Η Νέα Δεξιά του Αλαίν ντε Μπενουά

0
767

Η έκδοση του [Μετα]πολιτικού Μανιφέστου της Νέας Δεξιάς (Alain de Benoist & Charles Champetier) από τον φίλο Θ. Παντούλα και τις εκδόσεις manifesto, είναι ευπρόσδεκτη, διότι επιβεβαιώνει τόπους μίας πολιτισμικής κριτικής που την συναντάμε όλο και πιο συχνά.

Η προέλευση της Νέας Δεξιάς ως πνευματικού κινήματος μπορεί να εντοπιστεί στην «Ομάδα Έρευνας και Σπουδών για τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό» (GRECE), η οποία ιδρύθηκε από τους Alain de Benoist, Jacques Bruyas και Jean Jacques Mourreau, με τη συνεργασία των Claude Valla και Dominique Venner, προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η GRECE έγινε η μόνη εναλλακτική λύση που απέμεινε για τους νέους και μαχητικούς Γάλλους εθνικιστές μετά τη διάλυση του κινήματος Jeune Nation το 1958, τη διάλυση του OAS και την ήττα του Rassemblement Europeen de la Liberte (REL) στις βουλευτικές εκλογές του 1967. Κατά τη δεκαετία του 1950, αυτοί οι «νέοι διανοούμενοι πίστευαν στην υπεράσπιση της Δύσης, στον «επιστημονικό ρατσισμό», στην ευγονική και στη «βιοπολιτική». Οι απόψεις τους αντιπροσώπευαν τον ριζοσπαστικό αντικομμουνισμό και τον υπερεθνικισμό. Ωστόσο, η εξέλιξή τους προς τον αντιιμπεριαλισμό βασίστηκε στην πεποίθηση ότι ο αποικισμός στη Γαλλία σχετιζόταν με τη ρεπουμπλικανική αριστερά, η οποία αρχικά αποίκισε και αργότερα επέτρεψε την ενσωμάτωση των αποικιοκρατούμενων στο γαλλικό έθνος (Α. Spektorowski, The Intellectual new Right, the European Radical Right and the Ideological Challenge to Liberal Democracy. International Studies, 39(2), 2002, σ. 166).

Στη Γαλλία, όλα ξεκίνησαν με ένα άρθρο του Thierry Pfister στην εφημερίδα Le Monde (22 Ιουνίου 1979), και ακολουθήθηκε λίγες μέρες αργότερα από ένα dossier στην εφημερίδα Le Nouvel Observateur (2 Ιουλίου). Μέσα σε οκτώ ημέρες, η Νέα Δεξιά είχε γίνει το καυτό θέμα στη Γαλλία. Το περιοδικό της, Nouvelle École, χρησίμευσε ως το θεωρητικό όργανο του κινήματος. Μεταξύ των ιδεών του ήταν η καταδίκη του «αμερικανικού μοντέλου» και της γαλλικής ξενοφοβίας, η υπεράσπιση της ελευθερίας των εθίμων και το ενδιαφέρον για την οικολογία (Israel Sanmartín Barros, LA ‘NEW RIGHT’ EN LOS AÑOS 80 Y 90, HAOL, Núm. 1 (Primavera, 2003), 39-53).

Από τότε πέρασε πολύς χρόνος και οι ιδέες σχετικά μεταβλήθηκαν. Οι διαπιστώσεις του Μπενουά είναι πολλές και ενδιαφέρουσες, θα δούμε αν αυτό από μόνο του αρκεί. Πράγματι, λοιπόν, η πολιτική ζωή θεμελιώνεται σε εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες, ο χριστιανισμός άνοιξε τις πόρτες για την τελική έξοδο από την θρησκεία (το κενός, σημειώνω, φαίνεται να θέλει να το καλύψει το ισλάμ αλλά και οι ανατολικές θρησκευτικές κινήσεις), όντως το “σπάσιμo” της γνώσης και της πείρας του τεχνίτη και των συντεχνιών έχει διαμορφώσει μία εύκολη κουλτούρα αέναης καινοφάνειας (: μπορούμε να τα δούμε όλα αυτά και στον R. Sennett, Ο Τεχνίτης, Εκδόσεις Νησίδες), αληθινά ακουμπά την δεξιά παλινδρόμηση, ομολογώντας πως η νεωτερικότητα θα ξεπεραστεί με την προσφυγή σε ορισμένες προ-νεωτερικές αξίες σε μία μετα-νεωτερική προοπτική. Και συνεχίζει με την κριτική στην εμφάνιση και λειτουργία του κράτους-πρόνοιας ως μίας αναδιανεμητικής δομής προβληματικής βάσης (από άποψη και Πολιτικής Επιστήμης). Ο υπερ-ηθικισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (: ο λεγόμενος “δικαιωματισμός”), δεν είναι παρά μία μεταμφίεση ενός σύγχρονου ιμπεριαλισμού (μετά τις Σταυροφορίες και την Αποικιοκρατία). Αλλά πάνω απ’ όλα, είναι το ιδεολόγημα της «από πάνω» κοινωνικής ενσωμάτωσης των αποξενωμένων και μοναχικών ατόμων των σύγχρονων κοινωνιών. Και επειδή τα άτομα της εποχής μας αξιολογούν εαυτούς και αλλήλους ως “πράγματα”, η διακυβέρνηση τους δεν θα μπορεί να είναι παραδοσιακά πολιτική, αλλά τεχνοκρατική και ουδέτερη, ουσιαστικά α-πολιτική. Οι συγγραφείς παράγουν πολλούς κοινούς τόπους με την ριζοσπαστική αριστερά, όπως είναι η κριτική της παραγωγικότητας, των κοινωνικών ανισοτήτων, της “χρηματολογίας”, των πόλεων-εκτρωμάτων, της κατανάλωσης, τασσόμενοι υπέρ του σεβασμού της φύσης (οικολογία) αλλά και του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος διαβίωσης.

