
(Μνήμη Μανώλη Γλέζου, Σεπτέμβριος 1922- Μάρτιος 2020)
Φθινόπωρο του 2007 (2 Οκτωβρίου). Ταξιδεύω σιδηροδρομικώς από Θεσσαλονίκη με κατεύθυνση την Αθήνα. Στη μέση περίπου της διαδρομής διαπιστώνω ότι συνταξιδιώτης στο ίδιο βαγόνι είναι και ο Μανώλης Γλέζος. Τον πλησιάζω, συστήνομαι και ζητώ ευσεβάστως την άδεια να καθίσω δίπλα του.
Η σύντομη συζήτηση που ακολούθησε ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν και η ανταλλαγή δώρων, λίγο πριν επιστρέψω στη θέση μου. Εγώ του χάρισα την διδακτορική μου διατριβή με τίτλο «Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η γραμμή του ορίζοντος» (εκδ. Μυγδονία, 2007). Το αντίδωρο του κυρίου Γλέζου υπό τον τίτλο «Η μαύρη βίβλος της Κατοχής» (Αθήνα 2006, 2η έκδοση) αποτελεί ένα από τα τιμαλφή της βιβλιοθήκης μου και η αφιέρωσή του τίτλο τιμής: «Στον Στέλιο Παπαθανασίου μ' εκτίμηση».
Αυτά εν είδει προοιμίου. «Και μετά το προοίμιον», όπως γράφει ο Παπαδιαμάντης («Εξοχική Λαμπρή»), «εισέρχομαι εις την ουσίαν», η οποία, μολονότι είναι άκρως τραγική, καταυγάζει το εξώφυλλο του βιβλίου δίκην υπερκαινοφανούς αστέρος:
8/9/44. Σήμερα το πρωί
τυφεκιζόμεθα Πέφτουμε
για την Πατρίδα με γέλιο
στα χείλη για την λευτεριά. -
Ο τρισμέγιστος Έλλην πατριώτης, ο οποίος έχει υπογράψει το ως άνω απίστευτο «αγγελτήριο θανάτου» (Νίκος Εγγονόπουλος), ονομάζεται Μανώλης Λίτινας. Με το δωρικού τύπου σημείωμά του, που «κοσμεί» το εξώφυλλο της «Μαύρης Βίβλου» πάνω από ένα οπλοπολυβόλο τύπου Bren κι ένα γερμανικό κράνος, ο Κρητικός έφεδρος ανθυπολοχαγός Μανώλης Λίτινας εγγράφεται αυτοδικαίως και ανεξίτηλα στο ελληνικό Μαρτυρολόγιο, το οποίο δεν έχει αρχή και τέλος.
Αναλόγως είχε εγγραφεί στο ίδιο Μαρτυρολόγιο και ο μικρότερος αδερφός (19 ετών) του Μανώλη Γλέζου, Νίκος. Οδεύων με το κεφάλι ψηλά προς το εκούσιον πάθος στις 10 Μαΐου 1944, έγραψε (πώς άντεξε;) το ακόλουθο σημείωμα στη μάννα που τον γέννησε:
Αγαπητή Μητέρα Σας φιλώ.
Χαιρεσμούς [έτσι ακριβώς]
Σήμερα πάω για εκτέλεση
πέφτοντας για τον Ελ. ΛΑΟ.
Γλέζος Νίκος,
Παραμυθίου 40
Η μακροπόρευτη διαδρομή των αναρίθμητων μαρτύρων της ελληνικής διαχρονίας ανακαλεί στη συλλογική εθνική μνήμη μερικούς ξεχωριστούς στίχους του Καβάφη από το ποίημα «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας πολεμήσαντες»:
«Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ' ευκλεώς·/ τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες./ [...] Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,/ "Τέτοιους βγάζει το έθνος μας" θα λένε/ για σας. Έτσι θαυμάσιος θα 'ναι ο έπαινός σας».
