Είχα να κατεβώ στην Κρήτη κάμποσα χρόνια. Στο διάστημα αυτό την κουβαλούσα μέσα μου όπως ήταν τότε. Οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια χωριά, οι ίδιες φωνές. Σαν να μπορούσε ένας τόπος να περιμένει τον άνθρωπο που έφυγε. Τώρα καταλαβαίνω ότι αυτό δεν το κάνει ο τόπος. Το κάνει μόνο η μνήμη. Από τις πρώτες κιόλας ώρες ένιωσα πως περπατούσα σε έναν γνώριμο και ταυτόχρονα άγνωστο τόπο. Οι δρόμοι είχαν ανοίξει, οι οικισμοί είχαν απλωθεί, ξενοδοχεία και καινούργιες οικοδομές είχαν καταλάβει εκτάσεις που άλλοτε τις θυμόμουν γεμάτες ελιές, αμπέλια ή απλώς άγρια γη. Δεν ένιωσα θυμό. Ούτε διάθεση να κατηγορήσω κανέναν. Ο τουρισμός έφερε δουλειές, κράτησε κόσμο στον τόπο του, έδωσε προοπτικές. Μαζί του όμως άλλαξε και το βλέμμα μας για την Κρήτη.
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν έψαχνα τα χωριά. Έψαχνα τις εικόνες που είχα κρατήσει από αυτά. Και οι εικόνες, όταν περάσουν αρκετά χρόνια, είναι πιο επίμονες από την πραγματικότητα. Ευτυχώς, η γη είχε αντισταθεί περισσότερο από τους ανθρώπους. Τα Λευκά Όρη εξακολουθούσαν να στέκουν εκεί, αδιάφορα για τις δικές μας αλλαγές. Οι ξερολιθιές παρέμεναν στις πλαγιές σαν παλιές υπογραφές. Οι ελιές λύγιζαν στον άνεμο όπως τις θυμόμουν και το θυμάρι μοσχοβολούσε με εκείνη την οικεία μυρωδιά που κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει, έστω για λίγο, ότι ο χρόνος δεν νικά πάντοτε.
Τις μεγαλύτερες αλλαγές τις πρόσεξα στους ανθρώπους. Ίσως να έτυχε. Ίσως πάλι να ήταν η δική μου ματιά. Οι νέοι μιλούσαν πολύ. Οι κουβέντες έτρεχαν γρήγορα, σχεδόν βιαστικά. Εκείνη η οικονομία του λόγου που θυμόμουν από τους παλιούς Κρητικούς μου φάνηκε πως λιγόστεψε. Το ίδιο και η ντοπιολαλιά. Δεν χάθηκε. Τη συναντούσες ακόμη. Αλλά έπρεπε να την αναζητήσεις. Θυμήθηκα τότε τις παλιές συντροφιές. Άνθρωποι που μπορούσαν να καθίσουν μαζί αρκετή ώρα χωρίς να αισθάνονται υποχρεωμένοι να μιλούν. Οι σιωπές δεν βάραιναν. Ήταν κι αυτές στοιχείο της παρέας. Σήμερα είχα την αίσθηση πως κάθε σιωπή έπρεπε να γεμίσει αμέσως με λόγια.
Άλλαξαν και οι κουβέντες. Άκουγες για κρατήσεις δωματίων, για ενοικιαζόμενα, για τιμές οικοπέδων, για επενδύσεις, για κόστος, για εισπράξεις. Έτσι είναι οι καιροί. Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς. Παρ' όλα αυτά, μου έλειψαν εκείνες οι κουβέντες που ξεκινούσαν από τις μεταβολές του καιρού, περνούσαν στις ελιές, ύστερα σε μια ιστορία του χωριού και, χωρίς να το καταλάβει κανείς, κατέληγαν σε κάτι που ήταν θυμοσοφία. Κάτι ανάλογο αισθάνθηκα και με τη μουσική. Η λύρα ή το βιολί εξακολουθούσαν να ακούγονται, αλλά είχαν αποκτήσει άλλες συνήθειες. Σαν να είχαν κάνει έναν συμβιβασμό με το σημερινό ελαφρολαϊκό τραγούδι. Ίσως έτσι να επιβιώνουν οι παραδόσεις. Δεν πεθαίνουν, αλλά μεταμορφώνονται.
Πιο πολύ όμως μου έλειψαν τα χωρατά. Δεν ξέρω αν οι νεότεροι πειράζονται λιγότερο ή αν εγώ έτυχε να μη βρεθώ στις σωστές παρέες. Εκείνο που θυμόμουν ήταν μια καθημερινότητα όπου το πείραγμα αποτελούσε τρόπον επικοινωνίας. Τα λογοπαίγνια έρχονταν αβίαστα, ο ένας έσκωπτε τον άλλον χωρίς κακία και κανείς δεν έψαχνε αφορμή για να προσβληθεί. Αυτή τη φορά μου φάνηκε πως οι άνθρωποι είχαν περισσότερο τον νου τους στις (συν)αλλαγές και λιγότερο στη συνεννόηση.
