Πλάι στην τρέχουσα αβυσσαλέα επικαιρότητα πολιτικο-οικονομικο-κοινωνική, υπάρχει και η εκκλησιαστική με την οποία θα ασχοληθούμε σήμερα, με αφορμή τη εορτή των Εισοδίων. Εάν ανοίξουμε το Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου θα διαβάσουμε ότι η είσοδος της Θεοτόκου στο Ναό αποτελεί το προοίμιο του μέγιστου και φρικτού μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου. Δύο ηλικιωμένοι άνθρωποι, η Άννα και ο Ιωακείμ ζήτησαν από το Θεό παιδί, με την προϋπόθεση να το αφιερώσουν σ’ Αυτόν. Όταν λοιπόν έγινε τριών χρόνων, την πήραν οι γονείς της και την πρόσφεραν κατά την σημερινή ημέρα στο ναό, όπως είχαν υποσχεθεί.
Την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία και αυτός την έβαλε στο εσωτερικότερο μέρος του ναού, εκεί όπου μια φορά το χρόνο εισερχόταν αυτός μόνος. Η Παναγία έμεινε εκεί μέσα δώδεκα χρόνια, τρεφόμενη από τον αρχάγγελο Γαβριήλ με ουράνια τροφή, λέει ο Συναξαριστής. Κι όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο καιρός δηλαδή του θείου Ευαγγελισμού, εξήλθε από τα άγια των Αγίων και παραδόθηκε στον μνήστορα Ιωσήφ για να ακολουθήσει η φυγή στην Αίγυπτο, η γέννηση του Σωτήρα και η επάνοδος στο Ισραήλ.
Ο ποιητής Ράινερ Μαρία Ρίλκε έχει γράψει μια σειρά από έξοχα ποιήματα με τίτλο Ο βίος της Μαρίας και ένα από αυτά αφορά τα Εισόδια (σ. 27):
[…] Κι ήσυχη ανέβηκε, γεμάτη αυτοπεποίθηση,
Προς μία πολυτέλεια που σάλευε αυτάρεσκα:
Τόσο βαθιά είχε φυτευτεί ο έπαινος στην καρδιά της
Και είχε πλέον υπερβεί τα έργα των ανθρώπων.
Κι ευφρόσυνα στα εσώτερα σημεία παραδιδόταν:
Οι γονείς νόμιζαν πως την καθοδηγούσαν,
Κι ο Αρχιερέας απειλητικός με το κόσμημα στο στήθος
Φάνηκε να την υποδεχτεί:
Μα εκείνη τα χέρια άφησε
Κι έτσι μικρή διάβηκε μέσ’ απ’ το πλήθος
Για τη μοίρα, που την περίμενε έτοιμη ήδη
Ψηλότερη από τη Στοά κι από τον Ναό ακόμη πιο βαριά.
Ο Ν. Γ. Πεντζίκης σε μια συνομιλία που είχα μαζί του πριν πολλά χρόνια δημοσιευμένη στο περιοδικό Σύναξη (τ. 38 του 1991), μιλώντας για την Παναγία λέει ότι ο «Κύριος ήρθε και ενωθείς με τη μητέρα Του (γιατί ως έμβρυο ήρθε και ως έμβρυο έφυγε στην Ανάληψη) δια της Παναγίας επιτρέπει και σε μας να ενωθούμε μαζί Του». Και παρακάτω λέει πράγματα που οι περισσότεροι χριστιανοί είτε έχουμε λησμονήσει, είτε αγνοούμε, είτε δεν καταλαβαίνουμε. Λέει ότι «ο ρόλος της (Παναγίας) είναι όλη η γη. Η Παρθενία είναι νέκρωση και ο νεκρός είναι ολάκερη η γη. Από εκεί ξεκινάμε. Δια της Παναγίας καταλαβαίνουμε ότι η ζωή είναι αιώνια, γιατί η Παναγία είναι νεκρή. Δηλαδή είναι η ηγέτης μορφή, αφού αξιώνεται να γεννήσει το Χριστό, δηλαδή (τί να γεννήσει;) τη νέα ζωή», μας λέει ο Π.
