Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο αείμνηστος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, επιχειρώντας να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός θεολογικού πλαισίου για τον διάλογο Χριστιανισμού και Μαρξισμού, υποστήριξε ότι ήταν αναγκαίες ορισμένες ανακατατάξεις και σαφείς τοποθετήσεις σχετικά με το τι πιστεύουν οι χριστιανοί για το μέλλον της ανθρωπότητας και του ανθρώπου. Στο πλαίσιο αυτό πρότεινε να επανακτηθεί από τη σύγχρονη θεολογία η «συλλογική» οπτική γωνία του χριστιανισμού, η οποία ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της βιβλικής και της αρχαίας πατερικής θεολογίας. Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη θεολογικού επαναπροσδιορισμού της έννοιας της πνευματικότητας, καθώς και την ανάγκη υπέρβασης εκείνηςτης θεολογικής αντίληψης που βλέπει την αμαρτία σαν μια κακή ατομική μόνο εκδήλωση, σαν μια κακή επιλογή της βούλησής μας, και δεν είναι ακόμη σε θέση να συλλάβει τη «συλλογική» οργάνωση του κακού, του εγωιστικού συμφέροντος, δηλαδή της δομικής, οργανωμένης μορφής του εγωισμού, της πλεονεξίας, του ρατσισμού, της δομικής μορφής της αδικίας. Αναρωτιότανπώς μπορεί να γίνει οποιαδήποτε συζήτηση για τη δικαιοσύνη και για τα μεγάλα σημερινά παγκόσμια προβλήματα, εάν δεν υπάρχει σαφήνεια ως προς την τεράστια σημασία της δομικής σύστασης της αδικίας. Ασκούσε κριτική σε θεολογικές προσεγγίσεις που υποστηρίζουν πως πνευματικός είναι ο άνθρωπος που συγκεντρώνει την προσοχή του προς τα ένδον, προς την ψυχή, το πνεύμα και τον ουρανό, περιφρονώντας τα υλικά, τα σωματικά, τα κοινωνικά, αφού όλα αυτά τον αποσπούν, υποτίθεται, από το βασικό και κύριο χρέος του, να σώσει την ψυχή του. Ήταν πεπεισμένος ότι μια τέτοια στάση δυσχεραίνει ή και ακυρώνει κάθε σοβαρή συμβολή στον διάλογο για τα προβλήματα της ανθρωπότητας[1].
Ο Θανάσης Παπαθανασίου συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές φωνές της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογικής σκέψης, οι οποίες έχουν επιχειρήσει συστηματικά και με συνέπεια την επαναφορά της «συλλογικής» οπτικής του χριστιανισμού, καθώς και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας της πνευματικότητας.Το έργο του εκφράζει μια θεολογία με έντονο απελευθερωτικό προσανατολισμό, η οποία αντλεί έμπνευση από το απελευθερωτικό περιεχόμενο του Ευαγγελίου και της πατερικής παράδοσης. Απομακρύνεται συνειδητά από μια αδαή ή επιφανειακή ανάγνωση της ιστορίας, η οποία αρκείται σε γενικές διαπιστώσεις ή ηθικές διακηρύξεις χωρίς βάθος. Αντίθετα, με ιδιαίτερα διεισδυτική ματιά καλλιεργεί συστηματικά την κριτική συνείδηση και προτείνει μια δυναμική ανάγνωση της ιστορικής πραγματικότητας, η οποία δεν περιορίζεται στην επιφάνεια των γεγονότων, αλλά επιχειρεί να αναδείξει τις βαθύτερες αιτίες τους. Πρόκειται για μια προσέγγιση που παραμένει σχετικά σπάνια στον θεολογικό χώρο.
Η θεολογική του προσέγγιση δεν είναι αφηρημένη, ούτε χάνει το παρόν, αλλά αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη, ασχολείται με τις κοινωνικές σχέσεις, προσπαθεί να υπηρετεί τον άνθρωπο απέναντι στις δυνάμεις που τον υποβαθμίζουν, τον υποτάσσουν και τον περιθωριοποιούν. Η θεολογία αυτή είναι συγκεκριμένη, όπως και το Ευαγγέλιο είναι συγκεκριμένο.