Τέτοια τα έχουμε ακούσει και από άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Βρισκόμαστε στο επίπεδο της οριακής αφέλειας: δηλαδή, με τις νέες τεχνολογίες θα μπορούμε να δουλεύουμε λιγότερο και να παράγουμε περισσότερα, άρα θα είμαστε σε θέση να διεκδικήσουμε την ελευθερία στον χρόνο της ζωής μας. Εδώ, επιστρέφει πίσω το βέλος της κριτικής στον νέο δυτικό ιμπεριαλισμό, αφού δεν νομίζω οι εργαζόμενοι στο Μπαγκλαντές (!) να προσυπογράφουν αυτές τις διαπιστώσεις. Η επιμονή μάλιστα στο παλιό οργανικό μοντέλο των τοπικών, παραδοσιακών κοινοτήτων που δήθεν θα υποκαταστήσουν το κράτος-πρόνοιας (και των δημοψηφισμάτων), είναι τόσο ουτοπική που μόνο με έναν δυτικό άνθρωπο σε (υπαρξιακή) κρίση μπορεί να σημαίνει κάτι το ιδιαίτερο.

Αυτό που είναι σημαντικό είναι κάτι άλλο. Στην προσπάθεια τους οι συγγραφείς να υπερβούν την άχαρη και εγωιστική «Ευρώπη των Εθνών» ή την φιλελεύθερη-τεχνοκρατική ενοποίηση, φθάνουν να προσεγγίσουν ομοσπονδιακά ιδεώδη. Αίφνης, βρισκόμαστε ενώπιον της αρχής της επικουρικότητας (η οποία έχει παπική διοικητική προέλευση) και σε νέους καταστατικούς χάρτες. Για εμένα, είναι ο δικός τους- ντροπαλός- τρόπος να μιλήσουν ή να υπονοήσουν την Αυτοκρατορία, άλλωστε «σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη το μέλλον ανήκει στις μεγάλες ομάδες πολιτισμών που είναι σε θέση να οργανωθούν σε αυτοτελείς περιοχές και να εφοδιαστούν με επαρκή δύναμη για να αντισταθούν στις επιρροές των άλλων» (σ. 73). Η πολιτική νομιμοποίηση της (ομοσπονδιακής) Αυτοκρατορίας θα είναι η δημοκρατική, λαϊκή ταυτότητα ως «η πολιτική έκφραση ενός λαού που, μέσω των ηγετών του, αποκτά τη δυνατότητα να είναι πολιτικά παρών στον εαυτόν του» (σ. 77).

Ο «μπουχτισμένος» από τον κρατικό ρεπουμπλικανισμό Γάλλος θέλει την οργανική επιστροφή του. Βέβαια, στην πραγματικότητα της ιστορίας, αυτό διεκδίκησαν και οι Καταλωνοί ή οι Φλαμανδοί. Διάβολε, στην Ευρώπη των Περιφερειών δεν ανήκουμε; Απλά, οι συγγραφείς αντιστρέφουν το «από πάνω» και το θέλουν να είναι «από κάτω». Το πολιτικό όραμα της Νέας Δεξιάς θα μείνει μάχη οπισθοφυλακών και θα βοηθήσει απλά τους νέους εθνικισμούς (τύπου Ουγγαρίας και Πολωνίας), εάν δεν ομολογήσει την ανάγκη για ένα «άκτιστο επέκεινα», διότι ο επιμετρών Δ. Σκλήρης «καλά, το έπιασε»: «Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ένα άκτιστο επέκεινα για να ενοποιήσει την οικουμένη του κόσμου, είτε με το θεϊκό «βλέμμα» ή «λόγο» του, είτε, ακόμη περισσότερο, με τον ενσαρκωμένο Λόγο, όπως θέλει η χριστιανική θεολογία, για αυτό εντός ενός αρχαιοελληνικού και δη προσωκρατικού τύπου μονισμού δικαιούται να αναπτυχθεί το ανθρώπινο γεγονός στην πολλαπλότητα των εκφράσεων του» (σχολιάζοντας την τάση του Μπενουά, σ. 134).

Πρώτη, δεύτερη, τρίτη…ίσως και τέταρτη Ρώμη;

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