Το Ευρεθέν Αντίκεντρον

0
661

«Μην κρίνετε». Ο Χριστός δεν κρίνει. Είναι η κρίση. Η πάσχουσα αθωότητα ως μέτρο. Simone Weil

Ο ανεπτυγμένος πολιτισμός, με το κέντρο του χαμένο, συνεπάγεται κι ένα αναλόγως ανεπτυγμένο ευρεθέν αντίκεντρον.

Το «χαμένο κέντρο»1 συμβολίζει τον εξόριστο από τη συνείδηση του ανθρώπου Θεό. Συνοψίζοντας τα ιδανικά του ανθρώπου αυτού θα χρησιμοποιούσα τη νιτσεϊκή φράση της «θέλησης της δυνάμεως». Εικονοποιώντας την θα χρησιμοποιούσα «το κουμπί». Στον κόσμο του χαμένου κέντρου το ενδιαφέρον των συνειδήσεων προσανατολίζεται προς τις πυραμίδες που αποτελούν ιεραρχικοποιημένα σύνολα, με κορυφαία στελέχη -κορυφαίου ενδιαφέροντος- αυτά που έχουν την άμεση διαχείριση του κουμπιού αυτού. Και όπως πίσω από την ιστορία της ζωής του ανθρώπου, ασυνειδήτως συχνά αλλά πάντα καταλυτικώς, υποβόσκει το βίωμα του φόβου του θανάτου (της υγείας, του σώματος, των σχέσεων, των ιδιόκτητων αντικειμένων), έτσι και η εποχή -της «θέλησης της δυνάμεως» σε παγκόσμιο επίπεδο (πλανητική πολιτική)- βράζει, ηλεκτρίζεται και σπασμωδεί υπό την, ωσάν διακάρδια ηχώ οιμωγής φθάνουσα στον μελετώντα ιστορικό του μέλλοντος, ερώτηση του (αυτο-) θανάτου της: θα το πατήσει ή δε θα το πατήσει το κουμπί;

Από τότε που το κουμπί πατήθηκε για πρώτη φορά, κάθε μέρα πατιέται, κι απειλεί δυνητικά τους πάντες. Επιπλέον, πολλοί είναι πλέον οι έχοντες κι από ένα κουμπί, που όπως και με τα συμβατικά όπλα, δε πρόκειται να μείνει απάτητο όταν προκύψει ο πρώτος πατήσας το δικό του, που θα εγκαινιάσει αυτή τη φρυκτωρία φρικωδών χειρονομιών.

Ζήσαμε -και ζούμε σε ένα μεγάλο ποσοστό παραμορφωμένων συνειδήσεων- την παιδιάστικη αφέλεια, τη μπουκωμένη προϊόντα και υπηρεσίες, της πεποίθησης πως τα συστήματα εκπροσώπησης (δηλ. δημοκρατικοφανή υβρίδια: δημοκρατικές αιρέσεις) και η συσσώρευση αγαθών, θα μετατοπίσουν το θέλημα των κοινωνιών για επεκτατισμούς και νέες αποικιοποιήσεις. Δεν ζητάνε άμεσα επέκταση οι κοινωνίες, με πολύ λίγες εξαιρέσεις ίσως. Τη ζητάνε αναπόφευκτα όμως, οι εκπροσωπούντες αυτών των κοινωνιών. Μέχρι να βγούνε όπλα, η επέκταση γίνεται δια προϊόντων. Ο πόλεμος -εσωτερικός ή εξωτερικός- πάντα ξεκινούσε μέσω της διαχείρισης των τελευταίων. Και ποτέ δεν είχαμε τόσα πολλά, σε τόσο μαζική διοχέτευση, προϊόντα, που αυτομάτως σημαίνει τόσο μεγάλες δυνητικές «ευκαιρίες» στερήσεως, αν ο μη γένοιτο τύχει και δε βρέξει μια χρονιά, π.χ., τηλέφωνα και μάσκες κολλαγόνου.

Είναι οι κανόνες του ανταγωνισμού έτσι, στο επίπεδό τους, που είναι ίσως αφανείς στους ανθρώπους που στοχάζονται κι ενεργούν χωρίς να έχουν στα χέρια τους -και στην πλευρά του «αντιπάλου» τους- μία τεράστια κρατική περιουσία, μία βιομηχανία σίτισης, ενέργειας, συστημάτων ασφαλείας, πολεμολογικού υλικού, υπηρεσίες πληροφοριών κ.ο.κ. Ότι, το πλαίσιο του κυβερνήτη είναι αναπόφευκτα και μία διαχείριση της συνέχειας μιας μακράς ιστορίας εσωτερικών κι εξωτερικών πολέμων, ενός συστήματος συλλογικού, που τείνει να θέλει να αύξει (όπως και ο άνθρωπος μεμονωμένως). Θέλει δε θέλει, κάπου βαστάει άμυνες και κάπου αλλού λυμαίνεται.

