῞Ολοι βρίσκονται μέσα μας
π. Βασίλειος Γοντικάκης
Άλλο αυτό που θα διαβάσω για να πληροφορηθώ κι άλλο αυτό που θα διαβάσω για ν’ απολαύσω τη ζωή μου πληροφορούμενος με τούτο. Τα δεύτερα πιο σπάνια απ’ τα πρώτα. Ενδιάμεσα είναι κάποια τρίτα που προσφέρουν ένα συνδυασμό, έναν απολαυσιογόνο «εγκυκλοπαιδισμό»: π.χ. οι κατηχήσεις για ενηλίκους του Δ. Μαυρόπουλου (Διερχόμενοι δια του Ναού), η Χριστιανική Ηθική του Γ. Μαντζαρίδη, η Βυζαντινή Φιλοσοφία του Β. Τατάκη, η Καταγωγή του Τεχνικού Πνεύματος του Σπ. Κυριαζόπουλου, η Αφανής Αρμονία του π. Ν. Λουδοβίκου, η εισαγωγή-μελέτη των Δημοτικών Ασμάτων του Σπ. Ζαμπέλιου, το Από τον Έρωτα στην Αγάπη του Στ. Φωτίου, μία «κριτική» του Ζ. Λορεντζάτου, του Γ. Σεφέρη, του Κ. Γεωργουσόπουλου, του Μαλεβίτση, του Ελύτη, του Βακαλόπουλου, του Γιανναρά, του Κόντογλου, του Παπαγιώργη, του Πικιώνη. Το υλικό της κατηγορίας της αγνής απολαύσεως δεν το ονοματίζω, παρά μόνο αυτό το οποίο συνέχεια θα περιστοιχίζω, βοηθούμενος από το ίδιο και τα προηγούμενα, ώστε να καταγράψω όσο καλύτερα μπορώ το πώς εισέβαλε και φώλιασε μέσα μου: ο Παπαδιαμάντης.
*
Άλλο το πού τρέχει ο νους μου κι άλλο το πώς νιώθει το είναι μου για τα πράγματα: ένα μέρος νοητό κι ένα πνευματικό μέρος με παλμό και θερμοκρασία. Πολύ ανώτερο είναι αυτό που μορφώνει γενικώς το δεύτερο από αυτό που απασχολεί ειδικώς το πρώτο. Πόσα χρόνια -αναρωτιέμαι- «διανοητικής θεραπείας» παίρνει, π.χ., μία στιγμή που φυτεύει μες στον άνθρωπο το μετατραυματικό του στρες, ή μια συναισθηματική διαταραχή, που τον καθιστούν δυσλειτουργικό και δύσπορο ως προς την ποθητή ηρεμία που ψάχνει -αυτός (ίσως κι Αυτή)- να τον κατοικήσει.
Ευχερείς στο να κατανοούμε το τραύμα. Το σπουδάζουμε συστηματικά. Για την εκ του κάλλους μόρφωση όμως, είμαστε κάπως ακατάρτιστοι. Αυτό δείχνουν τουλάχιστον οι δημόσιες παροχές μας και η άποψη του μέσου ανθρώπου επί του επιπέδου στο οποίο συντελείται η καλλιέργειά μας. Είναι ο λόγος που το σχολείο είναι σχόλη, ίσως· εφόσον μόρφωση, εκεί, σημαίνει αποκλειστικώς τη διαμόρφωση του διανοητικού πεδίου αισθήσεως του κόσμου. Θυμικό-υπακούς, επιθυμητικό-αυτοσχεδιάζεις. Παίρνεις γνώσεις και σοφία, συνήθως πακέτο με μία -αβαθμολόγητη- αποστροφή για τη φιλογνωσία και φιλοσοφία. Και λεγόταν -θυμάμαι- στο δημοτικό ένα μάθημα «Εμείς κι ο Κόσμος». Προϋποθέτει -σκέφτομαι και γράφω- την αυτοπεποίθηση αυτών που κατέχουν τον εαυτό τους και τον κόσμο (ξέχωρους) και πρόκειται να μας τους συστήσουν. Όχι εκ συνειδητής και πονηρής προθέσεως, οι άνθρωποι -σα τη δικιά μου, πιθανώς.
Η επιμερισμένη υπερπληροφόρηση (βλ. υπερεξειδίκευση) είναι αυτό που πληρώνεται στην αγορά. Η μόρφωση του νεοελλαδίτη είναι μόνο η δυνάμει πληρωτέα. Το μέσο άτομο δε μπορεί να συνεννοηθεί με τον εαυτό του -ώστε να σε στριμώξει και στο συρτάρι που σου πρέπει- όταν δεν του συστήνεσαι επαγγελματικά και πτυχιακά. Την τελευταία πεντηκονταετία και κομματικά (άραγε θα μας μείνουν και τα ονόματα, όπως κάποτε οι κατ’ επάγγελμαν επωνυμίες;). Ό,τι πληρώνει το άτομο είναι αυτό που μαρτυρεί τη μόρφωσή του, αυτό που μας βοηθάει να καταλάβουμε τί έχουμε να περιμένουμε από αυτό και πού να μη λάβουμε υπ’ όψιν μας τη μαρτυρία του. Υπάρχει κυριολεκτικά -οντολογικά- το λεκτικό «δεν σε βλέπω!». Ως συγγραφέας, δηλαδή, ο Παπαδιαμάντης μας, π.χ., στην εποχή μας θα ήταν στην κατηγορία «αζήτητοι». Κι όχι αζήτητος εκ μέρους του ανθρωπάκου του μόχθου -γιατί το προς επιβίωσιν άχθος ίσως είναι κοινός τόπος βασάνων (άρα και πνευματικής σύμπτωσης εν μέρει) του τελευταίου και του ξεχασμένου ποιητή, η διαφορά της πτωχείας των οποίων όμως είναι δύσληπτα μεγάλη (ας μη βουλιάξουμε στα νούμερα). Αλλά θα ‘ταν ξεγραμμένος λοιπόν, από τους ανθρώπους με τη διαπρέπεια στα γραμμάτα (ακόμα κι αν σημαίνει ότι πήρε μία έδρα κι άραξε), δηλαδή «του πνεύματος» (πλατωνικά απωθημένα;). Έτσι, το μάθημά του θα ήταν εκτός ύλης στο πλαίσιο της ζωής, είτε είναι είτε δεν είναι εντός ύλης στο πλαίσιο της κατεστημένης εκπαίδευσης. Μας συμφέρει; Μας ομορφαίνει ή μας παχαίνει -που έλεγε το διαφημιστικό- η δίαιτά μας τούτη; Ίσως καθιστάμεθα έτσι συγχρεωκοπούντες από προνομιούχοι αλληλόχρεοι να μεγαλώνουμε υπό του κάλλους.
Η αισθητική και φιλοσοφική γενικότερα ιεραρχία μας έχει εξακαδημαϊστεί κι εκμαρκετιστεί ολοκλήρως: το καλό το πράμα πιστοποιείται και διαφημείται (ένα από τα δύο, αν όχι και τα δυο, είναι απαραίτητο). Αυτό υπάρχει. Μόνο έτσι υπάρχει. Όλα καθίστανται αναλύσιμα, κατατάξιμα, διαφημίσημα, αγοράσιμα. Εις βάρος μας πάντα. Αφού η ομορφιά καθαυτή δεν ασχημαίνει, αλλά μας αποκρύπτεται: άφαντη έξω μας κι αναύγητη έσω μας.
[Απόφοιτος γυμνασίου, δόκιμος πτυχιούχος της Φιλοσοφικής και αφιερωμένος της Καλογερικής (για λίγο), αυτοδίδαχτος ξενόγλωσσος (Αγγλικά, Γαλλικά), Αναγνώστης, Ψάλτης, μεταφραστής, πεζογράφος, ταπί και ψύχραιμος.]
Θα ήταν -και είναι- ξεγραμμένος ο Παπαδιαμάντης. Ζει ανάμεσά μας κάτι παρόμοιο με τους «μεγάλους» του παρελθόντος; Διαβάζεται, έστω, αυτό ή αυτοί, εξωεπαγγελματικά και εξωιδεολογικά; Αδιάφορα στατιστικά καθαυτά. Ζούμε μακριά τους. Αυτό είναι το θλιβερό.
Το ότι οι μεγάλοι που εμφανίζονται ανά καιρούς κακοπαθούν, μας κρίνει. Οι ίδιοι έχουν δουλειές να κάνουν -αφήνουν την κρίση πάνω του. Η κρίση δείχνει ότι δεν ήμασταν ποτέ τόσο κοντά στα ιδεώδη μας, όσο λέμε. Δεν κατοικούσαμε στα λόγια μας αλλά μάλλον σε τυποποιημένες δηλώσεις που ευνοούν την εντύπωση που θέλουμε να δώσουμε -ένα κλασικό παράδειγμα απελέκητου αλαζονοχαυνοφλύαρου μπαρκόουντ: «όλα από εμάς τους Έλληνες τα πήραν οι άλλοι!». Το παράδοξο πρόβλημα είναι ότι εμείς δεν παίρνουμε· άρα δεν είμαστε κι αυτοί που θα δώσουνε κ.ο.κ. Δεν έχουμε το υπόβαθρο -άρα και τη διάθεση- να τιμήσουμε εγκαίρως το εκλεκτόν. Ούτε ακαίρως όμως. Δε μας κοστίζει τίποτα η ύπαρξή του επί της οποίας γλωσσαλγούμε ενίοτε, με τις καλύτερες προθέσεις φαινομενικά. Δε την αφήνουμε να μας αλλάξει. Και μεγαλύνοντές την από το ύψος των φευγαλέων εντυπώσεών μας την παραχώνουμε βαθύτερα στο τίποτά μας. Είναι τόσο μόνα όλα μέσα μας!
Ζουν ανάμεσά μας -πιθανολογώ λοιπόν βάσει ιστορίας- τα επόμενα εκθέματα του μουσείου μας. Κι είμαστε τα χώματα κι οι λίθοι κάτω απ’ τα οποία θα ανακαλυφθούνε κάποτε. Κι όσο εκθέτονται προς επίδειξη μνήμης και πολιτισμικού επιπέδου τα παλαιά (ή έστω για να κόψουμε κανένα εισιτήριο), η λάσπη θα σκεπάζει τα επόμενα και ούτως καθ’ έξιν. Οι υπηρεσίες τους, μετά την πετυχημένη ανασκαφή και βάσει της στάσης μας έναντι του έργου τους: ένα ακόμα κεφάλαιο σ’ ένα ακόμα σχολικό βιβλίο που δυνητικά ταΐζει έναν ακόμα κάδο.
*
Μία επιμέρους αίσθηση μπλοκάρει την αίσθηση της ολότητας -τον όλο προσωπικό εαυτό και τον όλο κόσμο που μόνο ψευδαισθησιακά είναι ετερόσωμοι. Λείπει αυτή η συγκεκριμένη αίσθηση ως βάση και στόχος της ανάπτυξης, της όποιας αναπτυξιοσκόπου σπουδής. Η αίσθηση αυτή, η μόνη κενοσπουδοκτόνος. Μία δυναμική περιπλοκή κι αναρρίχηση στο ξύλον τῆς ζωῆς1. Ένα σκαλοπάτι ανάβασης δυϊκό: η επιμορφωτική απόφαση να είμαι φίλα διακείμενος, αιδήμων κι ερευνών, έναντι ενός κόσμου που δεν μπορώ να βάλω ολόκληρο στα λόγια, και, κατά συνέπεια, δε μπορώ παρά να εγκρατούμαι απ’ το να του πλασάρομαι ως «λογικός», «αναίσθητος» όντας -άτοπο. Δηλαδή: ένα βήμα πίσω κι ένα μπρός, ταυτόχρονα, ταυτόχωρα, ενώπιον Θεού κι Ανθρώπου. Το Ευαγγέλιο ευαγγελίζει -καταλαβαίνω- αυτό το συνεχές «βήμα πίσω», με το δώρο ενός δυσανάλογου άλματος ακαταμέτρητου διασκελισμού.
