Ο Εμμανουέλ Λεβινάς έλεγε ότι ο άλλος εμφανίζεται στον φαινομενολογικό ορίζοντα κραυγάζοντας «Μην με σκοτώσεις» - έτσι συγκροτείται η Ηθική. Μπορούμε τώρα να μιλήσουμε για αυτόν τον περίεργο φαινομενολογικό ορίζοντας της κοινής σύναξης, της εξόδου των χαϊντεγκεριανών «πολλών» από τα μέρη όπου βρίσκονται ερριμμένα- «διαμένουν». Μπορούμε να θυμηθούμε την Έξοδο του εβραϊκού λαού από την Αίγυπτο: στην γη της εξορίας ήταν ξένοι, δούλοι, υποκείμενοι στις πιο σκληρές και απάνθρωπες εργασίες, και τέλος καταδικασμένοι στην αφάνεια. Όποιο αρσενικό νεογνό γεννιόταν, έπρεπε να ριχτεί μέσα στον Νείλο. Όταν αργότερα διασώθηκε από την πριγκίπισσα και μεγάλωσε ο Μωυσής, «έβγαλε» τον λαό του από την Αίγυπτο. Ήταν μια μεγάλη σύναξη, στην οποία περιέργως επικρατούσε η σιωπή. Κανείς δεν κραύγαζε. Μόλις τώρα ο ένας ατένιζε το πρόσωπο του άλλου: πια αντί για μάσκα είχε κανείς πρόσωπο. Και είναι φοβερό να έχει κανείς πρόσωπο.
Στο περίφημο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Στον Χριστό στο Κάστρο», ο ιερέας και το ποίμνιό του, ταξιδεύοντας με μια βάρκα μέσα στην αγριεμένη θάλασσα, φθάνουν επιτέλους στο εκκλησάκι της Γέννησης. Και τότε, καθώς χαράζει, λέγει ο μεγάλος συγγραφέας, «βλέπουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου σαν πρώτη φορά». Όλοι είχαν παρελθόν, ήταν κάποιοι – με τις αναμνήσεις, τις συγγενικές σχέσεις, τα όνειρα και τις επιδιώξεις-, αλλά τώρα, καθώς πρόκειται να τελέσουν την λειτουργία παίρνουν επιτέλους το πρόσωπό τους. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Γιατί, σύμφωνα με την λογική του διηγήματος, έγιναν όλοι τόσο απίστευτα ωραίοι; Γιατί το φως, αντί να φανερώνει ουλές και ασχημία, φεγγοβολεί μόνο ομορφιά;
Έχουμε ποτέ κληθεί να αφήσουμε πίσω ολόκληρο τον εαυτό μας, με τα συνειδησιακά του ενεργήματα -όπως θα έλεγε ο Χούσσερλ-, για να ξεκινήσουμε για την σύναξη; Η σύναξη, το πανηγύρι της παράδοσής μας, δεν είναι απλά μια συνάντηση όλων μαζί. Δεν είναι ένα άθροισμα. Είναι κάτι περισσότερο από αυτό. Ο Πλωτίνος, μ’ όλη την πνευματικότητά του, δεν θα τολμούσε ποτέ να μιλήσει για την κοινή σύναξη- γι’ αυτόν μετρούσε η φυγή από τους πολλούς, η ανάβαση στον κόσμο του Πνεύματος. Και ο Χάιντεγκερ θα απεχθανόταν κάτι τέτοιο: το Συνείναι είναι για αυτόν πάντα Είναι με τους «πολλούς», έκπτωση, ξεπεσμός.
