Νίτσε: πρόδρομος του μεταμοντέρνου

1
1027

Ο Νίτσε, αυτός ο σημαντικός προφήτης του (μετα)μοντερνισμού και μεγάλος κήρυκας του αθεϊσμού, γεννήθηκε ως γιος ενός λουθηρανού πάστορα και φοίτησε σε λουθηρανικά σχολεία της Γερμανίας, δημιουργώντας μάλιστα την εντύπωση ότι θα γινόταν και ο ίδιος κληρικός. Τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Ας σκεφθούμε για λίγο τον χριστιανισμό που γνώρισε ο Νίτσε: ο Καντ, αυτός ο μεγάλος δάσκαλος της Δυτικής Ευρώπης, είχε χαρακτηρίσει ως φανατικό και μισαλλόδοξο αυτόν που πιστεύει ότι μπορεί να έχει άμεση κοινωνία με τον Θεό. Το δόγμα στον τότε λουθηρανισμό είχε παραγνωριστεί και έμφαση δινόταν στην καλή συμπεριφορά, στην ευγένεια των τρόπων και στην αποφυγή κακών συνηθειών. Η μυστηριακή ζωή ήταν μια καθαρή σύμβαση. Οι προηγούμενοι μυστικοί της Εκκλησίας, τόσο της Ανατολικής όσο και μερικοί μεγάλοι της Δυτικής Εκκλησίας (π.χ. Ιωάννης του Σταυρού) φάνταζαν ως ονειροπόλοι και αιθεροβάμονες αυθυποβαλλόμενοι πιστοί.

Στον προτεσταντικό κόσμο η ζωή της θεωρίας ήταν υποβιβασμένη. Ο Νίτσε έψαχνε την έκσταση σε όλη του τη ζωή, το ίδιο έκανε και ο Πλάτωνας, το ίδιο και ο Πλωτίνος. Η θεά του έναστρου ουρανού έκανε αυτούς τους φιλοσόφους να οδηγηθούν από τον θαυμασμό στην μελέτη των πιο κρυφών αρμονιών του σύμπαντος και η θεωρητική χαρά έδινε νόημα στη ζωή τους. Στην χριστιανική Βίβλο, προπαντός στην Παλαιά Διαθήκη και κυρίως στην σοφιολογική γραμματεία, δεν λείπουν εκείνες οι ενθουσιώδεις περιγραφές της κρυμμένης σοφίας της φύσης, με την οποία την δημιούργησε και την συντηρεί ο Θεός. Κάποια από αυτά τα στοιχεία είναι αλήθεια ότι ο Νίτσε τα περιέλαβε στον όρο «απολλώνιο στοιχείο», που χρησιμοποίησε στο έργο του «η Γέννηση της Τραγωδίας». Αυτό το απολλώνιο στοιχείο περιλαμβάνει την αρμονία, την πρόοδο, την διαύγεια και την λογική. Δεν θεωρείται ωστόσο αυτούσιο κομμάτι της ζωής, παρά κάτι που συναντά κανείς μόνο εντός της Τέχνης. Και προπαντός, το στοιχείο αυτό ειναι αδύνατον να πλημμυρίσει τον σοφό με έκσταση, με βαθύτατη συγκίνηση, με αίσθηση ότι αποδεσμεύεται από τα στενά όρια της ατομικότητάς του και συναντά μια υπέρτερη πραγματικότητα. Ακόμη και ο όρος «λογική» δεν έχει στα γραπτά του την έννοια της νοερής αίσθησης, αυτής που αγκαλιάζει την αντινομία και αντιφατικότητα μαζί της πολυσύνθετης πραγματικότητας, αλλά είναι πάντα ύποπτη για ορθολογισμό. Ο Νίτσε έβλεπε την λογική όχι ως το σύνολο των τυπικών κανόνων που ονομάζουμε «(αριστοτελική) τυπική λογική», η οποία άλλωστε δεν επιτρέπει και παραβάσεις, αλλά εννόησε με αυτόν τον όρο τον λογικισμό: την κατάπνιξη του συναισθήματος, την απόκρυψη των πιο βαθιών και ουσιωδών βιωμάτων του ανθρώπου, την λογοκρισία κάθε φωνής που ζητούσε ένα ουσιωδέστερο νόημα στη ζωή. Λογική και λογικισμός πάνε συχνά μαζί στο Νίτσε, γι’ αυτό και πολύ σωστά γίνεται ένας από τους σφοδρότερους επικριτές της δυτικής νοησιαρχίας- αυτή ειναι η σωστή λέξη- και του λογικισμού που απομυζεί ό,τι ευγενέστερο έχει ο άνθρωπος. Σημειωτέον, ο Νίτσε είχε δίκιο που καυτηρίαζε και την βία που εμπεριέχει η δυτική «ratio»: ο  Θωμάς ο Ακινάτης, ο σημαντικότερος θεολόγος του ύστερου Μεσαίωνα και ο αμέσως εκτιμώμενος στην Καθολική Εκκλησία ευθύς μετά τον άγιο Αυγουστίνο, είχε οικοδομήσει ένα σύστημα, με το οποίο «απεδείκνυε» διά της «ratio» ότι υπάρχει Θεός. Εφευρέτης της «ratio» δεν ήταν ο Ντεκάρτ, αλλά ο Θωμάς, ο οποίος πίστευε ότι Θεός και κόσμος απαρτίζουν ένα συνεχές, το οποίο μπορεί να μελετήσει και να αναλύσει ο λόγος. Έτσι ο λόγος έγινε η παντοδύναμη αρχή, γι’ αυτό και αρκετά αργότερα αμφισβητήθηκε η ισχύς του.