Οι περισσότεροι άνθρωποι κατοικούμε σε αυτόν τον μη-τόπο, της μη-αίσθησης. Και για πολύ -έως τέλους κάποιοι. Αναίσθητοι της ενδεδειγμένης ανεπάρκειάς μας, ως πληροφοριούχοι και συνθέτες πληροφορίας, η οποία, σε κάθε της ποσότητα και μέγεθος, θα ήταν το πρέπον, ποιοτικώς, να αντανακλά το όλον του νοήματος της ζωής. Να είναι αποτέλεσμα αυτής της περιπλοκής της στον κορμό της ουσίας.
Είναι ένα δεδομένο που με κατοίκησε νωρίς στη ζωή μου, σκεπτόμενος τη ζωή του ανθρώπου: δε μπορεί κανείς, ποτέ, να γλιτώσει απ’ το να ζει υπό την συνειδητή κι ασύνειδη κοσμολογία του. Ταυτόχρονα δική του και των άλλων -συνδιαμορφούμενη ύπαρξη, «αυτή ο ίδιος». Πριν με καλωσορίσουν και καλοβολευτώ ως natural παρλαπίπας σε κάποιον ψυχαναλυτικό φαυλόκυκλο, ή φθάσω στην οιητική αυτοπεποίθηση των συμπεριφοριστών -που σου ‘λεγαν «δώσ’ μου ένα μωρό και πες μου τί επάγγελμα θες να -το κάνω να- κάνει όταν μεγαλώσει» (βλ. Γουάτσον και Σκίνερ)- επανεντασσόμενος στην εκκλησία κατάλαβα ότι η σκέψη μου αυτή ήταν σωστή και κολοβή: ούτε καμιά κοσμολογία θα μπορέσει να γλιτώσει απ’ τη θεολογία της, δηλαδή από (τον) ένα Λόγο που ζει πέρα από τα λόγια της· μια ζωή ανεκπήγαστη από την αυτοανάλυση του θνητού μας είδους, που επιτρέπει και προτρέπει μεν στην τελευταία, αλλά για να οδηγήσει στο εν ελευθερία και συνεργεία ξεπέρασμά της.
Εν ολίγοις, τ’ αμάξι δεν έχει μόνο μια-δυο ταχύτητες. Ενδέχεται δε, να μην είναι καν ένα ευτελές τροχοφόρο με ημερομηνία απόσυρσης.
*
Το όλον είναι κυρίως μυστήριο. Οι πρώτοι όσιοι χριστιανοί στοχαστές επέμειναν στο μυστήριο του ανθρώπου ως μικρόκοσμου2, ως έσοπτρον του σύμπαντος αλλά και της βουλής που το δημιούργησε κι οικονομεί. Το αποτέλεσμα της εργασίας του ανθρώπου ως τέτοιος είναι τα εξαχθέντα έργα του να φωτοβολούν με αυτό το μυστήριο, αυτό το μυστήριο, της των πάντων ενότητας κι εκκλησίας. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των προ Χριστού στοχαστών· γι’ αυτό μελετάται-εκτιμάται ακόμα το έργο τους: ενέμεναν στην συν-ολικότητα. Μετά Χριστόν, η «τέχνη της ζωής» του ανθρώπου, ως μικρόκοσμος-μικροθεός όμως, έχει απέραντη δυνατότητα λειτουργούμενη. Η καλλιτεχνική του έκφραση ως δημιουργία κι επίδραση, συνλειτουργείται και λειτουργεί εναρμονίως. Λαμβάνει την χάρη της συμπάγειας επί του τρίπτυχου θυμικό-επιθυμητικό-λογιστικό: το είναι, το θέλειν, το νοείν, συνεντροχιάζονται σε θείο δρομολόγιο. Το όλον του ανθρώπου αναλαμβάνεται ολόκληρο από το όλον που είναι τρισυπόστατο, ενπρόσωπο και σφόδρα ερωτευμένο. Το μεγάλο «γιατί» αναβαθμίζεται ανεπανόρθωτα: «γιατί να είναι (τόση!) αγάπη ο Θεός;». Έφθασε η εποχή της «αυθαιρεσίας» της Χάριτος. Το φως εισχωρεί στο σπήλαιο (βλ. του Πλάτωνα) και οι σκιές σβήνουν επιτέλους. Τα πρόσωπα συναντιούνται επιτέλους. Τα ίδια και τα έργα τους μορφώνονται υπό την απόλαυση της φωτοχυσίας, που τέλος δεν έχει καθώς δείχνουνε τα πράματα.
*
Μετά οδηγικού αστέρος οδοιπορώντας στο «προσκύνημα»: «Η μεγάλη τέχνη βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο»3. Με ανάποδες στροφές βλέπουμε διαυγώς ότι η «μικρή» τέχνη έρχεται από κι εκβάλλει στην μερικότητα. Είναι ένα φωτόνιο ίσως, που λησμονεί τον ήλιο και παίρνει ψηλά τον αμανέ. Η μερικότητα οδηγεί σε ασύνειδη ολιγότητα. Αυτή δεν είναι που μορφώνουμε; Εκτός κι αν είμαστε σωκρατικότεροι και μορφώνουμε την άγνοιά μας. Τότε η συνειδητή γνώση της ολιγότητας κυοφορεί την περιεκτική ταπείνωση, η οποία ενέχει το δώρο της ζωής: την εν ελευθερία πορεία της ενακοής της θειότητας της ύπαρξης· την εν Θεώ αύξουσα αίσθηση (εξ ου προκύπτει και όλη η χριστιανική διδασκαλία)· την αποδοχή και λατρεία της Πρόνοιας, που θέλει τα όντα να υπάρχουν μες σ’ αυτό το τεταπεινωμένο είναι και έχειν τους, για να τους δωρίζει όμως το Μυστήριο, να τους αποκαλύπτει πολυτρόπως πως η εν ζωή εμπειρία τους πρόκειται για μια μνηστεία αρραβώνων που οδεύει σε μία γαμήλια τελετή. Η άσκηση αυτής της προοπτικής, αυτού του τρόπου διεξαγωγής του βίου, έχει το αποτέλεσμα η ταπείνωση να γίνεται (ο) άνθρωπος κι ο άνθρωπος (η) ταπείνωση· να γίνεται τα πάντα, να κατέχει τα πάντα, να υποβαστάζει και ν’ ανεβάζει τα πάντα σ’ αυτό το θείο επίπεδο. Το μυστήριο της προσφοράς του ουρανού και της αντιπροσφοράς των θνητών, ακίνητο κι αεικίνητο, αφανές όπως ο Θεός και οι ανθρώπινες ψυχές, βγάζει ζωή από τον Άδη της βιολογικότητας και την ταμιεύει σε ουράνιες υδρίες, για ένα μεγάλο γλέντι που άρχισε κι έπεται κλιμάκωση.
*
Διαβάζοντας τον Παπαδιαμάντη, ο σύγχρονος καταναλωτής σύγχρονης ελληνόφωνης πληροφορίας, καλείται να κάνει ένα μεγάλο άλμα για να προσλάβει τη λεκτική και το ρυθμό του. Αν δε γίνει αυτή η άσκηση υπομονής με την μορφολογία της πληροφορίας, ο δρόμος κόβεται και δεν θα υπάρξει αληθινή «πληροφόρηση» -συνάντηση, ακρόαση, συνομιλία, αλλοίωση.
Με καθαρεύουσα, δημοτική και τοπικούς ιδιωματισμούς, με ιερατική -διαποτιστική του όλου θυμικού- σεμνοπρέπεια, με τον Όμηρο, τον Ηράκλειτο και την Σαπφώ, με την καθαρή ποίηση της εύστοχης και βαθύπλοκης παρομοίωσης (συχνάκις και βαθύσοφης), με τη λαϊκή σοφία και τα Λειτουργικά, με την φωτογραφική ακρίβεια των ψυχισμών των προσώπων και με το ποιμαντικό έλεος απροσωπόληπτο ως προς την προσέγγισή τους, με το χιούμορ και με το απερήφανον του φιλοκαλικού μυθοπλάστη, βρίσκεσαι σε μία λογοτεχνική «κατάσταση χάριτος». Το σπουδαίο είναι ότι είσαι ακόμα εδώ, ότι ο Παπαδιαμάντης είναι «μόνο εδώ». Και είναι βαθιά χωμένος μέσα στο «εδώ», που είναι κυρίως αόρατο. Η αορατότητά του είναι αισθητή κι έρχεται εις μερικήν εμφάνεια. Αυτό δεν είναι κάτι νέο. Ίσως για τον εξωεκκλησιαστικό ακούγεται υπερφίαλο και μανικό ως προοπτική της καλλιτεχνικής δραστηριότητας -εν προκειμένω σημειούμενο λογοτεχνικώς- αλλά φταίει η εξωτικότητά του αυτή. Έχει απεμπολήσει από τη συνείδησή του -μέσω του σχολείου-σχόλη που είπαμε- το υψηλό κριτήριο του χαριτωμένου -ύψιστο στα ελληνικά πράματα.
Η πραγματικότητα στα χέρια αυτού του ανθρώπου -του ελληνοκίνητου γλωσσικώς και χριστοκίνητου πνευματικώς- είναι το πιο μακρινό ταξίδι, εντός μίας πατρίδας στάσιμης, ως αναστάσιμη. Στην πραγματικότητά του «συμβαίνουν τα πάντα χωρίς να συμβαίνει τίποτα» («…που να τρέφει το θηρίο της πλοκής, αυτής της μάστιγας του σύγχρονου κόσμου»4), θαυμάζει ο Χρ. Βακαλόπουλος.
Δύο βασικοί αποφατισμοί του «καλλιτέχνη» και της «τέχνης» του: α) δεν παίζει το χαρτί της πλοκής και β) δεν είναι, η όποια πλοκή, εκλαΐκευση φιλοσοφίας. Δεν πάει να επικοινωνήσει μία μεγάλη ιδέα στον αμόρφωτο κουτόγραικο. Δεν κάνει ιδεολογικές καμπάνιες, εμπόριο ιδεών, ινφλουένσινγκ, διαφωτισμό. Δεν ξιπάζεται ούτε λογοτεχνικώς, ούτε κοινωνικώς. Ούτε Φιλότης ούτε Νείκος με τα του κόσμου. Ζούμε μετά Χριστόν, όχι μετά Εμπεδοκλήν. Λαμβάνει ζωή από αλλού· ζει και βλέπει αλλιώς τον (ίδιο για όλους) κόσμο. Εξομολογείται το θάμβος του επί των πραγμάτων -υλικών και πνευματικών- τα οποία, στον κόσμον ως έχει, είναι όλα καλά λίαν5· δηλαδή, μία μεγάλη τιμή τούς έχει γίνει ερήμην των αιτήσεών τους. Κι έτσι, ο συγγραφέας παίζει μες στο καλά λίαν του κόσμου. Δεν τον εξουθενώνει, δεν πάει να τον φτιάξει καλύτερο, δε προτείνει τίποτα τέτοιο να κάνει ο αναγνώστης του. Αλλά καλλιεργεί την τέχνη της απαρεμβατικότητας, την οποία κληρονόμησε -δεν επινόησε- και μάλλον έπαθε -δεν έμαθε. Έχει ορθή δόξα για τα πράγματα (το πραγματικό). Κι έτσι τα πράγματα έχουν την ευχή του. Έπεται το συγγραφικό ενδιαφέρον, ως παγκάλη παιδιά6· όχι τόσο καταπώς θεωρούσε ο Πλάτων την γραφική δραστηριότητα (του ώριμου στη φιλοσοφία), γιατί εδώ δουλεύουμε το πράμα «δια του αναλογίου». Έπειτα, το πράμα δε γίνεται αποθήκευμα, αρχείο πανεπιστημίου, μάθημα ετοιμόρροπου πνευματικώς σχολείου: το τρώμε και το πίνουμε.
