Τα άμφια της Σαρακοστής και συμβολισμός τους

0
2231

Ἔχει επικρατήσει ἡ συνήθεια τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ καὶ τὴν Μεγάλη Ἐβδομάδα τὰ ἄμφια τῶν Ἱερέων ὅπως καὶ τὰ καλύματα τῆς Ἁγίας Τραπέζης, τῆς Πρόθεσης καὶ αύτὰ τῶν Τιμίων Δὠρων, ὅπως καὶ ὁτιδήποτε ὕφασμάτινο στολίζει τοὺς ναούς μας νὰ εἶναι μαῦρο ἢ ἔστω μῶβ! Ἐντούτοις εἶναι αὐτὴ ἡ παραδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας;

Οἱ πηγὲς ἀπαντοῦν σὲ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ἀρνητικά! Ἡ παράδοση τῆς Έκκλησίας μας, τοὐλάχιστον μέχρι τὸν 15ο αἰῶνα μᾶς λέει ὅτι τὰ ἄμφια τῶν ἱερέων ὅπως καὶ τὰ καλύματα τῆς Ἁγίας Τράπεζας, τῆς Πρόθεσης, καὶ τὰ καλύμματα τῶν Τιμίων Δώρων πρέπει νὰ εἶναι κόκκινα καὶ ὄχι μαῦρα κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ καὶ τὴ Μεγάλη Ἐβδομάδα! Τὰ μαῦρα Ἄμφια εἶναι Λατινικῆς ἐπιρροῆς. Εἰσήλθαν στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση μέσῳ τῆς Φραγκοκρατίας, καὶ ἐπεκράτησαν κατὰ τὴν Τουρκοκρατία! Τὰ χρώματα τῶν Ἀμφίων στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση εἶναι βασικὰ δύο, εἶναι κόκκινα κατὰ τὴν Τεσσαρακοστὴ καὶ τὴ Μεγάλη Ἐβδομάδα, καὶ λευκὰ γιὰ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο![1]

Γιατὶ ὅμως στὴν Παράδοση τὰ Ἄμφια δὲν εἶναι ποτὲ μαῦρα, καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ποτὲ μαῦρα;

Τὰ χρώματα τῶν Ἀμφίων στὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχουν ἁπλῶς διακοσμητικὸ χαρακτήρα. Ἔχουν χαρακτήρα ὑπαρξιακὸ. Εἶναι σύμβολα, ποὺ παραπέμπουν σὲ κάποια ὀντολογικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ ἀλήθεια. Εἶναι μιὰ ἄλλη γλῶσσα γιὰ νὰ ἐκφρασθοῦν ὀντολογικὲς και υπαρξιακές άλήθειες.

Τὸ μαῦρο χρῶμα, λοιπόν, εἶναι τὸ χρῶμα τῆς ἀπουσίας. Εἶναι τὸ χρῶμα τῆς ἀπουσίας τοῦ φωτός. Βασικά το μαῦρο δεν εἶναι κἂν χρῶμα. Εἶναι η ἀπουσία χρώματος, γιατί ὑπονοεῖ ἀπουσία φωτός. Σὲ συμβολική ὁντολογικὴ διάσταση εἶναι τὸ χρῶμα τοῦ κενοῦ, τῆς ἀνυπαρξίας! Ἀλλὰ ἐμεῖς ὑπάρχουμε,  ἔχουμε ζωὴ, δὲν βρισκόμαστε στο κενό τῆς ἀνυπαρξίας!

Αλλά πῶς ἔχουμε ζωή; Ποια είναι η πηγή της ζωής μας;