Ως αντίδραση στον ρασιοναλισμό, ήρθε ο ρομαντισμός, με την μεγάλη του έμφαση στο συναίσθημα. Υποστήριζε ότι ουσία της ζωής ειναι το να ζεις μέσα σε μεγάλα και δυνατά, παθιασμένα συναισθήματα, τα οποία οι οπαδοί του άρχισαν να αναζητούν σε αρρωστημένες, ακραίες καταστάσεις. Ο ρομαντισμός γρήγορα ξεφούσκωσε, αφού ξεφούσκωσε μαζί και το όνειρο μιας ζωής βασισμένης στα μεγάλα πάθη. Πάντως, με όλα αυτά δημιουργήθηκε μια κουλτούρα στην Δύση «κατεργασίας του εαυτού», μεταβολής του εαυτού σε έργο τέχνης. Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο Νίτσε. Ο δρόμος που του απέμεινε να ακολουθήσει –δεν έμεινε και άλλος αφού το λογικό και το παθητικό της ψυχής διερεύνησαν οι προγενέστεροι φιλόσοφοι- ήταν η βούληση. Έγινε ο μεγάλος μυστικός της βούλησης. Τίποτε από όσα γράφει δεν θα πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά, ακριβως γιατί είναι μυστικιστικά. Ειναι ένας προφήτης, που τον σκότωσε το ίδιο το όραμά του. Ας δούμε όμως από την αρχή τις διδασκαλίες του.

Η βούληση ειναι το στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίζεται ο Νίτσε, έχει όμως το μειονέκτημα ότι, αντίθετα από τον λόγο και το πάθος, δεν έχει αντικείμενο. Ο λόγος μελετά την λογική και ανακαλύπτει τις αρχές της, το πάθος μπορεί να είναι υπέρμετρο για ένα πρόσωπο ή ένα ιδανικό, αλλά η βούληση τίθεται πάντα στην υπηρεσία αυτών των δύο. Έχω βούληση να συνεχίσω το λογικό μου έργο, έχω βούληση να μην εγκαταλείψω το πάθος μου. Δεν ειναι μήτε οραματικό στοιχείο, μήτε έχει έναν αφ’ εαυτού στόχο. Πρόκειται για έναν στόχο που έχει η συνείδηση –αν αυτή η λέξη μπορεί να σημαίνει κάτι για τον Νίτσε- ή μήπως αποτελεί ορμέμφυτο, ένστικτο, πρωτόγονο και αρχέγονο στοιχείο μέσα μας; Περιττό να πω ότι στο σημείο αυτό Νίτσε και Φρόυντ έχουν μεταξύ τους πολλά κοινά στοιχεία. Για τον Φρόυντ ωστόσο υπάρχει ένα βασικό ένστικτο, ένα ορμέμφυτο που όλοι καταλαβαίνουμε περι τίνος πρόκειται, και που επίσης εννοούμε την δύναμή του στη ζωή μας: πρόκειται για την «λίμπιντο» (libido), την λεγομένη αρχή της ηδονής. Ποιο ειναι όμως αυτό το βασικό ένστικτο της βούλησης, το πιο αρχέγονο και δυνατό ορμέμφυτο στον Νίτσε;