Και πως συνδέει αυτή την θαυμαστή πραγματικότητα με τους πιο πρόσφατους αιώνες της ιστορίας; Λέει : «Όμως, μετά τον αιώνα του Διαφωτισμού, όλοι οι λαοί επηρεάστηκαν από την ‘ελευθερία του ατόμου’, όπου δεν υπάρχει θεός». Βλέπουμε ότι ο Πεντζίκης δεν διστάζει να ονομάσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε. Και συνεχίζει: «Υπάρχει, βέβαια, όταν θέλει να φανερωθεί». Το λέει αυτό γιατί ο Θεός είναι ο όντως ελεύθερος, δεν δεσμεύεται από θεωρίες και ανθρώπινες επινοήσεις ή πράξεις. Και προσθέτει: «Πάντως η Παναγία και μάλιστα αυτό το γεγονός ότι είναι Βρεφοκρατούσα, πρέπει να είναι ‘ο άρτος ημών ο επιούσιος’. Γιατί όλος ο κόσμος χωρά μέσα στην Εκκλησία, αλλά κανένας δεν χωρά αν δεν υπάρχει η Παναγία».
Λέει και άλλα πολλά στη συζήτηση αυτή που δεν είναι του παρόντος. Του παρόντος όμως είναι ένα άλλο απόσπασμα του ίδιου ανθρώπου δημοσιευμένο στο βιβλίο του Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής (επανεκδόθηκε το 2008 από την ‘Άγρα’) και όπου διαβάζουμε:
«Δεν πρόκειται ποτέ να αμφισβητήσω ότι ο αρχάγγελος Γαβριήλ Ταξίαρχος των Επουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, κατερχόμενος επί γης δια να ευαγγελίσει τη Θεοτόκο, έτεινε με το χέρι του προς το παρθενικό της Άγιο πρόσωπο ένα κρίνο με ζακχαρώδη λευκότητα. Η σκέψη μου απλώς μόνο τείνει στην εκδοχή ότι κρίνο κάλλιστα μπορεί να ’ταν το ίδιο το χέρι της Ασώματης δύναμης» (σ. 17).
Και ας μη σπεύσουν κάποιοι από μας να πουν ότι ο κρίνος έχει σωματικότητα, ενώ ο άγγελος είναι ασώματος. Γιατί και οι άγγελοι κατά την παράδοση αποτελούνται από πολύ λεπτή ύλη-θα έλεγα διάφανη- οπότε μπορεί θαυμάσια και το κρίνο να είναι το ίδιο, αλλά μπορεί ακόμη, με μια ποιητική μεταφορά, να γίνει αυτό τούτο το χέρι του Αρχάγγελου.
Η Κοίμηση
Κάθε φορά που πλησιάζουμε στη γιορτή της Παναγίας, είτε αυτό τον Δεκαπενταύγουστο, είτε τις άλλες, χρειάζεται να καθαρίζουμε την Εικόνα Της, να προσπαθούμε να δούμε την Μαρία στην αρχική της διάσταση και μετά στην διάσταση της Παναγίας. Να μπορούμε να υπογραμμίζουμε ότι η Μαρία ήταν μια γυναίκα, ένας άνθρωπος όπως όλους εμάς και ύστερα ο άνθρωπος αυτός γίνεται Δοχείο υποδοχής του Λόγου. Αυτό όλο, δηλαδή η λεγόμενη Ενανθρώπηση ή Σάρκωση, είναι ένα απέραντο μυστήριο, το οποίο λογικά δεν εξηγείται, εξηγείται αποκαλυπτικά και ουσιαστικά μέσα από τους λόγους του Χριστού και του Ευαγγελίου αλλά βεβαίως και τις εκκλησιαστικές διατυπώσεις του Παύλου, όποτε στις Επιστολές του μιλά για το μυστήριο το «κεκρυμμένο από καταβολής κόσμου». Αλλά το θέμα μας είναι η Παναγία.
