‘Η Μηχανή σταματά’: μια προφητική νουβέλα

0
93

Ο Edward Morgan Forster (1879-1970) ήταν Άγγλος συγγραφέας που έγινε ευρύτερα γνωστός κυρίως από τα έργα του ‘Το πέρασμα στην Ινδία’, ‘Δωμάτιο με θέα’ και ‘Howards End’, που μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο. Η νουβέλα του ‘Η Μηχανή σταματά’ δεν είναι πολύ γνωστή, τουλάχιστον στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας που πρωτοδημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο 1909 . Έχει χαρακτηρισθεί ως μια από τις καλύτερες νουβέλες που γράφτηκαν ως το 1965, και έχει συμπεριληφθεί σε πολλές ανθολογίες επιστημονικής φαντασίας.

Η ιστορία είναι απλή αλλά συγχρόνως προκαλεί ένα σχεδόν μεταφυσικό δέος. Σε κάποια μελλοντική εποχή η προηγμένη ανθρωπότητα ζει κάτω από την επιφάνεια της γης (μόνο κάποιοι πρωτόγονοι απομένουν στον ‘έξω κόσμο’) και εξαρτάται για την επιβίωσή της από μια γιγάντια Μηχανή που ρυθμίζει τα πάντα. Μάλιστα οι άνθρωποι έχουν φθάσει να βλέπουν τη Μηχανή ως θεότητα (ενώ έχουν προηγουμένως απορρίψει την κάθε είδους θρησκεία) και να θεωρούν οποιαδήποτε αμφισβήτηση της παντοδυναμίας της ως ασέβεια και ανταρσία. Ωστόσο έρχεται μια στιγμή που οι λειτουργίες της Μηχανής μία-μία αρχίζουν να… δυσλειτουργούν και να καταρρέουν. Το τέλος είναι δραματικό, αποκαλυπτικό, όχι μόνο για τους ήρωες του διηγήματος, αλλά για όλη την εξαρτημένη από τη Μηχανή ανθρωπότητα. Η ‘Μηχανή που σταματά’ αποτελεί ένα από τα πρώτα δείγματα ‘δυστοπικής’ επιστημονικής φαντασίας. Ο όρος ‘δυστοπία’ χρησιμοποιείται στη λογοτεχνία ως αντίθετο της ‘ουτοπίας’: η δεύτερη περιγράφει έναν εξιδανικευμένο κόσμο, ένα άπιαστο όνειρο (παράδειγμα η ομώνυμη ‘Ουτοπία’ του Thomas More, που γέννησε και τον αντίστοιχο όρο), ενώ η δεύτερη αναφέρεται σε μια εφιαλτική ή εκφυλισμένη κοινωνία που συχνά βαδίζει ανεπιστρεπτί προς την καταστροφή (όπως το ‘1984’ του Orwell και ο ‘Θαυμαστός καινούργιος κόσμος’ του Aldous Huxley).

Η νουβέλα του Forster έχει το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που συνήθως συνδέουμε με τα έργα του Ιουλίου Βερν: προβλέπει πριν από έναν αιώνα τεχνικά επιτεύγματα που πλέον γνωρίζουμε και χρησιμοποιούμε σε καθημερινή βάση (τηλεπικοινωνίες και τηλεδιασκέψεις,  Διαδίκτυο, κάθε είδους αυτοματισμούς που είναι διαθέσιμοι με το πάτημα ενός κουμπιού). Το κελί, ο ζωτικός χώρος αποκλειστικής διαβίωσης του κάθε ανθρώπινου όντος, είναι μικρό, κλειστό, απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, και προσφέρει στον ένοικό του ένα απόλυτα τεχνολογικό περιβάλλον. Τα πάντα είναι αυτοματοποιημένα, σε πλήρη εξάρτηση από την απρόσωπη Μηχανή, που φροντίζει για όλες τις ανάγκες και τις ικανοποιεί με το παραπάνω, σε σημείο που να είναι αδιανόητο να επιθυμήσει κανείς κάτι που είναι ‘εξωμηχανικό’. Η ανάγκη για σωματική εργασία και κάθε είδους κόπο έχει εκλείψει, με αποτέλεσμα την ατροφία του σώματος, που είναι πλέον ανίκανο να επιτελέσει και το ελάχιστο παραγωγικό έργο. Η διεπικοινωνία έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία, μόνο που γίνεται εικονικά, χωρίς πραγματική επαφή με άλλους ανθρώπους. Η τυχαία και κατά λάθος φυσική, σωματική επαφή με άλλους είναι τόσο ασυνήθιστη που προκαλεί απερίγραπτη δυσφορία και πανικό στους ανθρώπους των κελιών. Ακόμη και η θέα του έξω κόσμου, της γης, του ουρανού και των άστρων, είναι κάτι που οι άνθρωποι το απορρίπτουν διότι «δεν τους δίνει ιδέες». Η κάθε είδους πληροφορία και γνώση είναι διαθέσιμη σε όλους εκεί που βρίσκονται, στον μικρόκοσμό τους.