Όλο το έργο του Θανάση Παπαθανασίου, και ειδικότερα το «Όψη, Τόπση, Κόψη» των εκδόσεων Manifesto που παρουσιάζουμε σήμερα, εκφράζει μια μορφή «πολιτικής θεολογίας», την οποία αντιλαμβάνεται ως αναγκαία έκφραση, ανάσα λέει ο ίδιος, της εκκλησιαστικής εμπειρίας και της χριστιανικής πίστης. Η θεολογία αυτή είναι σαφώς τοποθετημένη και προσανατολισμένη: παίρνει θέση υπέρ των φτωχών, των ξένων, των κατατρεγμένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων, σε τέτοιο βαθμό που στο πρόσωπο τους να εικονίζεται ο ίδιος ο Χριστός.
Επισημαίνει ο ίδιος ότι ο λόγος της Εκκλησίας και της θεολογίας πρέπει να καταγγέλλει τις κατεστημένες δομές της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Σε αυτή την προοπτική, ο χριστιανισμός καλείται να είναι «επικίνδυνος» -όχι με την έννοια της βίας, αλλά ως δύναμη που ανατρέπει την αδικία- και η Εκκλησία να λειτουργεί ως μια «επικίνδυνη» παρουσία απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης.
«Η σύγκρουση του πιστού με την αδικία γίνεται λόγω της πίστης του, και όχι παράτην πίστη του», υπογραμμίζει με έμφαση ο Παπαθανασίου σε κεντρικά σημεία του έργου του Όψη, Τόπση, κόψη, ιδίωςόταν γράφει για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Κολομβιανό ιερέα Καμίλο Τόρες (σ. 90), προδρομική μορφή της «Θεολογίας της Απελευθέρωσης». Σε αυτή την κατεύθυνση εξηγεί ότι ο Μ.Λ. Κινγκ όταν προέτρεπε «να είμαστε δυσπροσάρμοστοι», εννοούσε το χρέος να μη συσχηματίζονται οι άνθρωποι με τις απάνθρωπες δομές και νοοτροπίες, να είναι απροσάρμοστοι έναντι άδικων νόμων και κοινωνικών συνθηκών (σ. 76).
Έχουμε ήδη φτάσει στον πυρήνα του προβληματισμού του βιβλίου, σε ζητήματα απαιτητικά που απαιτούν λεπτές αλλά κρίσιμες διακρίσεις και θέτουν δύσκολα διλήμματα. Τέτοια είναι, για παράδειγμα, οι τρόποι αντίδρασης απέναντι στο κοινωνικό κακό και την αδικία -όπως ο ρατσισμός, η οικονομική και πολιτική εκμετάλλευση, το μίσος και οι διακρίσεις κάθε μορφής. Παράλληλα, αναδεικνύεται η ένταση ανάμεσα στη βία και τη μη βία, ανάμεσα σε μια πίστη που μπορεί να δικαιολογεί την καταπίεση και σε μια πίστη που την αμφισβητεί και την ανατρέπει. Τίθεται επίσης το δίλημμα ανάμεσα στον πασιφισμό και τη συμφιλίωση, από τη μία, και τη συμμετοχή σε πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες, με ρήξη απέναντι στο άδικο, από την άλλη. Ο συγγραφέας μας καθιστά σαφές από την αρχή ότι η θεολογία δεν είναι ένα συμπαγές «πράγμα», αλλά ένα πεδίο διαρκούς αναμέτρησης γύρω από τα κριτήρια, την ερμηνεία και τον προσανατολισμό (σ. 38 υποσ. 63).
Ας προχωρήσουμε τώρα ένα βήμα παρακάτω, εστιάζοντας στα βασικά ζητήματα και τις καίριες παραμέτρους που αναδεικνύει το βιβλίο Όψη, Τόπση, κόψη. Ο ίδιος ο συγγραφέας μας πληροφορεί στην Εισαγωγή σ.18 ότι με το βιβλίο αυτό συνεχίζει όσα κατέθεσε με το βιβλίο του Βασιλιάς και θερμοστάτης. Το οικουμενικό όραμα του Μ. Λ. Κινγκ, η πανουργία της δουλείας κι ένας θεολογικός εμφύλιος, εκδ. Μανιφέστο 2019.
