Πόε και Σολωμός: Παράλληλοι

0
802

Α) Το εντυπωσιακό σχήμα των παραλλήλων ποιητικών έργων , δανεισμένο από τους Παράλληλους Βίους του Πλουτάρχου  και εφαρμοσμένο στη σύγχρονη λογοτεχνία, το εισηγήθηκε, όπως ξέρουμε,  ο Σεφέρης στο λαμπρό του δοκίμιο: “Κ. Π. Καβάφης, Θ. Σ. Έλιοτ· παράλληλοι”. Προτιμώ να τον παραθέσω: “Εκείνο που μ' ενδιαφέρει, στη δύσκολη έκθεση ιδεών που με κάποιο αστόχαστο θάρρος  πήρα την άδεια να κάνω σήμερα, είναι ότι, ξαθώς πιστεύω,  μπορεί κανείς νόμιμα να μιλήσει για τα παράλληλα έργα του Καβάφη και του Έλιοτ· παράλληλα, όπως ο Πλούταρχος έγραφε τους παράλληλους βίους του Δημήτριου του Πολιορκητή και του Μάρκου  Αντωνίου,  λ. χ., δύο ανθρώπων  ολωσδιόλου ξένων· ή, καλύτερα, όπως στη ναυσιπλοΐα μιλούν για τόπους που βρίσκονται στην ίδια παράλληλο κι έχουν το ίδιο κλίμα, χωρίς να είναι στο ίδιο σημείο της γης.”  Εύκολα θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως ο Σεφέρης, συνεξετάζοντας τον Έλιοτ και τον Καβάφη ως παράλληλες περιπτώσεις, δεν αυθαιρετεί λιγότερο απ' τον Πλούταρχο,  αφού  δεν είναι λίγα και δεν είναι διόλου αμελητέα τα στοιχεία εκείνα που διαφοροποιούν τον Έλιοτ και τον Καβάφη ως ποιητικές φυσιογνωμίες: η μέθοδος του Έλιοτ είναι μυθική, του Καβάφη ιστορική, η ποίηση του Καβάφη διαπνέεται από έντονο ηδονισμό, στον  Έλιοτ είναι εμφανείς οι πουριτανικές του καταβολές, το φιλοσοφικό- μεταφυσικό υπόβαθρο που κρηπιδώνει την ελιοτική ποίηση απουσιάζει στον Καβάφη κ.ο. κ..

Αν μου ζητούσαν να βρω δύο παράλληλες περιπτώσεις ανάμεσα στη δική μας ποιητική παράδοση και την ξένη,  θα δυσκολευόμουν να βρω πιο ταιριαστό ζεύγος από τον Πόε -μιλάω για τον ποιητή, όχι τον πεζογράφο Πόε- και τον Σολωμό: και οι δύο είναι συγκαιρινοί, και οι δύο ξεκινάνε από τον ρομαντισμό αλλά τον υπερβαίνουν, και οι δύο είναι κατ' εξοχήν διανοητικοί ποιητές. Ας εξηγηθούμε όμως καλύτερα.

Β) Τα ποιητικά έργα του Σολωμού και του Πόε συναπαρτίζουν ένα εντυπωσιακό παράλληλο και  ως προς τη μορφή και προς το περιεχόμενο.

Ως προς τη μορφή, ο Πόε εκμεταλλεύεται στο έπακρον όλες τις μουσικές δυνατότητες του στίχου, και τις εξωτερικές και τις ενδότερες. Χρησιμοποιεί έκτυπα μέτρα, ρίμες εσωτερικές και ακροτελεύτιες, ημιστίχια, επωδούς, παραλλασσόμενες και μη επαναλήψεις στίχων και φράσεων. Αλλά δε σταματά εκεί. Πάει πιο βαθιά: εξαϋλώνει τον στίχο και -πέρα από τα εξωτερικά του εξαρτύματα, που όμως συμφύρονται σε ακατάλυτην οργανική ενότητα με τον ενδότερο παλμό του- προσπαθεί να του αποσπάσει τη μέγιστη δυνατή μελωδικότητα.

