Ὁ «θρησκευτικός» ὅρκος εἶναι πολιτικός

2
1108

πρόταση γιά τήν κατάργηση το«θρησκευτικο» ρκου, κάθε φορά πού τίθεται πί τάπητος ἡ ἀναθεώρηση κάποιων ρθρων τοΣυντάγματος, πανέρχεται πό διάφορους κύκλους μέ διαφορετικά, κατά περίπτωση, πολιτικά ἤ ἰδεολογικά κίνητρα καί ατιάσεις. Τά πρτα, βεβαίως, δέν εναι πάντοτε εδιάκριτα, μέ ποτέλεσμα νά καθίσταται εκολη παρερμηνεία κόμα καί τν πλέον γαθν προθέσεων· ολόγοιμως πού πικαλονται εναι πασίδηλοι καί φ' σον τίθενται, καθίστανται ατομάτως ντικείμενο συζητήσεως καί κριτικς, μέ βάση τήν λογική καί τά κατά περίπτωση δεδομένα. Καί τά πιχειρήματα πού προτάσσονται σέ ατή τήν καθ’ λα πολιτική συζήτηση, διακρίνονται σέ τρες μάδες: σέ θεολογικά, μέ φετηρία τήν σχετική παγόρευση τοΕαγγελίου· σέ στορικά, πειδή «τόνπέβαλαν ο Βαυαροί»· καί σέ πολιτικά, πειδή εναι νάγκη νά προστατέψουμε τό οδετερόθρησκο κράτος καί νά προχωρήσουμε σέ διαχωρισμό πό τήν κκλησία.

θεολογική διάσταση τοπράγματος χει ναλυθεδιεξοδικά πολλές φορές, ἡ ἀπαγόρευση τοΧριστοεναι πόλυτη: «Πάλιν κούσατε τι ρρθη τος ρχαίοις, οκ πιορκήσεις, ποδόσεις δτΚυρίτος ρκους σου. γδλέγω μν μὴ ὀμσαι λως· μήτε ν τοραν, τι θρόνος στί τοΘεο· μήτε ν τγ, τι ποπόδιόν στι τν ποδν ατο· μήτε ες εροσόλυμα, τι πόλις στί τομεγάλου βασιλέως· μήτε ν τκεφαλσου μόσς, τι οδύνασαι μίαν τρίχα λευκν μέλαιναν ποισαι. στω δὲ ὁ λόγος μν ναναί, οο· τδπερισσν τούτων κ τοπονηροῦ ἐστιν.» (Ματθ. ε´, 33-37). πομένως, σοι πικαλονται τό Εαγγέλιο, χρωστον νά ντιτίθενται σέ κάθε μορφς ρκο, ετε περιλαμβάνει πίκληση στό θεο ετε στήν τιμή καί στήν συνείδηση νός κάστου. Εναι δέ πορίας ξιο, πς γίνεται πό τήν μία μεριά ἡ Ἐκκλησία, κλρος καί πιστοί, νά νέχονται τόν ρκο ες βάρος μάλιστα τν πεποιθήσεών τους (θά πανέλθουμε σέ ατό), καί πό τήν λλη οπολιτικοί, καί μάλιστα μέ περισσό σθένος σοι δηλώνουν θεοι, νά ατοανακηρύσσονται σέ προστάτες τν πιστν καί περασπιστές τν Γραφν.