Η όλη αφήγηση παραπέμπει σε καταστάσεις και φαινόμενα που μας είναι σήμερα πολύ οικεία: τα πιάτα ή πλακίδια επικοινωνίας (τάμπλετ και smartphones), τα συνεχή μηνύματα, τα like και οι φίλοι στο Facebook, η εξ αποστάσεως παρακολούθηση ταινιών, διαλέξεων, μουσικής, οι κάθε είδους αυτοματισμοί, η ατροφία του σώματος που δεν έχει ανάγκη να κινηθεί ή να ασκηθεί, η ‘παραγωγή ιδεών’ με αφηρημένο, σχεδόν άχρηστο περιεχόμενο, τέλος η de facto ‘θεοποίηση’ και λατρεία της Μηχανής και ο φόβος μη τυχόν κάνει κάποιος κάτι που δεν προβλέπεται από τις αναρίθμητες λειτουργίες της. Θα τολμούσα να ισχυρισθώ ότι αν ένας σύγχρονος συγγραφέας ήθελε να περιγράψει την τρέχουσα πραγματικότητα με νύξεις και αναφορές σε γνωστά μας φαινόμενα, δεν θα μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο.   

Ένα θέμα που κυριαρχεί γενικά στη δυστοπική λογοτεχνία είναι ότι ο κόσμος βρίσκεται υπό την εξουσία κάποιας πανίσχυρης δικτατορίας, απέναντι στην οποία προσπαθεί να ξεσηκωθεί ή έστω να επιβιώσει διατηρώντας κάτι διαφορετικό από το επιβεβλημένο ‘δόγμα’. Στη ‘Μηχανή’ το θέμα αυτό εκδηλώνεται έμμεσα, με την πλήρη εξάρτηση που η φανταστική ανθρωπότητα έχει από το δημιούργημά της. Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά: η Μηχανή δεν φαίνεται να ανέλαβε αυθαίρετα και δικτατορικά τη δύναμη που έχει. Αντίθετα, οι άνθρωποι-κατασκευαστές την έχουν ανεβάσει στο επίπεδο αυτό και έφθασαν να την υπηρετούν πιστά, να υπακούνε στα κελεύσματά της, και τελικά να τη λατρεύουν και να μη τολμούν να φερθούν με τρόπο ‘εξωμηχανικό’. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν υποτάξει την κοινωνία τους σε ένα δικό τους τεχνολογικό επίτευγμα. Μπορεί κανείς να φαντασθεί κάτι που πλησιάζει περισσότερο την σύγχρονη πραγματικότητα των ψηφιακών δεσμών που χαλκεύουμε γύρω μας;