Για το περιεχόμενο, δηλαδή για την επιλογή των θεμάτων του, καλύτερα να ακούσουμε τον ίδιο να μας εξηγείται. Στο περίφημο δοκίμιό του Η Φιλοσοφία της Σύνθεσης ο Πόε αποφαίνεται πως η πιο έντονη, μεταρσιωτική και αγνή χαρά είναι η ενατένιση της ομορφιάς και ανακηρύσσει την ομορφιά ως το γνήσιο βασίλειο της ποίησης.  Αφού καθορίσει την ομορφία ως το πεδίο του, διατείνεται πως ο τόνος της υψηλότερης εκδήλωσης της ομορφιάς είναι ο τόνος της θλίψης: “η ομορφιά κάθε είδους στην υψηλότερην εκδήλωσή της φέρνει δάκρυα στα μάτια. Άρα η μελαγχολία είναι ο πιο γνήσιος ποιητικός τόνος”. Και συνεχίζει: “Ποιό απ' όλα τα μελαγχολικά θέματα είναι το πιο μελαγχολικό; Ο θάνατος είναι η απάντηση. Και πότε το πιο μελαγχολικό θέμα είναι και το πιο ποιητικό; Όταν συμπαρομαρτείται από την ομορφιά. Ο θάνατος μιας ωραίας γυναίκας είναι αναμφισβήτητα το πιο ποιητικό θέμα του κόσμου και αναμφίβολα τα πιο κατάλληλα χείλη να το τραγουδήσουν είναι αυτά του απαρηγόρητου εραστή”.

Ο Πόε, λοιπόν, ψάχνει να βρει το πιο ποιητικό θέμα και να το ντύσει με την πιο ποιητική μορφή, οδηγώντας την ποιητική τέχνη σε μιαν οριακή συνθήκη, που λίγοι αργότερα την  πέτυχαν: ο Μαλλαρμέ, ο  Βαλερύ, ο Χόπκινς και ο δικός μας ο Σολωμός. Ας σημείωσω πως όλοι τους υπήρξαν ολιγογράφοι. Πλήν, όπως θα έλεγε ο Πλούταρχος, “ου τους πολλά κιθαρίσαντας αλλά τους άριστα επαινούμεν”.