Θεωρώ, επί τη ευκαιρία, ότι η έκφραση «το έθνος μας» του Αλεξανδρινού, ο οποίος γνωρίζει την Ιστορία μας απ' έξω κι ανακατωτά από την αρχαιότητα ώς τον εικοστό αιώνα, με ενδιάμεσο σταθμό τον «ένδοξό μας Βυζαντινισμό», συναντά το «παλαιόθεν και ώς τώρα» του στρατηγού Μακρυγιάννη. Το στενό-χωρο έθνος της νεωτερικότητας, δηλαδή των τελευταίων δύο αιώνων, δεν αφορά τον Ελληνισμό, του οποίου η μακραίωνη συνέχεια είναι ηλίου φαεινότερη.
Η «Μαύρη βίβλος της Κατοχής» είναι ένα βιβλίο εθνικής αυτογνωσίας και, ταυτοχρόνως, κρύπτη εθνικών θησαυρών, καθόσον δίπλα στις γραπτές μαρτυρίες υπάρχουν και εικόνες που κόβουν την ανάσα: άλλοτε ευεργετικά και άλλοτε προκαλώντας φρίκη, πίκρα, οργή και αγανάκτηση.
Η φωτογραφία με τον βρακοφόρο Κρητικό γέροντα (σελ. 25), για παράδειγμα, αποτελεί σπάνιο και πολύτιμο ιστορικό ντοκουμέντο. Ο οπλισμένος Γερμανός στρατιώτης, που στέκεται αμήχανος απέναντι στην ενσαρκωμένη διαχρονική παλληκαριά, έχει πλήρως εξουδετερωθεί από το βλέμμα του λεβεντόκορμου Έλληνα πρεσβύτη: βλέμμα περήφανο, βλέμμα αγέρωχο, βλέμμα ελληνικό.
Αντιθέτως, η μετάβαση από την Κρήτη στην Φλώρινα θα μας φέρει αντιμέτωπους με την ύβριν της ναζιστικής κτηνωδίας. Το τεράστιο δοκάρι της θηριώδους απανθρωπίας, τοποθετημένο σε κοινή θέα με 17 Έλληνες ομήρους κρεμασμένους (25-7-1943), καθιστά ανεπαρκή ακόμα και την πανίσχυρη ποίηση του Γιώργου Σεφέρη για τη «φρίκη [που] δεν κουβεντιάζεται» («Ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας» - «Τελευταίος σταθμός»).
Η «Μαύρη βίβλος της Κατοχής» επιτελεί ένα επιπλέον χρέος: αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια. Την αλήθεια αυτή, που αποκλείει τους πάσης φύσεως συμψηφισμούς, διασφαλίζει κατά τη γνώμη μου όχι μόνο ο Μανώλης Γλέζος αλλά και η ευρέος ιδεολογικού φάσματος δεκαμελής επιτροπή της πρώτης εκδόσεως του βιβλίου. Για το θέμα, λόγου χάριν, που προέκυψε επ' εσχάτων με τις φωτογραφίες των 200 εκτελεσθέντων αγωνιστών στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, παρέχονται οι ακόλουθες πληροφορίες: «Οι εκτελεσμένοι ήταν, στο σύνολό τους σχεδόν, κομμουνιστές από το στρατόπεδο της Ακροναυπλίας, τους οποίους είχαν παραδώσει οι τεταρτοαυγουστιανοί στους κατακτητές» (σελ. 82).
Κατά τα άλλα, ο τυχερός αποδέκτης του ως άνω βιβλίου από τα χέρια του εμβληματικού τολμητία και αγωνιστή της Αριστεράς Μανώλη Γλέζου δεν μπορούσε να φανταστεί πως εφτά χρόνια αργότερα θα του επιφυλασσόταν μία υπέρτατη τιμή: Να μιλήσει στο χωριό Κομμένο της Άρτας για το Ολοκαύτωμα της 16ης Αυγούστου 1943, κατόπιν προτάσεως από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και τον Δήμο Σκουφά (16 Αυγούστου 2014).
Η ομιλία, η οποία έγινε στην πλατεία του χωριού ενώπιον πολιτικών, εκκλησιαστικών και δημοτικών Αρχών, καθώς επίσης και πλήθους κόσμου, περιεστράφη γύρω από ένα μείζον ζήτημα, το οποίο ακροβατεί μεταξύ παπαδιαμαντικής λογοτεχνίας και Ιστορίας: «"Και ύστερον πώς να μη μοσχοβολά το χώμα;" Το νόημα της θυσίας στην ελληνική διαχρονία».
