Το Κάλλος του Κακού | Ο Χρήστος Μαλεβίτσης για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

0
1667

Ο Χρήστος Μαλεβίτσης υπήρξε γαιώδης και τελλουρικός ως φίλα προσκείμενος στο έργο του Χάιντεγκερ. Εντούτοις, διέβλεψε στον Παπαδιαμάντη, δικαίως,  μια θαλάσσια φύση που διανύεται μόνον κολυμβητί. Είδε στον Σκιαθίτη ένα παράξενο νηπτικό αλλά και νηκτικό μυστικισμό που δεν έμοιαζε σ’ αυτόν που γνωρίσαμε ως ευρωπαϊκό, από τον Μπέμε και τον Έκαρτ ή τον Σβέντεμποργκ μέχρι -γιατί όχι-τον υπαρξιστή Κίρκεγκωρ.

Ήταν ένας μυστικισμός που δεν ερχόταν ένθεν του Παπαδιαμάντη, δεν ήταν δηλαδή δικός του, σαν να λέμε «ατομικιστικός», αλλά μιας Φύσεως έμπλεης αυθυπερβάσεως, σε μια παράξενη, κινούμενη ακινήτως αεικίνητη ροή που έμοιαζε μ’ αυτήν του πλανήτη Σολάρις, όπως τον θαυμάσαμε στα δύο μεγάλα αριστουργήματα, το λογοτεχνικό, του ρωμαιοκαθολικού αθέου, δηλαδή δαιμόνιου «εμμενούς» Στανισλάβ Λεμ και βεβαίως το «κτήμα εσαεί», το κινηματογραφικό έργο του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Θιασώτης του Χάιντεγκερ ο Χρήστος Μαλεβίτσης διάλεξε ως αρμό ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο μυστικισμούς, τον οθνείο και τον εντόπιο,  αυτόν που θα ενέκρινε και ο ίδιος ο Χάιντεγκερ, ήγουν τον Παρμενίδη: «εύκυκλο» βρίσκει τον κόσμο του Παπαδιαμάντη ο Μαλεβίτσης, και η παρμενίδεια αυτή μεταφορά από την Οντολογία στην Ηθική, οδηγεί σ’ αυτό που ο Μαλεβίτσης αποκαλεί «Η Εξαγίωση του Κακού»[1]. Το τελικό αποτέλεσμα ανασκευάζει την φαινόμενη πορεία από την Οντολογία στην Ηθική και κάνει το «Κακό» ένα ούριο πλου από την Μεταφυσική στην φυσική αριστοτελική εντελέχεια. Μα έχουμε να κάνουμε τελικά με τον Μάξιμο τον Ομολογητή;  κάτι τέτοιο φαίνεται να μας λέει και ο Μαλεβίτσης όταν τονίζει ότι «Ίσως ο Παπαδιαμάντης έχει πολλά παγανιστικά στοιχεία στην κοσμοαντίληψή του. Ίσως ο Παπαδιαμάντης να μην έφτασε τον Χριστιανισμό στις υψηλές του θεολογικές κορυφώσεις του, και να έμεινε στην εδραία πρακτική μιας εφαρμοσμένης αγροτικής Ορθοδοξίας. Ωστόσο, η «επινόηση» αυτή τοποθετεί τον δημιουργό της καταμεσής του γνήσιου και αυθεντικού Χριστιανισμού-διότι ακριβώς αυτό είναι το κέντρο του: η μετάλλαξη του θανάτου σε ζωή αιώνιο.»[2].