Ο Σολωμός είναι μια παράλληλη περίπτωση, γιατί παρακολουθεί τον Πόε και στα  δύο επίπεδα.  Η επιδίωξη της μουσικότητας κατευθύνει και τη σολωμική μούσα. Γράφει χαρακτηριστικά ο Παλαμάς: “[Στα τελευταία αποσπάσματα του Σολωμου] μορφώνεται  νέον είδος ποιήσεως συγγενεύον μάλλον προς  την τέχνην των ήχων ή των στίχων. Όχι διότι τα περισωθέντα ή και τα μηδέποτε περατωθέντα  ταύτα δεν είναι παρά μόνον εύηχοι φθόγγοι χωρίς κανέν σαφές νόημα αλλά διότι  ταύτα είναι ωραία και συγκινούν μάλλον  δια μουσικής τινός ή δια της καθαρότερον ποιητικής δυνάμεως”.  Αλλού πάλι γράφει ο Παλαμάς: “Ο Ψάλτης των Ελεύθερων Πολιορκημένων είναι ποιητής, γενικότερα και σημαντικότερα, ρομαντικός και μουσικός”. Μάλιστα ακριβώς χάρη στην αποσπασματική μορφή της σύνθεσης “η μουσική αυτή ψυχή τραβάει ως πέρα  ανεμπόδιστη και φανερώνεται με όλη της τη δύναμή”. Και στη συνέχεια κάνει ετούτη την οξυδερκέστατην παρατήρησι: “Και το γνώρισμα τούτο, έτσι αποκλειστικά καθώς δείχνεται, ντύνει τώρα με μιαν έξαφνη νεότητα την ποίηση του Σολωμού, ποίηση πενήντα κι εξήντα χρόνων, και την κάνει σύγκαιρη της μεγάλης αλλαγής που έγινε στις μέρες μας, και που ανθεί και που δεν είπε ακόμη τον τελευταίο λόγο, και που θέλει την Τέχνη προφήτισσα του μυστηρίου και του ονείρου και του ιδανισμού, και συνθέτει καθεμιά ξεχωριστή τέχνη σαν από κάποια ιδιαίτερα και πνευματικά και μουσικά χαρίσματα των άλλων αδερφάδων της”.  Ο Παλαμάς υπονοεί, βέβαια, τη συμβολική σχολή και την αισθητική του Μαλλαρμέ, που φυσικά έχει την καταγωγή της στον Πόε. Ο Μαλλαρμέ άλλωστε, λέει αλλού ο Παλαμάς, “δεν είναι από μια του όψη,  παρά κι αυτός ένας Πόου προς τα άκρα τραβηγμένος”.  Ο Σεφέρης, αρκετά αργότερα, είναι πιο σαφής και κατακυρώνει τη σοφή διαίσθηση του μεγάλου πρεσβύτη: “Είναι μια αξιοπρόσεχτη πονηριά της τύχης, η νέα ελληνική ποίηση να αρχίζει από αυτόν, που θα μπορούσε κανείς πολύ φυσιολογικότερα να τον φανταστεί σύγχρονο του Μαλλαρμέ παρά του Βύρωνος”.

Αλλά κι η επιλογή κατ' εξοχήν ποιητικών θεμάτων  χαρακτηρίζει και των δύο το έργο.  Θέμα του Κρητικού  είναι,   σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Σολωμού, l' amore divinizato, ο θεοποιημένος έρωτας. Και εδώ  υπάρχει η νεκρή κόρη κι ο απαρηγόρητος εραστής, που θα τους ξαναβρούμε στην ιταλόγλωσση Dona Velata, τη Γυναίκα με το Μαγνάδι. Στον Πόρφυρα τη θέση της θνήσκουσας κόρης παίρνει ο όμορφος νέος. Θυμίζω πως το θέμα της νεκρής κόρης, έστω κι απ' το δικό της χέρι, προανακρούεται ήδη στη Φαρμακωμένη. Δεν θα ήταν άσκοπο να αναφέρω πως κι οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι καταυγάζονται από δύο επουράνιες μορφές: τη μεγαλόψυχη μητέρα και την φεγγαροντυμένη. Το πόσο απασχολούσε το θέμα της νεκρής κόρης ή του νεκρού νέου  τον Σολωμό από τα νιάτα του φαίνεται από τις πρώτες στιχουργικές του απόπειρες στη νέα ελληνική, που περιλαβάνουν ποιήματα όπως Ο Θάνατος της Ορφανής, ο Θάνατος του Βοσκού και η Ευρυκόμη, που  θα ήθελα  να την υπενθυμίσω, ως μια πρωτόλεια προσέγγιση του σολωμικού ποιητικού χώρου:

«Θάλασσα, πότε θέλ’ ιδώ την όμορφη Eυρυκόμη;
Πολύς καιρός επέρασε και δεν την είδα ακόμη.
Πόσες φορές κοιτάζοντας από το βράχο γέρνω
Kαι τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω!
Φέρ’ τηνε, τέλος, φέρ’ τηνε». Aυτά ο Θύρσης λέει,
Kαι παίρνει από τη θάλασσα και τη φιλεί και κλαίει·
Kαι δεν ηξέρει ο δύστυχος οπού φιλεί το κύμα
Eκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.