Σε αυτό το προηγούμενο έργο, ο Θανάσης Παπαθανασίου διατυπώνει μια ευρύτερη θεολογική πρόταση για τον τρόπο με τον οποίο η πίστη νοείται μέσα στην ιστορία. Ο ίδιος ο τίτλος είναι ενδεικτικός: ο «βασιλιάς» παραπέμπει στο πρόσωπο του Μ. Λ. Κινγκ, ενώ η μεταφορά του «θερμοστάτη» συμπυκνώνει τον κεντρικό του στοχασμό. Η Εκκλησία και η θεολογία, σύμφωνα με αυτή τη σύλληψη, δεν οφείλουν απλώς να καταγράφουν την πραγματικότητα -όπως κάνει ένα θερμόμετρο- αλλά να παρεμβαίνουν ενεργά σε αυτήν, και να την μετασχηματίζουν, παλεύοντας ενάντια στον ρατσισμό, την οικονομική εκμετάλλευση και τις διακρίσεις.
Ακριβώς αυτή η κατεύθυνση συνεχίζεται και στο νέο βιβλίο, όπου η έννοια της «κόψης» αναπτύσσεται σε συγγενές θεωρητικό πεδίο, καθώς επίσης αφορά τη δυναμική και ενεργή στάση απέναντι στην ιστορία. Όπως και η προηγούμενη μεταφορά, έτσι και η «κόψη» παραπέμπει στη δυνατότητα του ανθρώπου να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο, να αντιστέκεται στην καταπίεση και στους αποκλεισμούς και να μην παραμένει παθητικός δέκτης της ιστορίας, αλλά ενεργό υποκείμενο κρίσης και μετασχηματισμού της.
Στην κεντρική αυτή έννοια της «κόψης»και στις προεκτάσεις της θα επανέλθω στη συνέχεια.
Το βιβλίο, λοιπόν, όπως ήδη έχω αναφέρει,επιχειρεί μια σαφή θεολογική και πολιτική, με την ευρεία έννοια, τοποθέτηση: ότι η πίστη δεν μπορεί να παραμένει ουδέτερη απέναντι στην αδικία μέσα στην ιστορία.
Κεντρικός άξονας του βιβλίου του Θανάση Παπαθανασίου Όψη, Τόπση, κόψηείναι η ανάγνωση της ανθρώπινης ιστορίας μέσα από πρόσωπα-σημεία τομής.Εδώ βρίσκεται και μία από τις βασικές θέσεις και αρετές του βιβλίου: δεν προσεγγίζει την ιστορία με τρόπο αφηρημένο ή ουδέτερο, αλλά την αναγιγνώσκει μέσα από τα συγκεκριμένα σώματα που την υπέστησαν, μέσα από τα πρόσωπα στα οποία το ιστορικό κακό έλαβε υλική και υπαρξιακή και κοινωνική μορφή. Αυτή η επιλογή, όμως, δεν είναι ουδέτερη· είναι σαφώς κριτική προς μια θεολογία που περιορίζεται σε εσωτερικότητα ή πνευματικότητα χωρίς ιστορική ευθύνη.
