών μαντρωμένων πιστών καί τού ξεφωνισμένου από τά τηλεδικαστήρια κλήρου,όσοι εμείς ενοχλούμαστε από τό μέγεθος τών ναών (τρέμε Ιουστινιανέ) ,όσοι ρίχνουμε επιτιμητικές ματιές σαυτούς που κουβεντιάζουν ή κινούνται οι αμαρτωλοί , ενώ εμείς οι σεσωσμένοι προτιμάμε τίς πραγματικές μονές ,γιατί οι άλλες άνοιξαν τίς πόρτες γιά νά μπεί κάθε καρυδιάς καρύδι , αναμείξανε εμάς τούς καθαρούς μέ τήν πλέμπα .
    Αγαπητέ Σ.Μ. δέν γνωριζόμαστε , αλλά σέ ευχαριστώ γιατί πολλά από αυτά πού γράφεις ήταν στήριγμα στήν Αναπηρία μου.

  7. Το δάχτυλο δείχνει το δάσος. Ή, τουλάχιστον, αυτό προσπαθεί να κάνει. Το θέμα που μπαίνει είναι το τι εξυπηρετεί ένα τέτοιο άρθρο. Είναι σεβαστό το ότι κάποιοι μπορεί να ταυτίστηκαν και να παρηγορήθηκαν, όμως το πρόβλημα που επισημαίνεται είναι η υφέρπουσα (πιθανόν ασυνείδητη -δεν πρόκειται για κατηγορία) μισαλλοδοξία. Πως θα μοιραστείς το βίωμά σου με κάποιον άνθρωπο, ή, πως θα το μεταδώσεις; Δεν πρέπει να τον αγαπήσεις, δεν πρέπει να τον καταλάβεις; Αν τον θεωρείς υποκριτή κάνεις πόλεμο. Αν τον θεωρείς βλάκα, δεν πιστεύεις ότι μπορείς κι ότι αξίζει να του μεταδώσεις οτιδήποτε. Οπότε γιατί γράφτηκε αυτό το κείμενο; Για “εσωτερική” κατανάλωση; Αντί να γίνεται στείρα πολεμική σ’ αυτούς που βλέπουν την Εκκλησία σαν ένα σκοταδιστικό, μεσαιωνικό, συντηρητικό ίδρυμα δεν είναι καλύτερα να σκύψει κανείς με θάρρος και ειλικρινή ματιά για να μελετήσει πως και γιατί συμβαίνει κάτι τέτοιο και τι μπορεί να γίνει για να αλλάξει; Ή μας αρκεί, απλουστεύοντας το ζήτημα, να βγάζουμε τους “άλλους” λάθος; Το ζήτημα που τέθηκε, που τίθεται, και που θα τίθεται στους αιώνας των αιώνων, δηλαδή μέχρι να μάθουμε ν’ αγαπάμε, είναι ότι αυτό που χρειάζεται είναι πρώτα να δούμε τη δική μας την αρρώστια και, στη συνέχεια, να εξετάσουμε την -όποια- αρρώστια των “άλλων” με αγαπητικό τρόπο. Μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα θεραπείας. Νομίζω ότι αυτό δεν έγινε κατανοητό, όπως δεν έγινε κατανοητή και η έλλειψη αισθήματος αντιπαλότητας, και σας παρακαλώ να διαβάσετε τα γραφόμενα προσεκτικά και να τα δείτε όχι σαν μια επίθεση, αλλά σαν μια απόπειρα για διάλογο και προβληματισμό.
    Υ.Γ. Κάτι ανάλογο μ’ αυτό που προτείνω, έχει κάνει, πολύ εύστοχα, ο Κωνσταντίνος Μαυροματάκης στο άρθρο του [i]Ο κρυφοχριστιανός[/i] το οποίο φιλοξενείται στο Αντίφωνο.

  8. Η παράθεση απόψεων δέν είναι αντιπαλότητα , απλά είναι διαφορετική η πρόσληψή μας στό “…τῆς βλακώδους ἀναγωγῆς «ἐκκλησία=σκοταδισμός, μεσαίωνας, συντηρητισμὸς»…” καί στίς αναγωγές -αφορισμούς “…αυτό που σήμερα αποκαλείται εκκλησία…”, “…ταπεινά εκκλησάκια και πραγματικές μονές…” στίς οποίες θά πρέπει νά προσαρμόσετε τό σχόλιό σας.