Ίσως είναι «εκφιλοσόφηση λαού» -αντίστροφα της εκλαΐκευσης της φιλοσοφίας. Του οποίου λαού η καταγωγή έχει μικρή σημασία εν σχέσει με την αναγωγή του. Η αναγωγή εξηγεί γιατί είναι χαριτωμένη η καταγωγή (η κατά την αναγωγή του πορεία ενός εκκλησιάσματος μιας λαότητας) και ποια είναι η αγωγή που (εισ)φέρει, πάντα σύζυγη με την πρώτη, αυτή η υπόσταση που έχει αυτήν την προαναφερθείσα «αίσθηση», η οποία ενέχει και δρομολογεί τις νέες πληροφορίες. Δεν είναι τόσο πολύπλοκο όσο το κάνω: είναι η «πνευματική ιστορία της εν γεωγραφία ιστορίας», εν λόγω ελληνικώ (και το «ελληνικώ», το εννοούμε όσο συνολικότερα γίνεται). Παράδοξο όλο αυτό, θα έλεγες: ένας εκθειαζόμενος τοπικισμός-εθνικισμός-θρησκευτισμός απεγκλωβισμένος από την αίσθηση ότι η αίσθησή του περιέχει το απόλυτο, κι εγκλωβισμένος στο ωραίον. Γι’ αυτό κι εκεί συμβαίνει το απόλυτο! Γιατί εκεί «συμβαίνει» θεοσέβεια. Εκεί είναι τόποι του Θεού. Δεν φτάνεις αυτοαναφορικώς («εμείς τα δώσαμε στους άλλους»…) σε τέτοια ευρύτητα πνευματική. Εκεί υποστασιοποιείται το όντως glocal: πριν, μέσα και έως μετά την γεωγραφία και την ιστορία.
*
Χαρακτηριστικό ποιοτικό, αυτονόητο κατά τα προηγούμενα, και το ύφος του συγγραφέα στο πλαίσιο της διαπολιτισμικότητας. Το ανθρώπινο πνεύμα είναι σεβαστό όπου κι αν πιστεύει, όσο αλλόκοτα κι αν πιστεύει ενίοτε. Είναι σεβαστή η ροπή του προς την έκσταση (εργάζεται και μ’ αυτή ο κυρ Αλέξανδρος). Και μου έρχεται αυθαίρετα στο μυαλό, ο τρόπος που η βυζαντινόγραπτη Σουΐδα καταγράφει τους ασκητές μιας άλλης παράδοσης7. Γιατί νιώθεις τον Παπαδιαμάντη να κρατά μία σεβαστική ακεραιότητα, π.χ., για την παγανιστική έφεση, ή έναν ευσεβή αλλόθρησκο, ή και έναν ομόδοξο που δεν είναι άψογος έναντι των τύπων. Και είναι σημείον ανθρωπιάς να τυφλωθείς ως προς τις αντιστοιχίες σου (και των άλλων) με μετέωρες αξίες, και να μη μπορείς να δεις τίποτα λιγότερο από τον άνθρωπο. Και να νιώθει αυτός ότι «είσαι εκεί» γι ‘αυτόν λοιπόν, ενώ δε σου ζητήθηκε ποτέ ενδεχομένως.
Αυτό το πνεύμα, επί αυτού του θέματος (πώς στέκομαι στο αλλόδοξον), το διακρίνεις διαχρονικά φιλολογικώς. Αλλά η βάση του δεν είναι η ευγένεια κάποιου λογοτέχνη. Το «ορθόδοξον» της υπόθεσης καταφαίνεται στο ότι και άνθρωποι αγράμματοι, σαν τον Μακρυγιάννη, είναι απόλυτα (φυσικά) άνετοι στο να τιμούν την ευσέβεια οποιασδήποτε παράδοσης (γραπτώς προσευχόταν συχνάκις και γι’ αυτούς, ο μακάριος αυτός). Κι ενώ φτάνει το φαινόμενο αυτό ως τον Κόντογλου και τον Πεντζίκη, αντικειμενικά, όλο αυτό είναι ένα στοιχείο που εκπήγασε από τον Ιησού. Γιατί ο Ιησούς ήταν ο πρώτος που «σεβάστηκε» το αλλόδοξον, κι ήταν ο κατεξοχήν «ορθόδοξος κι απόστολος», από την άποψη ότι είχε τόσο μεγάλα αποτελέσματα, εργαζόμενος μόνο (!) με αλλόδοξους -δεν υπήρχαν χριστιανοί να «κατηχήσει». Κι έχει τεράστια διαφορά αν μεταφράσουμε τη δράση Του ως τον σκοπό Του να κάνει τον κόσμο έναν χριστιανό ιδεαλιστή, από το να συλλάβουμε (βλ. συλληφθούμε από) τον ρεαλισμό Του και των δεδομένων που παρείχε: την θέληση να κάνουμε παρέα, από τώρα και για πάντα. Και γι’ αυτό έχει το κύρος της παγκοσμιότητας η διδασκαλία Του: απευθύνεται στον άνθρωπο· όχι στα εντόπια ήθη. Απευθύνεται με τα τελευταία, ναι. Όχι από ιδία ανάγκη ή περιορισμένη κατάρτιση δε. Και σίγουρα όχι για να υποβοηθήσει την εμπαθή προσκόλληση στην ιστορία, στον αυτοκεντρισμό του κάθε λαού.
Κι αν είναι δυσδίοδη, λοιπόν, η συνάντηση με τον Παπαδιαμάντη γλωσσικώς, ίσως η πνευματική του ευρύτητα να είναι κάτι που κανείς οξυδερκής παρατηρητής δε θα φθάσει να αφουγκραστεί. Γιατί το υπόβαθρο και το περιεχόμενό της είναι ιδιωτικά, ακριβώς όπως τα της Γραφής: «το Ευαγγέλιο είναι ένα ιδιωτικό βιβλίο […]έξω από την Εκκλησία το Ευαγγέλιο είναι σφραγισμένο και ακατανόητο βιβλίο»8.
Ο Παπαδιαμάντης, με το να είναι μέσα στην εκκλησία, ιδιωτικοποιείται. Κατ’ επέκτασιν, ο καρπός του είναι ευκόλως παρεξηγήσιμος ως «προσφορά πνευματική», ακριβώς ανάλογα όπως είναι ο θεολογικός καρπός των αγίων απ’ τους εξωπνευματικούς αναλυτές τους: «Αυτό που δίδουν οι πατέρες είναι η αλλοίωση του Πνεύματος. Έξω από αυτήν την πραγματικότητα, αν θελήσουμε να τους πλησιάσουμε, θα μείνουν για μας ακατανόητοι ως συγγραφείς και περιφρονημένοι ως πρόσωπα»9.
Δεν μπορώ μεν, κατ’ απόλυτη αναλογία να πω ότι ο Παπαδιαμάντης είναι «πατέρας» της εκκλησίας, αλλά το ότι είναι τέκνον της («γνήσιον») και τέκνο των πατέρων («…ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων της»10) δεν είναι κρυφό μυστικό, τουλάχιστον εκ μέρους του. Κι εξομολογούμαι την αλλοίωση, σιγά-σιγά.
*
Το «χαρτί» του Παπαδιαμάντη είναι πως δεν «παίζει το παιχνίδι» (το όποιο: π.χ. του λογοτέχνη). Δεν είναι άλλος ένας δουλέκδουλος των ανθρώπινων αφηγημάτων, που βασίζεται στο κατά δόκησιν είναι κι έχειν του, που τυραννιέται να διαπλάσει τη διαπρέπειά του στις συνειδήσεις των συνανθρώπων του. Αλλά ζέεται με τη φλόγα της ζωής, γι’ αυτή την Εμπράγματη Ζωή, για να μπουν όλοι σ’ αυτή τη δροσοκάμινο. Στο γραπτό του είναι ελεύθερος να βάλει τον κόσμο εκεί μέσα, να τον εγκρατήσει στην πραγματικότητά του, να τον αγαπήσει με θείους όρους, ορθόδοξα κι «ανήθικα».
Η πραγματικότητά του είναι εδώ και είναι όλων μας. Είναι τόσο εδώ -επαναλαμβάνομαι- και γι’ αυτό είναι τόσο μακριά μας (έτσι που ‘μαστε). Η στοργή της κρίνει απροσωπολήπτως τον κάθε λήπτη. Εθελοτρέπτως παραδίδεται αυτός σε μία δίνη «εμπλουτισμού της ευαισθησίας»11 του. Αναδεικνύεται η τραγικότητα του οργανισμού του. Κι αυτό επειδή ο «απαγωγεύς» είναι καλά. Αυτό είναι το θεαματικό: «αισθάνεται καλά» τον κόσμο. Ο εκκλησιασμός του κόσμου, εντός του διευθυντή αυτού των λέξεων, είναι ο θεαματικός πρωταγωνιστής πίσω από κάθε ρόλο, αντικείμενο κι εμπλοκή.
Για τους αναζητούντες κι απολαμβάνοντες δε, γενικώς κι αορίστως, λογιών-λογιών λογίων λόγια, δεν υπάρχει κάτι που να μην μπορεί να περιγράψει αυτός ο άνθρωπος. Λεκτικά. Γιατί το πιο σημαντικό δε περιγράφεται. Κι εκεί -στο σημαντικότατο των δεδομένων- κατοικεί πνευματικά ο Παπαδιαμάντης -οὐκ ἔστιν ὧδε12... Και κατ’ αυτό εσοπτρικοποιείται κι εσοπτρίζει. Πόσο στενόχωρο ακούγεται μετά, να ταμπελώνει κανείς τέτοια αναστήματα με τις σουπερμαρκετικές ετικέτες όπως π.χ. ο «άνθρωπος των γραμμάτων», ή και ο «άγιος» αυτών. Ακόμα χειρότερα, όταν έχουμε στεγάσει μέσα μας -σαν σε σουπερμάρκετ πάλι (γι’αυτό κι εκ του περισσεύματος13 πετάμε τέτοιες εκπτωτικές μικρότητες)- τους «ανθρώπους των γραμμάτων» στον περιεκτικό όροφο με τους «ανθρώπους του πνεύματος».
Ο μόνος όροφος κι αίθουσα είναι η ζωή μας. Αυτό είναι το κορυφαίο κι εμείς ομολογούμε έτσι την κατάκτησή μας, το ανεπίστρεπτον της σχέσης που άνοιξε μαζί με τα λόγια που διαβάσαμε. Το μόνο κριτήριο είναι το χεράκι που μας κράτησε στο βήμα μας, πορευόμενοι εις αιωνιότητα, δυνητικά απουσιάζοντες ολοκληρωτικά απ’ τη φαινόμενη φύση.
Οι «άνθρωποι του πνεύματος», όπως τους αντιλαμβανόμαστε, είναι ανάλατοι αιωνιότητας κι ενότητας μαζί μας. Δεν υπάρχει σύβραση. Όσον αφορά στο πολιτειακό επίπεδό τους, μας δείχνουν πώς κατακτιέται η όντως «κορυφή»: πρωτεύεις παραιτούμενος της ηγουμενίας σου14. Είμαστε μακριά από αυτό. Είμαστε άλλου πνεύματος. Κι ας λυπόμαστε για εμάς, όσο μπορούμε. Ποιος ξέρει; Μπορεί να ‘χει πιο πολλή ζωή αυτό από την ελπίδα στη χρηματοσυναισθηματική δόξα της επίδοσής μας.