Ο Νίτσε έγραψε κυρίως με αφορισμούς και θα ήταν δύσκολο να συναγάγουμε, καθώς πολλές φορές γίνεται παιγνιώδης και κάνει εντελώς αλλόκοτους συσχετισμούς, ποιο ειναι αυτό το ορμέμφυτο. Στη «Γέννηση της Τραγωδίας» μιλά για το διονυσιακό στοιχείο, που είναι αυτό της αταξίας, της μεταδοτικής ψυχικής μόλυνσης, του ακραίου αισθήματος και της έκστασης, της κατάλυσης κάθε ορίου. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που έγραψε ο Νίτσε και οι ειδικοί έχουν πια καταδείξει τον σπουδαίο ρόλο που έπαιζε η διονυσιακή λατρεία στην εμπέδωση της πολιτειακής τάξης και στην κατά βάθος συντηρητική λειτουργίας της εντός της πόλης των Αθηνών. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που δείχνουν ότι πια η λατρεία του Διονύσου ήταν πλήρως προσαρμοσμένη και υπηρετούσε την αέναη αναπαραγωγή της κανονικότητας στην πόλη της θεάς Αθηνάς. Στο σημείο αυτό περιττεύει να αναφέρουμε τις θεωρίες του μεγάλου φιλοσόφου Ρενέ Ζιράρ, για τον οποίο δεν κρύβω τον θαυμασμό μου. Αλλά ας αφήσουμε αυτά τα στοιχεία απέξω. Ας δούμε κατευθείαν την θεωρία του Νίτσε: τι είναι αυτό που συνδέει την θέληση με την κατάλυση των ορίων; Ίσα – ίσα που μπορούμε να σκεφθούμε ότι η θέληση, καθώς μένει προσηλωμένη σε έναν στόχο, δεν είναι καθόλου εύκολο να ξαστοχήσει και να καταλύσει το όποιο όριο. Άλλη μια φορά βλέπουμε ότι ο Νίτσε μιλώντας για «θέληση» εννοεί στην πραγματικότητα ό,τι και ο Φρόυντ (τον οποίο κατηγορούν ότι έκλεψε την ιδέα από το Νίτσε): την ανάδυση στο φως των ορμεμφύτων. Αυτά τα ορμέμφυτα όμως δεν προσδιορίστηκαν ποτέ.

Και στο βαθμό που δεν προσδιορίστηκαν, εκεί ακριβώς είναι και η δύναμή τους. Ο Νίτσε μιλά για καταπίεση από τον χριστιανισμό, τον οποίο κατηγορεί για χίλια δυο πραγματα: τυφλή εμπιστοσύνη στην ηθική, ψεύτικες υποσχέσεις περι αιώνιας ζωής, δάμασμα και εξόντωση του ζωικού στοιχείου που κρύβεται μέσα μας, θήρευση των απελπισμένων και των αδυνάμων, αίσθημα εκδίκησης για όποιον υπερέχει, τιμωρία στην κόλαση και επιβράβευση στον παράδεισο, ενώ θεωρούσε απάτη να θυσιάζεις τη ζωή σου για ένα ψεύτικο επέκτεινα. Το κατηγορητήριο προχωρεί λέγοντας ότι ο χριστιανισμός γεμίζει τους ανθρώπους με ενοχές, εφευρίσκει έναν παντοδύναμο κριτή, μετατρέπει την σεξουαλικότητα σε αμάρτημα και διοχέτευει αυτή στην θρησκεία (άλλη μια φορά που προλαμβάνει τον Φρόυντ), τρομοκράτηση της ψυχής και διαρκής ανάγκη της για εξιλέωση και μετάνοια, οίκτος για τη δυστυχία των άλλων, ενώ δεν παρέλειψε να πει ότι στον χριστιανισμό θεωρεί κανείς τον εαυτό του αξιομίσητο, κυριαρχεί η έλλειψη αυτοσεβασμού κλπ κλπ. Το κατηγορητήριο ειναι πολύ μακρύ, αλλά δεν έχει και τόσο νόημα να απαντήσει κανείς σε όλα αυτά, δεδομένου ότι ο Νίτσε έχει υπόψη του και κρίνει τον λουθηρανισμό της Γερμανίας του 19ου αιώνα, ο οποίος πράγματι ευθύνεται για αρκετές παρεκτροπές και αλλοιώσεις του κηρύγματος του αληθινού χριστιανισμού. Αλλα και πάλι το ερώτημα παραμένει: τι σχέση έχουν όλα αυτά με την βούληση; Γιατί, μέσα σε όλα τούτα, δεν κατονομάζονται τα ορμέμφυτα και τα ένστικτα που καταπιέζονται; Στο κάτω κάτω ο Νίτσε δεν πίστευε ότι ο άνθρωπος ήταν ένα ζώο, με ένστικτα όπως ένα θηρίο της ζούγκλας, και αρκεί ο ένας να φάγει τις σάρκες του άλλου.

