Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης καὶ τὸ ἴχνος μιᾶς φλόγας

1
397

Ἕνα ἀπὸ τά στοιχεῖα τῆς διδασκαλίας τῶν Εὐαγγελίων εἶναι ἡ πάλη τοῦ "φωτὸς" μὲ τὸ "σκότος" καὶ ἡ ἰδέα ὅτι αὐτὴ ἡ πάλη δὲν συντελεῖται μόνο μέσα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ μέσα στὴ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Τὴ διδασκαλία αὐτὴ δὲν τὴν εἶχαν μόνο οἱ χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἄλλες κοινότητες, οἱ ὁποῖες ἐμφανίστηκαν λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν χριστιανισμὸ καὶ γιὰ τρεῖς περίπου αἰῶνες πορεύθηκαν παράλληλα μὲ αὐτόν.

Στὸν πυρήνα τῆς διδασκαλίας καὶ αὐτῶν τῶν κοινοτήτων βρισκόταν ἡ ἰδέα τῆς πάλης τοῦ φωτὸς μὲ τὸ σκότος. Ὅμως εἶχαν καὶ κάτι ποὺ τὶς διαφοροποιοῦσε σημαντικά. Πίστευαν ὅτι ἡ ἔξοδος ἀπὸ τὸ σκότος ἦταν ἀποκλειστικὰ ἀποτέλεσμα τῆς ζέσης τῆς καρδιᾶς καὶ δὲν εἶχε καμιὰ σχέση μὲ θεσμικὲς πράξεις. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς κοινότητες ἦταν τῶν Μεσσαλιανῶν ἢ Μασσαλιανῶν, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα προερχόταν ἀπὸ τὴ συριακὴ λέξη mesallyane (προσευχόμενοι) ἢ στὰ ἑλληνικὰ Εὐχίτες. Εἶχαν ἐμφανιστεῖ στὰ μέσα περίπου τοῦ 4ου μ.Χ. αἰῶνος στὸν συρο-μεσοποταμιακὸ χῶρο καὶ γιὰ τὶς ἰδέες τους καταδικάσθηκαν ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Σύνοδο τῆς Σίδης (περίπου τὸ 385 μ.Χ.).

Ὡστόσο, ὑπῆρξε ἕνας συγγραφέας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὴν καταδίκη τους, θεωροῦσε ὅτι ὑπῆρχε κάτι στὴ διδασκαλία τους ποὺ ἔπρεπε νὰ διασωθεῖ. Ἔτσι, ὕστερα ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῆς Σίδης ὁ συγγραφέας αὐτὸς προχώρησε στὴ διασκευὴ τῶν κειμένων τους. Ἀφαίρεσε τὰ ἀκραῖα ἀντιθεσμικά τους στοιχεῖα, προκειμένου νὰ προσφέρει στὴν ἐκκλησιαστικὴ μοναστικὴ παράδοση μία διδασκαλία σχετικὰ μὲ τὴν ψυχικὴ αἰχμαλωσία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ δυνατότητα τῆς διαφυγῆς ἀπὸ αὐτὴ μὲ τὴ ζέση τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία περιγράφεται ὡς μέθεξη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὰ διασκευασμένα κείμενα ἀποδόθηκαν στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, ἕναν χριστιανὸ ἀσκητή, μαθητὴ τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, ποὺ ἔζησε στὴν Αἴγυπτο μεταξὺ τοῦ 301 καὶ τοῦ 390 μ.Χ. Ὡστόσο, ἡ σύγχρονη γραμματολογικὴ ἔρευνα ἔχει φτάσει ἐδω καὶ καιρὸ στὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ κείμενα αὐτὰ δὲν εἶναι γραμμένα ἀπὸ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, ἀλλὰ εἶναι διασκευὴ κειμένων ποὺ ἔχουν χαθεῖ καὶ ἀποτελοῦσαν ἔκφραση τῆς διδασκαλίας τῶν Μεσσαλιανῶν. Μάλιστα, ὁ Hermann Dörries ἔχει προτείνει τὸν Συμεών τῆς Μεσοποταμίας ὡς συγγραφέα τῶν σχετικῶν μεσσαλιανῶν κειμένων. Παρὰ τὴ διαπίστωση αὐτή, τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα ποὺ ἔκανε τὴ διασκευή τους συνεχίζει νὰ παραμένει ἄγνωστο.