Δεν πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις για να γίνει μια γυναίκα μητέρα Θεού; Για να κληθεί να συλλάβει τον Λόγο-που υπήρχε προαιώνια, θα έπρεπε και αυτή να έχει διανύσει μια πορεία τουλάχιστον καθαρμού τέτοια που, να προσκαλεί κατά κάποιο τρόπο με τη σειρά της τον Πατέρα να πραγματοποιήσει μια Γέννηση, δια του ανθρώπου, μια επίγεια Γέννηση. Και αυτό έγινε όσο βρισκόταν στα Άγια των Αγίων, εκεί που δεν έμπαινε καλά -καλά ούτε ο Αρχιερέας. Ο Νικόλαος Καβάσιλας μυστικός θεολόγος και άγιος του 14ου αιώνα τα έχει υπογραμμίσει όλα αυτά με εξαιρετικό τρόπο και δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε τα λεγόμενά του, ειδικά σήμερα που υπάρχουν οι εκδόσεις και οι τρόποι να διαβαστούν. Το μόνο που έχουμε να πούμε εδώ είναι η σημασία της συνέργειας που υπογραμμίζει ότι δηλαδή έχει μεγάλη σημασία η συμμετοχή του ανθρώπου-Μαρίας στο γεγονός της Ενανθρώπησης. Χωρίς το Ναι της Παναγίας δεν θα είχαμε Ενανθρώπηση. Και το Ναι αυτό θα το δούμε λίγο περισσότερο. Μα πριν ασχοληθούμε ιδιαίτερα με αυτό το Ναι, ας πούμε εδώ ότι χάρη στην Παναγία ο κόσμος ολόκληρος μπορεί να ξεχωρίσει την διάσταση της μητρότητας ως ένα γεγονός που μας συνδέει με τον ίδιο τον Θεό και με τη σάρκωση του Υιού Του. Η ορθόδοξη Εκκλησία και Θεολογία τονίζει ιδιαίτερα το ζήτημα της ανθρώπινης συμμετοχής στην Ενανθρώπηση, χαίρεται να το τονίζει σε αντίθεση με τον Καθολικισμό- που τονίζει το αειπάρθενον της Παναγίας καταλήγοντας στο δόγμα της Άσπιλης Σύλληψης, ενώ ο Προτεσταντισμός αυτά τα θεωρεί ειδωλολατρία. Τονίζοντας την ανθρώπινη μετοχή στο μυστήριο τονίζουμε τη σημασία του ανθρώπου με σάρκα και οστά, υπογραμμίζουμε τη θεϊκή διάσταση υλοποιημένη και σωματοποιημένη στο Χριστό, υπογραμμίζουμε και πιστεύουμε σε υπαρκτά ανθρώπινα όντα που μετείχαν ενός κοσμοϊστορικού γεγονότος: εννοώ την Παναγία και το Χριστό.
Όμως, πρέπει να το πούμε και αυτό, όλα τα παραπάνω δεν αποδεικνύονται με λογικές ή λεκτικές εξηγήσεις αλλά μονάχα μέσα από ταπείνωση και αγάπη. Και τα δύο αυτά μας τα διδάσκουν η Παναγία και ο Χριστός. Και τα δύο βρίσκονται πίσω από τα θαύματα που επιτελεί στην επίγεια ζωή Του, αλλά έχει προηγηθεί η Παναγία με τη στάση της, ολόκληρη την περίοδο της σιωπής που κρατά μέχρι τον Ευαγγελισμό αλλά και βεβαίως καθ’ όλη την περίοδο της σύλληψης και από εκεί και πέρα της βιοτής της κοντά στον Γεννηθέντα. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να μνημονεύσουμε εδώ και όλους εκείνους που προετοίμασαν τη δική της ύπαρξη και γέννηση, όλους εκείνους που συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός τέτοιου ανθρώπινου πλάσματος, δηλαδή όλους εκείνους που κοπίασαν και μόχθησαν για να είναι όσο γίνεται κοντά στην αγιότητα. Γιατί αυτό το καθαρό αλλά συνάμα απολύτως ανθρώπινο πλάσμα, προήλθε μέσα από μια τέτοια διεργασία και διαδικασία.
Το Ναι της Μαρίας.