Προστάτες, μως, τς κκλησίας καί διδάσκαλοι καί θεματοφύλακες τς πίστεως εναι οἱ ἐπίσκοποι· πομένως, πό τήν στιγμή πού ἡ Ἐκκλησία δέν ντιτίθεται στόν ρκο, τό πιχείρημα ατό δέν δύναται νά χει θέση σέ πολιτικά χείλη. Γιά τόν πλούστατο λόγο, τι οπολιτικοί δέν εναι θρησκευτικοί γέτες καί φείλουν νά σκέπτονται μέ πολιτικά κριτήρια, δηλαδή μέ γνώμονα τό κοινό καλό τν πολιτν καί τήν προάσπιση τν συμφερόντων τοκράτους καί τοῦ ἔθνους. Γιατί ν ντως κόπτονται γιά τό Εαγγέλιο, πρέπει νά καταργήσουν ντελς τόν ρκο, νά παγορεύσουν στούς χριστιανούς νά ρκίζονται (πργμα πού σημαίνει τόν ποκλεισμό τους πό δημόσια ξιώματα, πό τήν νώτατη κπαίδευση καί πό τήν στράτευση, γιά τόν πιπρόσθετο λόγο τι ἡ Ἁγία Γραφή ντέλλεται «Οφονεύσεις»), νά θεσπίσουν δηλαδή συνταγματικά παράδεκτες διακρίσεις, μέ ,τι ατό συνεπάγεται γιά τήν συνοχή τοκράτους καί γιά τήν μαλή λειτουργία τοπολιτεύματος. πιπλέον, ς «θεοσεβούμενοι», θά φειλαν μλλον νά ναλάβουν πρωτοβουλίες γιά τήνκ νέου ποινικοποίηση τς μοιχείας καί τν μβλώσεων, γιά τήν κατάργηση τς ΛΟΑΤΚΙ τζέντας καί κάθε σχετικς νομοθεσίας, γιά τήν κδίκαση τν διαφορν τν πιστν πό τούς κληρικούς καί, κατά συνέπεια, νά διαγράψουν κάθε σκέψη γιά χωρισμό Κράτους καί κκλησίας. φολοιπόν, ετυχς, τίποτα πό λα ατά δέν σχύει, ἡ ἐπίκληση τοΕαγγελίου μέ σκοπό τήν κατάργηση το«θρησκευτικο» ρκου (ὁ ὁποος μάλιστα εναι προαιρετικός, μέ μόνη πί τοπαρόντος ξαίρεση τόν ρκο τοΠροέδρου τς Δημοκρατίας) καί τήνποχρεωτική πιβολή το«πολιτικο», ποδεικνύεται βάσιμη, ψευδής καί ντιδημοκρατική.

πό τήν λλη μεριά, ν κατάργηση το«θρησκευτικο» ρκου συνιστστοιχεο οδετερόθρησκου Κράτους καί πόδειξη διαχωρισμοτου πό τήν κκλησία, τότε πς ξηγεται τό γεγονός τι ομουσουλμνοι βουλευτές ρκίζονται στό Κοράνι; χουμε ραγε διπλθεοκρατία, χριστιανική καί σλαμική, καί δέν τό γνωρίζουμε; σφαλς χι. Εμαστε να χριστιανικό κράτος, πειδή τέτοιο τό δημιούργησαν οπρόγονοί μας πού γωνίστηκαν καί πέτυχαν τήν δαφική καί πολιτική του λευθερία· γιά τόν λόγο ατό, μάλιστα,θεσαν προμετωπίδα τοπρώτου Συντάγματος (καί λων μέχρι σήμερα) τήν πίκληση στήν γία Τριάδα, διακηρύσσοντας ταυτόχρονα τόν σεβασμό τν δικαιωμάτων τν μή χριστιανν, τήν λευθερία νά θρησκεύουν κατά πς θέλουν καί τήν ση μεταχείριση ατνναντι τονόμου. Σέ κάθε γνα τοῦ ἔθνους μας, ἡ Ἐκκλησία βαλε πλάτη, δέν φείσθη νθρώπων, τιμαλφν, προσόδων, περιουσίας, λα τά προσέφερε καί τά προσφέρει γιά τό κοινό καλό. Δέν ξιώνει νά διοικήσει νά πιβάλλει τίς θέσεις της κόμα καί ταν κφράζει, πως φείλει, τήν γνώμη της γιά διάφορα πράγματα τοδημόσιου βίου. κόμη, τό σήμερα σχον πλαίσιο τν σχέσεων Πολιτείας καί κκλησίας χι μόνο δέν συνιστᾶ ἕνωση (στε νά χρειάζεται χωρισμός), λλά ν πολλος ποταγή τς κκλησίας στήν Πολιτεία,ν σέ πολλές περιπτώσεις οθρησκευτικές μειονότητες στήν χώρα μας πολαμβάνουν περισσοτέρων λευθεριν καί προνομίων. Ετε τό θέλουμε ετε δέν τό θέλουμε, ετε ναφέρεται στό Σύνταγμα ετε χι, πλειονότητα τν λλήνων πολιτν εναι χριστιανοί ρθόδοξοι καί στά μάτια λων τν λαν τς γς λογιζόμαστε ς χριστιανικό θνος καί ς χριστιανικό κράτος. Ἡ Ἐκκλησία ποτελεστοιχεο τς συλλογικς ταυτότητας τν λλήνων, καί ἡ ἀναφορά τς ταυτότητάς μας στό Σύνταγμά μας, τι δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξη νατολική κκλησία τοΧριστοεναι πικρατοσα θρησκεία τοκράτους (δηλαδή τς πλειονότητας τν πολιτν), δέν ποτελε οτε ντροπή οτε ναχρονισμό οτε ψεγάδι, λλά στοιχεο στορικς λήθειας καί περηφάνειας. κατάργηση πομένως,πιό σωστά ἡ ἀπαγόρευση το«θρησκευτικο» ρκου, δέν συνισττομή στίς σχέσεις κκλησίας καί Κράτους, φοῦ ἡ καθιέρωσή του δέν φείλεται σέ παρέμβαση τς κκλησίας λλά στήν κοινή θρησκευτική συνείδηση σων ρχικά τόν θέσπισαν λλά καί τς πλειονότητας τοῦ ἑλληνικολαο. Γεννται μως τό ρώτημα: κατάργηση το«θρησκευτικο» ρκουφορμόνο στήν πίκληση τς γίας Τριάδος σέ κάθε εδος θρησκευτικς ναφορς; ν περιλαμβάνει κάθε θρησκευτική ναφορά, τότε παραβιάζει τήν ρχή τς λευθερίας τς θρησκευτικς κφρασης· άν πάλι φορμόνο τήν πίκληση στήν γία Τριάδα, τότε συνιστπαράλληλα διάκριση ες βάρος τν χριστιανν.