Οι προσκυνητές του Παπαδιαμάντη, αν και ήρθαν όλοι μαζί για να τελέσουν την Ευχαριστία, στην πραγματικότητα ξεκίνησαν από διαφορετικά ο καθένας μέρη. Δεν είναι ότι τα σπίτια τους ήταν ασφαλώς διαφορετικά. Ήταν ότι ο καθένας τους βρισκόταν και σε διαφορετικό «τόπο του Είναι», αν μπορούμε να μιλήσουμε έτσι. Ο καθένας και ο διαφορετικός οντολογικός τρόπος του- ωστόσο, καθώς κλειδώνουν τα σπίτια τους, καθώς μπαίνουν μέσα στη βάρκα, καθώς ταξιδεύουν, ενοποιούνται όλοι παράξενα. Σ’ αυτό βοήθησαν και τα κύματα. Γιγάντια, απειλητικά, τιτάνια έφεραν τους προσκυνητές κοντά στον θάνατο. Όση ώρα ταξίδευαν, τόση ώρα βάσταξε και η πάλη με τον θάνατο. Υπήρξαν στιγμές που πίστευαν ότι η πορεία τους είναι αυτό που θα έλεγε ο Χάιντεγκερ ένα «είναι-προς-θάνατον». Και πράγματι. Μέσα στα σκοτεινά, μαύρα νερά πέθαναν, όπως και οι Αιγύπτιοι από τα ύδατα της Ερυθράς Θαλάσσας. Έφτασαν στον τόπο της Θείας Κατοικίας, το Ναϋδριο της Γέννησης του Χριστού, νεκροί. Οι Αιγύπτιοι βαπτίστηκαν μέσα στα νερά της Θάλασσας και πνίγηκαν. Οι προσκυνητές βαπτίστηκαν μέσα στα νερά της Θάλασσας και ξανάζησαν το μυστήριο του Βαπτίσματος, της τριπλής κατάδυσης στο ύδωρ.
Οντάς νεκροί πια για τον κόσμο, ήταν ικανοί να καταλάβουν το σύμβολο. Τι είναι το σύμβολο; Είναι μια σημαία που ενώνει και προπορεύεται από όλα τα μεγάλα γεγονότα. Δεν είναι αποκλειστικά θρησκευτικό φαινόμενο. Υπήρξε η σημαία της Γαλλικής Επανάστασης, υπήρξε η σημαία των Μπολσεβίκων. Αλλά αυτές οι σημαίες, τολμώ να πω, υπήρξαν είδωλα. Ο φιλόσοφος Μαριόν μιλά αρκετά για τη διαφορά ανάμεσα στο είδωλο και την εικόνα. Το είδωλο είναι αυτό που μαγεύει το βλέμμα, το ελκύει, το τραβά, αλλά και το καθηλώνει: δεν σε αφήνει να δεις παραπέρα. Η εικόνα, για παράδειγμα το πρόσωπο του άλλου, είναι που διανοίγει το βλέμμα μέσα στο βλέμμα, που αφήνει να δεις πέρα από την εξωτερικότητα, που επιτρέπει να διεισδύσεις στην μαγική απειρία του άλλου.
Γι’ αυτό το λόγο, επειδή κατάλαβαν ότι το Σύμβολο έρχεται να τους επισκεφθεί, οι προσκυνητές βάλθηκαν να καθαρίζουν τον Ναό, για να ευπρεπιστεί για την λειτουργία. Όταν το εσωτερικό έχει αδειάσει από όλο το παρελθόν, όταν κανείς είναι απλά σε ετοιμότητα «προσδοκώντας», η καθαρότητα είναι το μόνο καταφύγιο. Καθαρίζουν τον ιερό Ναό, που είχε μείνει καιρό αλειτούργητος, όπως θέλει να είναι όμορφος κανείς την μέρα του γάμου του. Ξέρουν ότι θα συντελεστεί ένας γάμος – για αυτό και προετοιμάζονται καταλλήλως. Φτιάξαν σάρωθρα από κείνα τα ανθεκτικά χόρτα, που εύρισκαν «οικτρό άσυλο» στο κράτος το Βορρά, και άρχισαν να σκουπίζουν ό,τι σώρευσε η εγκατάλειψη. Είναι κρίμα να μένει το ξωκλήσι αλειτούργητο τόσο καιρό. Δίχως θυμίαμα. Έστω κι αν απέξω μοσχοβολά η δάφνη, έστω κι αν κάθε άνοιξη «ο εαρινός της γης τάπης» με τα «δειλά ανθύλλιά του» στολίζουν τον ναό.
