Alain de Benoist & Charles Champetier
Ο φιλελευθερισμός ενσαρκώνει την κυρίαρχη ιδεολογία της νεωτερικότητας, την πρώτη που εμφανίστηκε, η οποία θα είναι και η τελευταία που θα εξαφανιστεί. Αρχικά, η φιλελεύθερη σκέψη κατέστησε την οικονομία αυτόνομη από την ηθική, την πολιτική και την κοινωνία στις οποίες ήταν προηγουμένως ενσωματωμένη. Σε ένα δεύτερο χρόνο, ανέδειξε την εμπορική αξία σε υπέρτατη παράμετρο του συνόλου της κοινής ζωής. Η έλευση της «βασιλείας της ποσότητας», επιβραβευμένη από το «αόρατο χέρι» της αγοράς, περιγράφει αυτή τη μετατόπιση από τις οικονομίες της αγοράς στις κοινωνίες της αγοράς, δηλαδή την επέκταση των νόμων της εμπορικής συναλλαγής σε όλες τις περιοχές της ύπαρξης. Ο φιλελευθερισμός άλλωστε ανέδειξε τον σύγχρονο ατομικισμό σε βάση μιας ανθρωπολογίας που είναι τόσο περιγραφικά όσο και κανονιστικά λανθασμένη, βασιζόμενη σε ένα μονοδιάστατο ον, το οποίο αντλεί τα «απεριόριστα δικαιώματά» του από μια θεμελιωδώς μη κοινωνική «φύση», που υποτίθεται ότι επιδιώκει να μεγιστοποιεί συνεχώς το προσωπικό της συμφέρον, βγάζοντας από τη μέση όλες τις μη μετρήσιμες αποτιμήσεις και κάθε αξία που δεν προέρχεται από ορθολογικό υπολογισμό.
Αυτή η διττή ατομικιστική και οικονομιστική τάση συνοδεύεται από μια «δαρβινική» άποψη της κοινωνικής ζωής. Αυτή η τελευταία, σε έσχατη ανάλυση, επανέφερε τον γενικευμένο ανταγωνισμό, μια νέα εκδοχή του «πολέμου όλων εναντίον όλων», με σκοπό την επιλογή του «καλύτερου». Όμως, πέρα από το γεγονός ότι ο «καθαρός και τέλειος» ανταγωνισμός είναι ένας μύθος, από τη στιγμή που πάντα προϋπάρχουν κάποιες σχέσεις εξουσίας, ο ανταγωνισμός δεν λέει απολύτως τίποτα για την αξία εκείνου που επιλέγεται: από αυτόν προέρχονται τόσο οι καλύτεροι όσο και οι χειρότεροι. Η εξέλιξη επιλέγει τους καταλληλότερους να επιβιώσουν, αλλά ο άνθρωπος δεν αρκείται στην απλή επιβίωση: τακτοποιεί τη ζωή του με βάση ιεραρχίες αξιών απέναντι στις οποίες ο φιλελευθερισμός διατείνεται ότι παραμένει ουδέτερος.
Ο άδικος χαρακτήρας της φιλελεύθερης εξουσίας προκάλεσε μια εύλογη αντίδραση τον 19ο αιώνα, με την εμφάνιση του σοσιαλιστικού κινήματος, αλλά αυτό το τελευταίο παρέκλινε υπό την επίδραση των μαρξιστικών θεωριών. Λοιπόν: παρά τα όσα τους εναντιώνουν, ο φιλελευθερισμός και ο μαρξισμός ανήκουν κατά βάση στο ίδιο σύμπαν, το κληροδοτημένο από τη σκέψη του Διαφωτισμού: ο ίδιος θεμελιώδης ατομικισμός, ο ίδιος εξισωτικός οικουμενισμός, ο ίδιος ορθολογισμός, η ίδια πρωτοκαθεδρία του οικονομικού παράγοντα, η ίδια επιμονή στη χειραφετική αξία της εργασίας, η ίδια πίστη στην πρόοδο, η ίδια προσδοκία για το τέλος της ιστορίας. Από διάφορες απόψεις, ο φιλελευθερισμός αρκέστηκε στο να πετύχει αποτελεσματικότερα ορισμένους από τους στόχους που μοιραζόταν με τον μαρξισμό: εκρίζωση των συλλογικών ταυτοτήτων και των παραδοσιακών πολιτισμών, απομάγευση του κόσμου, καθολίκευση του συστήματος της παραγωγής.