Τόν ρκο δέν τόν πέβαλαν οΒαυαροί, καί ς κ τούτου δέν ποτελεκατάλοιπο τς βασιλείας. Ὁ ὅρκος εναι πανάρχαια συνήθεια καί ποτελεπροφορικό συμβόλαιο, πιστέγασμα μις συμφωνίας μις μαρτυρίας σέ δίκη, πέρτατη δέσμευση τι ἡ ὑπόσχεση ἤ ἡ διαβεβαίωση ἤ ἡ μαρτυρία πού δίνεται εναι ληθινή, γι’ ατό καί ἡ ἐπίκληση σέ ,τι καθένας χει ερό καί σιο: τόν θεό πού πιστεύει, τήν πόλιν (οἱ ἀρχαοι θηναοι), τήν πατρίδα (οἱ ἀγωνιστές το1821), τήν τιμή καί τήν συνείδησή του, τήν ζωή τήν δική του τν παιδιν του. Εναι, πομένως, ὁ ὅρκος πράξη πολιτική, νεξαρτήτως τς πικλήσεως.

ρκους πέγραψαν οδημογέροντες καί οἱ ὁπλαρχηγοί τς πανάστασης, τέτοιους πού κανείς μας σήμερα δέν θά τολμοσε νά ξεστομίσει: «… συνελθόντες μες οσυνιστντες τήν Γερουσίαν τς Πελοποννήσου, καί ρχιστράτηγος ατς Θ. Κολοκοτρώνης, καί συσκεψάμενοι σπουδαίως … πεφασίσαμεν ατοπροαιρέτως, καιρκιζόμεθα ν νόματι τς γίας Τριάδος, τοῦ ἑνός ψίστου Θεοκαί τς φιλτάτης μν πατρίδος, καί ες τήν συνείδησιν καί ες τήν τιμήν μας· … νά συνεργμεν καταπαύστως διά τό γενικόν συμφέρον, δηγούμενοι πό μόνον τόν πατριωτισμόν καί τήν δικαιοσύνην, νά θυσιάζομεν λα τά μερικά μας συμφέροντα, καί νά μή φρονομεν λλο, νά μήν πνέωμεν παρά τά δίκαια τς πατρίδος καστος ες τό ποον κλήθη πούργημα. … ν τις μν μέχρι τέλους φανῇ ἐπίορκος, ἤ ἀπατεών ἤ ἐναντίος ες τι τν νωτέρω κοινοφελν (sic) καί νόρκων καί μοιβαίων ποσχέσεών μας, ολοιποί θέλει τόν κατατρέχομεν καί ες ατήν του τήν ζωήν. … Τ16 κτωβρίου 1822, ν Τριπολιτσ. … Κορίνθου Κύριλλος, Πρωτοσύγκελλος μβρόσιος, ὁ Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαος, … Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» (ρχεα τς λληνικς Παλιγγενεσίας, τ. 1, σ. 460-462).