  9. Γιὰ τὴν ἱστορία λοιπόν, τὸ ἄρθρο ἀποτελεῖ περίπου καταγραφὴ κουβέντας μὲ φίλο ποὺ ἐπανεισάγεται στὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς καὶ ἤθελε να προσεγγίσει τὸν Ἀκάθιστο (κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων μὲ θύραθεν κριτήρια: λογοτεχνικὴ ἀξία κ.ο.κ.). Εἶναι ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα “μίλα μου γιὰ τὸν Ἀκάθιστο”.

    Παρεμπιπτόντως, ξέχασα νὰ σημειώσω στὸ ἄρθρο τὸ ἑξῆς: μέσα στὴν φαινομενικὴ κατήφεια τῶν σαρακοστιανῶν ἀκολουθιῶν (καθ’ ὅτι σαρακοστιανῶν, δηλαδή), ὁ Ἀκάθιστος ἔχει σχεδιαστεῖ νὰ εἶναι ἕνα διάλειμμα Γιορτῆς: αὐτὸ τὸ κανονίζει ὁ ἴδιος ὁ Κανὼν τοῦ ἈΚαθίστου, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει “Ἀνοίξω τὸ στόμα μου, καὶ πληρωθήσεται πνεύματος, καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί, καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων, καὶ ᾄσω γηθόμενος, ταύτης τὰ θαύματα”.

    Ἄκου τώρα, “καὶ ὀφθήσομαι φαιδρῶς πανηγυρίζων” μέσα στὴ Μεγάλη Σαρακοστή, καὶ ἄσω καὶ γηθόμενος, δηλαδὴ μέσα στὴν τρελὴ χαρά! Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔτσι [b]ἀρχίζει[/b] ὁ Κανών. Ὁ Ἀκάθιστος εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι πανηγυρτζίδικος!

  10. Φίλε Μητραλέξη,

    πολύ επίκαιρο το άρθρο σου για μένα, μιας και έχω κόρες στην ηλικία που βλέπουν Πάττυ, αλλά ταυτόχρονα πηγαίνουν και στο κατηχητικό και (ενίοτε) και στον Ακάθιστο.

    Ίσως μάλιστα, το θέμα “Πάττυ ή Ακάθιστος” (ή “Hanna Montana και ο Ακάθιστος” πέρσυ ή “Barbie και Ακάθιστος” παλιότερα) να προσφέρεται για μια απρόσμενα βαθιά μελέτη τόσο της σύγχρονης Ελλήνικής κοινωνίας, όσο της μέλλουσας. Γιατί τα παιδιά που σήμερα βλέπουν Πάττυ και πηγαίνουν στον Ακάθιστο, θα μας οδηγήσουν άυριο εκτός κρίσης, όπως βαθία πιστεύω και ελπίζω.

    Είναι μεγάλη κουβέντα αυτή, αλλά ας αναλογιστεί κανείς ότι τις στοιχειώδεις ανθρώπινες έννοιες τις αγάπης, της φιλίας, της αφοσίωσης και της θυσίας τα παιδιά τα μαθαίνουν βλέποντας Barbie, Hanna Montana και Πάττυ. Τα στοιχειώδη όνειρά τους για μια καλύτερη ζωή, πιο δίκαιη και πιο όμορφη ζωή τα πλάθουν μέσα από αυτά τα απλοϊκά serials.

    Αν αφήσετε ένα παιδί να δει έστω και λίγο ειδήσεις με τους Τράγκες και τους Πρετεντέρηδες, αν σας ξεφύγει και ρίξει μια ματιά στα “ψαγμένα” και “καλλιτεχνικά” serials της Ελληνικής Τηλεόρασης, ή αν κάνει το λάθος και διαβάσει μια από τις εσωτερικές σελίδες “καλλιτεχνικού και πνευματικού ενδιαφέροντος” του Βήματος, της Ελευθεροτυπίας ή της Καθημερινής, τότε θα κινδυνέψει να πέσει σύντομα σε μηδενιστική κατάθλιψη όπως σχεδόν ΟΛΑ τα σημερινά 18-χρονα και πάνω που βλέπω στο Πανεπιστήμιο.