Οι προσκυνητές κατάλαβαν ότι το Σύμβολο έρχεται λοιπόν να τους επισκεφθεί –δεν πρέπει να υποκύψουμε στην θεωρία εκείνη κατά την οποία το σύμβολο είναι το αντίθετο της «πραγματικότητας», η συμβατική κατάδειξη μιας καλά κρυμμένης ουσίας. Το σύμβολο που αναμένεται σε λίγο να έρθει είναι ο «νηπιασμός» του Απείρου- το βρέφος που θα εναποτεθεί στην φάτνη. Το βρέφος θεωρείται ότι είναι το αντίθετο του «ωρίμου» ανθρώπου, καθετί άλλο παρά το Άπειρο. Τι θα πει ότι το Άπειρο «νηπιάζει»; Η γέννηση του κάθε ανθρώπου είναι στην πραγματικότητα μια γιορτή- όχι επειδή αναμένεται στη ζωή του να γίνει αυτό και αυτό, όχι επειδή είναι ο γόνος κάποιου τρανού βασιλιά. Όλα τα βρέφη, στην Σκιάθο του Παπαδιαμάντη -αλλά όχι πια για τον δικό μας πολιτισμό, κι αυτό είναι σημαδιακό-, κομίζουν με τον ερχομό τους στη γη τον ίδιο τον κόσμο. Αστραφτερές κορώνες και διαμάντια και μαργαριτάρια, αυτά φέρνει μαζί του κάθε γεννώμενο νεογνό. Το παιδί δεν είναι η μικρογραφία του μεγάλου –αυτό το ξέρουμε από καιρό. Για τούτο από νεογνό ζωγραφίζεται ο Χριστός τυλιγμένος με τα σουδάρια της ταφής Του και κείμενος μέσα στον τάφο. Όχι σε φάτνη. Αυτός που πάσχει είναι το Άπειρο που νηπιάζει. Δεν μπορούμε ν’ αντικρίσουμε την αλήθεια παρά μόνο μέσα από ένα παραμύθι- και είναι σημαντικό ότι τα έργα των μεγαλυτέρων μυθιστοριογράφων, π.χ. του Ντοστογιέφσκι, είναι γραμμένα σαν παραμύθια. Είναι παραμύθια.
Αληθινή φύση του συμβόλου είναι ν’ αποκαλύπτει, να φανερώνει- και υπάρχει σύμβολο, γιατί είναι αδύνατον η ουράνια πραγματικότητα να εξαντικειμενιστεί με οιεσδήποτε λέξεις. Το Πνεύμα μπορεί να διεισδύει στην ύλη, γιατί και αυτή είναι επιδεκτική της χάριτος. Ίσως το μεγαλύτερο σύμβολο να είναι το πρόσωπο του Άλλου- τι άραγε συμβολίζει; Σε αυτό αποτυπώνεται η θλίψη και η χαρά, η απογοήτευση και η ελπίδα, η ευφροσύνη και η αποστροφή- λέμε πως όλα αυτά είναι νοητικές πραγματικότητες, που έρχονται και εξωτερικεύονται στο πρόσωπο του Άλλου. Άραγε το ίδιο συμβαίνει και με τα δάκρυα; Είναι η εξωτερίκευση της θλίψης; Ή είναι κάτι άλλο, κοσμήματα -σμύρνα και χρυσός και αλόη- που έφεραν οι Μάγοι στον Χριστό. Όπως το πρόσωπο έχει τα δάκρυα ως έσχατο στολίδι, έτσι και ο Ουρανός έχει το ότι μπορεί να νηπιάζει.
Αυτό το βρέφος είναι που κινεί τις γυναίκες να καθαρίσουν με σάρωθρα τον Ναό. Δεν είναι απλά μια μεγάλη γιορτή. Είναι ότι σε λίγο θα δουν το Βρέφος. Η λειτουργία αρχίζει. Ο Χούσερλ έλεγε ότι πρέπει να χωρίσουμε τον συνειδησιακό χρόνο στο παροντικό «νυν», την «ανακράτηση» του παρελθόντος και την «προκράτηση» του μέλλοντος. Εδώ όμως, μόλις ο ιερέας ευλογεί την «Βασιλεία» του Θεού «νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων» εισερχόμαστε σε έναν άλλον χρόνο. Είναι ο χρόνος της αιωνιότητας. Υπάρχουν στιγμές όπου η συνείδηση δεν μπορεί να είναι «αποβλεπτική», να στοχεύει σε κάποια διάσταση του χρόνου, κατά τον Χούσσερλ, γιατί και η συνείδηση τότε μοιάζει να χάνει τον φαινομενολογικό της ορίζοντα. Σε ποιον φαινομενολογικό ορίζοντα αναδύεται ο ερώμενος; Η εμφάνισή του, έτσι όπως πλήττει και κεραυνοβολεί την συνείδηση, έτσι όπως κατακλύζει την εσωτερικότητα και γεμίζει την μυστικές φλέβες της, καταργεί τον φαινομενολογικό ορίζοντα. Έξω από τον Ναΐσκο της Γέννησης μπορεί να υπάρχει ακόμη το σκοτάδι, η βαριά νύχτα με τα σύννεφα, η τρικυμισμένη θάλασσα, και σε λίγο, καθώς χαράζει, κάνουν δειλά την εμφάνισή τους τα δέντρα, οι θάμνοι, οι λόφοι και τα ρέματα, όμως, πράγμα περίεργο, όλα