Κάθε σύστημα γειτνιάζει πάντα με ένα ανάλογο τέτοιο, με το οποίο είναι σε διαρκείς -αιωνίως- διαπραγματεύσεις κάθε είδους. Και πάντοτε, η εσωτερική κι εξωτερική ιστορία μίας συλλογικότητας είναι εγγενώς θεμελιωμένη στην ιστορία της έναντι των εχθρών των συμφερόντων της (εσωτερικούς κι εξωτερικούς). Αυτοί υποδεικνύονται υπό του πνεύματος.

Το «πνεύμα» καθορίζει ποιο είναι το συμφέρον, ποιος είναι ο πόλεμος που πρέπει να δοθεί, σε ποιο επίπεδο και σε ποια ένταση. Το πνεύμα κάνει την αφήγηση, κρούει το ταμπούρο κι εκκινεί τους εμψυχωμένους του αφηγήματός του. Το πνεύμα κάνει πόλεμο, κάτι που ιστορικά δε σταμάτησε ποτέ: αλλάζει μορφές που αυξομειώνουν την έντασή του. Κι ο πόλεμος αυτός ήταν πάντα μεταξύ γνωστών μεταξύ τους «αφηγημάτων»: «Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας οι επαφές -εχθρικές και μη- σπάνια αφορούσαν αγνώστους»2. Οι σύγχρονες ταχύτητες και δυνατότητες επικοινωνίας και καταστροφής δε, κάνουν τη γειτνίαση αυτή να μοιάζει σχετική: όλοι γειτονέψανε. Όλοι οι «μεγάλοι» συλλογικοί οργανισμοί, γνωρίζονται και διαπραγματεύονται με όλους. Διαπραγματεύονται βέβαια, ερχόμενοι από άλλα μέρη ο καθένας, έχοντας άλλες ελλείψεις και πλεονάσματα, αλλά όχι άλλο κίνητρο και στόχο, όχι άλλο πνεύμα: θέληση της ισχύος. Το κοινό πνεύμα ντύνει το κοινό κοστούμι, τις περισσότερες φορές. Το σίγουρο είναι ότι φοράει τα καλά του.

Ο Π. Κονδύλης σημειώνει: «[…]κυρίαρχο σήμερα ιδεολογικό σύμφυρμα οικουμενισμού και οικονομισμού, όπου ο κοσμοπολιτισμός των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και της «κοινωνίας των πολιτών» συμπλέκεται διαφοροτρόπως με τον ατομικισμό του καπιταλιστικού homo economicus και με την παλαιά φιλελεύθερη ουτοπία ότι το εμπόριο θα υποκαταστήσει τον πόλεμο […]η φιλελεύθερη και οικονομιστική λογική ισχυρίζεται: η ανάπτυξη μιας οικονομίας γεννά μία τάξη φιλελεύθερων επιχειρηματιών, αυτοί προωθούν τον εκδημοκρατισμό, οπότε η χώρα γίνεται φιλειρηνική, γιατί επεκτατικές είναι οι μη δημοκρατικές χώρες […]η ιστορία δείχνει ότι οι δημοκρατίες μπορεί να είναι εξ ίσου επεκτατικές και αξιόμαχες όσο και οι τυραννίες»3.     

Η «τάξις» των διαφόρων κοινωνικών δομών και των σχέσεων μεταξύ τους δημιουργεί φαινομενικά παράδοξα, που παύουν να είναι τέτοια όταν αναλυθεί  πυρηνικώς η σκοποθεσία της. Ο G. Steiner χρησιμοποιεί κι αυτός μία ενδιαφέρουσα εσωτερική εικόνα των συλλογικών οργανισμών: «Αυξάνονται οι ενδείξεις ότι ο άνθρωπος με τα πολλά προσόντα και τον τεχνολογικό εξοπλισμό, δυσκολεύεται εξαιρετικά να ανεχτεί μακροχρόνιες ειρηνικές περιόδους. Υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες όσον αφορά τη φύση των πιέσεων που δημιουργούνται μέσα μας […]εικόνα ενδεικτική και συγχρόνως πολύ απλή: Όταν ένας […]έντονα αγύμναστος μυς σταματήσει να ασκείται για κάποιο χρονικό διάστημα, στις ίνες συγκεντρώνονται οξέα, ένα είδος δηλητηριώδους τοξίνης. Τότε ο μυς πρέπει να κινηθεί, να δουλέψει ξανά… Είναι σα να δημιουργείται μέσα σε σύνθετα κοινωνικά συστήματα μεγάλη συσσώρευση ανίας και πλήξης που απαιτεί βίαιη εκτόνωση. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο πόλεμος δε θα ήταν μια ελεεινή βλακεία των πολιτικών, ένα ατύχημα το οποίο ο εχέφρων νους θα μπορούσε αναμφίβολα να αποφύγει. Τουναντίον, θα ήταν ένα είδος βασικού μηχανισμού ισορροπίας για να μας διατηρεί σε κατάσταση δυναμικής υγείας»4.