Θα πει βέβαια κανείς: καλά όλα αυτά σαν προβλέψεις και ‘προφητείες’ που επαληθεύτηκαν ως προς το τεχνικό τους σκέλος. Γιατί όμως να πρέπει να οδηγήσουν σε καταστροφή; Μήπως ο συγγραφέας είναι υπερβολικός στους φόβους του ή απλώς αφήνει τη φαντασία του να καλπάζει; Μακάρι να είναι έτσι. Ωστόσο, βλέποντας τη ραγδαία εξάρτησή μας από την τεχνολογία των επικοινωνιών και της άμεσης πληροφόρησης, καθώς και την αυξανόμενη διασύνδεσή της με άλλες υπηρεσίες, μπορούμε να κάνουμε τις απαραίτητες προεκτάσεις και να σκεφθούμε ότι η ευκολία των υπηρεσιών αυτών οδηγεί σε απώλεια αντιστοίχων σωματικών δεξιοτήτων, μείωση της χειρωνακτικής εργασίας, αποφυγή κάθε είδους κόπου και μόχθου. Και βέβαια, η ψηφιακή εποχή δεν έχει ακόμη καταφέρει να βάλει, στην κυριολεξία, ψωμί και φαγητό στο τραπέζι μας, αν δεν προηγηθεί η αναγκαία χειρωνακτική αγροτική και κτηνοτροφική δραστηριότητα πολλών άλλων ανθρώπων.

Το 2016 η εφημερίδα ‘Guardian’ δημοσίευσε ένα άρθρο [1] που αναφερόταν στην κυριαρχία των smartphones στη ζωή μας. Έχει διαπιστωθεί ότι πάρα πολλοί εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις (αλλά και απλοί άνθρωποι, θα πρόσθετα) δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από τον φορέα του ηλεκτρονικού τους ταχυδρομείου, και νιώθουν την ανάγκη (που φθάνει στην εξάρτηση) να ελέγχουν τα μηνύματά τους κάθε λίγο. Μάλιστα έχει υπολογισθεί ότι πολλοί ουσιαστικά ακυρώνουν τον χρόνο των τακτικών διακοπών τους με την ασχολία αυτή, με αποτέλεσμα να μη χαλαρώνουν ποτέ και να οδηγούνται τελικά σε επαγγελματική εξουθένωση (burnout). Έτσι, ένα χρηστικό αντικείμενο που εισήχθη αρχικά ως ευκολία και εργαλείο απελευθέρωσης βιώνεται πλέον ως μια περίεργη μορφή τυραννίας με εθιστικές ιδιότητες. Μάλιστα ο αρθρογράφος Peter Fleming πρότεινε, ως δοκιμή του βαθμού της εξάρτησης, να ζητήσουμε από κάποιον υπάλληλο του οικονομικού Σίτι του Λονδίνου να κλείσει το τηλέφωνό του την ώρα του φαγητού: θα αποκτήσουμε έναν εχθρό στη στιγμή. Όπως λέει, «η τυραννία του εργασιακού e-mail είναι οικονομική ή ακόμη και κοινωνική ασθένεια και θα πρέπει να αντιμετωπισθεί σ’ αυτό το επίπεδο, διότι το στρες και η επαγγελματική εξουθένωση που προκαλεί η εξάρτηση αυτή σκοτώνει την παραγωγικότητα».

Πιο πρόσφατα ο γνωστός δημοσιογράφος και ακτιβιστής George Monbiot έγραφε σε άρθρο του με τίτλο ‘Screened out’ [2]:

«Μας χωρίζει από τον κόσμο ένα στρώμα γυαλιού. Η κλιματική αλλαγή, οι μακρινοί πόλεμοι, η διάβρωση της δημοκρατίας, η αναβίωση του φασισμού – μέσα στα κλιματιζόμενα κελιά μας, όλα αυτά μπορεί να φαντάζουν ως αφηρημένες έννοιες […] Η συρρίκνωση της επαφής μας με τον ψηλαφητό κόσμο έχει συμβεί με ταχύτητα τέτοια με την οποία παλεύουμε να προσαρμοσθούμε, με συνέπειες που δεν μπορούμε ακόμη να συλλάβουμε […] Υποπτεύομαι ότι όλο αυτό είναι μόνο η αρχή. Η εικονική πραγματικότητα είναι ακόμη στη βρεφική ηλικία […] Τα γυαλιά εικονικής πραγματικότητας απειλούν να μετατρέψουν τους πάντες σ’ αυτό που οι Ιάπωνες ονομάζουν ‘χικικομόρι’ – ανθρώπους που έχουν αποσυρθεί τόσο βαθιά μέσα σε εικονικούς κόσμους, ώστε οι γύρω τους δεν μπορούν πια να τους φτάσουν. Αυτό μας κάνει ιδιαίτερα ευάλωτους σε πολιτική χειραγώγηση.».