έχουν καθηλωθεί στην αιωνιότητα της «Βασιλείας» του Απείρου. Σ’ αυτήν την αιωνιότητα κομίζει κανείς μαζί του την σμικρότητά του και τα πάθη του -που θα συγχωρεθούν μόλις ο ιερέας πει «τους μισούντας και αδικούντας ημάς συγχώρησον, Κύριε»-, ωστόσο όλα καταπαύουν όταν η λειτουργία αρχίζει. Εισερχόμαστε στο χώρο της Αιωνιότητας- είναι ο χώρος του Συμβόλου. Όπως είπαμε, το Σύμβολο υπάρχει γιατί είναι αδύνατον να πάντα να ειπωθούν με λέξεις. Η ομορφιά του Ναού που τώρα λάμπει, οι καθαρισμένες εικόνες, και ο συνοφρυωμένος Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, που επρόκειτο σε λίγο, κατά τον Παπαδιαμάντη, βέβηλα να μεταφερθεί σε Μουσείο, τα στασίδια με τις ατελείωτες προσευχές και μυστικές ενατενίσεις των γερόντων, ο γυαλισμένος πολυέλεος, όλα αυτά εισάγουν την ομορφιά στον χρόνο. Τα μεγάλα έργα Τέχνης είναι έξω από τον χρόνο: πέρασαν χιλιάδες χρόνια, και όμως η Αντιγόνη δεν έχασε σε τίποτε από το μεγαλείο της, ούτε βέβαια και ο τραγικός Οιδίποδας. Λέμε ότι αυτά τα έργα «άντεξαν» στον χρόνο; Τι θα πα πει αυτό το «άντεξαν»; Ότι έχουν κάτι το «περισσόν», το «επιπλέον», σε σχέση και με τη δομή τους και τους διαλόγους τους και τα νοήματά τους. Υποτίθεται ότι «καθαρίσαμε» μαζί τους: «ερμηνεύσαμε» τέλος πάντων τα έργα. Και όμως διαρκώς τα βρίσκουμε μπροστά μας. Ακόμη και τα τεχνουργήματα των ανθρώπων μπορούν να διαπερνώνται από την σπίθα της Αιωνιότητας. Αυτό είναι πολύ παράξενο.
Ο ιερέας «ευλογεί» την Βασιλεία του Θεού. Και έρχεται η στιγμή της «Αναφοράς» της λειτουργίας του ιερού Χρυσοστόμου. Είναι η ιερότερη στιγμή της Λειτουργίας. Οι πιστοί προσφέρουμε τα «δώρα» μας, τον άρτο και τον οίνο, και περιμένουμε το Άγιο Πνεύμα, με την ευχή του ιερέα, να τα μεταβάλει σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Είναι πολύ σημαντικό ότι μπορούμε να κάνουμε «δώρο», και μάλιστα στο Άπειρο. Τι προσφέρουμε; Ο άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί και δίνει και λαμβάνει δώρα. Στις μεγάλες στιγμές του κάθε ανθρώπου, ακόμη και του πλέον «ευτελούς», «ασήμαντου» και «άδοξου» ανθρωπάκου, στην γέννησή του, ας πούμε, οι άλλοι τον ραίνουν με δώρα. Είναι λάθος, ξανάλεμε, να πιστέψουμε, ότι «γιορτάζουμε» τον άλλον γιατί θα γίνει κάτι σημαντικό, θα διακριθεί στη ζωή του, θα διαπρέψει. Γιορτάζουμε απλώς, και πάνω απ’ όλα, όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ότι «εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον». Η γέννηση ενός ανθρώπου έχει κοσμική σημασία. Είναι το μυστήριο της ζωής, είναι το μυστήριο του προσώπου. Στην βάπτιση επίσης συμβαίνει το νεογνό να δέχεται πολλά δώρα, γιατί παίρνει τότε το «όνομά» του. Για μας τους δυτικούς το όνομα έχει καταντήσει απλά μια «ταμπέλα», για να σημάνει, υποτίθεται, «ένα σύνολο ύλης και συμβάντων, που είναι το κάθε άτομο». Για τους αρχαίους λαούς, και μάλιστα τους Εβραίους, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Προηγείται το όνομα και έπεται το συγκεκριμένο άτομο στην υλικότητα της εμφάνισής του. Στην πραγματικότητα, κανένας άνθρωπος δεν εξαντλείται σε σύνολο «ύλης και συμβάντων», αλλά, όπως ήδη είπαμε, έχει κάτι το περισσόν. Αυτό το περισσόν είναι που καταδηλώνει το όνομα. Για αυτό και στο τυπικό της ομηρικής φιλοξενίας ο ξένος, αφού πρώτα έτρωγε και έπινε και του πλένονταν τα πόδια και όλα τα σχετικά, ερωτάτο και για το όνομά του. Μόλις μάθαιναν το όνομα έπαυε πια να είναι «ξένος», γινόταν οικείος, φίλος. Και τον φόρτωναν με ένα σωρό δώρα.