Εφόσον αποκεντράραμε την ανάπτυξη του ανθρώπου εν Θεώ και την ιεραποστολή του ως θεολογικού περιεχομένου προοπτική ζωής -του ίδιου και όσο το δυνατόν περισσότερων ανθρώπων εξαιτίας του ίδιου- κεντράραμε στα συλλογικά υποκείμενα και την διάνθηση των κοινωνικών τους συμβολαίων, βάζοντας στη κατάψυξη τη διερωτώμενη ακεραίως κι όχι κατευθυνόμενη ανθρώπινη κατάσταση, καθιστώντας την έναν ανασκολοπισμένο ψυχισμό, θεατή μιας παραλλασσόμενης θέας, η οποία καθορίζεται από, ακριβώς, την επιβολή της «δημοκρατικότητας» και των «προϊόντων» του ισχυρότερου της πυραμίδας των συλλογικών αυτών υποκειμένων, αποφάσει των «κορυφαίων» στελεχών τους και έργω όλων των εν κοινωνία υπαλληλικών δομών: εμπόριο, μέσα ενημέρωσης, τέχνη, επιστήμες, ενασχολήσεις «ελεύθερου χρόνου», λαοφιλείς φιλοσοφίες της ατάκας περί προσωπικής ανάπτυξης, ευμάρειας, ηρεμίας, αμεριμνησίας, θεραπείας, ανοιχτών οριζόντων και πολλά άλλα.

Ένα ιστορικό παράδειγμα της απόκεντρης Θεού «ιεραποστολής» είναι σαφές: «Για τους Ευρωπαίους, η Αφρική αντιπροσώπευε την «άγρια ανθρωπότητα» (savage humanity), το κατεξοχήν έδαφος για να αναπτύξει η «πολιτισμένη ανθρωπότητα» τη λεγόμενη «εκπολιτιστική αποστολή» της (mission civilisatrice για Γάλλους ή White Man’s Burden για τους Βρετανούς)»5. Ως γνωστόν οι άνθρωποι εκπολιτίστηκαν «μαθαίνοντας» να βοηθάνε τις τότε υπερδυνάμεις στην εκπλήρωση των στόχων της βιομηχανίας τους. Με τον καιρό, στις κατακτήσεις των Ευρωπαίων ανά τον κόσμο, η ανυπόφορη «τάξις» του τρόπου τους ενσωματώνεται όλο και περισσότερο, μη αποτελώντας πλέον μία εξωτερική διαπολιτισμική επιρροή, αλλά το απόκεντρο πνεύμα που ενιαιοποιεί γεωγραφικώς τον τρόπο του νοείν και πολιτεύεσθαι. Κάνεις το μέρος του άλλου μέρος σου, με το να τον βοηθήσεις να το θαυμάσει υπέρ το του ιδίου. Με το «καλό» (marketing, προπαγάνδα, παροχή υπηρεσιών σε προσφερόμενους συνεργάτες) ή με το κακό (με γενοκτονική πρακτική στο πλαίσιο του πολιτισμού και των «μνημείων» του. βλ. την έννοια culturicide). Ονόματα δε λέμε, οικογένειες δε θίγουμε.

Στις σύγχρονες κοινωνίες η «φάκα» δε στήνεται από κάποιους «πάνω» (που όντως υπάρχουν) προς τους «κάτω», είτε σε πλαίσιο κρατικό είτε σε διακρατικό. Η «φάκα» -ο εγκλωβισμός στην υπερεξοπλισμένη κατά φαντασίαν αυτάρκεια- υποβάλλεται υπό του πνεύματος αυτού που στοχάζεται τον κόσμο με κέντρο τη δύναμή του, η οποία έχει ανάγκη πάντα από τη στήριξη ενός ικανού αριθμού συνθυμούντων και συνεργαζόμενων επί του εγχειρήματος όντων. Αν τυχόν υπάρχουν αντιρρησίες, μπορούν να αξιοποιηθούν διαφημιστικώς υπέρ του. Το πνεύμα είναι αταξικό· όπως αταξικώς υπάρχουν και τα ταπεινά ελατήρια του αναγκεμένου εν κόσμω ανθρώπου. Οπότε το πρώτο ερεθίζει τα δεύτερα, έχοντας (εξασφαλίσει) τη συγκατάθεσή τους (συνειδητή ή ασύνειδη) να ενεργοποιηθούν. Έχει επιχωματωθεί έτσι, διακοινωνικώς, η έννοια της χυδαιότητας του πνεύματος που αναζητεί να ζει μόνο και μόνο επ’ άρτον και θεάματα.