Υπάρχει ένας χρωματικός κόσμος που να περιγράψει καλύτερα τον κόσμο του Παρμενίδη από την ευήνεμη «Γλυκοφιλούσα» του Παπαδιαμάντη, ένθα ο «σάφπειρος φιλών τον σμάραγδον, το βαθύχλωρον αντασπαζόμενον το γλαυκόν»[3]; Είναι να μην ησυχάσει εκεί το κακό; Από την άλλη τι γίνεται όταν το καλό δαιμονίζεται; Τότε, θά’λεγε ένας «δικηγόρος του διαβόλου», η κοινότητα φέρει το κακό εντός της υπό την μορφή της αθωότητας και το κακό ξεπροβάλλει ανεπιγνώστως. Ο Μαλεβίτσης δεν εξωραΐζει την σχέση του Παπαδιαμάντη με την κοινότητα και σταχυολογεί μια γυμνή περιγραφή όπως η κάτωθι, στο διήγημα «Οι Ελαφροΐσκιωτοι»: «Μικρόν χωρίον μεγάλη κακία. Το μίσος εμαίνετο, και μαινόμενο εβασίλευε, εν μέσω οικογενειών και ατόμων. Εκυκλοφόρει εις όλας τα αρτηρίας εις όλας τα φλέβας της μικράς κοινωνίας. Ο άγιος κόσμος του Χριστού κατεπατείτο, απεδίδετο πάντοτε κακόν έναντι κακού, πολλάκις κακόν αντί αγαθού, ουδέποτε αγαθόν έναντι κακού…Έλεγες, ότι συνέζων διά να μισούνται, ότι η τύχη τους έβαλε συγκάτοικους της αυτής πόλεως δια να τρώγωνται…΄Εκαστος έχαιρε να βλέπει τον άλλον δυστυχούντα…η μήτηρ δεν ήθελε το καλό της κόρης… ‘’ούτε τα κόκκαλά μας να μην σμίξουν’’, ήτο η πολεμική κραυγή εις τα τάξεις των γυναικών»[4]

Είναι η Αρετώ της «Γλυκοφιλούσας», εκείνος ο άνθρωπος με «κοινοτικές» αξίες που θα ξεστομίσει στην δύσμοιρη κόρη της, την μέρα του γάμου της, «να μην χρονίσει», και η κατάρα θα πιάσει. Αλλ’ η κοινότητα τής το επιστρέφει με εξοντωτικά παρατσούκλια, όπως «Η Χρονιάρα», «Η Χρονίστρα» ή το ακόμη πιο αντινομικό «Η Αχρόνιστη». Αντινομίες καθώς δεν είναι ξεκάθαρο αν η κατάρα του «χρονισμού» αφορά την επίπλαστη μακροημέρευση της κόρης ή την αχρόνιστη «Ασθένεια προς Θάνατον» του Κίρκεγκωρ, την αδυναμία του χριστιανού να μην μπορεί να πεθάνει, να θνήσκει εις το διηνεκές, χωρίς την έλευση του «πρώτου θανάτου» ως γεγονότος.  Και τα δύο αυτά υφάδια της δυσμοιρίας θα σφραγίσουν την εποχή των νεώτερων χρόνων, εποχή αναβίωσης του παγανισμού, της λαογραφίας και των δημοτικών τραγουδιών, από τα οποία τρέφεται και το διήγημα του Παπαδιαμάντη.

Το πρώτο υφάδι, το σιδηρούν στέριωμα του θανάτου, η πρώτη οντολογική σταθερά της Νεωτερικότητας, το απόλυτο του θανάτου, θα σφυρηλατηθεί με το εγχείρημα  εκείνου του φιλοσόφου στον οποίο θα εγκύψει με περισσή ευλάβεια ο Μαλεβίτσης, εννοούμε φυσικά τον Μάρτιν Χάιντεγκερ.

Το δεύτερο ωστόσο δυναμάρι της Νεωτερικότητας προκύπτει εξ υφαρπαγής από το πρώτο και μ’ αυτό άρχισε να τρέφεται η Μετα-Νεωτερικότητα. Από την Ρομαντική «Ποίηση των Τάφων» και τον απέθαντο βαλκάνιο Δράκουλα ή βρυκόλακα και εντεύθεν, η Μετανεωτερικότητα θα αρχίσει να κτίζει το εγχείρημα της Αθανασίας, το άντικρυς αντίθετο εγχείρημα της πεισιθάνατης ερμηνείας του κόσμου. Δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι ο Μαλεβίτσης θυμάται τον κόσμο του «Νεκρού Αδελφού», του νεκροζώντανου, καλπάζοντα αδελφού, όταν διαβάζει τον Παπαδιαμάντη από κοντά. Ούτε βέβαια στερείται μιας κάποιας ρομαντικής ειρωνείας η μακάβρια παπαδιαμαντική περιγραφή ταμάτων, οστών και αφιερωμάτων μέσα στην εκκλησία της Γλυκοφιλούσας τον Θεάνθρωπο «Πλατυτέρας», ατμόσφαιρα που θυμίζει τον «Νοσφεράτου» του Βέρνερ Χέρτζογκ.