Ας δούμε τώρα αυτό το Ναι της Μαρίας που ανέφερα προηγουμένως χάρη στο οποίο, ουσιαστικά γίνεται η Μαρία Παναγία. Το Ναι στο κάλεσμα του Αγγέλου, το Ναι μιας φοβερής κατάφασης στο θείο θέλημα: ονομάζοντας στον Ευαγγελισμό τον εαυτό της ‘δούλη Κυρίου’ κατορθώνει το ακατόρθωτο: να γίνει μητέρα Θεού. Με την υπακοή της και την εκούσια επιλογή της ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα. Όμως, αν θέλουμε να αναφέρουμε μια από τις πιο ουσιαστικές πλευρές της Παναγίας και της γιορτής της, πρέπει να μιλήσουμε για την Ελευθερία ή ακόμη καλύτερα για το πώς στην περίπτωσή της, αυτή η υπακοή και η ταπείνωση και η παράδοση στο θείο θέλημα δεν προέρχεται από δουλικό φρόνημά ή μειονεξία, αλλά, αντίθετα, εκφράζει μια κορύφωση ελευθερίας, μια πράξη ελεύθερης ενέργειας στη συνάντηση με την Αλήθεια αλλά και την υποδοχή της. Ένας μεγάλος θεολόγος γράφει ότι στο Πρόσωπο της Παναγίας «οι έννοιες της ‘εξαρτήσεως’ και της ‘ελευθερίας’ παύουν να είναι αντίθετες και να αποκλείουν η μία την άλλη». Όταν αυτό στο οποίο ανταποκρίνεται είναι ο δημιουργός της Ζωής, είναι η ολόκληρη Ομορφιά και η καθολική Ύπαρξη κι όταν Εσύ ανταποκρίνεσαι σε αυτή την απόλυτη Κλήση, -αφού προηγήθηκε κάλεσμα προς την Μαρία- αυτό που θα μπορούσε να αποτελεί εξάρτηση μετατρέπεται σε ελευθερία. Γιατί ενεργώντας Εσύ έτσι, κατακλύζεσαι από τον Άλλο. Χάνεσαι μέσα Του και με τον τρόπο αυτό βρίσκεις αυτό που είσαι Εσύ και ποιά σχέση έχεις με Εκείνον. Φτάνεις σε ένα είδος εκπλήρωσης της ζωής, της χαράς, της γνώσης, της κοινωνίας. Φτάνεις σε κορύφωση της ύπαρξής σου αλλά και του νοήματός της. Και από εκεί και πέρα περιμένεις έτοιμος για όλα.
Ένας λόγος για τον οποίο το παράδειγμα της Παναγίας έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα ως ‘αλληλοπεριχώρηση’ θα έλεγα εξάρτησης και ελευθερίας, είναι ότι από τότε που αποχριστιανίστηκε ο κόσμος, οι κοινωνίες προχωρούν ανθρωποκεντρικά, υπάρχει μια πανκυριαρχία του ανθρώπινου στοιχείου, αλλοιωμένου ωστόσο και απομακρυσμένου από τις αρχικές του θεόπλαστες καταβολές. Έτσι οι άνθρωποι λεγόμενοι και πολίτες είναι αγκιστρωμένοι πάνω στην υποτιθέμενη ελευθερία και τα ατομικά δικαιώματα. Η ελευθερία αύτη ωστόσο συνδυάζεται με την ατομοκρατία και μέσα στη διάσταση της ατομοκρατίας δεν χωρεί εκείνο το καρδιακό άνοιγμα και το ψυχικό ρίγος, δεν χωρεί καμιά θυσιαστική διάθεση, αυτά δηλαδή που κατοικούν ένα Πρόσωπο όπως αυτό της Παναγίας ή όποιο άλλο ενεργεί σε μια τέτοια βάση και πάνω σε αυτό το πρότυπο.