Η τεχνολογία προκαλεί φυσική φθορά στην ανθρωπότητα και με άλλους τρόπους, εκτός από την ψυχική εξάρτηση. Μαθαίνουμε π.χ. από σχετικά δημοσιεύματα ότι κάθε καινούργιο ‘μηχανάκι’ (γκάτζετ) έχει τις δικές του κατασκευαστικές απαιτήσεις σε σπάνια υλικά και μέταλλα, που αποκτώνται με σκληρή εργασία πολλών ‘μη προνομιούχων’ ανθρώπων σε χώρες του τρίτου και τέταρτου κόσμου. Κάποια στιγμή όλα αυτά μπορεί να εξαντληθούν. Εξάλλου, η αδιάκοπη ανανέωση των συσκευών οδηγεί σε αντίστοιχη απόρριψη εκατομμυρίων άλλων, που δεν ανακυκλώνονται πλήρως και επιβαρύνουν το περιβάλλον. Η συνεχής δημιουργία και αναβάθμιση δικτύων απαιτεί αυξανόμενους πόρους σε υποδομή και κατανάλωση ενέργειας.  Όλες οι συσκευές χρειάζονται ρεύμα για φόρτιση. Με άλλα λόγια, έχουμε μια διαρκή κατανάλωση ενεργειακών πόρων και συνεπώς υπερφόρτιση των σχετικών δομών. Πόσο μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο αδηφάγο σύστημα;    

Για να μη παρεξηγηθώ: δεν είμαι τεχνοφοβικός ούτε απορρίπτω την εντυπωσιακή εξέλιξη στις επικοινωνίες και τον ψηφιακό κόσμο. Άλλωστε, έμαθα για την ύπαρξη της νουβέλας αυτής διαβάζοντας ένα άρθρο στο Διαδίκτυο, βρήκα το κείμενό της με αναζήτηση στο Google, τη διάβασα στην οθόνη, κι έγραψα τα παραπάνω ανατρέχοντας σε ψηφιακές πηγές, χωρίς να χρειασθεί να μετακινηθώ ούτε μέτρο από το γραφείο μου. Ωστόσο, δεν βλάπτει να βλέπουμε όλα τα τεχνολογικά επιτεύγματα ως ανθρώπινα κατασκευάσματα και, στο μέτρο του δυνατού, να κρατούμε μια ‘απόσταση ασφαλείας’ από τα μέσα αυτά που τόσο διευκολύνουν τη ζωή μας, αποφεύγοντας έτσι να τα ειδωλοποιούμε. Αν όχι για κάποιον άλλο λόγο, έστω και μόνο διότι η τυχόν κατάρρευσή τους κάποια μέρα μπορεί να μας αφήσει κυριολεκτικά έκθετους απέναντι σ’ ένα περιβάλλον που θα μας είναι πλέον ξένο, σχεδόν εχθρικό, αφού θα έχουμε ξεμάθει να ζούμε πραγματικά (ας σκεφθούμε μόνο πώς νιώθουμε σε μια διακοπή της ηλεκτροδότησης ή όταν δεν έχουμε σήμα στο κινητό μας τηλέφωνο ή πρόσβαση στο Διαδίκτυο…).

Υστερόγραφο. Το κείμενο γράφτηκε το 2017 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ‘Ιατρικά Θέματα’ του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (τεύχος 71). Η έλευση και ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) κάνει τις περιγραφές και τις ανησυχίες του συγγραφέα καθώς και τις παραπάνω σκέψεις ακόμη πιο επίκαιρες.

Το βιβλίο ‘Η Μηχανή σταματά’ έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε μετάφραση του Γ. Λαμπράκου από τις Εκδόσεις Οκτώ (ISBN: 978-618-5077-17-4).

Παραπομπές

  1. http://www.theguardian.com/commentisfree/2016/jan/13/smartphone-boss-of-you-burn-out-societal-malaise 
  2. http://www.monbiot.com/2017/03/02/screened-out/

 

* Πνευμονολόγος

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ο κόκκινος πύργος", 1911-1923) είναι έργο του, γάλλου, Robert-Delaunay

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