Η Αρετώ του Παπαδιαμάντη φαίνεται να φέρει στο μέτωπο την σφραγίδα του κακού για μια ολόκληρη ζωή, το κρίμα την στοιχειώνει. Αλλά από την εποχή του σωκρατικού δαιμονίου, ο Έλληνας άνθρωπος δεν ήλεγχε την ζωή του: «Η κακή βούληση της θειάς Αρετώς ήταν αυτοφυής και αντίθετη σε ό,τι η ίδια έπραττε και εδίδασκε»[5]. Και τούτο το αντίξοο δαιμόνιο θα το παραδώσει και μετέπειτα στον ελληνόρθοδο άξονα: «Και τον Ντοστογιέφσκι τον συνετάραξε η διαπίστωση, ότι έρχεται στιγμή που ανασύρεται από το βάθος του ανθρώπου η επιθυμία της καταστροφής του πιο αγαπητού του προσώπου»[6]. Ελληνόρθοδοξο βεβαίως στον βαθμό που εμπιστευτούμε τον λόγο του π. Φλορόφσκυ όταν μιλάει για τους δύο δρόμους της ρωσικής Ορθοδοξίας: τον ελληνικό ή τον βουλγαρικό (ήγουν τον σλαβικό)[7].

Ως εκ τούτου στην «Γλυκοφιλούσα» η διάσωση των δύστυχων αιγών που «εβραχώθησαν», στο φρέαρ του αβυσσαλέου  κρημνού, από μια κοινότητα μετέωρη όπως ακριβώς το «ζωντανό» που πάει να λυτρώσει, ενσκήπτει, θα έλεγε κανείς, ένεκα μιας άφατης «Οικονομίας», όπως τελικώς επέζησε σε πείσμα των πάντων ακόμη και του ίδιου τους του εαυτού, ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία, Έλληνες και Χριστιανοί, χαλκέντεροι και αειθαλείς, νεκρανεστημένοι αλλά και νεκροφανείς, μέσα στην ιστορική δυσπραγία τους. Νάταν άραγε αυτη η αργόσυρτη, νεκρώσιμη ακολουθία της «Ελλάδας που ποτέ δεν πεθαίνει», αλλά ζητάει τον θάνατο χωρίς να τον βρίσκει,  η καλλονή του ανόσιου που στοιχειώνει τα πελαγωμένα διηγήματα του Σκιαθίτη;

 

[1] Χρήστος Μαλεβίτσης, Ο Νεοελληνικός Λόγος, Δώδεκα Έλληνες Συγγραφείς, Σολωμός-Κάλβος-Καβάφης-Σικελιανός-Σεφέρης-Παπαδιαμάντης-Μυριβήλης-Κόντογλου-Ι.Μ Παναγιωτόπουλος- Π. Κανελλόπουλος-Κ.Τσάτσος-Β.Τατάκης, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 1997, σελ. 160.

[2] Ό.π. σελ. 160.

[3] Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη Άπαντα, Τόμος Τρίτος, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1984, σελ. 71.

[4] Χρήστος Μαλεβίτσης, Ο Νεοελληνικός Λόγος…σελ. 167.

[5] Ό.π. σελ. 159.

[6] Ό.π. σελ. 159.

[7] Π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Δρόμοι της Ρωσικής Θεολογίας, Τόμος Α΄, εκδόσεις Αθανασίου Αλτιντζή, Θεσσαλονίκη 2019.

 

Πρώτη έντυπη δημοσίευση στην Κυριακάτικη Δημοκρατία.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