Ο Χριστός είπε στον Θεό-Πατέρα ότι «απεκάλυψά σου το όνομα τοις ανθρώποις». Το όνομα αυτό είναι «Πατέρας». Έχει μεγάλη σημασία να θυμηθούμε την περίφημη φράση του Μεγάλου Βασιλείου, ότι η ανθρώπινη «πατρότητα» είναι μια μεταφορά και μόνο η Θεία «πατρότητα» είναι η κυριολεξία. Όσο και αν ψάξουμε, δεν θα μπορέσουμε στον όρο «πατέρας» να δώσουμε μια έσχατη, ρητή σημασία. Περισσότερο και από την βιολογική πραγματικότητα, υποτίθεται ότι σημαίνει έναν κοινωνικό «ρόλο», αλλά ποιον ακριβώς; Ζούμε σε μια εποχή όπου ο άνδρας κλαίει. Είναι πια ξεπεσμένος. Δίπλα σ’ όλα τ’ άλλα έχασε και την «πατρότητα». Να γίνει «φίλος» με το παιδί; Να προσπαθήσει να το «αναθρέψει» με αυστηρές αρχές; Από πού να πηγάσει αυτή η «αυστηρότητα» και τι αποτελέσματα θα φέρει; Σήμερα δεν ξέρει κανείς να είναι «πατέρας».
Έχει μεγάλη σημασία, επαναλαμβάνουμε, να καταλάβουμε τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου, ότι η ανθρώπινη πατρότητα είναι μια μεταφορά. Στην πραγματικότητα, μόνο το Άπειρο μπορεί να είναι Πατέρας. Υπάρχουν μερικές στιγμές που αυτό μας αποκαλύπτεται ως όραμα. Ο Χάιντεγκερ έλεγε πως η κύρια «διάθεση», ας πούμε αίσθημα, του Ενθάδε-είναι είναι η αγωνία («anxiety»), η οποία συνδέεται με την «αυθεντικότητα» αυτού του ερριμμένου στον κόσμο «εγώ». Ο Γερμανός φιλόσοφος υποστηρίζει ότι αυτό το αίσθημα της αγωνίας δεν είναι ούτε απλός ψυχολογισμός ή υπαρξισμός, αλλά ότι συνδέεται με τα ζητήματα της αληθείας και της πραγματικότητας. Η αλήθεια τώρα με την σειρά της είναι στερεά δεμένη με την πατρότητα- το παιδί ζει μέσα στην αλήθεια του Πατέρα, που του δωρίζει το Είναι του. Αντίθετα από όλες τις άλλες δωρεές, στον υιό δεν δωρίζει κανείς κάποιο πράγμα, όσο πολύτιμο κι αν είναι αυτό, αλλά του δωρίζει το ίδιο το Είναι του. Ο υιός γεννιέται από τον πατέρα μέσα από την ερωτική υπερχείλιση, η οποία και συνιστά μια μοναδική υποχώρηση της σάρκας. Η σάρκα υποχωρεί για να υπάρξει η δωρεά- και να δωρηθεί ο εαυτός. Για αυτό και τα Τίμια Δώρα στην Ευχαριστία προσφέρονται από μας, αλλά είναι στην πραγματικότητα τα Δώρα του Απείρου, ο ίδιος ο Εαυτός Του. «Τα σα εκ των σων». Μερικές φορές, πάνω σε στιγμές ανείπωτης ευγνωμοσύνης, λέμε σε κάποιον ότι «σου δωρίζω τον ίδιο τον εαυτό μου». Πρόκειται για μια δωρεά χωρίς δώρο, ή μάλλον πρόκειται για το δώρο καθαυτό, χωρίς δωρεά. Ολόκληρος ο εαυτός γίνεται πλέον δώρο και υπερχειλίζει την δωρεά. Εμείς προσφέρουμε στην Ευχαριστία αυτό που έχουμε, τον ταπεινό άρτο και τον οίνο, τολμάμε να πούμε τον ίδιο τον εαυτό μας- αλλά είναι αδύνατον να το κάνουμε αυτό. Μόνο το Άπειρο μπορεί να δέχεται αυτά τα Δώρα και να τα κάνει ο Εαυτός Του, δική Του σάρκα και δικό Του αίμα, που μας το γυρίζει ως αντιχάρισμα.