Ομοιάζουν με πράκτορες ανάργυρους, πολλοὺς δὲ πλουτίζοντες15, κατά το Παύλειο. Άδειοι τραπεζικώς κι αδιάφοροι της κοινωνικής αίγλης που δυνητικά θα τους πλαισίωνε και λάμπρυνε. Η καίρια ερώτηση περί του εαυτού μας και περί του εαυτού τους είναι απλή: από πού τρέφομαι εγώ (ο κυνηγός του ονείρου!), κι από πού αυτός που πάω ν’ αναδείξω, ή και ξεφτιλίσω, ή και ξεφτιλίσω αναδεικνύοντας αυτοεξευτελιζόμενος κ.ο.κ.; Τί νόημα έχει να αναγνωρίσω εγώ -ο ανθυπολοφίσκος (;)- την ιδιότητα του βουνού στον άνθρωπον αυτόν και καθένα σαν αυτόν; Ποιον εξυπηρέτησα; Ποιος νοιάζεται για την παρέμβασή μου και του οποιουδήποτε, με αφορμή έναν άνθρωπο-σπουργίτι, που θεωρεί εαυτόν «ὡς παιδίον τὰς φρένας, καίτοι ἄνδρα τὴν ἡλικίαν»16. Εκτίθεμαι, καν λάμπω προς στιγμήν, ως πεινών για σημαντικότητα, καταβροχθίζων σημαντικότητες, βγάζοντας selfie εκεί κοντά τους. Ένας καλόγερος με είχε ενημερώσει κάποτε: κάτσε λίγο καιρό στο μοναστήρι και «θα τη βρουν την άκρη σου οι Πατέρες». Υπό συνθήκες, θα βρεθεί, αντίστοιχα, το κενόδοξο κίνητρο για ό,τι οικειώνομαι ώστε να πλαισιώσω το brand μου στη πιάτσα. Ας σου λείπει παιδί μου καλό, με συμβουλεύω.
Η «κριτική» μας οφείλει να είναι μία ομολογία πίστεως. Αλλιώς ας μην είναι. Είτε θα κάνουμε επιστήμη, είτε αγάπη. Όχι μεσοβέζικες ποιότητες. Να μην είναι μία κατάσταση απρεπούς αξιολόγησης των ιδεών του ανθρώπου -του εκάστοτε- που, κατά τα πάθη του διανοούμενου που μας διακατέχουν, συχνά, φαίνεται πως είμαστε μια μετάφρασή τους προς ενίσχυση των ταπεινών μας προκαταλήψεων. Αυτό είναι το κυνήγι μας, συχνά. Και λερώνει, με τις απόκεντρες Θεού καταγγελίες ή δοξολογίες του, την εξομολόγηση ενός ανθρώπου (ή και λαού ολόκληρου κατά την… εκφιλοσόφησή του) που αγωνίστηκε πραγματικά να αληθεύσει, να γίνει άνθρωπος. Δεν γίνεται η υποθερμία να σχολιάσει το κλίμα της καμίνου.
Όπως αναρωτιόμαστε από πού τρεφόμαστε εν ζωή, ψυχή τε και σώματι, ας αναρωτηθούμε, επίσης, ενώπιον ποίου γινόμαστε άνθρωποι, όλοι εμείς οι τρεφόμενοι μικροργανισμοί της μικροτραγωδίας μας, η οποία μάλιστα δορυφορείται μεταξύ μας από αυτόνομα θεωρήματα περί σπουδαίας υπόθεσης κι ευκαιρίας ηδονικής μεγαλουργίας (υγεία πάνω απ’ όλα κι όλα τ’ άλλα έρχονται -την αποθήκευση στο χώμα εννοούμε). Κατά κάποιο τρόπο έχουμε σε όλα δίκιο αλλά από λάθος μας: δεν είναι «όλα» αυτά που λέμε «όλα» (βλ. Όλον). Έχουμε σε όλα λάθος αλλά εντός της αγέλης που μας δέχτηκε είμαστε διαρκώς δικαιούμενοι και διακλεείς. Εσχάτως, βρήκαμε εργαλείο κι αποθηκεύσαμε το κοπάδι μας online. Πλούσιοι σε αποδοχείς-αποδοχές, πολλούς δε φτωχοποιούντες, με το χρόνο που τους κλέβουμε, με τη σκέψη που τους σμιλεύουμε.
Εξ αναργυρίας έρχεται η μεγάλη προσφορά κι απόλαυση. Μη νομίζουμε δε ότι η συναισθηματική αναργυρία, ως απαλλαγμένη από τα διαβλητά πάθη της κενοδοξίας κι ανθρωπαρέσκειας, δεν είναι ασύγκριτα υψηλότερη και πολυτιμότερη από την νομισματική (το διαβλητό πάθος της φιλαργυρίας). Πολλή φιλανθρωπία έχει πέσει γενικώς τον τελευταίο αιώνα, αλλά γνωρίζουμε μόνο την εξωτερική της ιστορία. Κι αυτή, ως στ’ αλήθεια αυθεντική, επίσης είναι μόνιμο σημείο της ποιότητας του πνεύματος που μας κάνει την προσφορά. Τα «υπέρ εαυτόν» έχουμε ανάγκη -προσπαθούμε- να τιμήσουμε στη ζωή μας και στις εκδηλώσεις μας. Με αυτή την επιμόρφωση, τα εις εαυτόν προσπαθούμε να βάλουμε σε μία τάξη, καλή ώρα.
Όπως τα παράσημα ανδρείας «μετράνε» τις υπέρ του δέοντος υπηρεσίες του μαχόμενου, έτσι κι ο μεγάλος καλλιτέχνης επιχειρεί ένα έργο ζωής (βλ. κοινωνικού θανάτου ως προς τις νόρμες) χωρίς ελπίδες επιβίωσης, και το παράσημο να το χαρεί το φέρετρο. Και τί έχουμε έπειτα ν’ αντιπροσφέρουμε στις υπηρεσίες τους εμείς, υλικώς και πνευματικώς συνενδεείς, αν όχι το έν ου εστί χρεία17(;): την ψυχική μας συγκατάθεση, ενώπιον του Θεού, να είναι αιωνία η μνήμη του προσφέροντος αυτού, γι’ αυτή τη ζωή που ξεφούρνισε η καρδούλα του και με την οποία ψωμίζει τη δική μας.
*
Η ανθρωπινότητα κάνει τον άνθρωπο. Η δια αυτού συνεννοησιμότητα που επιτρέπει την κάθαρση και τον σαββατισμό με τα του κόσμου. Και δεν υπάρχει καλύτερος μετρητής και κριτής να μας πει αν υπάρχει στους άλλους και στα έργα τους αυτή η ανθρωπινότητα, από τον ίδιο τον οργανισμό και λογισμό μας. Η έκφρασή της -αγνή, άχραντη στο κίνητρά της κι αμόλευτη υποστατικώς- είναι η τέχνη την οποία τρώμε και θαυμάζουμε.
Η ανθρωπιά είναι ακριβό άρωμα. Κι η απόκτηση αυτής προϋποθέτει τον σταυρό του να μη το παίζεις κάποιος ενώπιον του μυστηρίου της ζωής του κόσμου. Αλλά μάλλον ν’ ασκηθείς στο δέος· κι ίσως το συναντήσεις κάποτε, το ίδιο αυτό μυστήριο αποκεκαλυμμένο. Ίσως ποτίσει το πνεύμα σου και τα γραφτά σου, κι αποκτήσουν (μόνο) τότε αυτά άμεσα ζωτικό περιεχόμενο. Εὰν δὲ ἀποθάνῃ… κἂν ἀποθάνῃ… Έπειτα τα επουσιώδη: οι κλάδοι και το φύλλωμα του στέρεου αυτού κορμού -ιδανικά ομολογουμένως στον περί ου ο λόγος:
«[…]νιώθεις την ελληνική γλώσσα να σαλεύει και να φουσκώνει, όπως η θάλασσα… να σου τραγουδάει τα άρρητα… ως το σημείο, φυσικά, που η έκφραση μπορεί ακόμα και λειτουργεί, προτού φτάσομε στο ανέκφραστο, μπροστά στο οποίο όλοι απαρατάμε ανήμποροι τα μολύβια… ο Παπαδιαμάντης (όπως κάθε παρόμοιος άνθρωπος) καμιά φορά βρίσκει λόγια και για εκείνο που βρίσκεται πέρα από τα λόγια… δεν υπάρχει άλλος Έλληνας συγγραφέας με τέτοια εξουσία απάνω στη χρήση της γλώσσας της ελληνικής, που να ξέρει όλα τα πράματα με τα ονόματά τους […]»18 .
Θεαματικό είναι το ότι η υψηλού επιπέδου λεκτική αυτή τέχνη λειτουργεί στην ύψιστη μορφή της ανθρωπολογικά: είναι κόλλυβο. Η τέχνη είναι ένα γλύκισμα μίμησης της ζωής που προκαλεί κοσμοσυγχώριο μέσα σου. Αυτό είναι ένα ποιοτικό στοιχείο ακατάδεκτο κι ανεπίδεχτο ποσοτικής αξιολόγησης. Είναι σημείον πως ο δρων λειτουργεί ως ιεραπόστολος (καθόλου «σαν» τέτοιος): «[…]να παραδώσει τη μικρή του ανθρωπότητα στη βαθύτερη αλήθεια της […]ως αρχείο των ψυχών και ταμείο των αληθειών»19.
*
Δε μπορώ να διαβάσω λογοτεχνία, γενικά. Και δε μπορώ να διαβάζω πολλή ώρα στον υπολογιστή, γενικά και ειδικά. Όταν στα τριάντα μου είπα, ψυχαναγκαστικά, να πάρω μια μυρωδιά από την περίπτωση του συγγραφέα κυρ Αλέξανδρου -να μη με πούνε και τελείως Αλιβάνιστο- άνοιξα ένα διήγημα.
Ηρπάχθην. Απήχθην. Διάβασα περίπου το εν τρίτο των διηγημάτων, μίσησα το λάπτοπ μου, έως που (βρήκα σε λογική τιμή και) προμηθεύτηκα τα Άπαντα του Δόμου, δυο-τρία χρόνια αργότερα. Πνίγηκα δια ανασασμού καθαρού αέρα. Μέθυσα δια νηφαλιότητας ανθρώπου ερχόμενου απ’ τον πόνο της ζωής20 και την ανάπαυση της νηπτικής παράδοσης -στην πνευματική γεωγραφία της «Ελλάδας» ήταν η εποχή μετά την φιλοκαλική αναγέννηση των Κολλυβάδων.
Συνειδητοποιήσεις κεραυνώδεις σχίζουν τον ουρανό, τον αποθηκάριο των οδηγικών αστεριών του νου σου, η πλειοψηφία των οποίων εξαφανίζεται λόγω της φωτορρύπανσης του φαινομένου. Ο κυρ Αλέξανδρος μπήκε σπίτι μου· έχω επισκέψεις. Βιώματα κι αισθήματα με την αίσθηση πως εμφανίστηκε μια γλυκύτης βιοθρέπτειρα που θα μείνει για πάντα μαζί σου. Σιβυλλικώς και βροχηδόν επανέρχονται αυτές οι «σωστές» πληροφορίες. Η ορατότητα πέφτει μέσα στην βροχή αυτή κι εσύ χαίρεσαι λουόμενος στις εκπλήξεις της όλης προσέγγισης κι εκφραστικής. Ξέρεις ήδη ότι θα επιστρέφεις σ’ αυτό το μέρος, να το παρατηρήσεις ακόμα καλύτερα. Ξέρεις ότι «θα γεράσεις» με τα λογάκια του κυρ Αλέξανδρου, «αν». Πιστοποιείς, πάλι, πως το μεγάλο έργο, του μεγάλου ανθρώπου, είναι ακαριαία και μία φιλία που θα κρατήσει, μία αειπόθητη ωραιότητα που θα σε κρατήσει έμφρωνα εν ζωή.