Ο άλλος λόγος για τον οποίο το πρότυπο της Παναγίας δεν ενεργοποιείται όσο θα έπρεπε και μέσα στο χριστιανικό κόσμο και πολύ περισσότερο εκτός, είναι η χειραφέτηση των γυναικών, η οποία επέφερε τεράστια αλλαγή στη συμπεριφορά των ανθρώπων και στην οργάνωση των κοινωνιών. Και τούτο γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις διπλασίασε τον αντρικό ατομοκεντρισμό και πολλαπλασίασε τη σύγκρουση των φύλων, ενώ κανονικά θα μπορούσε να έχει συμβάλει σε ένα είδος υπέρβασης της σύγκρουσης, τουλάχιστον από τη μεριά της γυναίκας, αφού υποτίθεται ότι τονίστηκε η διαφορετικότητά της. Ωστόσο, το πρότυπο της ταπείνωσης που γίνεται ελευθερία και πληρότητα, η Παναγία, υπάρχει πάντα στη θέση της και καλεί όποιον αγγιχτεί από το βαθύτερο ρίγος της Ζωής, να το ακολουθήσει. Θα φαινόταν ίσως παράξενο, αλλά αυτές οι απλές γυναίκες που κυρίως σε άλλες εποχές, αλλά σε κάποιο βαθμό ακόμη και σήμερα, στρέφονται προς την Παναγία ζητώντας λύτρωση, γιατριά ή οτιδήποτε, κάποια σχέση είχαν με αυτό το ρίγος της ψυχής, κάτι σκιρτούσε μέσα τους από το είδος της ευλάβειας και της προσήλωσης που σήμερα μάλλον έχει χαθεί ή έχει αντικατασταθεί από διανοητικά σχήματα.
Αυτό το Ναι της Παναγίας, αυτή την κατάφαση την ζωγραφίζει Ο Κλωντέλ με πολύ ωραίο τρόπο σε ένα από τα πιο πετυχημένα έργα του που φέρει τίτλο Ο δρόμος του Σταυρού. Η μετ. είναι του Τάκη Παπατσώνη. Διαβάζω μερικούς στίχους:
«Να την στο τρίστρατο, που κάθεται και περιμένει
το Θησαυρό της κάθε Πενίας.
Δεν τρέχουν δάκρυα από τα μάτια της, είναι
Το στόμα της ξερό, μιλιά δε βγάζει και ατενίζει
τον Ιησού πούρχεται κατά δω». (σ. 21)
Ατενίζει η Εκκλησία το Σωτήρα της,
η Μάννα ατενίζει το Γυιό της: ορμάει η ψυχή της σ’ αυτόν
σαν την κραυγή που, επιθανάτια βγάζει ο στρατιώτης.
Στέκεται ορθή μπρος στο Θεό και του δίνει
Την ψυχή της, να τη διαβάσει,
Δεν απαρνιέται τίποτε, τα δέχεται όλα καθώς ήρθαν, χωρίς να διστάσει.
Το κάθε μόριο της λαβωμένης της καρδιάς
Αντέχει στην κατάφαση και μένει ζων,
Κι όπως ο Θεός στήθηκε εκεί αυτοπρόσωπος,
Το ίδιο κ’ εκείνη δίνει το παρόν.
Δέχεται, κι ατενίζει του το Γυιό, καρπό
Των σπλάχνων της των τίμιων∙
Μιλιά δε βγάζει το στόμα της, ενώ ατενίζει τον Άγιο των Αγίων». (σ. 22)
***
Όλα αυτά χρειάζεται να ειπωθούν γιατί πολλοί που εκκλησιάζονται ή που θα εκκλησιαστούν αύριο ή σε άλλες γιορτές της Παναγίας, δεν γνωρίζουν το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε γιορτής. Εξάλλου, στην εποχή μας, για τους πολλούς μια γιορτή είναι μια ευκαιρία καλοπέρασης, αργίας, ύπνου, φαγητού και γλεντιού. Ωστόσο, πάντα κάτι μένει στο βάθος της ψυχής, για όσους τουλάχιστον έχουν βαφτιστεί χριστιανοί, κάτι μένει από την αχτίνα του θείου φωτός που κάποτε-ειδικά στην Ενανθρώπηση- φώτισε τα σκοτάδια της επίγειας ζωής. Αυτή η ίδια η γιορτή γίνεται αφορμή να ξυπνήσει κάτι από τη διάσταση της ιερότητας και της σημασίας της λατρείας ή θα έφτανε να πω ακόμη- ειδικά στη περίπτωση της Παναγίας- κάτι από την αληθινή ομορφιά του κόσμου και της ζωής, μια άλλου είδους ομορφιά και άλλου είδους ζωή από αύτη τη συνηθισμένη και βουτηγμένη μέσα στις μέριμνες ,στα ατοπήματα και στις ποικίλες φροντίδες.