Το πνεύμα υποβάλλει: η βέλτιστη κατάρτιση στελεχών, με σκοπό τη βέλτιστη παραγωγή, εμπορικοποίηση και κατανάλωση, των βελτίστης ποιότητας αγαθών, με σκοπό τη βέλτιστη απολαυστικότητα. Δε φοβάσαι και να πατήσεις μέσα σε τέτοιο μαγαζί; Τα στελέχη, έτι κι έτι, τρέχουν στην κατοικιδίου-ποντικού ρόδα τους, εν προσευχή αρμόζουσα στην περίσταση: προσδοκώ κατανάλωση αγαθών και ζωήν του νυν αιώνος. Υπό του πνεύματος δουλεύουν και επί της απολαύσεως δουλώνονται. Προς το πνεύμα προσεύχονται, υπέρ απολαύσεως, αταξικώς, ο μικρός και ο μεγάλος της γης, ο «εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς»6.

Στον αγώνα αυτόν της εκπληρούμενης προσδοκίας, έχουν όλοι λίγο-πολύ απορήσει κι απαντήσει καταφατικώς, στο δικό τους επίπεδο επιρροής: να πατήσω ή να μη πατήσω το κουμπί; Γιατί πόση ανθρωπότητα περιφρονείς, από αυτή που έχει ήδη ζήσει, ζώντας στο ευρεθέν αντίκεντρό σου; Πόση ποσότητα σοφίας εκτελείς δημιωδώς ακαταπαύστως υπό του πνεύματος αυτού αγόμενος; Πόσους ανθρώπους πλήγωσες ανεπανόρθωτα και παρά τις τύψεις και καλές προθέσεις σου στη συνέχεια, το πολυκατάστημα του πνεύματος της εποχής δεν έχει εργαλεία να σου δώσει να τις μεταμορφώσεις σε κάτι καλό -αν δε βρίσκεσαι μάλιστα και στην όχθη του πνεύματος όπου το κακό που κάνεις εκλαμβάνεται ως το όντως καλό κι αξιοστεφάνωτο. «Εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;»7.

Η βιολογικοποίηση κάθε ορμής ζωής, σε μία οργανωμένη διασυλλογικώς, εκλεπτυσμένη περιστασιακώς, επιθηριοποίηση. Το «θηρίο» μας παραπέμπει σε πρώτο επίπεδο στην αγριώδη ζωικότητα του είδους. Και η ζωικότητα στην σαρκικότητα. Και βλέπουμε -αν βλέπω σωστά- πώς το πνεύμα (το απόκεντρο) διαδένει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά προς αυτή την επιδίωξη, πώς έχει κάνει επιστήμη του την χάρη της εξαγρίωσης.

Θα περισάρκωνα το πνεύμα ως έναν γλυκυδερκή, πραΰθυμο, καλοντυμένο γύφτουλα. Θα το ψυχαναλυτικοποιούσα ούτως: Το Id8 (Αυτό), ωσάν η πρωταρχική ενστικτώδης αγριότητα αδηφαγίας (όρεξη), έχει επικυριαρχήσει στις τύψεις που παράγουν οι συλλογικοκεντρικοί στοχασμοί του Υπερεγώ (ηθική), και τις αντικαθιστά με μνήμες εγνωσμένης απόλαυσης. Ο therapist του λέει να «ζήσει τη ζωή του», υπονοώντας να τη ζήσει αυτοσχεδιαστικώς, μη ξέροντας ο ίδιος, με τη βύθια κατάρτισή του, να εξηγήσει περί τίνος πρόκειται αυτή η ζωή που του προτείνει. Αν το παραδεχόταν όμως θα έπρεπε να παραδεχθεί κι ότι πουλάει συμβουλές ζωής σε άγνωστες μορφές ζωής.

Διαβάλλονται (culturecide) λοιπόν οι παράγοντες που αποτελούν την εν δυνάμει αύξηση του ανθρώπου εν αρετή, την εν ενεργεία ελευθερία του ως το προνόμιο που έχει να ελεγχθεί από τα λάθη του και να αγωνιστεί ν’ αγαθοεργήσει· το προνόμιο να εντοπίσει την αξία της ζωής στα αξιέπαινα έργα των αξιόλογων ανθρώπων, και να δοκιμαστεί μέσα στη δική τους βάσανο· το προνόμιο να συναντηθεί με τις ανάγκες της ανθρωπότητας, δηλαδή να εξανθρωπιστεί οικουμενικώς. Προνόμια τα οποία θα καλλιεργούσε βέβαια το Εγώ, που για την ώρα βαράει ακόμα βάρδιες.