Η πηγή της ύπαρξής μας  εἶναι ὁ Χριστός.  Ἔχουμε Ζωὴ ἐν Χριστῷ. Ὑπάρχουμε χάριν τοῦ Χριστοῦ! Ὑπάρχουμε ἐν Χριστῷ ὄχι ἠθικὰ, ὄχι ψυχολογικά, οὔτε μεταφορικά, ἀλλὰ ὀντολογικὰ! Ἤλθαμε στὴν ὕπαρξη ἐν Χριστῷ! Δημιουργηθήκαμε ἐν Χριστῷ! Ἤρθαμε από το μηδέν στο είναι ἀπὸ τὸ Χριστό, χάριν τοῦ Χριστοῦ, και με σκοπὸ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Χριστό! Αὐτὸ μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στοὺς πρώτους στίχους τοῦ εὐαγγελίου του: «ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν.» (Ἰωαν 1:1-3) Καὶ συμπληρώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἐν Αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα…  τὰ πάντα δι᾿ Αὐτοῦ καὶ εἰς Αὐτὸν ἔκτισται». (Κολ. 1:16)

Τὰ Ἄμφια, λοιπόν, δὲν μποροῦν νὰ εἶναι μαῦρα. Εἶναι λευκά, εἶναι φωτεινά. Ἔχουν, δηλαδή, φῶς. Τὸ φῶς στὴ Βιβλικὴ Παράδοση ἔχει ὀντολογικὸ χαρακτῆρα! Εὶναι τὸ φῶς τῆς ζωῆς, εἶναι τὸ φῶς τοῦ εἶναι. Φῶς στὴ Βιβλικὴ παράδοση σημαίνει ὑπαρξη, σημαίνει ζωή: «ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων». (Ἰωαν. 1:4). Φωτεινά είναι αυτά που υπάρχουν. Στη βιβλική θεολογία φωτεινά = υπαρκτά! Όπως και στην βυζαντινή εικόνα!

Λοιπόν, τὰ  Ἄμφια εἶναι λευκὰ ὄχι μαῦρα, ὅπως ἄλλωστε εἶναι καὶ ὁ χιτῶνας τῶν νεοφωτίστων: «πάντες ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας· οὐκ ἐσμὲν νυκτὸς οὐδὲ σκότους». (Α΄ Θεσ. 5:5)

Τώρα ὅμως ὄμως εἶναι Τεσσαρακοστὴ καὶ ἔρχεται ἡ Μεγάλη Ἐβδομάδα! Ἡ Τεσσαρακοστὴ εἶναι περίοδος πένθους! Εἶναι περίοδος πένθους μετανοίας!

Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν εἶναι τὰ Ἄμφια μαῦρα, γιατὶ ἀκόμα καὶ μέσα στὸ ενδεχόμενο πένθο για τὴν ἁμαρτωλότητά μας, εἴμαστε αἰσιόδοξοι, ἔχουμε ἐλπίδα: «ὅτι οὐκ ἔθετο ἡμᾶς ὁ Θεὸς εἰς ὀργήν, ἀλλ᾿ εἰς περιποίησιν σωτηρίας διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». (Α΄ Θεσ. 5:9)

Ὁ ίδιος ὁ Ἰησοῦς λέει ὅτι οἱ ἐκλεκτοί, οἱ προσκεκλημένοι  στη Βασιλεία τοὺ Θεοῦ εἶναι οἱ ἁμαρτωλοι: «οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς»! (Λουκ. 5:32) Δηλαδή, ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ! Ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὂχι οἱ δίκαιοι, ὂχι οἱ ἠθικοί, ὄχι οἱ τέλειοι, ἀλλὰ ὁ Ζακχαῖος, ὁ ἄσωτος, οἱ πόρνες, οἱ τελῶνες… ἐμεῖς!

Βέβαια το χωρίο ποὺ μόλις ἀναφέραμε συνεχίζει: «οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν»! (Λουκ. 5:32) Ἀλλά, καὶ αὐτὴ ἡ μετάνοια, στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός, κατὰ ἕνα παράδοξο τρόπο, δὲν εἶναι πένθος, δὲν εἶναι λύπη, εἶναι χαρά! Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πένθος τῆς μετανοίας, ὑπάρχει χαρά! Καὶ ἡ χαρὰ ἔχει τὴν πρώτη καὶ τὴν τελευταία λέξη στὸ δύσβατο μονοπάτι τῆς μετάνοιας: «λέγω ὑμῖν ὅτι χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι». (Λουκ. 15:7)