Στην ορθόδοξη παράδοξη, υπάρχουν αγιογραφίες και ιστορίες από τους βίους Αγίων, ότι είδαν το ίδιο το βρέφος Χριστός εσφαγμένο και διαμελισμένο πάνω στο άγιο Δισκάριο. Τα Χριστούγεννα, στην διάρκεια των οποίων εκτυλίσσεται το διήγημα «Στο Χριστό στο Κάστρο», είναι η κυρίως εορτή του εσφαγμένου αρνίου. «Είναι καλυτέρα να πεθάνει ένας για να ζήσουν οι πολλοί», προφήτεψε ο Καϊάφας λίγο πριν την Σταύρωση του Κυρίου. Είναι τρομερό να δεχθούμε την σωτηρία μας καταφάσκοντας στον Εσφαγμένο Αμνό. Αυτός που τώρα θυσιάζεται και διαμελίζεται είναι ο πολύτιμος υιός, αυτός για τον οποίο ο Πατήρ πρόσταξε «ντύστε τον με την καλύτερη στολή και φορέστε του το δαχτυλίδι και σφάξτε τον μόσχο τον σιτευτό για να φάμε και να ευφρανθούμε». Υπάρχει ανθρώπινη θυσία, αγνή και αψεγάδιαστη. Η Αντιγόνη, ήδη στα προχριστιανικά χρόνια, θυσιάζεται για να θάψει τον αδελφό της, γιατί, όπως λέγει, η ταφή είναι απαραίτητη σε κάθε άνθρωπο. Δεν θα μπορούσε να πάει κόντρα στις πανάρχαιες συνήθειες και τα παμπάλαια έθη, γιατί «πάντα ζουν αυτά και κανείς δεν ξέρει από πότε φάνηκαν». Δεν ήταν λέγει, η Δίκη, ή οι θεοί του κάτω Κόσμου, αυτοί που της υπαγορεύουν να αφήσει άταφο τον αδελφό της, γιατί, αν της το έλεγαν οι θεοί, τότε και μόνο τότε θα υπάκουε. Ο Σοφοκλής ήταν πολύ θεοσεβής και οπαδός της παράδοσης. Τώρα όμως αυτός που την προστάζει όλα αυτά είναι ένας άνθρωπος, έστω και άρχοντας- για αυτό και δεν πρόκειται να υπακούσει.
Η θυσία της Αντιγόνης, όσο μεγάλη και αν είναι, είναι, θα λέγαμε, δική της. Ναι, οι φιλόσοφοι έχουν δίκιο. Υπάρχει πράγματι η ελεύθερη βούληση και μπορεί κανείς να υψωθεί πάνω και από τα πιο δυνατά ένστικτά του, πάνω και από αυτό της αυτοσυντήρησης. Ωστόσο, σε όλες τις ανθρώπινες θυσίες, παρά τον θαυμασμό μας για αυτές, υπάρχει κάτι που τις περιορίζει: μένουν αυστηρά οι θυσίες των ηρώων, είναι το δικό τους ανδραγάθημα. Μια πράξη τόσο γενναιόφρονη, που σχεδόν δεν μπορεί να την ερμηνεύσει η Ηθική, όσες φιλότιμες προσπάθειες και αν κάνει. Ωστόσο, το παράξενο είναι ότι, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, έγιναν όλες για την «ευδαιμονία» τους. Αυτή κατά τον Αριστοτέλη είναι ο έσχατος σκοπός του ανθρώπινου βίου. «Ευδαίμων» μπορεί να είναι κανείς παρά τις όποιες ατυχίες ή δυσμενείς περιστάσεις στη ζωή τους. Δεν θέλουμε να πούμε ότι η θυσία της Αντιγόνης έχει κάτι το υστερόβουλο, κάτι το κρυφά εγωιστικό. Το ότι απολαμβάνει την αρετή της. Όχι. Ήταν μια πραγματική θυσία, με μόνο κίνητρό της την αγάπη της για τον αδελφό της και την θεοσέβειά της. Ωστόσο, παρ’ όλα αυτά, η Αντιγόνη κυνηγά την ευδαιμονία. Μόνη η θυσία του Εσφαγμένου Αρνίου δεν έχει ως κίνητρό της την ευδαιμονία.
