Η Παναγία στην Ελληνική λογοτεχνία

4
2733

Ἐντοπίζοντας κατ’ ἀρχήν ὡς κατ’ ἐξοχήν πηγή ἐμπνεύσεως τῶν Ἑλλήνων λογοτεχνῶν τήν ὑμνολογία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἡ διδάκτωρ Φιλολογίας τοῦ Ἐθνικοῦ καί Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Μαντώ Μαλάμου ἀναφέρει ὡς ἔκτυπο παράδειγμα κατ’ ἀρχάς τόν Ν. Γ. Πεντζίκη.

Στή συνέχεια μέσα ἀπό κείμενα ποιητικά καί πεζογραφικά τῶν: Μιχαήλ Μητσάκη, Κωστῆ Παλαμᾶ, Στρατῆ Μυριβήλη, Κ. Π. Καβάφη, Γιάννη Ρίτσου, Γιώργου Ἰωάννου, Κώστα Βάρναλη, Κώστα Μόντη, Ἄγγελου Σικελιανοῦ, Ὀδυσσέα Ἐλύτη, Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη καί σύντομες ἀναφορές σέ άλλους (Γ. Σεφέρη, Ν. Καροῦζο, Ν. Γκάτσο, Τ. Λειβαδίτη, Λ. Παπαδόπουλο) διερευνᾶ τήν ἀδιάλειπτη παρουσία τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ὡς Μητέρας τοῦ ἀνθρώπου σέ κάθε ἔκφανση τῆς ἀτομικῆς καί συλλογικῆς ζωῆς τῶν Ἑλλήνων.

Ἡ ἀνωτέρω συζήτηση μέ τόν Κώστα Παππᾶ διεξήχθη στό πλαίσιο τοῦ Ἀφιερώματος στήν Θεοτόκο τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (89, 5 Fm) τήν 5η Αὐγούστου 2026.

4 Σχόλια

  1. Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς,
    εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
    της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβομένων η χαρά»,
    διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου,
    την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
    μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
    κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

    Κυρία Μαλάμου, το όνομα Ζωή Καρέλλη σας λέει τίποτα;
    Αλέξανδρος Κοσματόπουλος.

    • Κάτι λίγα μοῦ λέει, κ. Κοσματόπουλε, ἡ ἀδελφή τοῦ Πεντζίκη… Ἀλλά δέν μποροῦσα μέσα σέ 50΄ νά καλύψω ὅλη τἠν νεοελληνική λογοτεχνία. Δέν πρόλαβα νά ἀναφέρω οὔτε κἄν τά ὀνόματα ἄλλων πού ὑπολόγιζα νά πῶ, ὅπως τοῦ Ματθαίου Μουντέ παραδείγματος χάριν.

  2. Ολόκληρο το ποίημα της Καρέλλη:
    H ΣΤΕΝΗ ΠΥΛΗ

    Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου
    η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά,
    στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά.

    Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα
    «η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν
    η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες
    φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές,
    στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν
    τις κατανυκτικές τους επικλήσεις,
    αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν
    παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες
    δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια,
    στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν
    τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες,
    υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων,
    όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές.

    Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς,
    εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
    της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβομένων η χαρά»,
    διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου,
    την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
    μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
    κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

  3. Να προσθέσουμε κι ένα ποίημα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη:

    ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΚΑΝΑΚΑΡΙΑ

    [ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ ]

    Μικρὸς Χριστὸς ἀπόλυτα δεμένος
    μὲ τ’ οὐρανοῦ τὸ σύνορο
    μὲ μάτια
    κλεμμένα ἀπὸ τάφον αἰγυπτιακὸ
    κρατώντας λίθο σμαραγδὴ
    μὲ τόλμη καὶ φρεσκάδα σβήνει τὸ μισό
    του χέρι, σβήνει λίγο φωτοστέφανο
    κι ἀπ’ τὸ μαντύα του σκορπάει ψηφίδες.

    Τέτοιος Χριστὸς μικρὸς καὶ κανακάρης
    ἄλλος δὲν ἐγεννήθη — συνενώνει
    τὸ φῶς τῶν ἀματιῶν του, τὴ φαρέτρα
    τοῦ χρόνου π’ ἄθελά της σκουντουφλᾶ
    στὴ ρίζα τῶν πραγμάτων.

    Τί ἔχει λοιπὸν νὰ δείξει ὁ μικρὸς
    αὐτός; Πῶς ἀπ’ τὰ γόνατα γλιστράει
    τῆς μάνας του ποὺ ἡ τρίχα τῶν μαλλιῶν της
    γνωρίζει περισσότερα περὶ τοῦ Κόσμου
    ἀπ’ ὅ,τι ἐμεῖς τριγύρω ἀπ’ τὴ φωτιά;

    Σωπάστε. Ὁ πιὸ δυστυχισμένος
    ἀπὸ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους
    ὁ πιὸ θὰ λέγαμε φρικτὸς
    ὁ πιὸ παροδικός, φθαρτός, ἀνυπεράσπιστος
    μὲς στὰ φτερὰ τοῦ ἀνέμου ὁ πιὸ πνιγμένος
    κι ἡ γλύκα του ἁπλωμένη συγκινητικὰ
    σ’ ὅλο τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ ποὺ σβήνει
    στὴν ἄκρη τῆς ἀγάπης — ἀνισόρροπης,
    ἀπρόβλεπτης, ἐλαττωματικῆς. Αὐτὸς ἐκεῖνος.

    Δῶσε στὸ χάος ἐλπίδα χρησιμότητας,
    καθόρισε τὴ βάση τῆς μελλοντικῆς
    διάκρισης στ’ ὡραῖο καὶ τὸ καλό.

    Αὔγουστος 1989
    (από τη συλλογή του “Μεθιστορία”
    …………………………………………………….
    Και τον Τάκη Παπατσώνη:

    «ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ» (ΕΚΛΟΓΗ Β᾽)

    Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
    για ν’ ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
    στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.
    Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
    συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
    του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
    κι’ ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
    των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
    και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.

    Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
    περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
    φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
    που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.

    Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
    από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
    καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
    και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
    αχνίζουνε, άχυρο πια· κι’ αντίς γι’ αγγέλους, τα τζιτζίκια,
    σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
    με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.

    Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
    ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
    και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
    του ευλογημένου μας πελάγους.

    Άλαλα τα χείλη τους – και τι μπορούν ν’ αρθρώσουν,
    που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
    ενώ σειέται απ’ τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
    και πλημμυράει απ’ τα αίματα των Μαρτύρων
    κι’ απ’ τη μανία των Μονομάχων.

    Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

    Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
    του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
    όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.

    Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
    στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
    τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
    το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
    να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
    ν’ αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
    να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
    που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
    με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
    και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
    ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ’ ουρανού,
    όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Ενώ τα δέντρα
    τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
    περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
    θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
    τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
    αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι’ ασθμαίνουν
    στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
    μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι,
    καπνοί, που διαλύουν
    τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.

    Τότε μονάχα τ’ άλαλα τα χείλη,
    ίσως ερθεί στιγμή
    και λαλήσουν.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