Στὴ μετάνοια δὲν ὑπάρχει ἀπόγνωση! Μᾶς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς κλίμακος: «Μηδεὶς ἀπογινωσκέτω ἑαυτόν, κἂν εἰς πᾶσαν κακίαν ἐμπέσῃ· πολλαὶ γὰρ αἱ τοῦ Θεοῦ φιλανθρωπίαι καὶ ἀκατάληπτος ἡ τούτου χρηστότης. Οὐδὲν τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ ἴσον ἢ μεῖζον· διόπερ ὁ ἀπογινώσκων ἑαυτὸν ἔσφαξε.». [2]

Δηλαδή: «Κανείς να μην απελπίζεται για τον εαυτό του, ακόμη κι αν έχει πέσει σε κάθε κακία· διότι πολλές είναι οι φιλανθρωπίες του Θεού και ακατάληπτη η αγαθότητά Του. Τίποτε δεν μπορεί να μετρήσει ή να ξεπεράσει τους οικτιρμούς του Θεού· γι’ αυτό όποιος απελπίζεται είναι σαν να έχει σφάξει τον εαυτό του.»

Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση πένθους, ὅπου τὰ Ἄμφια εἶναι πάλι λευκά, ἔχουν τὸ χρῶμα τοῦ φωτός, τοῦ φωτὸς ποὺ σημαίνει Ζωή!

Στὴ ζωή μας, δὲν βιώνουμε μόνο τὸ πένθος τῆς μετανοίας, τὸ ὁποῖο, ὅπως εἴπαμε, εἶναι χαροποιὸ πένθος, ἀλλὰ πιὸ δυνατὰ βιώνουμε τὸ πένθος τοῦ θανάτου! Τὸ πένθος τοῦ θανάτου τοῦ ἀγαπημένου ἄλλου!

Ἄς σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι ὅταν πενθοῦμε γιὰ ἕνα θάνατο, δὲν πενθοῦμε γιὰ τὸ δικό μας θάνατο! (Πῶς νὰ πενθήσουμε γιὰ τὸ δικό μας θάνατο, ἀφοῦ μετὰ τὸ θάνατό μας δὲν ὑπάρχουμε!) Γιὰ τὸ δικό μας θάνατο δὲν βιώνουμε πένθος, νοιώθουμε φόβο, φοβόμαστε, ἔχουμε ἀγωνία, ἄγχος! Ὅταν πενθοῦμε γιὰ τὸν θάνατο, πενθοῦμε γιὰ τὸ θάνατο τῶν ἄλλων καὶ ὄχι γιὰ τὸ δικό μας! Πενθοῦμε γιὰ τὸ θάνατο τῶν ἀγαπημένων ἄλλων! Καὶ ὅσο περισσότερο ἀγαπημένος εἶναι αὐτὸς ὁ ἄλλος ἢ ἡ ἄλλη, τόσο βαρύτερο, τόσο πιὸ δυσβάστακτο εἶναι τὸ πένθος μας!

Ἀλλὰ ἀκόμα μέσα σ’ αὐτὴ τὴ μαυρίλα τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας τοῦ θανάτου τοῦ ἀγαπημένου ἄλλου,σὲ αὐτὸ τὸ ἀπόλυτο κενὸ τῆς ἀπουσίας τοῦ ἀγαπημένου, ὑπάρχει πάντα μέσα μας καὶ μία σταγόνα ἐλπίδας, μία φωτεινὴ ἀπόχρωση αἰσιοδοξίας! Δὲν εἴμαστε στὸ ἀπόλυτο μαῦρο, γιατί «εἰ πιστεύομεν ὅτι ᾿Ιησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ»! (Α΄ Θεσ. 4:14) Λοιπόν, δεν μας καταπίνει το πένθος  «καθὼς καὶ τοὺς λοιπούς τοὺς μὴ ἔχοντας ἐλπίδα»! (Α΄ Θεσ. 4:13)

Τὸ φῶς τῆς ἐν Χριστῷ ὑπαρξης δὲν σβήνει, εἶναι ἀθάνατο! «Τὸ φῶς (τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης ἐν Χριστῷ) ἐν τῇ σκοτία φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν!» (Ιωαν. 1:5)

Βέβαια κάποιες φορὲς γιὰ νὰ ἔλθει αὐτὴ ἡ ἐλπίδα χρειάζεται ὑπομονή! Δὲν ἀνθίζει ἄμεσα μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἄλλου ἡ ἐλπίδα ποὺ φέρενει τὴ χαρα! Θέλει ὑπομονή! «Ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα!» (Ρωμ. 5:3-4) Αὐτὴ ἡ ἐλπίδα θὰ ἔλθει, θὰ φανεῖ!