Παρ’ λο πού τά μέλη τς Α’ θνοσυνέλευσης (1821-1822)ρκίστηκαν πρίν τήν νάληψη τν καθηκόντων τους, στό Προσωρινόν Πολίτευμα τς λλάδος (ργανικός Νόμος) πού ψήφισαν τήν 1.1.1822, δέν θεσπίστηκε μέ ρκο νάληψη τν καθηκόντων τν βουλευτν, τν μελν τς Κυβερνήσεως, τν παλλήλων καί τν λειτουργν τοκράτους. Τό κενό ατό ναπληρώθηκε σχεδόν μέσως μέ τόπ’ ριθ. 657 διάταγμα: «ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΥ.πειδή λοι οἱ ἀξιωματικοί καί πουργοί χουσι χρέη ερά πρός τήν πατρίδα νά κπληρώσωσιν. πειδή ἡ ὀρκωμοσία εναι σωτήριος φυλακή τς νθρωπίνης σθενείας καί γγύησις τοκοινοσυμφέροντος. Διατάττει: α´. λοι οδημόσιοι ξιωματικοί καί πουργοί μα διοριζόμενοι νά ρκίζωνται. … στ´.ρκος δέ διορίζεται ναλλοίωτος ὁ ἀκόλουθος: “ρκίζομαι νώπιον Θεοκαί νθρώπων πίστιν πρός τήν πατρίδα, ποταγήν ες τόν ργανικόν Νόμον, οον δωκεν ν πιδαύρῳ ἡ ἐθνική Συνέλευσις, καί επείθειαν πρός τάς νομίμους ρχάς τς λλάδος. Παραβάτης δ’ νός τούτων γενόμενος, καί τν νόμων ν διαφύγω τήν αστηρότητα, νά χω τήν θεότητα κδικήτριαν”. … ν Κορίνθ, τκα’ Μαρτίου ,αωκβ´. . Μαυροκορδάτος» (ρχεα τς λληνικς Παλιγγενεσίας, τ. 1, σ. 324).

Ὁ ὅρκος τελικά εσήχθη πό τήν Β’ θνοσυνέλευση (1823) στό ναθεωρημένο Προσωρινόν Πολίτευμα τς λλάδος (Νόμος τς πιδαύρου): «ϟθ´. Νά ρκίζωνται, τά μέν τς διοικήσεως μέλη νώπιον τοκοινο, οδέ πτά πουργοί καί Γενικός Γραμματεύς τοῦ Ἐκτελεστικοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἐκτελεστικο· οκριταί νώπιον τοκοινο, καί πάντες οἱ ὑπουργοί καί στρατιωτικοί καί οναυτικοί νώπιον τν νηκόντων ποκειμένων, καστος κατά τόν κόλουθον τρόπον: “ρκίζομαι ες τό γιον νομα τς τρισυποστάτου Θεότητος καί ες τήν γλυκυτάτην πατρίδα, πρτον μέν, νά λευθερωθτό λληνικόν θνος μέ τά πλα ες τάς χερας νά ποθάνω χριστιανός καί λεύθερος· πειτα δέ, νά ποτάσσωμαι μ’ λην τήν πίστιν ες τόν παρόντα νόμον τς πατρίδος, ,τι λογς αδύο θνικαί Συνελεύσεις το,αωκβ’ καί ,αωκγ’ παρέδωκαν ες τό λληνικόν θνος.”» (ρχεα τς λληνικς Παλιγγενεσίας, τ. 3, σ. 97).