*

Μία έκφανση των «τύψεων» της ανθρωπότητας παραμένει ακόμα ζωντανή, μόνιμα εν εξάψει, σε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού, μένοντας στον χώρο της θρησκευτικότητας, συγκεκριμένα σ’ αυτόν που λέγεται Χριστιανισμός. Αλλά δεν αποφέρουν τόσο καρπούς αρετής, όσο ηθικολόγους, με εμβέλεια ηθικής που αγγίζει, δοκούν, τις δυνάμει εσχατιές της ανθρώπινης ιστορίας.

Οι Χριστιανισμοί είναι άκεντροι επίσης, ως θεωρίες ανθρώπων που πιθανώς να έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Ο Χριστιανισμός, από μόνος του δεν παραπέμπει σε Εκκλησία, αλλά σε άλλο ένα σετ πεποιθήσεων ανθρωπίνης προβολής και των επίσπουδων αναλύσεων των τελευταίων, με τους λύκους και τις περιστερές τους (ανάλογα από ποιο «χριστιανικό στρατόπεδο» βλέπει  καθείς τα πράγματα). Οι Χριστιανισμοί αυτοί είναι εξίσου μέρος του απόκεντρου πνεύματος, μέλη του σώματος της αποκέντρωσης ή, σωστότερα, ενεργητικής αντικέντρωσης. Το κέντρο δεν μπορεί να μην είναι Εκκλησία, να μην εκκλησιάζει τα πάντα «ισονόμως και ισοπολιτειακώς». Γιατί το «σενάριο» του Χριστού μάς αφηγείται πως ο τελευταίος «είναι» για όλους. Και μπορεί και είναι, επειδή είναι Θεός. Κι επειδή είναι Θεός, μοιράζεται την δική Του γλώσσα με τον άνθρωπο, για να «συνεννοηθούν», για να σμίξουν και να μονοιάσουν. Οι νόμοι των χριστιανισμών και των κρατών μας είναι αιρέσεις αυτοθέωσης, ανεκκλησίαστες -κι αντιεκκλησιαστικές- υπό ενός Θεού, Κέντρου κι Οδηγού. Εκεί ζει το «θηρίον», κι εκεί ευδοκιμεί άφθονη τροφή γι’ αυτό το ενσώματο ευρεθέν αντίκεντρο. Εκεί πατάει και το συντριπτικό ποσοστό του σύγχρονου αθεϊσμού, ένα άλλο είδος θηρίου, που κατηγορεί το προηγούμενο πως δεν κατοικεί στα λόγια του (Του).

Το πλέον αινιγματικό κείμενο της ιστορίας των Χριστιανισμών -γιατί στην ιστορία της εκκλησίας, τα «στελέχη» της δεν παρατηρούν εξωτερικώς τα κείμενα που αφορούν στην πίστη- είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Σου δίνει την αίσθηση ενός σκοτεινού ουρανού, κατάσπαρτου με αστεράκια οδηγικά, θεολογούντα, φωτίζοντα το σύνολο νόημα. Η προσωποπαγής πρόσληψη του υποκειμένου, του αναφερόμενου ως «Θηρίον», έχει τη δική της βιβλιογραφία, έχοντας μονοπωλήσει το ενδιαφέρον πολλών χομπίστων χριστιανών και μη. Μία πολύβιβλη υποβιβλιογραφία σχετική με την προσωπικότητά του, αφορά στην δράση του σφραγίσματός του επί των ανθρώπων. Είναι κάτι που έπεται, γενικώς, η εν ιστορία παρουσία του Θηρίου και οι δράσεις του.

Όσο δυσερμήνευτο κι ευκόλως παρανοήσιμο κι αν είναι για κάποιον που έχει υποθερμία να αναλύσει το βίωμα και την «πληροφορία» κάποιου που ζει «εν καμίνω» (Απόστολος κι Ευαγγελιστής Ιωάννης εν προκειμένω), ο άνθρωπος είναι εγγενώς εγκλωβισμένος αφενός στο να γνωρίζει τον κόσμο δια αντιστοιχιών, αφετέρου να επιλέγει ελεύθερα (όσο του επιτρέπει η εποχή του) με ποια απ’ όλα τα δεδομένα θα επιτρέψει και προτρέψει το νου του να στοχαστεί ούτως (αντιστοιχιακώς). Οι στοχασμοί πρόσληψης του εκάστοτε παρουσιαζόμενου δεδομένου, ενεργοποιούνται ερήμην του ανθρώπου. Οι στοχασμοί της επισπουδής του καλλιεργούνται εν συγκαταβάσει.