Και στο σημείο αυτό όπου θίγεται και το ζήτημα της Ομορφιάς-αυτής που έρχεται από αλλού και αλλού πηγαίνει-αξίζει ίσως να αναφερθούμε στην εικαστική ή αγιογραφική παρουσίαση της Παναγίας, η οποία ειδικά μέσα στην ορθόδοξη περιοχή, μας έχει δώσει εξαίρετα δείγματα καλλιτεχνικής αποτύπωσης του Προσώπου της. Η εικόνα της βρεφοκρατούσας Παναγίας έχει σφραγίσει την Οικουμένη εν είδει αρχέτυπης Εικόνας που διασχίζει τους αιώνες και ταυτόχρονα θυμίζει και ενεργοποιεί μέσα μας τις δυνάμεις εκείνες που μάχονται την φθορά, τον ηδονισμό, την ασυδοσία, την επιθετικότητα, την αλαζονεία, την αρρώστια, τα πάθη.
Ας μη ξεχνούμε ότι η περιρρέουσα κατάσταση της εποχής, εποχής αγρίου επιστημονισμού και τεχνοκρατίας, όλα αυτά, εννοώ τις γιορτές, τα θαύματα, την ιερότητα, την πνευματική ιστορία που χάνεται μέσα στο χρόνο, τα χλευάζει και τα λοιδωρεί, κι όταν δεν το κάνει, φροντίζει να τα ορθολογικοποιεί, να βρίσκει επιστημονικοφανείς τρόπους ερμηνείας και προσέγγισής τους.
Θα πρέπει κάποτε να ειπωθεί ρητά ότι καμιά γιορτή εκκλησιαστική δεν μπορεί να διαβαστεί-αν το πω έτσι- ή να εξηγηθεί μέσα από χημικά πειράματα ή μαθηματικούς τύπους, ούτε βέβαια μπορούν αυτά να αποδείξουν τίποτα θετικό ή αρνητικό για το Θεό και την Πίστη. Όσα οι επιστήμες αυτές θεωρούν ακατανόητα ή ανύπαρκτα δεν αφορούν μονάχα το εκκλησιαστικό μυστήριο, τη θεολογική γλώσσα ή τη ζωή των αγίων, αφορούν και άλλες περιοχές της ανθρώπινης έκφρασης, δραστηριότητας και εκδήλωσης, όπως την ποίηση, την φιλοσοφία, αν όχι ολόκληρη την περιοχή της φαντασίας. Οι θετικές κυρίως επιστήμες δεν ξέρουν τίποτα για όλα αυτά και όταν μιλούν ή αναφέρονται σε αυτά, τα κλείνουν σ’ ένα ασφυκτικό κλοιό παρανάγνωσης και απόρριψης. Μέσα στη δική τους εμμονή αποδεικτικής λογικής, που ζητά να προσδιοριστεί ο άνθρωπος αποκλειστικά μέσα στα όρια των φυσικών νόμων-μιας λογικής δηλαδή που ζητά πάση θυσία αποδείξεις-δεν χωρεί η ζωή στην αληθινή και αποκαλυπτική αξία και σημασία της. Χωρεί το μερικό, το αποσπασματικό, το ανολοκλήρωτο, ενώ εδώ, όταν πρόκειται για πρόσωπα άγια και ιερά, όπως η Παναγία και ο Χριστός πρόκειται ταυτόχρονα για την καθολικότητα προσώπων και Ζωής αναπόδεικτη και ωστόσο παντοτινά παρούσα.
Εικόνα Κοιμήσεως.
Στην Εικόνα της κοιμήσεως η Θεοτόκος κείται νεκρή στο νεκροκρέβατο. Οι απόστολοι σκύβουν συνηγμένοι ολόγυρά της, ενώ πάνωθέ της στέκει ο ίδιος ο Χριστός, κρατώντας στα χέρια την μητέρα Του, ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί του. Εδώ ο θάνατος αντί για ρήξη γίνεται ένωση, γίνεται χαρά και όχι λύπη. Και ακούμε την Εκκλησία να ψάλλει:
Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος,
Εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος.
Γιατί πώς να υπάρχει φθορά, όταν σε κρατά στα χέρια Του Εκείνος;
Και ακόμη:
Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας,
εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλειπας, Θεοτόκε.
Γιατί, όπως λέμε στον Ακάθιστον Ύμνο, αυτή είναι «αυγή μυστικής ημέρας».