Γιὰ τὸ δικό μας θάνατο, ὅπως εἴπαμε, δὲν ἔχουμε θλίψη καὶ πένθος, ἀλλὰ φόβο! Ἀλλὰ καὶ πάλι, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὑπάρχουμε ἐν Χριστῷ! Καὶ ὁ Χριστὸς μᾶς τὸ λέει ξεκάθαρα: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα.» (Ιωαν. 11:25-26) «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν.» (Ιωαν. 5:24)

Ἀλλὰ τὴ Μεγάλη Ἐβδομάδα ὑπάρχει διάχυτο καὶ ἕνα ἄλλο πένθος. Πενθοῦμε γιὰ τὴν ἄδικη Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὰ ἄδικα πάθη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὰ ἄδικα μμαρτύρια τοῦ Χριστοῦ!

Ἐν τούτοις, στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοσή μας ἡ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ εἶναι χαρμόσυνο γεγονός! Στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση δὲν πενθοῦμε γιὰ τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ, πενθοῦμε γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μας, ποὺ μᾶς ὁδήγησε νὰ σταυρώσουμε τὸ Χριστό, καὶ μᾶς ὁδηγεῖ καὶ καθημερινὰ νὰ σταυρώνουμε τὸ Χριστό μὲ τὶς ἁμαρτίες μας! Ἐντούτοις ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς κρατάει κακία γι’ αυτό! Ὀ Χριστός, μὲ τὴ Σταύρωσή Του μᾶς ἔδειξε ὅτι μᾶς συγχωρεῖ! Μᾶς συγχωρεῖ γιατὶ μᾶς ἀγαπάει, καὶ λἐει κάθε μέρα καὶ κάθε στιγμὴ στὸν Πατέρα Του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι!» (Λουκ. 23:34) Μᾶς δικαιολογεῖ: δὲν ξέρουν τὶ κάνουν! Ἄν θὰ ἤξεραν δὲν θὰ τὸ ἔκαναν!

Ὁ Χριστός ἐκουσίως σταυρώθηκε, ἀπὸ μεγάλη Ἀγάπη πρὸς ἐμᾶς! Σταυρώθηκε καὶ πέθανε γιὰ νὰ ἀναστηθεῖ, γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὸ κράτος τοῦ θανάτου καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ τῆς ἁμαρτίας!

Λέει, λοιπόν, ὁ Ἅγιος Ἰώάννης ὁ Χρυσόστομος:

«Εἰ τοίνυν ἀγάπης ὑπόθεσις καὶ καύχημα ὁ σταυρὸς,
μὴ λέγωμεν ὅτι δι’ αὐτὸν πενθοῦμεν·
οὐ γὰρ πενθοῦμεν δι’ ἐκεῖνον, μὴ γένοιτο·
ἀλλὰ διὰ τὰ οἰκεῖα ἁμαρτήματα.»[3]

Δηλαδή:

«Αφού λοιπόν ο Σταυρός είναι υπόθεση αγάπης και καύχημα,
ας μη λέμε ότι πενθούμε εξαιτίας του.
Διότι δεν πενθούμε για εκείνον – μη γένοιτο! –
αλλά για τις δικές μας αμαρτίες.»