Ο Νίτσε προσέφυγε στη βούληση, γιατί του χρειαζόταν τώρα που ο ορθολογισμός είχε στερήσει τη Δύση από της χαρά της νοερής θεωρίας, ενώ από την άλλη το συναίσθημα, φτάνοντας στην υπερβολή του, δημιουργούσε πια καρικατούρες ρομαντικών ιστοριών, που θύμιζαν αχνά τη δύναμη των πρώτων ρομαντικών μυθιστορημάτων. Και ο Νίτσε χρειαζόταν τη βούληση μόνο και μόνο γιατί ήθελε να εξαγγείλει αυτό που νόμιζε το ύψιστο έργο και προσφορά του προς την ανθρωπότητα: τον θάνατο του Θεού. «Ο Θεός πέθανε», είπε ο Νίτσε. Ή ο Νίτσε εννόησε ότι ο παντοδύναμος Θεός, αυτός που έπλασε το σύμπαν και τον άνθρωπο, πέθανε στ’ αλήθεια, ή ότι ο πολιτισμικός Θεός της εκκοσμίκευσης και της Δύσης του 19ου αιώνα ήταν ένας αποτυχημένος Θεός (στο σημείο αυτό η Σταύρωση και θάνατος του Χριστού πρέπει να έπαιξαν τον ρόλο τους). Έχω την εντύπωση, όσο και αν φαίνεται παράξενο, ότι στη φαντασία του Νίτσε συνέβαινε ακόμη και το πρώτο. Ο Νίτσε, παραδόξως, δεν πίστευε ότι ο Θεός ήταν κακός. Τώρα που ο Θεός «πέθανε» ο άνθρωπος έχει ολάνοιχτο τον δρόμο να αποκτήσει τα χαρίσματα του Θεού, όπως ο ίδιος λέγει, ενώ παράλληλα οι αξιοζήλευτες αδυναμίες και τα ελαττώματα του Θεού (όπως π.χ. «παρουσιάζονται» στην Παλαιά Διαθήκη) τώρα θα περάσουν στον άνθρωπο –γιατί ειναι καλό και φυσιολογικό να έχει κανείς αρετές, αλλά και ελαττώματα. Ο άνθρωπος θα εμπιστευτεί την δική του δύναμη, όπως κάνει ο Θεός τόσους αιώνες, οι ικανοί θα χαρούν την ανωτερότητά τους και θα αναγνωρίσουν –τι άλλο;- την θεϊκή τους υπόσταση. Μπορεί ο Θεός να πέθανε, αλλά ο κρυφός πόθος των ικανών ειναι να γίνουν Θεοί. Κατώτεροι θεοί, όπως ο Διόνυσος της αρχαίας Ελλάδας, κι αυτός θεός –πρόκειται για μια απλή προσωποποίηση;- θα γίνει η ύψιστη μορφή του ακαταπαύστως δυνατού, θα απελευθερώσουν τον άνθρωπο από τον μηδενισμό και θα του φέρουν την στοχαστική ορμή για εξύψωση.