    Σκεφτείτε λίγο το προφανές πριν αντιδράσετε στα παραπάνω αιρετικά αλλά ακρώς ρεαλιστικά σχόλια.

    Η σωστή λοιπόν διατύπωση είναι “Και η Πάττυ και ο Ακάθιστος”. Το ίδιο αλληγορικά ισχύει και για ολόκληρη την Ελληνική κοινωνία.

  11. Πολύ με προβλημάτισε το κείμενο αυτό του κ. Μητραλέξη. Αναρωτιέμαι, για ποιο λόγο γράφτηκε; Δηλαδή: Σε ποιους θέλησε να μιλήσει ο συγγραφέας του;

    Στους ρέκτες των αισθητικών απολαύσεων, κοινώς “εστέτ”; Ω ναι, μπορεί κάποιοι από αυτούς, κάποιες φορές, αν έχει και γλυκό ανοιξιάτικο βραδάκι, να σπεύσουν σε κάποια εκκλησιά, καλόγουστη εννοείται, να θυμίζει και ολίγη βυζαντινοειδή ταπεινότητα, κάτι από επικούρειο κήπο ίσως, ναι, μπορεί έτσι να πάνε καμιά βόλτα κι απ’ τους Χαιρετισμούς, έτσι για να σνιφάρουν λίγη “μέθεξη”, ένα απόγευμα “κατάνυξης” και “λεπτών ποιητικών πεταρισμάτων”, … μα έχει στ’ αλήθεια κανένα νόημα να κάτσει και να γράψει ένας χριστιανός ένα κείμενο για να τους χαϊδέψει τα αυτιά;

    Τότε ίσως, στους χριστιανούς το απευθύνει αυτό το κείμενο ο κ. Μητραλέξης; Μα σε τούτη τη σκέψη, δεν μπαίνω απλώς σε προβληματισμό αλλά σε μεγάλη στενοχώρια. Πηγαίνουν τάχα οι χριστιανοί στην Εκκλησία για να γευτούν θεατρικότητες, ποιητικότητες, ρυθμούς, σαν τους “εστέτ”; Εκκλησιάζεται άραγε ο χριστιανός για τέτοιους λόγους και με τέτοια κίνητρα, ώστε να χρειάζεται ένα κείμενο σαν και αυτό να του το υπενθυμίσει, ή να του το καλλιεργήσει περισσότερο; Μη γένοιτο! Ο χριστιανός δεν πηγαίνει στην Εκκλησία σαν “εστέτ”. Ο χριστιανός δεν πηγαίνει στην Εκκλησία για να απολαύσει κάποια, υψηλής έστω αισθητικής, θεατρικοποιητική παράσταση! Κι αν το κάνει αυτό, τότε δεν ξέρει γιατί είναι χριστιανός, δεν ξέρει ούτε και τι είναι η Εκκλησία, οπότε, τότε, αυτό ακριβώς πρέπει να του πει κάποιος που ξέρει να γράφει όμορφα κείμενα. Ο χριστιανός, λοιπόν, πηγαίνει στην Εκκλησία για να συμπροσευχηθεί με τους αδελφούς του χριστιανούς. Τόπος κοινής προσευχής είναι πρώτα και πάνω από ΟΛΑ η Εκκλησία. Δεν είναι τόπος θεάτρου, ούτε τελετουργικών συναυλιών! Η όποια ποιητικότητα, μουσικότητα, ρυθμικότητα, κ.τ.τ., η πράγματι υψηλότατη λειτουργική αισθητική, άλλο σκοπό και νόημα δεν έχει παρά να υπηρετεί την κοινή προσευχή, το συμπροσεύχεσθαι. Κι εδώ, μπορεί νομίζω κάθε φιλακόλουθος χριστιανός να βεβαιώσει ότι συχνά π.χ. ένας όχι και τόσο καλλίφωνος αλλά ταπεινός και “δωρικός” ψάλτης μπορεί να υπηρετήσει τη λειτουργική συμπροσευχή απείρως περισσότερο από κάποιον ψάλτη, που η φωνή του αλλά και τα “σκέρτσα” του ενδέχεται να συναγωνίζονται τον Παβαρότι… Το κείμενο όμως στέκει βουβό εδώ.

