Κοινωνία ψυχών και σωμάτων

0
1384

Ο άνθρωπος είναι προγραμματισμένος για την παραδείσια χαρά της συνύπαρξης, δηλαδή της ένωσής του με όλους και όλα. Προγευόμαστε αυτήν την χαρά, κιόλας από εδώ, όταν αγγίζονται οι ψυχές μας. Το άγγιγμα των ψυχών γίνεται είτε δια της σωματικής οδού, είτε δια της ομιλίας, είτε μέσω του Χριστού.

Κάθε τρυφερό μας άγγιγμα, κάθε μας φιλί, κάθε σεξουαλική μας επαφή, όλα κατατείνουν στην αλληλεπίδραση, μέχρι τελικής ενώσεως, των ψυχών μας. Το σώμα μας μπορεί να φθείρεται κάθε μέρα, όμως και απογινόμενο μες στη φθορά του, όσο ακόμα το διαθέτουμε, μάς επιτρέπει, αν και συνήθως εν αγνοία μας, μια τεράστια γκάμα ψυχικών αλληλεπιδράσεων, από το να αγκαλιάσουμε τρυφερά την ψυχή του προσώπου που αγαπάμε μέχρι και τον ίλιγγο της πλέον ριψοκίνδυνης απόπειρας να ενωθούμε εις τέλος μαζί της. Η ηδονή της σωματικής επαφής ερείδεται προφανώς στην μερική ματαίωση της υφέρπουσας ελπίδας για την πλήρη ένωση των ψυχών μας, πράγμα που εντείνει την επιθυμία για την αμέσως επόμενη απόπειρα, ώστε να διαιωνίζεται, έτσι, ο κύκλος «ελπίδα – μερική ματαίωση – αύξηση της επιθυμίας» για όσο ακόμα αντέχει το σώμα μας. Είτε το κατανοούμε είτε όχι, η ψυχική αλληλεπίδραση μέσω του σώματος επ’ ελπίδι της ενότητας των ψυχών μας αφήνει βαθιά ίχνη πάνω μας που προφανώς μάς ακολουθούν για πάντα στον Άλλο Κόσμο.

Ανεξάρτητα από τη σωματική επαφή ή και παράλληλα προς αυτή, οι αγαπημένοι κάνουν την διαδρομή προς την ένωση των ψυχών τους μέσω της ομιλίας κι ακόμα πιο συγκεκριμένα μέσω του λόγου. Ο λόγος μάς επιτρέπει το μοίρασμα με το αγαπημένο πρόσωπο σημαντικών πτυχών της ζωής μας, όπως σκέψεων, συναισθημάτων, προθέσεων ή ενθυμήσεων. Όμως ο λόγος έχει από τη φύση του αμφίσημη λειτουργία: Αποκαλύπτει κάτι την ίδια ώρα που, μέσω αυτής της ίδιας της αποκάλυψής του, αποκρύβει κάτι άλλο, κάποτε συνειδητά κι ακόμα πιο συχνά ασυνείδητα. Πάντως παρά την αμφισημία του, που αναμφίβολα κρατά από αυτό το ίδιο το μυστήριο της ανθρώπινης ζωής, στον λόγο υπάρχει εγγεγραμμένη η ανθρώπινη ανάγκη για άνοιγμα προς τον άλλο, ανεξάρτητα από τον βαθμό που αυτό καθίσταται κάθε φορά εφικτό. Από την άποψη αυτή, ο λόγος έχει εξ ορισμού ψυχοθεραπευτική αξία, τόσο για αυτόν που τον προφέρει όσο και για αυτόν που τον εισπράττει. Ο λόγος αποτελεί το πεδίο μιας ψυχικής συνάντησης που προϋποθέτει την αυτομείωση των μερών για να στεφθεί από επιτυχία. Ο λόγος οφείλει να είναι, δηλαδή, ομολογία καταστατικής αναπηρίας του ομιλούντος προσώπου για όσο ακόμα στερείται την συνδρομή του συνομιλούντος. Μέσω του λόγου, ο ομιλών αίρει τον Σταυρό της αποσπασματικής του υπάρξεως επ’ ελπίδι της συναντήσεώς του με τον αγαπημένο άλλο σε χαρά κοινής αναστάσεως.