Ένα παράδειγμα από τις πολλές νεκρές ερωμένες του Πόε:

ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

Αγαπη μου, ἤσουνα γιὰ μένα

οἱ πόθοι ποὺ εἶχα στὴν ψυχή,

ἕνα νησὶ ἤσουν σμαραγδένιο,

ἕνας βωμὸς καὶ μιὰ πηγή,

ὅλα ζωσμένα στὰ λουλούδια

καὶ στοὺς καρποὺς ποὺ ἔφερα ἐκεῖ.

 

Τ’ ὄνειρο, τ’ ἄστρο τῆς ἐλπίδας

γρήγορα σβῆσαν στὴ νυχτιά –

πολὺ λαμπρὰ γιὰ νὰ κρατήσουν!

Τὸ μέλλον κράζει μου: «Μπροστά!»

Μὰ μὲς στὸ παρελθὸν ὁ νοῦς μου

ἀσάλευτος μένει βαθιά.

 

Ἀλίμονο! Γιὰ μένα πάντα

τὸ φῶς ἐσβήστη ἀπ’ τὴ ζωή.

«Ποτέ, ποτὲ ξανά, ποτέ τους»,

ἡ θάλασσα λέει στὴν ἀκτή –

ὅταν οἱ κεραυνοὶ χτυπήσουν,

τὰ δέντρα δὲν θὰ ξανανθίσουν,

δὲν θὰ πετάξουν οἱ ἀετοί.

 

Μὰ μὲς στὴ νύχτα τὰ ὄνειρά μου

κι οἱ μέρες μου οἱ ἐκστατικὲς

μὲ πᾶνε ἐκεῖ ποὺ πιὰ βαδίζεις,

κι ἐκεῖ ποὺ ἀστράφτουν σου οἱ ματιές:

μὲς στοὺς χοροὺς τοῦ παραδείσου

καὶ στὶς αἰώνιες πηγές.

Ας υπενθυμίσω, πέρα από τον “Κρητικό”,  και την μεταθανάτια δικαίωση της σολωμικής “Μοναχής”:

 

Τα μάτια της αστράψανε

Του τάφου από την κλίνη,

Κύττα! Πετιέται ολόχαρη,

Και μες το λάκκο αφίνει

Τους μόσχους του Μαϊάππριλου

που δεν υπαρχει πλιο.

 

Δεν θα ήταν άσκοπο να επισημάνω πως ένας συφυρμός του σολωμικού Κρητικού και της Φαρμακωμένης συνθέτουν το υπόβαθρο του πιο δημοφιλούς ελυτικού ποιήματος,  της πασίγνωστης εκείνης ενότητας από το Μονόγραμμα.

 

Γ. Διατρέχοντας τον κίνδυνο να εξαπλουστεύσω, θα τολμούσα να πω πως ο Σολωμός και ο Πόε είναι και παρόμοιες ψυχολογικές περιπτώσεις. Το όραμα του αγνού, εξιδανικευμένου έρωτα, που διαπνέει και των δύο το έργο και η συναφής εξαϋλωμένη γλώσσα που το εκφράζει, διαγράφει μια περιοχή πέραν της σεξουαλικότητας, είτε αυτή νοείται ως επιθυμία (π. χ. στον “Σάτυρο” του Παλαμά) είτε ως πραγματωμένη εμπειρία (π. χ. στον Σικελιανό).  Η εμπειρία του εξιδανικευμένου έρωτα παρουσιάζεται σε ανθρώπους που ζουν σε ένα προσεξουαλικό στάδιο (π. χ. σε εφήβους). Ο Πόε έζησε όλη του τη ζωή σε μια θύελλα λευκών ερώτων. Σε μικρότερο βαθμό το ίδιο ισχύει και για τον Σολωμό. Υπάρχει οπωσδήποτε και μια κοινωνική διάσταση, καθώς την εποχή του Σολωμού και του Πόε προβάλλεται το ιδεώδες της αγνής γυναίκας, όπως σήμερα προβάλλεται το ιδεώδες της σεξουαλικά απελευθερωμένης γυναίκας.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