    Ίσως όμως να κάνω λάθος και το κείμενό του ο κ. Μητραλέξης να μην το απευθύνει ούτε στους “εστέτ”, ούτε στους χριστιανούς, αλλά στους βαριεστημένους μετέφηβους της πρώτης του παραγράφου. Μα τότε ακόμα περισσότερο: εκείνο τάχα που λείπει από αυτούς τους νέους, είναι τάχα ότι δεν έχουν “πιάσει” την υψηλή αισθητική ποιότητα των λειτουργιών μας; Γιατί η προσωπική μου πείρα μού λέει κάτι διαφορετικό: ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα από όσα γίνονται στις λειτουργίες μας, ότι δεν ξέρουν καν τι είναι στην ουσία μας οι λειτουργίες μας … κι ότι εκείνο που ζητούν, εάν και όταν αγωνιούν για κάτι, αυτό είναι το ουσιώδες μάλλον, παρά το αισσθητικώς “λεπτόν τε και υψηλότατον”.

  12. Ενδιαφέρουσα η λογοτεχνική προσέγγιση του Ακάθιστου Ύμνου, πιστεύω όμως, ότι το μεγαλείο του βρίσκεται στο πόσο βαθιά και ταυτόχρονα απλά και κατανοητά,θεολογεί ! Άλλος ένας θησαυρός, που η Εκκλησία έχει καταχωνιασμένο στο γεμάτο από παρόμοιους θησαυρούς κλειστό μπαούλο της…

  13. Ὁ κ. Μητραλέξης ἀνήκει, ὅπως καὶ ἐγώ ἂν κρίνω σωστά, στὴ γενιὰ τῶν Ἑλλήνων ποὺ ἔβγαλαν τὸ σχολεῖο ἢ τὸ πανεπιστήμιο στὴ δεκαετία τοῦ ’80. Ἂν ὑπάρχει ἕνα κόκκινο νῆμα θυμοῦ ποὺ διατρέχει τὸ ἄρθρο του, ἐκπλήσσομαι ὅμως ποὺ κάποιοι ἔκαναν τόσο γρήγορα τὴ διάγνωση, αὐτὸ νομίζω ὅτι ὀφείλεται στὸ ἀδικαίωτο τῆς ὑπεράσπισης τῆς μητρίδος παράδοσης.
    Τὴν παράδοση δὲν τὴν ὑπερασπίστηκαν ὅλοι ὅσοι ἔπρεπε νὰ τὸ κάνουν καὶ ὄχι ἐπαρκῶς ὅσοι τὸ τόλμησαν (δὲν κατανοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθρογραφεῖ κανεὶς στὴ τωρινὴ “Καθημερινή” – τὰ στερνὰ τιμοῦν τὰ πρῶτα, ἔλεγε ἡ γιαγιά μου).
    Ἡ συμμετοχὴ στὴν ὀρθόδοση λατρεία ἀποβλέπει, κατὰ τὴ γνώμη μου, στὴν “καλὴν ἀλλοίωση” καὶ δὲν νομίζω νὰ προβλέπεται εἰδικὰ νὰ εἶσαι ἀγράμματος γιὰ νὰ τὸ πετύχεις αὐτό.
    Ἡ κατάδειξη τῆς λογοτεχνικῆς σημασίας ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ὕμνου, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶναι καὶ στὸ στόμα τοῦ λαοῦ ἐδὼ καὶ αἰῶνες, ποιόν ἐνοχλεῖ;
    Πολὺ φοβᾶμαι ὅτι ἕνα τέτοιο κείμενο προκαλεῖ τὸ φθόνο τῶν οἰκείων καὶ τὴ συμπάθεια τῶν κατέναντι, γι αὐτὸ ἴσως νὰ μεγεθύνεται ὁ ἀρχικὸς φθόνος.
    Συγχαίρω τὸν συγγραφέα, λυπᾶμαι γιὰ τὴ μή ὁμόθυμη ἀποδοχὴ τοῦ κειμένου του, καὶ θὰ ἤθελα, κλείνοντας, νὰ τοῦ θυμίσω τὸ πικρὸ ἀπόφθευγμα τοῦ Σαμφῶρ : “ἂν θέλεις νὰ πετύχεις στὴ ζωή σου πρέπει νὰ μάθεις νὰ διδάσκεσαι αὐτὰ ποὺ ξέρεις ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἀγνοοῦν”.

    Καλὸ ὑπόλοιπο ἀδελφοί

    Μ.Λαμπρόπουλος

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here