Κατά τήν ποψή μας, οκληρικοί τουλάχιστον καί οδιανοούμενοι πού συμμετεχαν στίς θνοσυνελεύσεις καί στήν Προσωρινή Διοίκηση τς λλάδος, γνώριζαν τήν πιταγή τοΕαγγελίου καί θά μποροσαν νά πηρεάσουν τό σμα τν παραστατν· προέταξαν μως τήν πατρίδα πιό πάνω καί πό τήν θρησκεία, μπρακτη πόδειξη τοῦ ὁποίου ποτελεῖ ὁ ὅρκος. πιπλέον τούτου, διότι ποτελεδέσμευση νώπιον Θεοκαί νθρώπων, τι ατός πού ναλαμβάνει ποιοδήποτε ξίωμα θά τηρήσει τό Σύνταγμα καί τούς νόμους καί θά περασπιστετό καλς νοούμενο συμφέρον τς πατρίδας (σως πρεπε οἱ ἐπίορκοι νά δικάζονται σέ διά βίου στέρηση πό κάθε δημόσιο ξίωμα). Γιά τούς λόγους ατούς ἡ Ἐκκλησία διαχρονικά συγχωρεῖ ὄχι μόνο τόν ρκο, ὁ ὁποος δίνεται γιά τό καλό τς πατρίδας καί τοῦ ἔθνους,λλά καί τόν πόλεμο καί τόν φόνο σέ καιρό πολέμου, χωρίς ατό νά σημαίνει τι τά γκρίνει τάμνηστεύει. Κι ν μερικοί νοχλονται πειδή οἱ Ἕλληνες χριστιανοί τολμομε νά θέσουμε σέ πρώτη μορα τήν πατρίδα, λάχιστα πιό πάνω πό τήν θρησκευτική μας συνείδηση, ς μελετήσουν προηγουμένως τά ντίθετα παραδείγματα, παλαιά καί πρόσφατα.

* Ἀρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζας, εροκήρυκας τς ερς Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξν καί Διαποντίων Νήσων

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα ("Ο Πρόεδρος Κλίντον με ενδυμασία Βυζαντινού Αυτοκράτορα", 1996) είναι έργο του Ιωάννη Μητράκα. 

2 Σχόλια

  1. Πρόκειται για ένα κείμενο με ενδιαφέρουσες πληροφορίες.
    Εγώ θα προσέθετα ότι και ο Ρήγας αναφέρει στο Θούριο “να κάμωμεν τον όρκο επάνω στο Σταυρό”.
    Ωστόσο λείπουν οι θεολογικές αναφορές.
    Οι υποστηρικτές του θρησκευτικού όρκου συνήθως προσκομίζουν ένα κείμενο του αγίου Νεκταρίου, που ισχυρίζεται ότι το θέμα είναι ασαφές περί του δημόσιου όρκου.
    Εντούτοις δεν υπάρχει κανένα άλλο κείμενο παρόμοιο. Οι μεγαλύτεροι Πατέρες της Εκκλησίας ομόφωνα καταδίκασαν τη συνήθεια αυτή, κατά παρόμοιο τρόπο με το Χριστό, μάλιστα με ειδικές ομιλίες τους. Για αυτό ακριβώς και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, ένας από τους γνωστότερους εκφραστές της ορθόδοξης παράδοσης στα νεότερα χρόνια, διαφώνησε με το θεολόγο της Βαυαροκρατίας Θεόκλητο Φαρμακίδη έντονα πάνω στο θέμα αυτό, όταν ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι ο όρκος δεν είναι κακό, όταν επιβάλλεται από την Πολιτεία.

    Κοντολογίς, ο όρκος δεν συνιστά καμία “ομολογία πίστεως”, αντίθετα είναι πονηρή πράξη σύμφωνα με τo Consensus της εκκλησιαστικής διδασκαλίας, που δίνεται χωρίς ο ομνύων να έχει πρόθεση να τον τηρήσει, επικαλούμενος το όνομα του Θεού με ανεπίτρεπτο τρόπο.

    • Ευχαριστούμε και τον π. Χερουβείμ και τον κ. Παναγιωτίδη για το άρθρο και τις πληροφορίες!
      Καλή συνέχεια!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