Είναι παράξενο αυτό. Ο Χριστός, λίγο πριν πεθάνει, προσευχήθηκε στον Θεό-Πατέρα και Του ζήτησε, ει δυνατόν, να αποφύγει το «ποτήριον» τούτο του θανάτου. Η προσευχή Του, τολμάμε να το πούμε αυτό, δεν εισακούστηκε. «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ», είπε ο Χριστός στον Πατέρα Του, κάνοντας υπακοή στο θέλημα του Πατρός, που, όπως ο ίδιος λέγει, «μείζων μου εστί». Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι ο Χριστός, ως άνθρωπος, πορευόταν στον θάνατο, στηριζόμενος εσωτερικά από την βοήθεια του Θεού-Πατέρα, παίρνοντας δύναμη από Αυτόν. Ωστόσο, το πιο τραγικό είναι ότι την στιγμή της Σταύρωσης ο Θεός τον εγκατέλειψε. «Ινατί με εγκατέλειψες;», ρώτησε ο ίδιος τον Θεό-Πατέρα πάνω στον Σταυρό. Ως προς αυτό η θυσία του Χριστού ξεχωρίζει από όλες τις άλλες θυσίες. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν αυτή την θεοεγκατάλειψη. Σκέφτεται κανείς, ήταν απαραίτητη; Δίχως αυτήν, και πάλι το αίμα του Χριστού δεν έφθανε για να σώσει το ανθρώπινο γένος; Και όμως, ο Πατέρας εγκατέλειψε τον Υιό, πρώτη και μοναδική φορά. Αυτός που είχε φτιάξει ένα μικρό παραθυράκι στο σπίτι του, και διαρκώς κοίταγε κατά τον ορίζοντα, για να δει πότε ο Υιός του θα φανεί, αυτός που, όσο έλειπε ο Υιός, υπέφερε στα πιο μύχια βάθη της ύπαρξής Του, αυτός που, όταν επέστρεψε ο Υιός, έτρεξε αμέσως να τον αγκαλιάσει, Αυτός είναι που εγκατέλειψε τον Υιό Του και μάλιστα πάνω στον Σταυρό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύουν το χωρίο- ωστόσο, παρά τις όποιες ερμηνείες τους, η αλήθεια είναι ότι η θεοεγκατάλειψη παραμένει ένα μυστήριο.
Έμεινε λοιπόν το νήπιο της Βηθλεέμ να σφαγιάζεται και να μελίζεται μόνο Του. Θα πει κανείς ότι είχε την αγαπημένη Του μητέρα για να το παρηγορήσει και να το νανουρίσει. Πλην, είναι εντυπωσιακό ότι στην περίφημη τοιχογραφία της Γέννησης στην Μονή Περιβλέπτου στον Μυστρά, η Παναγία εικονίζεται σαν σαβανωμένη. Αντί να έχει στην αγκαλιά Της το παιδί Της, Αυτή ντύθηκε με σάβανα- είναι και ο δικός Της τοκετός ένα μαρτύριο, γιατί, παρότι γέννησε παρθένος και χωρίς ωδίνες, ξέρει από την αρχή ότι ο υιός Της προσφέρεται στους πιστούς διαμελισμένος. Ο Χριστός διαμελίστηκε μόνος Του. Θα μπορούσε, όπως είπε στον Απόστολο Πέτρο, να είχε καλέσει μυριάδες τάγματα αγγέλων, αν ήθελε να αποφύγει τον θάνατο, αλλά ο σκοπός του ήταν να θυσιασθεί. Και θυσιάστηκε εθελούσια.