Ο Νίτσε μπορεί να μην τα πήγαινε καλά με τον Θεο, τα πήγαινε όμως καλά με την θεϊκότητα. Από εδώ και πέρα αρχίζει το τρελό του όνειρο. Αφού πίστεψε και πάλεψε και, υποτίθεται, νίκησε τον παντοδύναμο Θεό, δίνοντας μια μάχη εντός του εσωτερικού του και μόνο, έπρεπε να βρει πώς θα αντέξει κανείς τη ζωή τώρα που ο Θεός «πέθανε». Διαχώρισε καταρχήν τον εαυτό του από τους άλλους και στράφηκε μετά μανίας σε ένα είδος ελιτίστικης αριστοκρατίας, διακηρύσσοντας πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι.  Έγραψε άλλωστε πως στο καλό, ωραιοποιημένο παρελθόν, κυριαρχούσε η ηθική τάξη της «warrior aristocracy» και των λοιπών κυβερνώντων τάξεων των αρχαίων πολιτισμών. Στο σημείο αυτό εμφανίζεται και το ζήτημα της βίας που μπορεί να ασκεί ο δυνατός στον αδύνατο, που μάλλον στον Νίτσε παίρνει την χροιά της αδιαφορίας. Αρχίζει να γράφει ότι ο δυνατός ήταν ο ευτυχισμένος, ο πλούσιος, ο ισχυρός, ο σθεναρός, ο υγιής κλπ. Αντιθέτως, «κακός» ήταν ο δούλος, ο φτωχός, ο αδύναμος, ο ισχνός, ο άρρωστος, ο παθητικός κλπ –αντικείμενο οίκτου μαλλον παρά μίσους. Το ιδανικό του Νίτσε είναι έωλο: αν κρίνουμε από τα αρχαία πολεμικά έπη που μας σώθηκαν, οι μεγάλοι ποιητές ήδη από τα πανάρχαια χρόνια πραγματεύονται ακριβώς το ζήτημα των διακυμάνσεων του βίου. Ο πρώην αφέντης θα βρεθεί σύντομα δούλος, ο υγιής θα αρρωστήσει, ο πλούσιος θα λεηλατηθεί, και ο ισχυρός θα γίνει ο πλέον αδύναμος. Το θέμα συναντάται και στη λυρική ποίηση, και ο Νίτσε πρέπει να το γνώριζε. Φαίνεται πως το ζήτημα αυτό τον απασχόλησε και για τούτο κατέληξε σε μια παράξενη ιδέα, που θα δούμε παρακάτω, την «αιωνία επιστροφή».

Η ιδέα του «θανάτου του Θεού» γέννησε και αυτό που είναι γνωστό στον Νίτσε ως «περσπεκτιβισμό» (perspectivism), την αντίληψη δηλαδή ότι τώρα που «ο Θεός πέθανε», οδηγηθήκαμε στην απώλεια οιασδήποτε καθολικής «προοπτικής» των πραγμάτων, ενώ απωλέσθηκε ταυτόχρονα μια συνεπής «αίσθηση» της αντικειμενικής αλήθειας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι φτάσαμε στον σχετικισμό, όμως ο Νίτσε γράφει –προλαμβάνοντας τον υπαρξισμό- ότι η γνώση ειναι σχετική, ενδεχομενική, σχετική με τις ποικίλες προοπτικές ή διαφέροντα των ανθρώπων. Κανείς δημιουργεί τις αξίες του –κάτι που δανείστηκε ο Σαρτρ. Αυτό οδήγησε σε μια συνεχή επαναξιολόγηση των κανόνων, ακόμη και της επιστήμης κλπ. Ως γνήσιος όμως βολονταριστής, υποστήριξε ότι μπορεί μεν το κοινό στοιχείο των διαφόρων λαών είναι ότι δημιουργούν άξιες, ωστόσο πιο σημαντικό από τις ίδιες τις άξιες είναι η ικανότητα να τις δημιουργεί κανείς- και πάλι η προνομία της βούλησης.