Στην αρχή της ομιλίας τονίσθηκε ιδιαίτερα πως ο Φτωχός Άγιος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και η Μαργαρίτα Περδικάρη του Δημήτρη Χατζή αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα εμπλοκής σε πράξεις ολοκληρωτικής θυσίας και ευέλπιδος απερισκεψίας. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση δεσπόζουσες αρχές είναι η αγαθή προαίρεση, η ανιδιοτέλεια και η παντελής έλλειψη αντιμισθίας· εκτός, ίσως, από τους στεφάνους που προσφέρει η προσωποποιημένη Ελευθερία του Ανδρέα Κάλβου: «Εν’ από γήινα φύλλα,/ Κ’ άλλον απ’ άστρα». Αν στις προαναφερθείσες αρχές και αξίες προσθέσουμε τον ηρωισμό και την φιλοπατρία στην απόλυτη μορφή τους, τότε καταλήγουμε στο ποίημα «Θερμοπύλες» του Καβάφη και, ειδικότερα, στον στίχο «ποτέ από το χρέος μη κινούντες».
Το μέγεθος της ανομολόγητης αγριότητας και βαρβαρότητας των Γερμανών στη σφαγή του Κομμένου είναι δεδομένο. Οι αδίστακτοι εγκληματίες της «αρίας φυλής» άφησαν πίσω τους 317 θύματα, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Ανατίναξαν, επίσης, ή έκαψαν και τα 181 σπίτια του χωριού.
Αναλόγως έδρασαν Γερμανοί καταδρομείς και στο χωριό Λιγκιάδες των Ιωαννίνων (3 Οκτωβρίου 1943). Εκτέλεσαν «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» (Κ.Π. Καβάφης) 91 αμάχους και στη συνέχεια το πυρπόλησαν.
Και επειδή «της λησμονιάς το χόρτο δεν φυτρώνει στα Γιάννενα, στην Άρτα, στο Μοριά» (Μάνος Ελευθερίου), άξιο και δίκαιο είναι να παρατεθεί αυτούσιο ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την ομιλία μου στο μαρτυρικό Κομμένο της Άρτας «προς εποικοδόμησιν των αναγνωστών» (Παπαδιαμάντης):
Ο φρικώδης βασανισμός δύο μωρών, ηλικίας εφτά μηνών, στο Κομμένο και η απίστευτης αγριότητας εξόντωση μιας ετοιμόγεννης γυναίκας από τους άνανδρους ναζιστές αποτελούν επαρκή λόγο, ώστε να τους περιφρονούν ακόμα και οι Ερινύες.
Ένα μικρό απόσπασμα από τη χρονογραφία του Γιάννη Δάλλα Η σφαγή του Κομμένου -ντοκουμέντο ανεκτίμητης αξίας, που γράφτηκε στην εποχή του μαρτυρίου- θα υπενθυμίζει εις αιώνα αιώνος πώς τα ανθρωπόμορφα τέρατα του ναζισμού ελοιδώρησαν, ονείδισαν και χλεύασαν ακόμα και τα ιερά και τα όσια του Ελληνισμού:
«Μπροστά στα μάτια της Παναγιάς της Κοιμήτρας πρωτόγινε. Είχε ροδίσει κι' ο παπα-Λάμπρος, είκοσι χρόνια τώρα στην υπηρεσία Της, γερασμένος απάνω στις Γραφές, ο πατέρας της φτωχολογιάς, πήγε κι' εκείνη τη μέρα ν' αναγνώσει.