Οι ζημίες που οφείλονταν στην αγορά προκάλεσαν, με τον ίδιο τρόπο, την εμφάνιση και την ενίσχυση του κράτους πρόνοιας. Στη διάρκεια της ιστορίας, η αγορά και το κράτος είχαν ήδη εμφανιστεί δίπλα-δίπλα. το τελευταίο επιδίωξε να φορολογήσει τις μη εμπορικές ενδοκοινοτικές συναλλαγές, οι οποίες προηγουμένως δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές, και μετέτρεψε έναν ομοιογενή οικονομικό χώρο σε όργανο της δικής του εξουσίας. Στη συνέχεια, η διάλυση των κοινοτικών δεσμών, που προκλήθηκε από την εμπορευματοποίηση της κοινωνικής ζωής, κατέστησε αναγκαία τη σταδιακή ενίσχυση ενός κράτους πρόνοιας που θα ήταν υπεύθυνο για την πραγματοποίηση των αναγκαίων αναδιανομών προς αναπλήρωση της εξαφανισθείσας παραδοσιακής αλληλεγγύης. Αυτές οι κρατικές παρεμβάσεις, αντί να εμποδίσουν την πορεία του φιλελευθερισμού, του επέτρεψαν να ευδοκιμήσει αποτρέποντας την κοινωνική έκρηξη, κατοχυρώνοντας έτσι την ασφάλεια και τη σταθερότητα που είναι απαραίτητες για το εμπόριο. Σε αντάλλαγμα, όμως, το κράτος πρόνοιας, το οποίο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια αφηρημένη, ανώνυμη και αδιαφανής αναδιανεμητική δομή, γενίκευσε την ανευθυνότητα, μετατρέποντας τα μέλη της κοινωνίας σε άλλους τόσους εξαρτημένους, οι οποίοι πλέον δεν απαιτούν τόσο την ανατροπή του φιλελεύθερου συστήματος όσο την απεριόριστη και χωρίς ανταπόδοση επέκταση των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν.
Επιπλέον, ο φιλελευθερισμός ενέχει την άρνηση της ιδιαιτερότητας της πολιτικής, η οποία προϋποθέτει πάντοτε την επιδιαιτησία της λήψης αποφάσεων και την πολλαπλότητα των στοχεύσεων. Η «φιλελεύθερη πολιτική» εμφανίζεται, από αυτή την άποψη, ως αντίφαση στους όρους. Στοχεύοντας στη συγκρότηση του κοινωνικού δεσμού, εκκινώντας από μια θεωρία ορθολογικής επιλογής που αναπροσαρμόζει την ιδιότητα του πολίτη με βάση τη χρησιμότητα, περιορίζεται σε ένα ιδεώδες «επιστημονικής» διαχείρισης της παγκόσμιας κοινωνίας, την οποία θέτει υπό τον αποκλειστικό ορίζοντα της τεχνικής ικανότητας. Το φιλελεύθερο κράτος δικαίου, πολύ συχνά συνώνυμο της δημοκρατίας των δικαστών, πιστεύει ταυτόχρονα ότι μπορεί να απέχει από το να προτείνει ένα μοντέλο χρηστής ζωής και φιλοδοξεί να εξουδετερώσει τις συγκρούσεις που ενυπάρχουν στην ποικιλομορφία της κοινωνίας μέσω αμιγώς νομικών διαδικασιών που αποσκοπούν στον καθορισμό του σωστού και όχι του καλού. Ο δημόσιος χώρος χάνεται στον ιδιωτικό χώρο, ενώ η αντιπροσωπευτική δημοκρατία υποβαθμίζεται σε μια αγορά στην οποία συναντάται μια ολοένα και πιο περιορισμένη προσφορά (αναπροσανατολισμός των προγραμμάτων προς το κέντρο και σύγκλιση των πολιτικών) και μια ολοένα και λιγότερο αιτιολογημένη ζήτηση (αποχή).
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ο φιλελευθερισμός δεν παρουσιάζεται πλέον ως ιδεολογία, αλλά ως ένα παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής ανθρώπων και αγαθών, που επισκιάζεται από τον υπερ-ηθικισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στις οικονομικές, πολιτικές και ηθικές του μορφές, ο φιλελευθερισμός αντιπροσωπεύει το κεντρικό μπλοκ ιδεών μιας νεωτερικότητας που αποσυντίθεται. Και επομένως τον κύριο αντίπαλο όλων εκείνων που εργάζονται για την υπέρβασή της.
Προδημοσίευση από το βιβλίο: Νέα Δεξιά, [ΜΕΤΑ]ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ, εκδ.Manifesto, 2025.



Και η θεωρία της εξέλιξης άλλωστε είναι η εφαρμογή των αρχών του φιλελευθερισμού στην βιολογία.