Αγία γραφή (διάβασέ το σωστά). Του ανθρώπου που λίγο μιλάει για τον Θεό, μιλώντας μόνιμα «με» τον Θεό, ενέχοντάς Τον ως ενεχόμενός Του -όχι ως συνομιλών εξ αποστάσεως. Έτσι, σηκώνει εν μύθοις την απώλεια τη μεγάλη και την ανάσταση τη μεγάλη, μέσα στην πραγματική απώλεια και την πραγματική ανάσταση την μεγάλη που είναι η «βίωση» της ζωής, που είναι η ιστορία ως ιστορία σχέσεως-πάλης του Θεού και του ανθρώπου, ως η ιστορία της δείνωσης του έρωτος αυτού, που επιβιώνει παντός καιρού -αντιβίωση στην ιστορία ως ιστορία φύσει φυλακόβιων αυτοαναλυούμενων ονειροκριτών.
Είναι κουράγιο. Είναι λειτουργία λύσης και απόλυσης. Είναι τέλος συνεδρίας στου χειροπράκτη· και περιφέρεις έπειτα την ελαφράδα σου. Είναι «ἀσπασμὸς τοῦ πέραν, τοῦ ἐπέκεινα· καὶ χρυσώνει τὸ τώρα, τὸ περαστικό, ποὺ ἔτσι ποὺ τὸ ζοῦμε συχνὰ μᾶς ἀπογοητεύει, σὰν ξένο καὶ ἀποξενωτικό»21, γράφει ο γέροντας Β. Γοντικάκης για τον Ν. Γ. Πεντζίκη, κι αφορά τόσο πολύ και τους δύο αυτούς μακάριους αυτή η δραστηριολογική σημείωση.
Είναι κόλλυβο το ρήμα του. Είναι θυμίαμα. Είναι αγιόνερο -να το ρίχνεις στο ποτήρι σου. Είναι εγκράτεια. Είναι υπερεκχείλιση εγκρατείας. Είναι λεπτότητα, απαλότητα, διακριτικότητα, σεπτότητα. Είναι συγκεκριμένο. Είναι «έρωτας συγκεκριμένου»22. Είναι έρωτας γενικός. Είναι βαθιά μέσα σε κάθε τί που «δεν είναι», που κανείς δεν βλέπει έως εκεί, δεν αισθάνεται έως εκεί. Είναι ερημία κι ανωνυμία23. Είναι ερημιωδέστατος (άρα) κι εσοπτρικότατος (η έρημος είναι καθρέφτης). Είναι ευκρίνεια λεπτοκέντητη, ελληνική τω λόγω και θεολογική τω πνεύματι. Είναι αιωνιότητα εν γεωγραφία και στιγμή. Είναι από το πολύ μετά, όπως είναι η Θεία Λειτουργία. Κι είναι, την ίδια στιγμή, «η παρούσα στιγμή του παρελθόντος»24. Είναι, γιατί έρχεται με το βάρος της παράδοσης, κι εισφέρει την ανασύνθεση του παραδεδομένου, κάνοντας ακόμα βαρύτερο το παραδοτέο. Πόσα βάρη σηκώνουν, άραγε, όλα αυτά τα βάρη που μας φορτώνουν οι μεγάλοι μας! Πόση ανάπαυση παράγουν, μες στην οποία εισερχόμεθα κι εμείς, εισερχόμενοι εις τον κόπον αυτών25 κατά το ευαγγελικό!
Είναι προϊόν μακαρισμού και παραγωγός μακαρισμού -προς «χέρια ανθρώπινα που, με το να φθείρονται εκείνα στην κλίμακα την ατομική, αποκτούσανε τη δύναμη να σταματούνε τη φθορά στην κλίμακα την ομαδική»26. Είναι κολλάζ ελεήμονος ψυχής, με το αδαμιαίο τάλαντο του ευχερώς ονοματίζειν27. Είναι προσφορά προσφόρου -θα το ευλογήσει ο Θεός και θα το φάει ο λαός. Είναι ελεημοσύνη με τόση προθυμίαν καὶ χαράν, ὡς νὰ ἦτο ὁ λαμβάνων καὶ ὄχι ὁ δίδων. Είναι απαλώς ανθούντες αισθησιακοί του εμπνεύματου κόσμου στοχασμοί, ερχόμενοι από γλυκεῖαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, τῶν ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων… Είναι απαγγελία των σιωπηρών. Είναι χαμαί και παίζει, με εκείνο το μόλις τετραετές πτωχὸν κοράσιον, όπου σκάλιζε τὴν στάκτην, νομίζουσα ἐν τῇ παιδικῇ ἀφελείᾳ… ὅτι ἡ ἑστία εἶχε πάντοτε τὴν ἰδιότητα νὰ θερμαίνῃ, καὶ ἂς μὴ καίῃ. Είναι συλλογή των ταπεινών, ουτιδανών και καταχαριτωμένων. Είναι Διαλεχτή, Εὐγενικούλα, Ροδαυγή. Είναι Κυπαρισσού, Ζαχαρού και Σιδερή. Είναι Μαχούλα, Μηλιὰ και Μυγδαλιὼ. Είναι Εὐαγγελινός. Είναι βλέμμα παιδίου εὐπειθοῦς. Είναι κάποιοι πολλοὶ, που πιστεύουσι προθύμως τὰ μυθεύματα… ἡ δὲ ἀλήθεια φαίνεται αὐτοῖς ἀπιθανωτέρα τοῦ ψεύδους. Είναι περισπούδαστος συνδιάλεξις τῶν ἀέργων γυναικῶν. Κι είναι εὔθυμος μινυρισμὸς παρθένων, καὶ κελαδήματα ἀνθρωπίνων χελιδόνων μόλις ἔναρθρα, ἀλλ᾽ ὄχι ὀλιγώτερον κενὰ ἐννοίας ἀπὸ τὰ κελαδήματα τῶν πτερωτῶν χελιδόνων τοῦ ἔαρος. Είναι καράβι που ἐπῆγε σύψυχο. Και είναι κόλλυβα, που μας φέρνουνε και ὅλα τὰ μοιράζουμε στοὺς φτωχοὺς καὶ στὰ παιδιὰ τὰ γειτονόπουλα, γιὰ νὰ ἔχῃ ἡ μάννα μας, ἡ φτωχή, νὰ φάῃ στὸν ἄλλον κόσμο. Είναι Ἀθώ, Θοδωριά και Οὐρανιὼ. Είναι βάρκα που ἐλικνίζετο ἐλαφρά, ὡς διὰ τῆς ἁπαλωτέρας μητρικῆς θωπείας. Είναι ὀξὺς συριγμὸς παγεροῦ βορρᾶ, καὶ τὰ παράθυρα που ἀπήντησαν διὰ γοεροῦ στεναγμοῦ. Είναι ὁ κρότος τῆς θρυαλλίδος τοῦ κανδηλίου ἀγωνιζομένης, μὲ τὴν τελευταίαν ρανίδα τοῦ ἐλαίου, νὰ σωθῇ ἀπὸ τῆς ἐπαφῆς τοῦ ὕδατος, ὡς ὁ ἄνθρωπος ὁ πνιγόμενος καὶ προσκολλώμενος εἰς σανίδα, ὡς ἡ ψυχὴ ἡ βασανιζομένη καὶ εἰς μεγάλην ἀγωνίαν πλέουσα πρὶν χωρισθῇ ἀπὸ τοῦ σώματος. Είναι κύματα που ἐθραύοντο μετὰ παιδικῆς πεισμονῆς κατὰ τοῦ βράχου, ἡττώμενα ἀλλὰ μὴ καταβαλλόμενα, ὑπερήφανα ὡς νὰ εἶχαν τὴν συνείδησιν τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ τῆς τελικῆς νίκης τὴν πρόγνωσιν. Είναι παιδικὴ ψευδομανία. Είναι ἡ τιμὴ που τιμὴ δὲν ἔχει. Είναι κυνέρωτας, αλλά και έρως-ήρως. Είναι φόνος που καταδιώκει μια Φόνισσα […]μέσα εἰς τὴν ψυχήν της, ὅπου ὑπῆρχε σκοτεινή, σπηλαιώδης ἠχώ, τὸ πένθιμον ἐκεῖνο κλαῦμα τοῦ βρέφους… καὶ τὴν συμφορὰν καὶ τὴν πληγὴν τὴν ἔφερε μαζί της. Κ᾽ ἐφαντάζετο ὅτι ἔφευγε τὸ ὑπόγειον καὶ τὴν εἱρκτήν, καὶ ἡ εἱρκτὴ καὶ ἡ Κόλασις ἦτο μέσα της. Είναι ἐρημοκκλήσι λευκὸν καὶ γλαρόν, ὡς φωλιὰ θαλασσαετοῦ που στεφανώνει τὴν κορυφήν (του βράχου). Είναι δρυς βασιλική, ἄνασσα τοῦ δρυμοῦ, δέσποινα ἀγρίας καλλονῆς, βασίλισσα τῆς δρόσου… καὶ ἡ κορυφή της βαθύκομος ἠγείρετο ὡς στέμμα παρθενικόν, διάδημα θεῖον. Είναι μακρὸς στριμμένος καὶ ἀγκιστροειδὴς μύσταξ… παμμέλας, ὡς κόρακος πτερόν. Είναι ἄνθρωπος, ὅστις κατώρθωσε νὰ συλλάβῃ μὲ τὰς χεῖράς του πρὸς στιγμὴν ἓν ὄνειρον, τὸ ἴδιον ὄνειρόν του. Είναι ἡ ζωὴ, που γίνεται ἓν μὲ τὸν ἔρωτα, καὶ ἡ ποίησις ὑποκαθιστᾷ τὴν πραγματικότητα εἰς τὸ πνεῦμα. Είναι ψυχὴ στὰ δόντια. Είναι τὸ χῶμα ἐκεῖνο, ἔχον ἀσυνήθη κοκκινωπὸν χροιάν κι ἐξέπεμπε προσέτι εὐωδίαν ἀνεξήγητον. Γιατί είναι ο Τσόμπανος, που έσωσε τον οικισμό του Κάστρου, μπερδεύοντας τους Αγαρηνούς: …ἔλουσε μὲ τὸ αἷμά του τὰ ἄνθη καὶ τοὺς χλωροὺς κλάδους, καὶ ζέον ρεῖθρον ἐκοκκίνισε τὴν γῆν, ἥτις εὐμενὴς τὸ ἐδέχθη, ἡ δὲ αὔρα πραεῖα ἀνέλαβεν ἐπὶ πτίλων τὴν πνοήν του, κ᾽ ἐκεῖ ἐκοιμήθη τὸν ὕπνον τὸν παραδείσιον, πτωχὸς αἰπόλος! μιμηθεὶς τὸν Ποιμένα τὸν καλόν, τὸν τιθέντα τὴν ψυχὴν ὑπὲρ τῶν προβάτων. Καὶ ὕστερον, πῶς νὰ μὴ μοσχοβολᾷ τὸ χῶμα;
Είναι το μόνο «συγγραφικό» σχόλιο που νιώθω να μ’ εκφράζει επαρκώς, πέρα από τα πολλά πνευματικά που συνέχεια κατεβάζω: είναι το τρίπτυχο της χειρουργικής αρετής, κατά το γνωμικό της δυτικής ιατρικής παράδοσης: (είναι) μάτια αετού, καρδιά λιονταριού και χέρι γυναικείο.