Η δική μου «συνειδητή παρερμηνεία», δεν θα προβάλλει το δεδομένο του σφραγίσματος σ’ ένα μελλοντικό σενάριο, αλλά ως ένα αιώνια παρών και εποικιστικό του ανθρώπου διενεργούμενο.

Το Θηρίο σφραγίζει τους ανθρώπους στο μέτωπο και στο χέρι9. Αυτό που θα συμβεί στο μέλλον, κατά το σενάριο της σφράγισης, ας προβληθεί για λίγο στο παρόν. Δεν αγνοεί -κι υποβοηθιέται να αγνοεί- ο απόκεντρος άνθρωπος το τί εργάζεται ολημερίς το μυαλό του και το χέρι του; Ποιος μπορεί να αμφιβάλλει γι’ αυτό; Ποιος μπορεί να υποστηρίζει αρεζίλευτος ότι, π.χ., οι ψυχαναλυτικοί φακοί (ή η τεχνητή νοημοσύνη) αρκούν για να περιγράψουν τον άνθρωπο, πόσω μάλλον για να τον δρομολογήσουν στο ξεπέρασμα του πνεύματος αυτού που φοράει, του αναζητούντος τη δύναμη; Κατά ίδιαν ομολογία (της ψυχανάλυσης –θεραπείας), οι υπηρεσίες αφορούν στην εποπτεία του κόσμου της νοήσεως και των συναισθημάτων· αφορούν στην ανάδειξη του «τερματοφύλακα» που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, ο οποίος είναι «εγκλωβισμένος μέσα του» και δεν έχει τρόπο να «υποφέρει» (γι’ αυτό συμβουλεύεται «ειδικούς») αυτή την συνοίκηση στη σκληρότητα κι ακατανοησία των επιτιθέμενων δεδομένων. Το μπέρδεμα είναι κι αυτό αταξικό. Κι όταν είναι συνειδητό είναι η πρώτη αντίσταση κατά του πνεύματος του αποκεντρισμού.

Είναι φυσικό δεδομένο, το να μην έχει ο άνθρωπος ποτέ κάτι παραπάνω από τον εαυτό του για να προσφέρει στον εαυτό του. Πολλοί άνθρωποι μαζί, του προσφέρουν άλλης δυναμικής «υπηρεσίες εαυτού», μέσα στις οποίες αυτός λησμονεί εαυτόν, ερώμενος τη δίνη της μετ’ ηδονής αυτάρκειας. Εικόνα του σπιτιού τους: το αστικό τοπίο, των συνοικούντων «ακατοίκητων εσωτερικών τοπίων», «στα εσωτερικά των ακάλυπτων χώρων, δηλαδή στα πλαϊνά τοιχώματα πηγαδιών, στοιβαγμένων καθέτως, κι ακούγοντας σε ώρες αναπαύσεως οιμωγές σκύλων που ανέλαβαν να καλύψουν ανασφάλειες κι ερημίες ψυχών»10.

Η εξορία του Θεού συνεπάγεται και την εξορία της προοπτικής της ολοκλήρωσης του ανθρώπου ως ον κινούμενο προς τα έτερα, πάλι ερώμενο, αλλά αυθυπερβούμενο, «οικτίρμων και ελεήμων», κάτι που εμφαίνεται στη γλώσσα του, στα κτίρια και στα ράσα του.

