Η φιλοκαλική μαρτυρία του ηγουμένου Βασιλείου

0
52

Γνώρισα (εκ του μακρόθεν) τον αρχιμανδρίτη Βασίλειο Γοντικάκη κατά την ομιλία του στη Νομική Αθηνών, το 1984. Θα μιλήσω λίγο παρακάτω για αυτή την εμπειρία.

Προτιμώ όμως να ξεκινήσω από την πείρα της ανάγνωσης του βιβλίου του «Εισοδικόν» (καθ’ υπόδειξιν  του, αείμνηστου, Γιώργου Τσάκαλου) όταν αμέσως μετά, ενθουσιασμένος, αναζήτησα πια τα γραπτά του.

Έχει σημασία να διευκρινίσω, ωστόσο, σε ποια στιγμή της “αναγνωστικής” μου “πορείας” βρισκόμουνα τότε: Είχα διαθέσει την διετία 1978-80, αμέσως μετά την αποφοίτηση απ’ το εξατάξιο Γυμνάσιο, στην… αργόσυρτη εντρύφηση στο έργο κυρίως του Σεφέρη και του Ελύτη – εξ αιτίας μιας διαμορφωμένης ήδη πεποίθησής μου ότι δεν θα έβρισκα, ποτέ, πιο ενδιαφέρον ανάγνωσμα από την ποίηση. Με την βεβαιότητα, επιπλέον, ότι η ποίηση ΔΕΝ μεταφράζεται – δεν θα συναντούσα, λοιπόν, στην περαιτέρω σχετική “σταδιοδρομία” μου τίποτα πιο αξιανάγνωστο από τους δύο αυτούς ποιητές μας. Οπότε θα αναγκαζόμουν, κατόπιν, να διεξέρχομαι μετριότητες… (Εξ ού και η απόφαση για τον “αργόσυρτο” ρυθμό της εν λόγω μελέτης.)

Πέρασε έκτοτε μία… ολόκληρη τετραετία κάτω απ’ τον ορίζοντα μιας παρόμοιας… μελαγχολίας.

Έως ότου, λοιπόν, βρέθηκε στα χέρια μου το Εισοδικόν.

«Έτριβα τα μάτια μου», έτσι όπως διέτρεχα τις σελίδες του…

Κρατούσα ένα βιβλίο δοκιμιακού, ναι μεν, χαρακτήρα το οποίο – και όμως – άφηνε τη γεύση της πιο γνήσιας ποίησης. Κάτι περισσότερο, μάλιστα: Μιας ποίησης εισέτι απολαυστικώτερης από οποιανδήποτε άλλη που ήξερα, καθώς εδώ ασφαλώς ο λυρισμός συνοδευόταν από πυκνότατο / διάφανο / συνθετικότατο νόημα!

Η μαθητική μου, οπότε, απορία είχε απαντηθεί: «Είναι ποτέ δυνατόν να υπάρξει κάτι πληρωτικότερο από την ποίηση;» Είναι!

Την ευγνωμοσύνη για αυτή την απίστευτη απάντηση είναι, έκτοτε, που πάνω απ’ όλα (όσα ζητήματα με ενδιέφεραν) χρεωστώ στον πατέρα Βασίλειο Γοντικάκη.

Πριν απ’ αυτήν όμως, όπως ανέφερα, του οφείλω πλατειές ευχαριστίες για την έκπληξη της ζωντανής του ακρόασης!

Την γνωστοποίηση, δηλαδή, ότι ο λόγος της εκκλησίας ερχόταν απ’ το «αλλού» κι απ’ το ολότελα άφθορο. Ότι έτεμνε/τέμνει τα δεδομένα του κόσμου με τρόπο λυτρωτικά αναπάντεχο. Ότι αναγεννά / εμβαπτίζει / απογειώνει – διανοίγει, εν τέλει, κάθε άλλη μας έκφραση στα υπεσχημένα της χάριτος.

Η μαρτυρία, εξηγώ, του π. Βασιλείου ήταν η α-πο-θέ-ω-ση της Κατάφασης!

Κι ήταν, μαζί, η – αυτόχρημα – α ν α τ ί ν α ξ η όλων, μαζί, των αλογιών που υποδύονται τον κρατούντα του κόσμου μας «λόγο»…

Αρκούσε σε κάποιον να ξέρει ν’ ακούει: Για να εννοήσει ότι δεν επρόκειτο, στον παρόντα χρόνο, να ηχήσει στ’ αυτιά του κάτι ακεραιότερο / ελκυστικότερο / πειστικώτερο.

 

«Είναι τόσο ωραίο ώστε ΔΕΝ μπορεί να είναι αληθινό», αποφαίνεται συνήθως η κοινή του βίου μας πείρα, μέσα σε παρόμοιες στιγμές. Εν τω μεταξύ, έχει ανατείλει, όμως, στην πλάση η ιστορική εκείνη στιγμή, οπ΄ ότε η αλήθεια ε π ι φ α ί ν ε τ α ι:

Είναι – πιστεύουμε, οι χριστιανοί – η μόνη αλήθεια

ακριβώς επειδή δεν υπάρχει, καν, μία άλλη ωραιότερη…

Κι επειδή Ωραιότητα είναι το πριν / το νυν / το επέκεινα του αυτούσιου είναι μας!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