Τὴ δεκαετία τοῦ ’50 συνέβη μία ἀνακάλυψη, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ ἀξιοποιηθεῖ, προκειμένου νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα τῆς ταυτότητας τοῦ συγγραφέα ποὺ ἔκανε τὴ διασκευή. Ὁ σημαντικὸς κλασσικὸς φιλόλογος Βέρνερ Γιαῖγκερ (Werner Jaeger, 1888-1961) βρῆκε ἕνα χειρόγραφο καὶ τὸ 1954 ἔκανε μία δημοσίευση μὲ ὁλόκληρο τὸ κείμενο στὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο ἑνὸς συγγράμματος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης ὑπὸ τὸν τίτλο Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν σκοποῦ καὶ τῆς κατὰ ἀλήθειαν ἀσκήσεως. Μέχρι τότε τὸ σύγγραμμα αὐτὸ ὑπῆρχε σὲ μία συντετμημένη μορφή, στὰ λατινικά, ὑπὸ τὸν τίτλο De instituto Christiano. Μὲ τὸν τίτλο αὐτὸ τὸ εἶχε συμπεριλάβει στὴν Patrologia Latina (Λατινικὴ Πατρολογία) ὁ Ζὰκ Πὸλ Μὶν (Jacques Paul Migne). Ὁ Γιαῖγκερ δὲν περιορίστηκε ἁπλῶς σὲ μία παρουσίαση τοῦ κειμένου, ἀλλὰ προχώρησε καὶ στὴ σύγκρισή του μ’ ἕνα ἄλλο κείμενο, καθὼς διαπίστωσε σημαντικὲς ὁμοιότητες μεταξύ τους. Ἦταν ἡ Μεγάλη Ἐπιστολή, ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ διασκεύασε ὁ ἄγνωστος συγγραφέας καὶ ἀποδόθηκαν στὸν Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Ὡστόσο, κατόπιν αὐτῆς τῆς σύγκρισης, ὁ Γιαῖγκερ περιορίστηκε ἁπλῶς στὸ νὰ ἀναρωτηθεῖ ἂν ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης εἶχε ὑπόψη του τὴ Μεγάλη Ἐπιστολή, ὅταν ἔγραφε τὸ ἔργο τοῦ Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν σκοποῦ.

Ἀπὸ τὸ σημεῖο αὐτό ξεκινάει ἡ πρόταση ποὺ διατυπώνεται σύντομα ἐδῶ κι ἔχει διατυπωθεῖ ἀναλυτικὰ στὸ κείμενο Ἡ ταυτότητα δύο μυστικῶν συγγραφέων (https://antifono.gr/i-taftotita-dyo-mystikon-syngrafeon/). Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν πρόταση ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὅταν ἔγραφε τὸ ἔργο του Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν σκοποῦ, δὲν εἶχε ἁπλῶς ὑπόψη του τὴ Μεγάλη Ἐπιστολὴ καὶ τὰ ὑπόλοιπα μακαριανὰ κείμενα, ἀλλὰ ἦταν ὁ συγγραφέας τους, ποὺ τὰ ἔγραψε διασκευάζοντας τα καταδικασμένα μεσσαλιανά κείμενα. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ γεννιοῦνται κάποια ἐρωτήματα:

α) Γιατί νὰ θελήσει ὁ Γρηγόριος Νύσσης νὰ κάνει αὐτὴ τὴ διασκευή; Διασκευάζοντας τὰ μεσσαλιανὰ κείμενα, θέλησε νὰ τὰ ἐντάξει μέσα στὸ ἀποδεκτὸ ρεῦμα τῆς χριστιανικῆς παράδοσης, προκειμένου αὐτὰ νὰ βοηθήσουν τὴν πνευματικὴ ζωὴ. Ἡ ἐπίδραση ποὺ εἶχαν τὰ κείμενα αὐτὰ μέσα στὴν πνευματικὴ ἱστορία δικαίωσε τὸ ἐγχείρημά του.