Ο απόκεντρος άνθρωπος είναι ένας μεγαλομάρτυρας της αλήθειας, ως ανασκολοπισμένος στην «αλήθεια του», και υφιστάμενος -αργά ή γρήγορα- την μία αλήθεια, της οποίας τη γνωριμία φρόντισε -για τον ίδιο και τους άλλους, ο ίδιος και οι άλλοι- να αναβάλλει εξακολουθητικώς. Τί εργάζεται το μυαλό και το χέρι του; Ποια η αναφορά του, αν όχι το κέντρο του Θεού; Πώς μεγαλώνει οντολογικά αν δεν υπάρχει κάτι άλλο μεγαλύτερό του, να κάνει τις «αντιστοιχίες» του και τις «σπουδές» του; Ο εξώκοσμος μόνο είναι που μεγαλώνει, ίσως επειδή όντως είχε κάτι μεγαλύτερο και θαυμαστότερό του να ασχολείται μαζί του (τον άνθρωπο). Μεγαλώνει και λαμβάνοντας αυτό που θέλει: δύναμη. Ο εξώκοσμος είναι κράτος, είναι θρησκεία, είναι τεχνολογία, είναι γνώση, είναι τέχνη, είναι τεχνική, είναι υπηρεσία, είναι ένα δημιουργείον σωματικής ασφάλισης κι ευχαρίστησης. Όλα αυτά, οι «καλοί» του κόσμου, στην «καλή περίπτωση», τα οραματίζονται και τα υπόσχονται στην ανθρωπότητα: ευμάρεια, μακροζωία, διασκέδαση, ανάπαυση κ.ο.κ. Αλλά όλες οι κοσμικές οργανώσεις τους μοιάζουν εντέλει με αγέλες, που βιάζονται να ικανοποιήσουν τους σχεδιασμούς τους, κατά τους οποίους πάντα κάποιος περισσεύει. Εννοώ ότι η εχθρότητα των υποκειμένων, ατομικά και συλλογικά, συνυπάρχει ταυτόχρονα με την όποια «καλή πράξη» θέλουν να κάνουν (στην «καλή περίπτωση» που είπαμε): κάποιοι διαφωνούν, κάποιοι επιβαρύνονται, κάποιοι θ’ αντεπιτεθούν. Γυρίζω, με άλλα λόγια, στο ζήτημα του «ανεκκλησίαστου» κόσμου και των τρόπων του. Στην αναπόφευκτη, του απόκεντρου πνεύματος, επιπόλαιη έναντι του εαυτού της και πάντων πόλωση. Ότι: ο άνθρωπος που μεγάλωσαν οι λύκοι θα παλέψει για τους λύκους, και συγκεκριμένα για τους κηδεμόνες λύκους του· ούτε καν για το είδος των λύκων. Έως εκεί θα εργαστεί το μυαλό και το χέρι του. Είναι όμως τόσο μονολιθικά κι αναξιοπρεπώς αγελαίος, από τη στιγμή που ξέρουμε τον άνθρωπο ως ικανό να προχωρά από την αγέλη του, στο είδος της αγέλης του, στα άλλα είδη, στην πανίδα ολόκληρη.

Ο αναβαθμός της αγελοποίησής του, αντιστρόφως κινούμενος (ιδιωτεύων τοπικισμός), τον οδηγεί σε γενοκτονία κάθε ενάντιου στόχου -ακόμα και της αγέλης του- όπου μικροσκοπικά μοιάζει με δεξιότητα επιβίωσης, αλλά μακροσκοπικά με ελεγχόμενη αυτοκτονία (αφαιρεί αξία από το είδος του, και το ίδιο το είδος του ενίοτε). Σε πολιτική διάσταση θα λέγαμε ότι είναι ο μικροκομματισμός που σκοτώνει την πολιτική και καταφέρνει να επιβιώσει, σκοτώνοντας ακόμη και στελέχη του, υπέρ του «κοινού καλού» (της σκοτωμένης πολιτικής…).

Αν κάποιος πατήσει ένα κουμπί κι εξαφανίσει όλη την ανθρωπότητα εκτός του εαυτού του, δεν αυτοκτόνησε; Αν από την άλλη μεριά, ολόκληρη η ανθρωπότητα, πάτησε ένα κουμπί και τον εσκότωσε αυτόν πριν δράσει, δε σημαίνει αυτό πως ο τρόπος της είναι ο ελεγχόμενος θάνατος κάποιων; Δηλαδή μία αίρεση αυτοθέωσης, μία φυσική αίρεση, εξ ανθρώπων εναντίων ανθρώπων. Αλλιώς, οι αγέλες θα μπορούσαν να κάνουν μία αγέλη ενιαία, υπέρ όλων των αγελών και στελεχών τους. Προσπάθησαν, η αλήθεια είναι. Αλλά δεν μπορείς να «επιβάλλεις δημοκρατικώς» έναν τρόπο και τόπο ειρήνης. Δεν μπορεί να υπάρξει καλό με το στανιό. Μπορεί μόνο με το να θαυμάσουν το παράδειγμά σου. Οι ατομικότητες και πολύ περισσότερο οι συλλογικότητές τους ζηλεύουν, δε θαυμάζουν. Κι έτσι κατάφεραν να φθάσουν στο φεγγάρι, πριν καλά-καλά καταφέρουνε να κάνουνε παρέα.