*
Ας σκεφτούμε γεωειδώς για λίγο. Ας «περιπέσουμε» στο επίπεδο του κλέους. Είσαι άξιος μόνο εντός μιας φρυκτωρίας αξιοτήτων. Είσαι άξιος μόνο ως προς τα μεγάλα έργα -το μόνο μέτρο μετρήσεως της ωραιότητας κατά τον Γ. Σεφέρη28, της οποίας η «αντικειμενικότητα» μένει πάντοτε ακαθόριστη ως μεμονωμένως (βλ. ιδεολογικώς) προσδιοριζόμενη. Συμφωνώ αλλ’ επαυξάνω.
Ποιανών έργα είναι τα έργα μας; Είναι επιτιμητικά μεγάλων έργων; Ξέρουμε, ως κοινότητα προσώπων, οριζοντίως, ποια και γιατί είναι μεγάλα έργα· που βέβαια θα συμπαρομαρτούσε κι έναν κοινό μας πνευματικό χάρτη-χώρο; Συμπολιτευόμαστε και συναναπτυσσόμαστε στο ίδιο πνευματικό κράτος; Κι αν αυτό το διαταράσσει η σχιζοφρένεια, τί να περιμένουμε από τη βιοπολιτειακή του προβολή;
Κρατάω το του Χρήστου Μαλεβίτση από τον δικό του Παπαδιαμάντη: «Τούτη η παράδοση, σαν ζωντανή που είναι, εξελίσσεται… ξεκινώντας πάντοτε από τα αρχέτυπά της, από τα ριζώματά της, τα οποία καθορίζουν αμετακλήτως τον εγκόσμιο βίο ενός λαού, τον χαρακτήρα του, την ιδιο-φυΐα, τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το υπάρχειν. Έξω από αυτή την εξελισσόμενη ζωντανή παράδοση δεν υπάρχει αυθεντική ζωή γι’ αυτό το λαό»29. Τον κάθε λαό, καταλαβαίνει κανείς· του οποίου οι πνευματικοί πυλώνες είναι ακριβώς εκείνοι οι καλλιτέχνες και τεχνίτες, που με τα καματικά τους επί γης, τους χορηγούν επανεμπλουτισμένο τον τρόπον αυτό με τον οποίον αντιλαμβάνονται το υπάρχειν.
[Φασματικά παρατηρώντας και γενικεύοντας, επικρατεί μία διατήρηση της αγνείας στους λαούς της γης. Της αγνείας του ανθρώπου και της αγνείας της σχέσης του με την αγνεία της φύσης. Βλ. αρχαιοελληνική γλυπτική, βυζαντινή επιπλοποιΐα, μεσογειακή κουζίνα, σινική καλλιγραφία και ζωγραφική, νιππονική ανθοδετική, φυτοκομία, κηποτεχνία κι αρχιτεκτονική, κέλτικη μουσική, αφρικανική κι αραβική οργανοποιΐα, σκανδιναβικό ξυλεργόχειρο κ.ά. Μία φορά είχα συγκινηθεί απότομα: «για όνομα του Θεού… κοίτα, απλά και μόνο, το φιλόπτωχον παγκάρι!», σκέφτηκα. Τί καλύτερο ως παράδειγμα αρχοντιάς, όταν το αντικείμενο στο οποίο οικονομείς τα των εμπερίστατων, είναι τόσο καλαίσθητο -μετά τόσων δεκάδων ωρών εργόχειρου κάποιου τεχνίτη-καλλιτέχνη!]
«Τούτη η αγνότης κι η αλήθεια που αναγνωρίζουμε στην τέχνη του λαού, προϋποθέτει ένα σύνολο ανθρώπου, ένα σύνολο ζωής αγνής και φυσικής»30, γράφει ο Δ. Πικιώνης . Φιλολογικοκεντρικώς, ο Κ. Γεωργουσόπουλος: «η γλώσσα είναι η ιδεολογία, είναι ένας τρόπος με τον οποίο αναδύεται στον ορίζοντα της ιστορίας το ήθος ενός λαού… δεν είναι μορφή· είναι ένας τρόπος ζωής που καθορίζει αυτή τη μορφή… είναι η ζώσα συνείδηση ενός λαού… το προϊόν μιας συγκεκριμένης στιγμής που σημαδεύει το βαθμό ωριμότητας ενός έθνους» 31.
Αν κανείς απορεί, αν μπόρεσε κάποιος ποτέ να λάβει και να λειτουργήσει το «δίδαγμα των κλασικών», κατά τον Ζ. Λορεντζάτο - «να κάνουμε έργα όπως εκείνων, αλλά δικά μας»32- δεν έχει παρά να ανοίξει τα γραπτά του Παπαδιαμάντη -ενός ήδη κλασικού (με τη βοήθεια πάντα των μεγάλων φιλολόγων μας, που αποκρυσταλλώνουν το βαθύριζο λογισμικό υπόβαθρο των όσων διαβάζουμε). Αν δεν υπάρχει καμία επαφή, με οτιδήποτε ελληνικό (αρχαίο δράμα και λογοτεχνία, πατερικά και λειτουργικά κείμενα κτλ.) δεν μπορεί να ισχύει το παραπάνω: να αντιληφθείς τον Όμηρο του εικοστού αιώνα, ας πούμε. Αλλά μπορείς να αντιληφθείς πολλά πιο ουσιώδη για τον βίο σου προσωπικώς, μένοντας με τον άνθρωπο που γράφει ό,τι γράφει. Κάθε τέτοιος και μια μετάφραση της πραγματικότητάς σου. Πόση αντέχεις να δεχθείς στη φαντασία σου; Το τραπέζι είναι ανάποδα: εσύ λελογισμένα κι επιχειρηματολογικά ζεις κατά φαντασίαν, κι ο γράφων, εν φαντασίαις σ’ επαναφέρει εις το όντως είναι. Ποιο είναι το είναι; Ποιος λέει την αλήθεια χωρίς την οίηση της ιδιοκτησίας (της «αλήθειας του»);
*
Μένω στην οντολογία του προσώπου (Α. Π.). Ξεκινάω από την εν ιστορία αίσθησή του: πόνος. Κρατώ και συνεχίζω: «ένας άνθρωπος που κραυγάζει από τον πόνο δεν κάνει -δε προφταίνει να κάνει- αισθητική»33. Μες στον του βίου τσακισμό και το τσαλάκωμα όμως, βλέπεις ότι το ον παραμένει ερωτευμένο. Και η σχέση του με τον έρωτά του γεννά τις εξωτερικεύσεις της. Έπειτα, δεν πωλείται το παιδί.
[Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως: δε φοβάμαι το χρήμα· απλά υπογραμμίζω πως οι μεγάλοι θα γεννούσανε έτσι κι αλλιώς «παιδιά», με ή χωρίς το κίνητρο της πώλησης ή κατά παραγγελία, όπως συχνά συνέβη π.χ. στους κλασικούς μουσικοσυνθέτες. Ο Παπαδιαμάντης βιοποριζόταν κυρίως από τις μεταφράσεις του παρ’ όλα αυτά.]
Ο άνθρωπος έτσι γράφει γιατί έτσι ζει. Όσο φυσικό ήταν στον Μότσαρτ ν’ ακούει μουσική στη σιωπή του ύπνου του, άλλο τόσο ήτανε στον Παπαδιαμάντη να ακούει «μουσική» στη φασαρία του ξύπνιου του και να την απομελωδιοποιεί σε παραμύθι. Η πραγματικότητα τούτη, είναι έτσι κι αλλιώς ένα τέτοιο. Συνθέτουμε εντός μας την κοσμοθεωρία μας, διαλέγοντας κι απορρίπτοντας πτυχές του παραμυθιού που αφηγούμαστε εις εαυτόν και εις εύκαιρους συμφωνούντες, στρατολογώντας και κολάζοντας υποκείμενα, ενέργειες, αντικείμενα. Θώπες παραμύθες, εξωιστορικές οντότητες.
Δε μπορείς να φθάσεις σε αυτή την κατανόηση-αίσθηση αν δεν μπεις στον ήλιο που μπαίνει ο συγγραφέας εν ζωή. Αν δεν σεβαστείς τον ήλιο που ηλιοφαίνει πάνω στη γη του. Ποια είναι αυτή; Είναι η χριστιανική παράδοση της καρδιάς, όπου εμφανίζεται (ζει) η πέραν του νοός και των αισθήσεων πραγματικότητα, η ενέχουσα την εκείνων, αγνοούμενη ούσα εξ αυτών. Η στέργουσα την των όλων. Άλλο είναι αυτή η ομολογία, κι άλλο είναι να εκλαμβάνεις τον Παπαδιαμάντη (ή τον Ντοστογιέφσκι -πνευματικός συγκάτοικός του) ως ανατρεπτικό τύπο που επιχειρηματολογώντας υπερασπίζεται και δικαιώνει το κακό. Η ένταση των ανθρώπων της πίστεως, προέρχεται από την ομολογία πως το καλό αγαπάει και σέβεται το κακό, που πάσχει από ακαλία. Αλλά αυτό, πάλι, είναι κάτι το «εγκάρδιο», με την παραπάνω έννοια (την φιλοκαλική). Είναι η οσιακή παθολογία κάποιων λίγων, ταπεινών και μόνων κατ’ άνθρωπον.
*
Μία σύγχρονη (2023) κινηματογραφική προσέγγιση μας τόνισε την λογικότητα των πράξεων της Φόνισσας, και την σκληρώδη παραλογικότητα του περιβάλλοντός της. Ο καλός-κακός είναι ένα σχήμα που πουλάει, δεκαετίες τώρα, στο χώρο του θεάματος. Σίγουρα είναι ένας πνευματικός αναβαθμός της «τέχνης των πρωταγωνιστών». Αλλά ο Παπαδιαμάντης είναι σαφής πως η πράξη του κακού (εν προκειμένω της Φραγκογιαννούς) είναι κολάσιμη. Κι αυτή η κόλαση, αφενός μεταφέρεται όπου κι αν προσπαθήσει να κρυφτεί ο δράστης, αφετέρου δε, μπορεί να βρει ένα καταφύγιο, όχι σε αυτόν τον κόσμο τον ανθρωποργάνωτο -που αντέχει όσα αντέχει η νομολογία του- αλλά στον της καρδίας τον κόσμο. Κι εκεί ο «κακός» προσεύχεται. Και λαμβάνει κι αυτός λίγη ανάπαυση από το «καλό»34. Αυτό είναι η κατά τα πατερικά αδικία του Θεού35. Και κάποιος λοιπόν, παίρνει αυτό το πνευματικό ύψος της ζωηφόρου αδικίας, και το διασκευάζει σε πεδίο διεκδίκησης δικαιωμάτων. Αυτή ειν’ η κούνια που τον κούνησε εν ζωή, δυστυχώς.
Στη σύγχρονη τέχνη του θεάματος είμαστε πλήρεις καλών που δικαιούνται να γίνουν πιο κακοί απ’ τους κακούς. Το τίμημα το αποκρύπτουμε, με την χαρά της νίκης επί των κακών-κακών. Ότι όταν έχεις δίκιο και το διεκδικείς ως τέρας, είναι ανέξοδο. Ο therapist το ξέρει, ίσως: αν σφάξεις, πνίξεις, πλακώσεις και γεμίσεις σφαίρες κάποιους «άδικους» συνανθρώπους σου, όλα έπειτα είναι είναι μέλι-γάλα -αν δεν πάρεις και κανένα βραβείο ερμηνείας αυτής της μακαριότητας της επίτευξης της δικαίωσης.