β) Ἦταν τὸ ἐγχείρημα αὐτὸ ἁπλῶς προϊὸν μιᾶς ἰδιορρυθμίας τοῦ Γρηγορίου Νύσσης; Ὄχι, ἦταν μιὰ ἐνέργεια ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ γενικότερο πνεῦμα καὶ τὴν προσπάθεια ποὺ εἶχε καταβάλει τὴν ἴδια ἐποχὴ τοῦ 4ου μ.Χ. αἰῶνος καὶ ὁ ἀδελφός του, ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας Βασίλειος μὲ τὶς ὁμάδες τῶν Εὐσταθιανῶν, οἱ ὁποῖες εἶχαν τὰ ἴδια ἐνθουσιαστικὰ καὶ ἀντιθεσμικὰ χαρακτηριστικὰ μὲ αὐτὰ τῶν σχεδὸν συγχρόνων τους Μεσσαλιανῶν. Ἡ στάση τῶν δύο Καππαδοκῶν Πατέρων ἀπέναντι σὲ αυτὰ τὰ ἐνθουσιαστικὰ κινήματα δὲν ὑπῆρξε πρωτίστως κατασταλτική, ἀλλὰ μετασχηματιστική. Μὲ τὸ συγγραφικό τους ἔργο προσπάθησαν νὰ πάρουν τὸ βιωματικὸ περιεχόμενο αὐτῶν τῶν ρευμάτων καὶ νὰ τὸ προσαρμόσουν σὲ μιὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀποδεκτὴ γλῶσσα, ὥστε νὰ διασωθεῖ ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς, χωρὶς ταυτόχρονα νὰ ἔρθει σὲ ρήξη μὲ τοὺς ἐκκλησιατικοὺς θεσμούς.

γ) Γιατί δὲν ἔβαλε τὴν ὑπογραφή του; Καθὼς αὐτὰ ἀποτελοῦσαν διασκευές, δὲν θέλησε νὰ φέρουν τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ προτίμησε νὰ ἀποδοθοῦν ἁπλῶς σὲ κάποιο μακάριο πρόσωπο. Τὸ ἐπίθετο αὐτὸ ἔγινε ἀντιληπτὸ ἀργότερα ὡς κύριο ὄνομα Μακάριος καὶ ταυτίστηκε μὲ τὸν Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Ὅμως, τὸ γεγονὸς ὅτι συμπεριέλαβε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ αὐτὲς τὶς διασκευὲς μέσα στὸ ἔργο του Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν σκοποῦ, ἀποτελεῖ ἕνα ἴχνος, δυσανάγνωστο ἀλλὰ ἐπαρκές, ὥστε πίσω ἀπὸ τὸ ἐγχείρημα νὰ δοῦμε τὸ πρόσωπο καὶ νὰ διακρίνουμε τὸ πνεῦμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης.

Ἡ σημασία αὐτῆς τῆς πρότασης δὲν ἔγκειται ἁπλῶς στὴν ταυτοποίηση τοῦ συγγραφέα κάποιων κειμένων, ἀλλὰ στὴν ἀνάδειξη ἑνὸς τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ τὸ διαρκὲς ζήτημα τῆς σχέσης μεταξὺ θεσμοῦ καὶ πνευματικῆς ἐμπειρίας. Ἡ ἀπόδοση τῶν μακαριανῶν κειμένων στὸν Γρηγόριο Νύσσης φωτίζει ἕνα ἐγχείρημα μὲ τὸ ὁποῖο ἕνας θεσμικὸς ἐκπρόσωπος δὲν ἐπιδίωξε νὰ καταπνίξει τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία, ἀλλὰ προσπάθησε νὰ τὴ μετασχηματίσει καὶ νὰ τὴν ἐντάξει δημιουργικὰ στὸ κυρίαρχο ρεῦμα τῆς παράδοσης. Ἔτσι, μέσα σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ πνευματικὴ παράδοση ἀποδυναμώνεται μὲ ποικίλους τρόπους, ἡ μελέτη αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος ἀναδεικνύει ὅτι ἡ πραγματική της δύναμη δὲν βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ σβήνει ἡ φλόγα τῆς καρδιᾶς, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ μπορεῖ καὶ φιλοξενεῖται.

1 σχόλιο

  1. Εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο (Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης καὶ τὸ ἴχνος μιᾶς φλόγας)!! Δεν είμαι ειδικός, αλλά διαβάζω διεισδυτικότητα, κριτικό πνεύμα και διακριτικότητα στο πόνημά σας και σας συγχαίρω!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