Όμως κατά την ψυχική αλληλεπίδραση μέσω της σωματικής επαφής ή και της ομιλίας, τα εμπλεκόμενα μέρη δέχονται να αυτομειωθούν μόνο έως ένα ορισμένο σημείο, κι αυτό προς επίτευξη του σκοπού της συνομιλίας. Η απευθείας αλληλεπίδραση ψυχών και σωμάτων προϋποθέτει, έτσι, συνήθως αλώβητο τον εμπλεκόμενο εμπαθή εαυτό των αλληλοεπιδρώντων μερών, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση αυτή, η εκατέρωθεν αυτομείωση να μοιάζει να  συνιστά, συνειδητά ή ασυνείδητα, περισσότερο κίνηση τακτικής για την εξασφάλιση, σε δεύτερο χρόνο, της μεγαλύτερης δυνατής επιβολής του ενός πάνω στον άλλο, παρά συνειδητή επιδίωξη για την οριστική απάρνηση των πιο σκοτεινών πλευρών του εαυτού ενόψει της μεγαλύτερης δυνατής ενώσεως ψυχών και σωμάτων.

Ο βαθύτερος εαυτός του καθενός μας, αυτός που συνήθως αποκαλούμε «πνευματικός εαυτός» -μαρτυρία της «κατ’ εικόνα» του Θεού δημιουργίας του ανθρώπου-, οι «κεκοιμημένοι» που ήδη ζουν ολοκληρωτικώς εν Θεώ δια του πνευματικού τους εαυτού, όπως κι Αυτός ο Ίδιος ο Δημιουργός Θεός μας, μοιάζει όλοι να ζουν σε ένα σύμπαν παράλληλο προς το δικό μας, που μάς είναι προσβάσιμο μόνο δια του Θεανθρώπου Ιησού-Χριστού. Ο Χριστός ένωσε τα διεστώτα: τον Ουρανό με τη Γη, τον Χρόνο με την Αιωνιότητα, τον Θάνατο με τη Ζωή. Ο Χριστός πλήρωσε με Φως τα πάντα ώστε να μπορεί τώρα να λάμπει κανείς εν Αγίω Πνεύματι παντού μέσα στο Φως. Με τον Χριστό, η Αιώνια Ζωή διεμβόλισε τον Χρόνο, με αποτέλεσμα να είναι πλέον δυνατή η επικοινωνία, αν και όχι ακόμα η πλήρης ενότητα, όλων των παράλληλων μεταξύ τους Κόσμων. Χάρη στον Χριστό μάς είναι τώρα δυνατή η ένωση με τον Θεό, η ένωση με τον πνευματικό μας εαυτό, η ένωση έως τέλους των αγαπημένων, η  ένωση εις αιώνα αιώνος ζώντων και κεκοιμημένων.

Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα στις ανθρώπινες σχέσεις να προέρχεται από το γεγονός ότι συνήθως επιχειρούμε να παραδοθούμε ο ένας στον άλλο πριν ακόμα μάθουμε πώς να παραδίνεται ο καθένας μας, ψυχή τε και σώματι, στον Χριστό. Η παράδοση στον Χριστό μάς αφυπνίζει στην γνώση του πνευματικού μας εαυτού, όπως και εκείνου κάθε αγαπημένου άλλου, που φτιάχτηκαν για να τελούν σε μόνιμη ενότητα με τον Χριστό και μεταξύ τους, αφού Αυτός είναι που νίκησε ό,τι μάς χωρίζει. Έτσι ως μέλη του Σώματος του Χριστού, η αλληλεπίδραση που έχουμε μεταξύ μας δια του Χριστού μάς καθορίζει αιωνίως. Βέβαια η απόλυτη ένωση με τον Χριστό και μεταξύ μας προϋποθέτει την εις τέλος αυτομείωση του ανθρώπου, έως και του βιολογικού του θανάτου, που τον υφίσταται τότε κανείς με στέρεη την ελπίδα για την χαρά της Ανάστασης και την οριστική ενότητα πάντων.

 

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου, Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Μεσ τις αγάπες μπαίνω και ζαλίζομαι", 1997) είναι έργο του Γιώργου Κόρδη.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