Δεν θα πούμε πολλά ακόμη για τον Νίτσε. Μας λέγει ότι το πιο σημαντικό είναι να πούμε «ναι» στη ζωή, αλλα δεν μας λέγει ποια είναι αυτή η ζωή. Είναι η ηδονή; Ο Νίτσε ήταν οπαδός ενός ιδιότυπου ασκητισμού στη ζωή του. Οι χαρές των μαζών και γενικά ο μαζικός καταναλωτισμός πολιτισμός τον απωθούσε όσο τίποτε άλλο. Ζωή ειναι η δύναμη; Αλλά πώς εφαρμόζεται στη ζωή αυτή; Ποια θα ειναι η αντιστοίχιση των δικών μας αξιών, με τα διάφορα  «ορμέμφυτα», που πίστευε ότι πρέπει να απελευθερωθούν; Και πως, αφήνοντας κανείς ελεύθερο το ζώο μέσα του, θα καταφέρει να γίνει μια στοχαστική ελεύθερη ύπαρξη, ικανή προς εξύψωση, που θα χαίρεται με τα ανώτερα συναισθήματα;

Αξίζει, τελειώνοντας, να πούμε και δυο λόγια για την θεωρία της «αιώνιας επιστροφής». Αυτή η παράξενη μυστικιστική ιδέα λέγει ότι διαρκώς το σύμπαν επαναλαμβάνει τον εαυτό του και επιστρέφει σε μια άπειρη αλληλοδιαδοχή χώρου και χρόνου. Αυτή η ιδέα για την αιώνια επιστροφή, όλως παραδόξως, μπορεί να επιφέρει την αυτοκατάφαση της ζωής, την «amor fati», την αγάπη για την μοίρα . Οι άνθρωποι θα ξαναεπιστρέφουν, αλλά πιο μυαλωμένοι! Κατά μερικούς ο Νίτσε ήταν υπέρ της ιδέας αυτής γιατί ήταν πολέμιος της χριστιανικής αντίληψης της «ιστορίας της σωτηρίας».

*****************

Δεν θα περάσω σε απολογητικά επιχειρήματα κατά του Νίτσε, αφού άλλωστε, πολλές από τις θέσεις του, είναι τόσο έωλες (π.χ. η αιώνια επιστροφή), ώστε δεν πρέπει να τις εκλάβουμε ως σοβαρές φιλοσοφικές θεωρίες. Ο Νίτσε ήταν μαζί και ένας πολιτισμικός κριτικός και έκρινε τον τότε πολιτισμό και χριστιανισμό της Δύσης. Κατά τη γνώμη μου σηματοδοτεί το τραγικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε η σκέψη της Δύσης στα μέσα του 19ου αιώνα και έκτοτε- μια κρίση που δεν έχει ακόμη επιλυθεί. Προσπάθησα απλώς να μιλήσω έμμεσα γι’ αυτήν την πολιτισμική κρίση παρά για το έργο του στοχαστή, που θα ήθελε άλλωστε περισσότερη πραγμάτευση.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Χωρίς τίτλο”, 1982) είναι έργο του, ούγγρου, Laszlo LAKNER.

1 σχόλιο

  1. Contra errores Latinofrancorum

    Γιατί αν δεν ήταν ο Διόνυσος,
    προς τιμήν του οποίου κάνουν την βακχική πομπή
    και ψάλλουν το άσμα στα αιδοία,
    θα έκαμναν κάτι αναιδέστατο.
    Γιατί είναι το ίδιο πρόσωπο ο Άιδης και ο Διόνυσος,
    προς τιμήν του οποίου καταλαμβάνονται από μανία
    και γορτάζουν τα Λήναια.
    (Κλήμης, Προτρεπτικός 34. D-K 15, Ηράκλειτος).