Μέσα από αυτό ακριβώς τον θάνατο-κοίμηση, υψώνεται ο θάνατος ως πράξη ζωής, αφού Αυτή η γυναίκα παραδόθηκε ολότελα στο Χριστό και ως το τέλος Τον αγάπησε ∙ όπως Αυτός νίκησε το θάνατο και τον παρέδωσε στο Φως έτσι και η μητέρα Του τυλίγεται σ’ ένα ήρεμο φως που είναι ταυτόχρονα χαρά, αγάπη και παράκληση. Και γιατί είναι τόση η χαρά ενώ υπάρχει ‘νέκρωση άφθορος’; Γιατί η Παναγία δεν είναι ένα θεϊκό πρόσωπο είναι ένας άνθρωπος σαν τους άλλους. Ο θάνατός της δεν έχει καμιά σχέση με τρόμο, θλίψη, χωρισμός, μοναξιά, σκοτάδι αλλά αποτελεί συνάντηση αγάπης, κάτι σαν αδιάκοπη κίνηση προς το ανέσπερο φως της αιωνιότητας και μια είσοδο μέσαθέ του. Η ύπαρξή της, όπως και η Κοίμησή της είναι ταυτόχρονα φανέρωση των ‘εσχάτων’, είναι γεύση Βασιλείας. Χάρη στην Παναγία και την Κοίμησή της ερχόμαστε πιο κοντά στη σημασία της ανάληψης, στην αίσθηση του ανθρώπου ως ενσάρκωσης φωτός, ειρήνης και χαράς, ως δημιουργήματος που αναλαμβάνεται στον Ουρανό, ως του Προσώπου που μας μαθαίνει την προσευχή, την παράκληση, το έλεος, τη συχώρεση, τη χαρά και αυτά μας τα μαθαίνει με την ύπαρξή της, όχι ως δογματικές συλλήψεις ή προτάσεις που δεν επαληθεύονται ή που δεν μπορούμε να τις οικειοποιηθούμε. Και βέβαια όλα αυτά ξεκίνησαν από τη ρήση «Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σέ», από εδώ αρχίζει η σχέση της με το Άγιο Πνεύμα και χάρη σε αυτή τη σχέση καθίσταται μοναδική και αρχετυπική. Αυτή η ίδια η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος αποκαλύπτει μια προσωπική σχέση και συνιστά την πληρότητα του προσώπου της για την οποία μιλήσαμε και πρωτύτερα. Αυτή η πληρότητα που είναι ταυτόχρονα υπέρβαση της μοναξιάς μας δωρίζεται από την Παναγία, όταν βιώνουμε την Κοίμησή της στην προοπτική της Ανάστασης.
Αποτέλειωμα
Στην Εκκλησία είναι όλα ενωμένα. Δεν το καταλαβαίνουμε ή δεν το ζούμε όσο θα έπρεπε γιατί ζούμε σε καιρούς διάσπασης και διάχυσης, ένα κομμάτιασμα των πάντων, μια μανιακή διεκδίκηση δικαιωμάτων. Ζούμε στον αντίποδα της κ α τ ά φ α σ η ς της Παναγίας, δεν παραδειγματιζόμαστε ούτε από Εκείνη, ούτε από το Γιό, που δέχτηκε να σταυρωθεί σαν κακούργος υποβάλλοντας τον εαυτό του στην έσχατη ταπείνωση. Αλλά έρχονται οι γιορτές, σαν κι αυτή τη σημερινή …να μας θυμίσουν, όχι κάτι που πέρασε, όχι κάτι χαμένο στην ιστορία, αλλά μια πραγματικότητα ζωντανή, μιας Γυναίκας που, είτε ως Πρόσωπο Θεομήτορος, είτε ως Εκκλησία, εικονίζει τη νέα δημιουργία, αυτό που λέγεται νέα Εύα, που εννοείται ανταποκρίνεται στον νέο Αδάμ, έτσι ώστε να εκπληρώνεται το μυστήριο της Αγάπης. Αυτό μας σώζει.
(Eκπομπή στον Ρ/Σ της Εκκλησίας 89,5 για τα Εισόδια, την Κοίμηση, το Ναι της Μαρίας, την Εικόνα της Κοίμησης)
Ρωσική εικόνα των Εισοδίων. 16ος αι.