Η θυσία του Χριστού ήταν η μόνη που ξεφεύγει από την αριστοτελική «ευδαιμονία». Πορεύτηκε στον Σταυρό εντελώς απογυμνωμένος από όλα, και φυσικά από αυτή την αίσθηση εσωτερικής πληρότητας που χαρακτηρίζει τους θυσιαζόμενους ήρωες. Και έτσι η θυσία Του έγινε για μας σωτηρία. Σωθήκαμε, ναι, γιατί ο Χριστός είναι Θεός. Ωστόσο, αρκούσε, ακριβώς για αυτό, ένας μόνος ανθρώπινος εμπαιγμός εναντίον Του, για να σβήσει πάραυτα όλες τις ανθρώπινες αμαρτίες. Και όμως, διαλέγει την θεοεγκατάλειψη- σημειωτέον, ότι ως προς αυτό η θυσία του Χριστού υπερβαίνει τα μαρτύρια των αγίων, κατά το ότι στον αγώνα τους ο Χριστός δεν τους εγκατέλειπε, αλλά έσωθεν τους στήριζε.
****************
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ξέρει καλά ότι ο Κύριος θυσιάστηκε ως βρέφος. Τα Χριστούγεννα, λέγει ο Παπαδιαμάντης, μπορεί να μην είναι η μεγαλύτερη γιορτή, γιατί την υπερβαίνει το Πάσχα, είναι όμως η πλέον χαριτωμένη, η πλέον γλυκυτάτη. Αφού σφαγιάσθηκε ο αμνός και κοινώνησαν όλοι οι νησιώτες, βγήκαν έξω να χαρούν, να φάνε και να πιουν, γιατί «Χριστός ετέχθη». Ο Χριστός στο Κάστρο λειτουργήθηκε, έπειτα από αρκετά χρόνια. Η εκκλησία έλαμψε ξανά και τα κύματα ημέρεψαν πια, για να γυρίσουν οι ενορίτες στην πολίχνη.
Η εικόνα: Σκηνή από την Λειτουργία των Αγγέλων. Τοιχογραφία από τη Μονή Φιλανθρωπηνών, στη Νήσο των Ιωαννίνων (1542).



Πρόκειται για σπουδαίο κείμενο.
Ίσως το καλύτερο του Δ. Ιωάννου. Αν έλειπαν οι φιλόσοφοι θα ήταν καλύτερο.
Θα έρρεε από θαύμα σε θαύμα.
Γιατί η γραφή του, όταν αφαιρέσεις τους Χούσερλ και Χαιντέγγερ είναι ποιητική και θεολογική, με την μέσα διάσταση της Θεολογίας.
Και είναι ένα δώρο που μας έκανε για τα Χριστούγεννα.
Σ.Γουνελάς
Εύχομαι και προσεύχομαι δοξάζοντας τω Θεώ για την ευλογημένη παρρησία τέτοιων πονημάτων αληθείας. Σε ευχαριστούμε φίλτατε Δημήτριε. Χριστοφόρα και Ευχαριστιακά Χριστούγεννα σε όλο τον κόσμο
«Όταν το εσωτερικό έχει αδειάσει από όλο το παρελθόν, όταν κανείς είναι απλά σε ετοιμότητα «προσδοκώντας», η καθαρότητα είναι το μόνο καταφύγιο.»
Ευλογία είναι να έχουμε έναν χρόνο ανοιχτό στο μυστήριο. Μια θύρα, μια Ωραία Πύλη, μια δεξίωση ευχαριστίας, μέσα στην αχλύ της πολίχνης και στο κυματούμενο πέλαγο των δοκιμασιών έναν εσωτερικό τόπο ειρήνης , έναν χώρο αναπνοής της Θείας Πνοής που ενοφθαλμίστηκε στο πρόσωπό μας. Να μπορούμε να ακολουθούμε το άστρο της Βηθλεέμ με απλότητα σαν τους βοσκούς που ευαγγελίστηκαν από τους αγγέλους. Οι πολυπράγμονες μάγοι κατέφυγαν στον κοσμικό βασιλέα τον σφαγέα των νηπίων. Ως νήπια Λόγου, απεκδυόμενοι όλα τα σχήματα ακόμα κι εκείνο της ελπίδας, μετοικίζοντες στις εσχατιές της ευδοκίας όπου χρόνος και χώρος είναι ο εναγκαλισμός του Πατρός.