    Πρώτα να σ’ ευχαριστήσω, κ. Ιωάννου, για την εμπεριστατωμένη παρουσίαση του Γερμανού φιλοσόφου, του Νίτσε. Ναι, έχει επηρεάσει, άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά, την εξέλιξη της Δυτικής Σκέψης.
    Θα μού επιτρέψεις, όμως, να συμπληρώσω την εικόνα του με ορισμένα στοιχεία που ΝΟΜΙΖΩ ότι λείπουν από την παρουσίασή σου και τα οποία, κατά την ταπεινή γνώμη μου, καθόρισαν τα συμπεράσματα των στοχασμών του.
    Θα αρχίσω όχι με μία γνώμη αλλά με ένα διαπιστωμένο γεγονός. Ο Νίτσε ήταν ανέραστος. Φοβισμένος από το άγνωστο, διαφορετικό, άλλο του, την γυναίκα, έκλεισε το Εγώ του στον εαυτό του και βασανιζόταν από αβάσταχτους πονοκεφάλους που οφείλονταν σε «υπέρμετρο αυνανισμό», όπως απεκάλυψε ο γιατρός του Άιζερ βασιζόμενος σε πληροφορίες που τού έδωσε ο φίλος τού Νίτσε, Βάγκνερ. (Ronald Hayman : Friedrich Nietzsche, η τραγική ζωή μιας μεγαλοφυίας. Εκδ. Νεφέλη, σελ. 339). Όπως ξέρουμε, όμως, ο Έρως για τους αρχαίους Αθηναίους, ήταν πάντοτε ΠΡΟΣ, προς το άλλο, το ανώτερο, το καλύτερο. Είναι τέκνο του Πόρου και της Πενίας. Της Πενίας που επιθυμούσε τα οφέλη του Πόρου, και γι αυτό ανοικτή ΠΡΟΣ το άλλο. Ευλόγως επομένως οδηγήθηκε στον αρνητισμό του μηδενός βλέποντας στην φωτογραφία του υπερανθρώπου τον εαυτό του.
    Έχοντας διευκρινίσει την ασθένεια του Νίτσε ας προχωρήσουμε στα επομένως αναγκαστικά λανθασμένα συμπεράσματά του.
    Γνωστό ότι όλες οι Τραγωδίες πραγματεύονται κάποιον προϊστορικό Μύθο. Θα προσπαθήσω να αποδείξω, λοιπόν, ότι ο Νίτσε δεν μπόρεσε να κατανοήσει αυτούς τους Μύθους κι επομένως κατέληξε στα αρρωστημένα συμπεράσματά του.
    Ο πρώτος ένοικος-κάτοικος του «ομφαλού της γης» ήταν ένα τέρας, ο δράκος Πύθων. Δηλαδή το Χάος όπου τα πάντα άδηλα, αόριστα, άλογα, άμετρα κι επομένως αταξινόμητα και άσχετα. Τότε εμφανίζεται ο Δήλειος Απόλλων για να τα δηλώσει, ορίζοντας, λογίζοντας, και μετρώντας τα ώστε να τα ταξινομήσει ιεραρχικά και να πετύχει τις επιδιωκόμενες σχέσεις που προσδιορίζουν την ευταξία. Τον Πύθωνα, όμως, τον έχει θάψει στα θεμέλια του Μαντείου του – θυμητάρι στους ανθρώπους του παρελθόντος τους στο οποίο θα ξαναπέσουν αν τον αγνοήσουν. Πάντα ενυπάρχει αυτός ο κίνδυνος, παράδειγμα ο μηδενιστής Νίτσε. Σ’ όλα αυτά αρωγός του Απόλλωνα ήταν ο Έρως. Σύντομα, όμως, οι Αθηναίοι ένοιωσαν την πραγματικότητα αυτής της ευταξίας όπου επικρατούσε η νοησιαρχική οργάνωση. Στην ολοκλήρωσή της επερχόταν ο ερωτικός κόρος καθιστώντας κυρίαρχη την ακινησία, δηλαδή τον θάνατο. Η τελειότητα είναι ένα τέλος από μόνη της. Τους είχε προειδοποιήσει ο Ηράκλειτος, «πολυμαθίη νόον έχειν ου διδάσκει» (D-K 40). Ε, τότε επιστρατεύουν τον Διόνυσο. Προσοχή, επιστρατεύουν τις υπηρεσίες του αλλά τον ίδιον δεν τον ανεβάζουν στον Όλυμπο, δεν τον κάνουν τον 13ο θεό. Γιατί ; Μα διότι δεν είναι αυτεξούσιος, είναι συμβεβηκώς του Απόλλωνα. Αν δεν υπήρχε ο Απόλλων δεν θα υπήρχε και ο Διόνυσος. Και πάλι προσοχή, όμως. Ο