Το τί είναι όντως καλό, θα το βρει ο καθένας στην καρδιά του, όπως το βρήκε, έστω τελευταία στιγμή, ο πνιγόμενος στους λογισμούς του Γιώργης της Μπούρμπαινας -ένας μόνο θεωρητικώς και παρ’ ολίγον πρακτικώς κακοποιός- που, μυστηριακώ τω τρόπω, ἐφάνη ἥρως εἰς τὸν ἔρωτά του (στο τέλος του Έρως-Ήρως). Εισχωρώντας στο καλό (έστω το Παπαδιαμαντικό, που «περιποιείται» το συλλογικό) θα καταλάβει -αφού καταλάβει ότι δεν καταλαβαίνει- ότι αυτά τα «πράγματα» δεν τα στοχάζεται ο καλλιτέχνης, ούτε τα υπερασπίζεται κάποιο φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό κίνημα, ούτε θα μπορούσαν -και να ήθελαν. Οπότε, ο Παπαδιαμάντης λείπει από τις τιμές και τις τιμητικές του. Κυριολεχτικά: και στη ζωή του36 και απ’ την ταινία (η οποία μου άρεσε ως τέτοια…).
Συναντώντας τον συγγραφέα, αναλόγως της ψυχικής -όχι αισθητικής/λογοτεχνικής- απαιτητικότητάς σου, είτε θα μείνεις ξένος, είτε θα μπεις στον κόσμο του, θ’ αρπαχθείς, θα υποστείς απαγωγή, και θα βρεθείς να είσαι μέλος ενός αναπάντεχου κοντραπούντο (ψυχική φούγκα), ενορχηστρωμένο από τον Άλλο, ενώπιον του Οποίου εκφράζεται «κάποιος άλλος», ο οποίος αισθάνεται ως «άλλος ένας» (ταπείνωση). Δωρικά, λέει κάπου ο π. Β. Γοντικάκης, ότι η αίσθησή του, που θέλει τους άλλους (τους απ’ αιώνων λεμβούχους και τους αιπόλους) ανώτερους από τον ίδιο, είναι απ’ όπου εκπέμπεται η χάρη του και το κουράγιο που μαζεύεις διαβάζοντάς τον. Μερικοί αγνοώντας το πλήρως, κι άλλοι δοξολογώντας με το κόλλυβο στο στόμα, απολαμβάνουν «άλλον έναν», που έλαμψε, έργω, με τη χάρη του Ενός. Κλείνουν και φιλάνε το βιβλίο.
Όσο για μένα, νιώθω σαν ένα γυφτάκι των γραμμάτων (ειδικά ενώπιον των Παπαδιαμαντικών)· σαν παιδάκι, που βρήκε το μπουκάλι το καβατζωμένο, κι άρχισε να πίνει στα κρυφά, κατ’ εξακολούθηση, χωρίς ιδιαίτερες οδηγίες υπεύθυνης χρήσης· κι εδώ και καιρό έχει αναπτύξει μια κάποια εμπαθή προσκόλληση κι ανοχή στο περιεχόμενο της φιάλης. Νιώθω κάπως σα στον σκουπιδοτενεκέ του παραδείσου των ελληνικών γραμμάτων και παίρνω μεγάλη ευχαρίστηση από αυτό. Νιώθω αυτό το ψαλμικό, όπου η ποιότητα μ’ αρπάζει απ’ την ποσότητα και ποικιλία: […]ἐξελεξάμην παραρριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον […]37. Κάθομαι δηλαδή και σκέφτομαι τις σκέψεις και τα αισθήματα που έχω κάθε φορά που κρατάω στα χέρια μου κάτι τόσο αγαπητό (αυτά που δε μολόγησα στην πρώτη παράγραφο του κειμένου): με τί κίνητρο να διαβάσω άλλα δέκα βιβλία, αντί να διαβάσω δέκα φορές αυτό; Με τί κίνητρο να εκδώσω ποτέ τίποτα, όταν ξέρω, ότι ο καλός μου ο συνάνθρωπος έχει την ευκαιρία κι ευλογία να διαβάσει π.χ. τον Παπαδιαμάντη· όταν αξίζει να μάθεις κι ελληνικά ακόμα, μόνο και μόνο για να διαβάζεις Παπαδιαμάντη; Στο τζάμπα -καλή ώρα- ναι.
Κάθομαι στον κάδο μου λοιπόν και περιμένω να μου πετάξει κανείς καμία «αχρείαστη» μετάφραση του Παπαδιαμάντη στο κεφάλι· κι αλοπεύω για εκπτώσεις τους στη πιάτσα και στις αγγελίες. Είμαι αναγκεμένος να προχωρήσω με αυτές.
Βιβλιογραφία/Σημειώσεις
- Γεν. 2.9: καὶ ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ.
- PG 36.324A/Γρ. Θεολόγου, Εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος: δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπον […]κόσμον δεύτερον, ἐν μικρῷ μέγαν […].
- Οδυσσέας Ελύτης, Εν Λευκώ/ Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη (Ίκαρος, 2011, σ. 105)
- βλ. Η ιερή μελωδία της πραγματικότητας
- Γεν. 1.31: καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν.
- Φαίδρος 276Ε
- Θύραθεν, 2016, σ. 257/Βραχμάν: […]οἱ Βραχμᾶνες ἔθνος ἐστὶν εὐσεβέστατον καὶ βίον ἀκτήμονα σφόδρα κεκτημένον, ἐς νῆσον τοῦ ὠκεανοῦ κατοικοῦν […]οἱ Μακρόβιοι […]σέβονται γνησίως τὸν θεὸν καὶ ἀδιαλείπτως προσεύχονται […]
- Αρχμ. Βασιλείου, Εισοδικόν (Ι.Μ. Ιβήρων, 2003, σ. 18)
- ό.π. σ.45
- Άπαντα Δόμου, 5.165
- Ζ. Λορεντζάτος, Μελέτες, τ. 1/Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Α' Πενήντα χρόνια από το θάνατό του (Δόμος & Μουσείο Μπενάκη, 2007, σ. 241): «… έγραψε για να πλουτίσει την ευαισθησία μας».
- Ματθ. 28.6: […]ἠγέρθη γὰρ καθὼς εἶπε.
- Ματθ. 12.34: ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ.
- Μαρκ. 9.35: εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος.
- Β’ Κορ. 6.10: […]ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ πάντα κατέχοντες
- Άπαντα Δόμου, τ. 5, σ. 190/ Άϊ μου Γιώργη! Έκπληκτος παρατηρώ πόση δύναμη έχει η εν προσευχή εξομολογητική σφαίρα της συγγραφής του, στις τρεις τελευταίες παραγράφους αυτού του άρθρου. Λογίζομαι, βέβαια, μαζί με τις παρατηρήσεις περί γνησιότητας των θρησκευτικών άρθρων, του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου (σημείωμα του επιμελητή). Ο δυναμισμός όμως της «προσευχητικής γραφής» με στέλνει απευθείας στον Μακρυγιάννη, που είχε το χούι να γράφει μακροσκελείς προσευχές σε πρώτο πρόσωπο, οι οποίες σ’ αφήνουν χαζό και κλαμένο. Αυτά βέβαια έρχονται από τα Πατερικά έργα, που συναντώνται στην εκκλησία, στα μυστήρια, στην κοινωνία. Εκεί τα βρήκε κι ο παραπάνω, που δεν ήξερε καν γράμματα· κι όμως, οι αναλύσεις περί της Παλαμικού επιπέδου καταστάσεώς του, διαφωτίζουν ουσιαστικά αυτή την άποψη (βλ. π. Βασίλειος Γοντικάκης/Μακρυγιάννης και Ανώνυμος Ησυχαστής/ομιλία του 1983).
- Λουκ. 10.42: ἑνὸς δέ ἐστι χρεία
- Μελέτες, ό.π., Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Β’, σ. 261-2
- Κωστή Παπαγιώργη, Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ (Καστανιώτη, 1998, σσ 151-2, 112)
- via Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος/Λ. Τριανταφυλλοπούλου, Ο Παρδαλός Συρικτής της Εμλίνης (Νεφέλη, 2007, σ. 18): «Ο λιχανός της δεξιάς μου έχει δαρμούς και πόνους, και τα άλλα δύο δάκτυλα πάσχουσι σκλήρυνσιν του δέρματος. Η μέση μου πονεί […]εκκόλησα εδώ εν δυστυχία».
- αρχμ. Β. Γοντικάκης, Ὡς ἐκ νεκρῶν ζῶν via Ν. Γ. Πεντζίκης/Ομιλήματα (Ακρίτας, 1992, σ. 13)
- Φράση του Κ. Τσάτσου περί αισθητικής, με την οποία συμφωνεί εν μέρει ο Γ. Σεφέρης: «Ο έρωτας ο αληθινός είναι πάντα έρωτας του συγκεκριμένου» (Δοκιμές , τ. 1, Ίκαρος, 1984, σ. 85)
- Μελέτες, ό.π., σ. 239: «Το αληθινό κλίμα του Παπαδιαμάντη είναι η ανωνυμία».
- Τ. Σ. Έλιοτ, Δοκίμια/Παράδοση και προσωπικό Ταλέντο (Ηριδανός, 1983, σ. 107): η συγκίνηση της τέχνης είναι απρόσωπη (impersonal) […]ο ποιητής δε μπορεί να φτάσει την απρόσωπη αυτή κατάσταση αν δεν παραδοθεί ολοκληρωτικά στο έργο που έχει να κάμει. Κι είναι μάλλον απίθανο να μάθει τί πρέπει να κάμει παρεκτός και αν ζει αυτό που δεν είναι απλώς το παρόν, αλλά η παρούσα στιγμή του παρελθόντος.
- Ιω. 4.38: ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.
- Εν Λευκώ, ό.π., σ. 69
- Γεν. 2.20: καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ ὀνόματα πᾶσι τοῖς κτήνεσι καὶ πᾶσι τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ […]
- Δοκιμές, ό.π., σσ 89-90. Ο Γ. Σ. διαφωνεί στη συνέχεια του κειμένου του με την «δογματική» του Κ. Τσάτσου περί αισθητικής. Κλειδώνει εδώ: Ο κανόνας της τέχνης […]έχει νομοθετηθεί από τη σειρά όλων των άξιων έργων τέχνης, που με το πέρασμα του καιρού μάς φωτίζουν μ’ ένα φως όλο και περισσότερο νέο, όλο και περισσότερο σταθερό […]κάθε καινούργιο έργο που έρχεται να πάρει μια θέση στη σειρά, επιβεβαιώνει και μαζί μεταβάλλει τον κανόνα και το νόημα των παλαιότερων.
29.Ο Νεοελληνικός Λόγος/Β’ Ο Παπαδιαμάντης υπό την Σκέπην της Γλυκοφιλούσας (Αρμός, 1997, σ. 169)
- Κείμενα/Η Λαϊκή μας Τέχνη κι Εμείς (ΜΙΕΤ, 2021, σ. 54)
- Κλειδιά και Κώδικες Θεάτρου/ΙΙ. Ελληνικό Θέατρο/Φύσις Φωνήεσσα (Εστία, 2008, σ. 350)
- Μελέτες, ό.π., τ.2, σ. 29/Ο Αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης - Α’
- Εν Λευκώ, ό.π., σ. 61
- βλ. κεφ. ΙΑ-ΙΒ
- Αββά Ισαάκ του Σύρου, Λόγοι Ασκητικοί (Ι. Μ. Ιβήρων, 2012, σ. 591/ΜΑ’ 384-7): Μὴ καλέσῃς τὸν Θεὸν δίκαιον, ὅτι ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ οὐ γνωρίζεται ἐν τοῖς πράγμασί σου […]ἀγαθός ἐστι φησὶ τοῖς πονηροῖς καὶ ἀσεβέσι.