*

«Θηριώδεις» αντιφάσεις συμπαρελαύνουν μετά των μεγαλείων της ανθρώπινης χειρονομίας. Η ιστορία είναι η ιστορία των αντιφάσεών της. Θα το πατήσει ή δε θα το πατήσει το κουμπί; Είναι «θηρίο» που έρχεται, ή έχει έρθει, ή ήταν πάντα εδώ; Είναι οι άνωθεν κακοί εις βάρος των κατώτερων κι αθώων; Φταίει μόνο η ακριβή βίζιτα  -και καθόλου η φτηνή, και καθόλου οι πελάτες τους- που υπάρχει πουτανιά; Φταίει το προϊόν και όχι τα υποπροϊόντα (που το φθονούν), όχι ο κοσμάκης που έμαθε να πελατεύει και πεινάει; Έως πότε θα περιμένουμε το κακό, ζώντας στο κακό, ομοιάζοντες με το κακό, εν είδει αρχιερέων, διακόνων και υποδιακόνων, πιστών και προσήλυτών του; Έως πότε θα τηγανίζεται ο άνθρωπος; Πιστεύω πως «ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ»11, θα αναρωτιέται η ίδια και θα καταφάσκει στο ότι πάντοτε θα επισυμβαίνει αυτή η δεινοέπεια, με την ίδια αυτή φύση ανασκολοπισμένη, παρακολουθούσα την παραλλασσόμενη θέα, μελετώντας τα χαρακτηριστικά της, καταβροχθίζοντας αφηγηματικούς λωτούς, υφιστάμενη μαρτυρικώς, εσωέξωθεν, την αλήθεια που δε ζήτησε, ίσως και λόγω της απουσίας οποιουδήποτε ίχνους της στο περιβάλλον της, το διοργανωμένο υπό του ανήλιου πνεύματος του ευρεθέντος αντικέντρου.

Θα το πατήσει ή δε θα το πατήσει το κουμπί; Είναι δυνάμει πατημένο, είναι η θέση μου. Και δεν υπάρχει ένας και μοναδικός διατάκτωρ του πατήματος. Αλλά η «εκκλησία των πονηρευομένων»12 και οι υπό του πνεύματός της αγόμενοι.

Από την άλλη, υπάρχει η Εκκλησία των Κεντρικών, η οποία δε καταλαβαίνει και δεν εργάζεται για αγέλες και ταμπέλες, αλλά όντως ζει και δρα υπέρ πάσης γεωγραφίας και φύσεως θηρίου. Δεν φοβάται κανέναν προσωποπαγή ή συλλογικό Άδη, κανενός ατομικού ή συλλογικού διοργανωτή του. Και η φύση, ανεπιστρεπτί, έχει αλλάξει εμβέλεια κι αναφορά υπό πνεύμα άλλο, σύμφυρο με την Αλήθεια που το ανθρώπινο τούτο αναζητά, το οποίο «κινηθέν κίνησιν ἀΐδιον ὑπό Πνεύματος Ἁγίου, ζῶον ἅγιον ἐγένετο»: Ἔσχε δέ ἀξίαν ἄνθρωπος, Πνεύματος ἐσοικισθέντος, προφήτου, ἀποστόλου, ἀγγέλου Θεοῦ, ὤν πρό τούτου γῆ καί σποδός»13. Η φύση αυτή δε φοβάται τις σφαίρες, τ’ αεροπλάνα και τα πλοία, τα κουμπιά και τα πεπόνια· αυτή που ζει γινόμενη «όλη πυρ»14· που λειτουργεί κι ευχαριστιέται το εκκεντρισμένο στον Θεό, κι όχι στη «θέληση της δυνάμεως», γεγονός πως «εκ τοῦ πλησίον ἐστίν ἡ ζωή καὶ ὁ θάνατος»15, και «τελειότητα είναι να δοξάζεις τον πλησίον σου υπέρ εαυτόν»16. Εν προκειμένω, δοξάζεται με τη δυνατότητά του να γυρίσει στο Κέντρο, να περπατήσει τη ζωή του υπό του πνεύματος της Εκκλησίας, όποιος Άδης κι αν τον έχει καταπιεί. Αμήν.

Σημειώσεις

  1. Ζ. Λορεντζάτος, 1961
  2. Malcolm Gladwell, Μιλώντας σε Αγνώστους (Κλειδάριθμος, 2020, σ. 16)
  3. Θεωρία του Πολέμου (Θεμέλιο, 1997, σσ 404, 405)
  4. Νοσταλγία του Απολύτου (Άγρα, 2007, σσ 100, 101)
  5. Αστέρης Χουλιάρας - Σωτήριος Πετρόπουλος, Η Αφρική και οι Άλλοι (Κάλλιπος, 2016, σ. 25)
  6. Λουκ. 16.19
  7. Ματθ. 6.23
  8. Η περί ανθρώπου τριχοτομία του S. Freud μιλάει εν ολίγοις για ένα ασύνειδο ορέγομαι (Id), το οποίο εξυπηρετείται από ένα συνειδητό καταστρώνω-κάνω (ego), το οποίο σχολιάζει κάποιος τρίτος (superego).
  9. Αποκ. 14.9
  10. Σωτήρης Σόρογκας, Αισθητική Γεωγραφία (Στιγμή, 2006, σσ 26, 115)
  11. Θουκυδίδης, Ιστορίαι/3.82.2
  12. Ψαλ. 25.5
  13. Βασιλείου, Ανατρεπτικός απολογητικού Ευνομίου (P.G. 29.769)
  14. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, τ.1 (ΕΠΕ, 1978, σ. 344)
  15. ό.π., σ. 46
  16. ό.π. σ.464

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