Και τον σύρανε από την άγια-Τράπεζα όξω, με βρισιές και σπρωξίματα, και του ατιμάσανε τ' άσπρα μαλλιά και σαν ληστή τον πιλάτεψαν. Και, πράματα φριχτά που στοχάζομαι πώς δε σκίστηκε εκείνη την ώρα το καταπέτασμα να τους πλακώσει, ποδοπατήσανε τις εικόνες και τα καντήλια κατάχαμα, να τα μολέψουνε τα όρνια. Κι' αφού τέλεψε τη λειτουργία μέσα του, παράδωσε. Και τον θάψανε ψηλά στο μετόχι μαζί με τον παπα-Ζώη (που τον βρήκανε κι' αυτόν με βγαλμένα τα μάτια και μ' απανωτές μαχαιριές πισώπλατα), τους θάψανε όρθιους τους δυο στυλοβάτες της χώρας ν' αγνατέψουνε πρώτοι και να βλογήσουνε τη λευτεριά σαν έρτει, αφού και πρώτοι πέσανε».
Η ομιλία αυτή, δημοσιευμένη πλέον στο περιοδικό της Δράμας «Δίοδος 66 100» (τεύχος 7, Νοέμβριος 2014), παρουσιάζει ευγνωμόνως αλλά και με την προσήκουσα ιστορική ακρίβεια τους αγώνες, τις θυσίες αλλά και την αγωνία του Ελληνισμού ανά τους αιώνες για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.
Η κατάληξη της ομιλίας, αξιοποιώντας τη ρήση του Αριστοτέλη «διό φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις Ιστορίας εστίν», επιστρατεύει δύο λογοτεχνικές κατηγορίες, οι οποίες αφορούν το απαράμιλλο ήθος και το ψυχικό μεγαλείο των Ελλήνων στα δύσκολα. Η πρώτη οφείλεται στον Νίκο Γκάτσο και η δεύτερη στον Στράτη Μυριβήλη.
Στο προκείμενο, λοιπόν, με ήχο Πρώτο, ο οποίος σώζει χαρακτήρα δοξολογικό. Γνωστός από το μεγαλοπρεπές, πανηγυρικό και θριαμβικό «παρουσιαστικό» του, προσφέρεται για το επιβαλλόμενο πατριωτικό crescendo.
Προ ολίγου έγινε λόγος για το ποίημα του Καβάφη «Θερμοπύλες», με έμφαση στον στίχο «ποτέ από το χρέος μη κινούντες». Το χρέος αυτό, δυστυχώς, δεν υπήρξε αυτονόητο καθήκον για όλους τους Ευρωπαίους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για του λόγου το ασφαλές, υπενθυμίζω πως σε ορισμένες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά τα γερμανικά στρατεύματα πραγματοποίησαν «αβλαβή διέλευση», τουτέστιν έκαναν περίπατο.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι Ιταλοί και οι Γερμανοί κατακτητές έφτυσαν αίμα! Όχι μόνο στη Βόρειο Ήπειρο και στα οχυρά του Ρούπελ, αλλά και κατά τη διάρκεια της Εθνικής Αντίστασης. Αυτό συνέβη για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, γιατί «είχαμε περηφάνια στην πίκρα, στην ορφάνια» (Νίκος Γκάτσος) και, δεύτερον, επειδή τους Έλληνες για μια φορά ακόμα «τους έπιασε το ελληνικό τους» (Στράτης Μυριβήλης).
Φωτογραφία: Σφαγή στο Κοντομάρι Κρήτης. Φωτογραφία: Βάιξλερ, Φραντς Πέτερ
Μιά περιεκτική αναφορά στις γερμανικές θηριωδίες και η φωτογραφία από το Κοντομαρί χίλιες λέξεις. Λόγω καταγωγής θα ήθελα να ανφέρω πως στην Κρήτη και ιδιαίτερα στο νομό Χανίων ξεκλιρίστηκαν ,εκτός από το Κοντομαρί,από τα χιτλερικά κτήνη ολόκληρες περιοχές. Ενδεικτικά ανφέρω την ισοπέδωση της Καντάνου με τον αφανισμό όλου των κατοίκων, την Πανέθυμο με την εκτέλεση 80 πατριωτών, τα Αλικιανού με 120 εκτελεσμένους τον Ταυρωνίτη, τον Κυρτομάδο κ.α.
Ας είναι αιωνία η μνήμη τους και να φωτίζει την πορεία της ζωής μας.