- O. Merlier, Α. Παπαδιαμάντη Γράμματα via Μελέτες, τ.1, σσ 238-9: Όταν του έκαναν τη φιλολογική στον «Παρνασσό» -πήγε όλη η Αθήνα (13/3/1908)- εκείνος είχε καταφύγει στο σπίτι του Νικόλα του Μπούκη του μανάβη, που ήταν φίλος του, και βεβαίωνε τη γυναίκα του: «Όλα αυτά δεν έχουν για μένα καμία σημασία. Προτιμώ να περάσω τη βραδιά στο σπίτι σας. Κυρία Πολυξένη, κάνε μου, παρακαλώ, ένα χαμομήλι, και δος μου ένα σπίρτο». Άναψε το τσιγάρο του και άρχισε να ψάλλη.
- Ψαλ. 83.11
Η εικόνα που πλαισιώνει το άρθρο είναι έργο του Μιχάλη Οικονόμου (Φτωχόσπιτο, 1920-1926)



Πολύ χάρηκα για την ανάδειξη του ανεπανάληπτού μας “κυρ Αλέξανδρου εκμέρους του συγγραφέα του ως άνω δοκιμίου.”
Μην ξεχνάμε ότι έχουμε στη Δύση και δυο μεγάλους “Παπαδιαμαντιστές” να μεταφράζουν Παπαδιαμάντη: στα Γαλλικά ο ένας και στα Αγγλικά ο έτερος. Εννοώ τον Λάκη Προγκίδη στο Παρίσι και τον π. Λάμπρο Καμπερίδη στον Καναδά.
Και με την ευκαιρία, να σας ενημερώσω για δύο πολύ σημαντικές Εκδόσεις: Τον διάλογο των δυο τους για τον Παπαδιαμάντη: “ΖΕΙ Ο ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ;” (ΕΣΤΙΑ 2023). Και του π. Λάμπρου το φοβερό μυθιστόρημα: “ΒΙΟΙ ΛΑΘΡΑΙΟΙ. Έξι ακολουθίες γιά ασυνόδευτο τοπίο” (ΕΣΤΙΑ 2025″)
Να είστε καλά – όσο στέκεται το νεοφραγκικό μας Δουκάτο των Αθηνών…
Θ.Ι.Ζ
Κύριε Ζιάκα σας ευχαριστώ.
Αν έχετε να προσθέσετε επιπλέον σχετικά κείμενα κι εκδόσεις, από όσες εντοπίσατε και θεωρείτε σημαντικές όλα αυτά τα χρόνια της δικής σας μελέτης, νομίζω θα ωφεληθούμε πολλοί.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ ΚΑΙ ΣΑΣ ΑΦΙΕΡΩΝΩ: Παπαδιαμάντης: Ἡ γραφή εἰς τήν ὁποία ἀναπνέει τό μυστήριο. Δημοσιεύθηκε http://blogs.antifono.gr/istologia
Χρόνους πολλούς μοῦ πῆρε νά συνειδητοποιήσω τί ἦταν αὐτό πού μέ μάγευε στή γραφή τοῦ Παπαδιαμάντη. Ἦταν ἡ γλῶσσα ἡ μελίρρυτος τοῦ κυρ-Ἀλέξανδρου, μήπως τό μεταγγιζόμενο ἦθος, τά τεταπεινωμένα πρόσωπα ἤ ἡ μετάβασή μου σέ χρόνους καί τόπους ἀλλοτινούς;
Τό «φῶς» του «’ενῶ ἐφαίνετο ἐκεῖ ἀκίνητον, ὡς καρφωμένον…ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλοέν». Κι ἔνιωσα ἔτσι μέσα στά γεγονότα καί τήν ἀναπνοή τοῦ μυστήριου ταυτόχρονα.
Μιά νηπτική κίνηση στή λεπτομέρεια τῆς περιγραφῆς, μιά ἱερή μυστική ἀλληλοπεριχώρηση τοῦ φυσικοῦ καί τοῦ θείου καί ἀνεπαίσθητα ἡ ψυχή διαποτίζεται ἀπό τό μυστήριο. Ὅλα εἶναι ἤδη σωσμένα ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἔκβασή τους, «ἐκεῖ πού ἐξακολουθοῦν νά παλιώνουν τά πράγματα, παραμένει ὅμως καινούργιος ὁ Θεός∙ καί φυσικά οἱ λέξεις πού τόν ἐκφράζουν…Ὅλα παίρνουν τό χαρακτήρα τοῦ μυστηρίου καί τῶν ὑπερφυσικῶν γεγονότων, χωρίς σχεδόν, νά διαταράσσεται ἡ τρέχουσα καθημερινή φύση τῶν πραγμάτων.»(Ἐλύτης)
Ἡ Παπαδιαμαντική γραφή μεταφέρει μέ φυσικό τρόπο καί τό μυστήριο. Μιά μεθεκτική σημαίνουσα ροή διαστέλλει τήν ἀντίληψη. Τίποτα δέν ὑφίσταται πιά ἀντικείμενο. Στά χρόνια μας ἀπουσιάζει ἐντελῶς ἡ ἀγωγή γιά τό μυστήριο. Ἔλλειμμα μυσταγωγίας χαρακτηρίζει τό βίο μας. Γιά τόν κυρ-Ἀλέξανδρο ἀναπνοή τῶν προσώπων καί τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ αὔρα τοῦ μυστηρίου τους. Ἡ ἰδιαίτερη κλήση τους μέσα στό πανδέγμων φῶς τοῦ Θεοῦ.
Ἀποκαλύπτει ὁ κυρ-Ἀλέξανδρος μιά κεκρυμμένη ἁγιότητα ἀκόμη καί στήν ἐλάχιστη κίνηση καί στήν ἐλάχιστη παρουσία. Φωτίζει τήν ἁγιότητα τῆς τεταπεινωμένης καθημερινότητας, τήν ἁγιότητα τῆς στέρησης καί τῆς ἐγκαρτέρησης, ἀλλά καί τήν ἁγιότητα μέ τήν ὁποία συνομιλεῖ καί παραστέκει στόν ἄνθρωπο ἡ κτίση.
Καταφέρνει νά ἀποδώσει, μέ τήν γραφίδα του, τήν κεκρυμμένη θεολογία τῆς καθημερινότητας, τήν καθαγιαστική θεολογία τῆς παραίτησης καί τῆς ἔσχατης ὁλιγάρκειας. «χωρίς ἀγαθά ὑλικά ὁ χῶρος ὁ ἀνθρώπινος ἤτανε τόσο ἀδειανός, πού τό θαῦμα χωροῦσε πιό εὔκολα»(Ἐλύτης). Τό ἐλάχιστο ἀναδεικνύεται ὡς χέρι Θεοῦ διά νά μήν καταποντιστεῖ ἡ ὕπαρξη ἀπό τούς ἀπειλητικούς κυματισμούς ἑνός χωροχρονικοῦ ἀρραβώνος.
Ἡ γλώσσα του εἶναι ἦχος γλυκύς μειλίχιος, σάν τό νάϊ τοῦ περιπλανώμενου, ἀνέστιου δερβίση, πού παρά δύο τελείες γίνεται τό Ναί τοῦ Χριστοῦ , τό Ναί τό φιλάνθρωπον, τό πράον. Ταυτόχρονα ὅμως ραγίζει τήν ἀρτηριοσκλήρυνση τοῦ καταπετάσματος τῆς συνειδήσεώς μας, γιατί εἶναι ὁ ἦχος ὁ καθαρός, ὁ ἦχος ὁ σημαίνον τή βαθύτερη ἀποστολή και πορεία τοῦ κόσμου, τήν ἀδιάσπαστη συνοχή καί συνέχειά του μέ τά φυσικά καί τά θεϊκά στοιχεία.
Ὁ νοῦς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι νοῦς νήψης. Ὅλα τά βουτᾶ στήν κολυμπήθρα ἑνός μυστηρίου πού λειτουργεῖ ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ στήν ἀγωνία τοῦ βίου. Ὁ βίαιος ἄνεμος καί ὁ γαληνός γιαλός εἶναι τόποι πού ὡριμάζουν τίς κινήσεις τῆς ψυχῆς καί ἐπανασυνάπτουν καθετί χωροχρονικό στήν αἰώνια πηγή του. Τά πάθια καί οἱ καημοί τέλος δέν ἔχουν. Τέλος ὅμως δέν ἔχει καί τό ἔδαφος τοῦ Θεοῦ στό δάκρυ μας. Τό Ἀνάστα ὁ Θεός λειτουργεῖ ἀγαπητικά στή μυστική λεπτομέρεια πού δεν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει.
Ἡ στέρηση, ἡ ἐγκαρτέρηση, ἡ κακοπάθεια παράγουν φιλανθρωπία καί δικαιοσύνη ἐσχατολογική. Δικαιοσύνη ἐσχατολογική καθῶς κάθε πράξη ἔχει ἤδη μέσα της τόν Θεό ἤ τόν δαίμονα. Ὁ βίος ἀτενίζεται, παρακολουθεῖται ἀπό τό τέλος τῆς θείας καθολικότητας. Ἕνα μύρο λανθάνουσας ἁγιότητας ἀκολουθεῖ τήν κάθε μας κίνηση.
Ἡ γραφή του ἔχει σῶμα μακροθυμίας. Εἶναι εὐέλπιδο ἀνοιχτό μπουγάζι ἀπό τα ἔσχατα. Καί ὑποστασιάζεται ὡς ἑνότητα. Ὅλα εἰς τό μεθεκτικό Ἕν τοῦ Θεοῦ, ὅλα σέ σχέση καί κοινωνία, συνοδοιποροῦν τραβώντας μας ἔξω ἀπό τίς εἰδωλικές συμπληγάδες τῆς ἐπιφάνειας. «Ἡ αἰσθητική του εἶναι…μιά ἠθική… ὁ τόνος πρός τό θεῖο…μέ μιά κίνηση σχεδόν ἱερατική, μ᾽ ἕναν ρυθμό χοροῦ τραγωδίας ,μόλις αἰσθητόν, ἀλλ᾿ ἀρκετόν γιά νά ὑποβάλλει τή βαθύτερη …τήν ἀληθινή φύση τοῦ κόσμου» (Ἐλύτης).
Εἶναι παραδείσια ἐρωτικός, σῶμα πού φορᾶ ἀκόμα τό ἄφθαρτον φῶς του καί μέ αὐτό ἐρωτεύεται τά πάντα. Ὅλα τά προσοικειώνεται ἔτσι πού νά ἁγιάζονται. Ἔρως-θέρος ἀλλά καί ἔρως-ἥρως. Ἔρως-ἱερουργός, « τό φορτίον τό εὔγκαλον», ἀνακούφιση καί ἀναψυχή, ὁ ἑαυτός ὁ ἐλαφρότερος, ὁ μεθεκτικά διαπερατός. Ὄχι πρός τό ἐπιθυμῆσαι ἡ κίνηση, ἀλλά πρός τό ἀγαπῆσαι πλήρως καί ἀνιδιοτελῶς.
«Τάχα ἡ μοναδική ἐκείνη ἀνάμνησις τῆς λουομένης κόρης , μ᾽ ἔκανε νά μή γίνω κληρικός; Φεῦ! ἀκριβῶς ἡ ἀνάμνησις ἐκείνη ἔπρεπε νά μέ κάμῃ νά γίνω μοναχός» (Ὄνειρο στό κῦμα) .
«…σέ τελική κατάληξη …προσγειώνεται στό ἔδαφός του, γιά νά ψάλλει τραγούδια τοῦ ἔρωτα, κάποιος ἄγγελος Κυρίου. Τραγούδια τοῦ ἔρωτα ὁ ἄγγελος; Ναί, ἄν θέλουμε ν᾿ ἀκριβολογήσουμε. Αὐτή εἶναι ἡ ταυτότητα τοῦ Παπαδιαμάντη» (Ἐλύτης).
Πολύ ωραίο!