Καὶ συνεχίζει:

«Ὁ γὰρ σταυρὸς σωτηρίας ἐστὶν ἀρχή,
σταυρὸς αἰτία μυρίων ἀγαθῶν·
διὰ τοῦ σταυροῦ τὰ πεπτωκότα ἀνεκλήθη,
διὰ τοῦ σταυροῦ τὸ σκότος ἐλύθη,
διὰ τοῦ σταυροῦ τὸν θάνατον κατεπατήσαμεν,
διὰ τοῦ σταυροῦ πρὸς τὴν ζωὴν ἐπανήλθομεν.»[4]

Δηλαδή: «Διότι ο Σταυρός είναι η αρχή της σωτηρίας,
ο Σταυρός είναι αιτία αμέτρητων αγαθών·
με τον Σταυρό ανυψώθηκαν τα ξεπεσμένα,
με τον Σταυρό λύθηκε το σκοτάδι,
με τον Σταυρό καταπατήσαμε τον θάνατο,
με τον Σταυρό επιστρέψαμε στη ζωή.»

Καὶ παρακάτω συμπλρώνει:

«Πρόδηλον δὲ, ὅτι ἡ ἡμέρα τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ ἦν ἡμέρα εὐφροσύνης Αὐτοῦ διὰ τὴν σωτηρίαν ἡμῶν.»[5]

«Είναι λοιπόν φανερό ότι η ημέρα του πάθους του Χριστού ήταν ημέρα χαράς για Εκείνον, εξαιτίας της σωτηρίας μας.»

Λοιπόν, όπως λέει ὁ Ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, τὰ ἄμφια τῆς Μεγάλης Ἐβδομάδας δὲν εἶναι μαῦρα, ἀλλὰ κόκκινα, πορφυρά: «Πορφυροῦν δὲ τὸ ἱερατικὸν ἔνδυμα, ὅτι τὸ αἷμα ἐξέχεε δι’ ἡμᾶς ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος.»[6]

Σημειώσεις

[1] Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, Ἑρμηνεία τῆς θείας Λειτουργίας, PG 98: 384–385 καὶ Συμεὼν Θεσσαλονίκης, Περὶ τοῦ θείου ναοῦ καὶ τῶν ἐν αὐτῷ τελουμένων, PG 155: 304–305. Βλ. και Ἑλένης Βλαχοπούλου-Καραμπίνα, «Ἱστορική καί αἰσθητική θεώρηση τῶν ἱερατικῶν καί λειτουργικῶν ἀμφίων καί πέπλων τῆς Ἐκκλησίας μας», Ἐφημέριος, τχ. 6 (Ἰούνιος 2011), 4, Κωνσταντίνου Κουκόπουλου Πρωτοπρεσβυτέρου, Τὸ χρῶμα τῶν Ἱερῶν Ἀμφίων στὴ Λειτουργική μας Παράδοση, Θεσσαλονίκη - εκδόσεις Κυριακίδη, 2019, Γεωργίου Χρυσοστόμου (Ἀρχιμ. νῦν Μητροπ. Κίτρους καὶ Αἰκατερίνης, Τὸ χρῶμα τῶν Ἱερῶν Ἀμφίων ἀπὸ τὴ Δυτική αἰσθητική στὴν Ρωσικὴ Ρητορικὴ Παράδοση, Θεσσαλονίκη - ἐκδ. Μυγδόνια 2011, τοῦ ίδίου «Τὰ Ἄμφια (Ἱστορία καὶ Θεολογία», Οἱ Λειτουργικὲς Τέχνες, Πρακτικὰ ΙΔ΄ Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Ἀθήνα - Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλαδος, 2015, Εὐθυμίου Ρίζου, Ἡ ἐξέλιξη τῆς μορφῆς τῆς λειτουργικῆς ἀμφίεσης τοῦ κλήρου στήν Ἀνατολική καί Δυτική Ἐκκλησία ἀπό τήν παλαιοχριστιανική ἐποχή καί ἔπειτα, Θεσσαλονίκη 2005.

[2] Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Ε΄ – Περί μετανοίας, κεφ. 36, PG 88, στ. 764C.

[3] Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Περὶ τοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ Λῃστοῦ, PG 49, 403–404.

[4] Αυτόθι.

[5] Αυτόθι.

[6] Συμεών Θεσσαλονίκης, Περὶ τοῦ θείου ναοῦ καὶ τῶν τελουμένων ἐν αὐτῷ, PG 155, 268–269

 

Η ζωγραφική παράσταση που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του, μακαριστού, αγιορείτη ιερομονάχου Αναστασίου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