Διόνυσος δεν καταστρέφει όσα δημιούργησε ο Απόλλων. Τα υπερβαίνει, τα παρακάμπτει και τα αγνοεί. Και να ήθελε να τα καταστρέψει δεν τού το επιτρέπουν οι Αθηναίοι. Τού επιτρέπουν να είναι κάτοχος του ομφαλού της γης για ένα ημιχρόνιο μόνο. Όσο ο Απόλλων ξεκουράζεται στην χώρα των Υπερβορείων. Μετά επιστρέφει ο Απόλλων για να αποκαταστήσει τις ζημιές που προκάλεσε το αντίθετό του, ο Διόνυσος. Ούτε τού Απόλλωνα τού επιτρέπουν, όμως, να στρογγυλοκαθίσει στο ίδιο το Μαντείο του. Τον εκθρονίζει για ίσο χρονικό διάστημα ο συμπληρωματικός αντάδελφός του Διόνυσος. Να, λοιπόν, η κύκλιος φύση του έλληνα χρόνου. Ο ένας κύκλος, όμως, δεν είναι ίδιος με τον προηγούμενο. Ελεύθερος είναι ο Απόλλων να δημιουργήσει όπως αυτός κρίνει τα καίρια. Ελεύθερος και ο Διόνυσος να εκτοπίσει όποια δημιουργήματα του Απόλλωνα θέλει. Υπάρχει, δηλαδή, ιστορική πρόοδος κι εξέλιξη στην ερμηνεία του χρόνου κι ας φωνάζει ο ελληνιστής – αλλά όχι Έλληνας – Dodds ότι οι Έλληνες δεν γνώριζαν την ιστορική πρόοδο. Αυτήν την προοδευτική κύκλια εξέλιξη παρουσιάζει κι ο Εμπεδοκλής με το Νείκος και την Φιλότητα. Το ίδιο υποστηρίζει κι ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη του στους στίχους 334-370. Την όλη εικόνα, όμως, της εξέλιξης την έζησε ο Ευριπίδης. Επηρεασμένος από τους πρωτο-παρουσιαζόμενους Σοφιστές προτρέπει τους Αθηναίους να απαλλαγούν από τα ανθρώπινα πάθη και τις θρησκευτικές δεισιδαιμονίες τους και να ακολουθήσουν τα προστάγματα της λογικής. Για τον τρίτο και τελευταίο Τραγωδό, ο Απόλλων είναι ο θεός του λόγου κι ο Διόνυσος τού παραλόγου. Όταν, όμως, στα μεστά χρόνια του βίου του, καταλαβαίνει την απάνθρωπη στειρότητα που προκαλεί η λογική του Απόλλωνα σαν μείνει μοναδικό καθοριστικό εργαλείο της ζωής μας, αυτοεξορίζεται στην Αυλή του Μακεδόνα Βασιλιά και συγγράφει, ως εξιλαστήριο έργο του, τις Βάκχες. Ύμνος στον Διόνυσο-Βάκχο και στην απαλλαγή από τα δεσμά της απολλώνειας λογικής.
    Εν κατακλείδι, ο Διόνυσος είναι ο ένας αντίθετος πόλος του ζεύγους Δημιουργία-καταστροφή, θετικό-αρνητικό και ο Απόλλων ο άλλος. Όπως αρνητικός πόλος είναι και ο άσχημος, καταστροφικός Άρης στον θετικό πόλο της όμορφης, δημιουργικής Αφροδίτης. Παράνομος εραστής της νόμιμης συζύγου του Ήφαιστου που, όμως, γεννούν την ύψιστη αρετή των Αρχαίων : Την Αρμονία. Πώς είναι δυνατόν ; Ε, μάς το είπε κι αυτό ο σοφός Εφέσιος Ηράκλειτος : Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους. (Ιππόλυτος, Έλεγχος ΙΧ 9, D-K 53). Για όλους, λοιπόν, ισχύει ο νόμος των αντιθέτων ζευγών, θεούς/ανθρώπους, δούλους/ελεύθερους. «Δίκης όνομα ουκ αν ήιδεσαν, ει ταύτα [τα άδικα] μη ην», (D-K 23), μάς ξαναλέει ο Ηράκλειτος. Ε, ο Νίτσε δεν ήξερε, δεν κατάλαβε, το αρχαίο ελληνικό πνεύμα και ιδίως τον λόγο της Τραγωδίας.

    Αυτά για το γινάτι που είμαι και παραμένω Ελληνορωμηός. Γραικός, αν το θέλετε. Χριστιανός Ορθόδοξος, όμως.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here