Κι όμως, η παλιά Κρήτη δεν είχε χαθεί ολότελα. Τη βρήκα εκεί όπου δεν την περίμενα. Σε ένα μικρό ορεινό χωριό καθόταν, γύρω στο σούρουπο, έξω από το σπίτι του ένας γέροντας. Πρέπει να είχε περάσει τα ενενήντα. Φορούσε το σαρίκι του και είχε ακουμπήσει το πηγούνι πάνω στην κατσούνα. Δεν έκανε τίποτα. Ή, καλύτερα, έκανε αυτό που οι γέροντες ξέρουν να κάνουν καλύτερα από όλους: άφηνε τον χρόνο να περνά.
Τον χαιρέτησα.
- Πώς πάει, μπάρμπα;
Σήκωσε αργά τα μάτια.
- Επόθανε οψάργας ένα κοπέλι. Εδά ίδια εγάηρα `που τον αναπαημό του. (Πέθανε χθες το βράδυ ένα παιδί. Μόλις γύρισα από την κηδεία του)
Η λέξη «κοπέλι» μ' έκανε να σκεφτώ κάποιον νέο.
- Πόσων χρόνων ήτανε;
Το βλέμμα του δεν είχε βιασύνη.
- Εξήντα πέντε...
Δεν ήξερα τι να πω.
Για μένα, εξήντα πέντε χρόνια δεν είναι ηλικία που τη λες «κοπέλι». Για εκείνον όμως ήταν. Και ξαφνικά κατάλαβα πως οι λέξεις δεν έχουν σταθερή ηλικία. Γερνούν μαζί μας. Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, τόσο μετακινούνται και τα όρια των λέξεων. Αποχαιρετώντας τον, ένιωσα ότι δεν είχα συναντήσει απλώς έναν υπερήλικα Κρητικό. Είχα συναντήσει έναν ολόκληρο τρόπο να βλέπει κανείς τον κόσμο. Λιγότερα λόγια. Περισσότερο νόημα.
Και τότε θυμήθηκα τον παππού μου. Γεννήθηκε το 1896 στη Μελισσιά, ένα από τα Εννιά Χωριά της Κισάμου. Ήταν άνθρωπος της γης· κλαδευτής το επάγγελμα. Δεν θυμάμαι να τον είδα ποτέ να γελάει δυνατά. Ούτε να μιλά χωρίς λόγο. Ήταν λιτός και σχεδόν δωρικός. Από εκείνους τους ανθρώπους που έμοιαζαν να έχουν μάθει να μετρούν τη ζωή με τον ιδρώτα και όχι με τα λόγια. Μου είχαν διηγηθεί πως κάποτε του έβγαλαν μια βαθιά ακίδα από την παλάμη με κοφτερό σουγιά, χωρίς αναισθησία. Έμεινε ακίνητος. Σαν να μην είχε δικαίωμα ο πόνος να τον νικήσει. Κι όμως, ο ίδιος άνθρωπος αγαπούσε τα λογοπαίγνια. Οι αστεϊσμοί του ήταν κοφτεροί, σχεδόν χειρουργικοί. Δεν γελούσε εύκολα. Έκανε όμως τους άλλους να γελούν.
Ίσως τότε να κατάλαβα γιατί ο γέροντας του χωριού μού θύμισε τόσο πολύ τον παππού μου. Δεν έμοιαζαν στα χαρακτηριστικά του προσώπου. Έμοιαζαν στον τρόπο που κατοικούσαν τον χρόνο. Αναρωτήθηκα αν αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν ακόμη ή αν αποτελούν ήδη μια γενιά που αποσύρεται αθόρυβα από τον κόσμο. Δεν έχω απάντηση. Ίσως κάθε γενιά να πιστεύει ότι η προηγούμενη κουβαλούσε περισσότερη σοφία. Ίσως πάλι να χάνεται πράγματι κάτι που δεν επιστρέφει.
Για αρκετή ώρα έμεινα να τον κοιτάζω. Δεν ήταν μόνο η ηλικία του. Ήταν ο τρόπος που στεκόταν απέναντι στον θάνατο. Τον ανέφερε όπως θα μιλούσε κανείς για μια βροχή που πέρασε ή για έναν άνεμο που κόπασε. Όχι από αδιαφορία. Από εξοικείωση. Στα ενενήντα και πλέον χρόνια του είχε προφανώς αποχαιρετήσει πολλούς. Ίσως γι` αυτό δεν του περίσσευαν οι μεγάλες λέξεις. Αποχαιρετιστήκαμε. Εκείνος έμεινε καθισμένος στην ίδια θέση. Εγώ συνέχισα τον δρόμο μου.
Όταν το πλοίο άφησε πίσω του το λιμάνι, έμεινα πολλή ώρα στο κατάστρωμα χωρίς να μιλάω. Έβλεπα το νησί να μικραίνει και προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς αποχαιρετούσα. Κάποια στιγμή μού πέρασε από το μυαλό ότι όλο το ταξίδι ίσως να είχε ξεκινήσει από μια λανθασμένη προσδοκία. Περίμενα να ξαναβρώ έναν τόπο. Στην πραγματικότητα αναζητούσα έναν χρόνο. Δηλαδή έναν τρόπο να είναι κανείς άνθρωπος.
Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Τοπίο Ερεσσού") είναι έργο του Τάκη Ελευθεριάδη.