Η αξιοποίηση της μορφής της Τόπση(Topsy), της μικρής σκλάβας από το κλασικό έργο της Χάριετ Μπίτσερ Στόου, Η Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά, παρόλο που ο Παπαθανασίου την κρατά στην Εισαγωγή και δεν την αναπτύσσει στα επιμέρους κείμενα του βιβλίου του, αποτελεί το κεντρικό ερμηνευτικό σημείο της ανάλυσης. Η μορφή αυτή που διαπερνά υπόγεια όλα τα κείμενα, δεν επιλέγεται τυχαία, αλλά λειτουργεί ως ένα βαθύ θεολογικό και κοινωνικό σύμβολο για τη μετάβαση του ανθρώπου από την κατάσταση του «πράγματος» στην κατάσταση του «προσώπου», από την αποκτήνωση στην ανθρωπιά, από τη δουλεία στην απελευθέρωση. Η Τόπση δεν λειτουργεί ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως συγκεκριμένο τραυματικό πρόσωπο, δηλαδή ως σύμβολο της μαύρης δουλείας και της θεσμοποιημένης απανθρωποποίησης. Για τον Παπαθανασίου, η μορφή της Τόπση αντιπροσωπεύει την «όψη», δηλαδή το πρόσωπο που ζητά να γίνει ορατό και συνδέεται με την έννοια της «κόψης», δηλαδή το σημείο όπου ο άνθρωπος σταματά να είναι παθητικός δέκτης της μοίρας του και γίνεται ενεργό υποκείμενο που μπορεί να κρίνει, να επιλέξει και να μετασχηματίσει την ιστορία. Ο ίδιος λέει «Η όψη της μεθόριας Τόπση παραπέμπει στην κόψη. Παραπέμπει δηλαδή σε όλα αυτά που κάνουν τον άνθρωπο να μην είναι τυχαίο αντικείμενο καθηλωμένο για πάντα εκεί όπου έλαχε να βρεθεί ή εκεί όπου το έριξαν (σ. 14-15, Εισαγωγή). Συνοπτικά, η Τόπση είναι για τον Παπαθανασίου το «παράθυρο» μέσα από το οποίο βλέπουμε ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια παραμένει ζωντανή ακόμη και στις πιο απάνθρωπες συνθήκες, καλώντας μας σε μια διαρκή κίνηση προς την απελευθέρωση.
Η απελευθέρωση αποτελεί κεντρική έννοια και έγνοια στο βιβλίο, στο οποίο υποστηρίζεται ότι η αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη ταυτίζεται με την κίνηση προς την απελευθέρωση, όπου το πρόσωπο μετατρέπεται από αντικείμενο της ιστορίας σε ενεργό υποκείμενο που διαμορφώνει το μέλλον.
Καίρια και αφετηριακή θέση στην ανάπτυξη της απελευθερωτικής δυναμικής που αναδύεται στο έργο είναι η επισήμανση στο πρώτο κείμενο «Όψεις της όψης» ότι το νόημα της όψης δεν αποκαλύπτεται όταν ένα άτομο προσωπογραφείταικαθεαυτό, αλλά κατεξοχήν όταν βρίσκεται ενώπιον όψεων. Ο άνθρωπος είναι ον σχεσιακό, αναφορικό. Το να είμαι σχεσιακό όν σημαίνει ότι ό άλλος είναι όρος της ύπαρξης μου, σημειώνει ο Παπαθανασίου. Αντίστοιχα, ο Κάλλιστος Γουέαρ είχε επισημάνει: «χρειαζόμαστε ό ένας τον άλλον για να είμαστε ο εαυτός μας». Αυτό σημαίνει, μας εξηγεί ο Παπαθανασίου, ότι η αγάπη κρίνει την αυθεντικότητα της ανθρώπινης υπόστασης, και μάλιστα η αγάπη και η ευθύνη που απορρέει από αυτήν για τον συνάνθρωπο, και κατεξοχήν η ευθύνη απέναντι στον αδύναμο συνάνθρωπο, τον ευάλωτο, γιατί ο ίδιος ο Θεός έγινε ευάλωτος (σ. 28-30).
Βαρύνουσα σημασία στο βιβλίο αποκτά η διερεύνηση ιδίως μέσω της οπτικής του Μ. Λ. Κινγκ και του Κ. Τόρες δύσβατων ζητημάτων, όπως η αυτονόμηση των κοινωνικών αγώνων και η χρήση βίας. Μέσα από την οπτική του Μ. Λ. Κινγκο o συγγραφέας υποστηρίζει ότι η πλήρης απελευθέρωση προϋποθέτει τη συμπόρευση των κοινωνικά θιγομένων, ανεξαρτήτως φυλετικής ή άλλης ταυτότητας. Παράλληλα αυτή συνδέεται με την απόρριψη της φυσικής βίας αλλά και ενός προσχηματικού χυλώδους πασιφισμού (σ. 54 και 64) που επιδιώκει τη νέκρωση της ρήξης με το άδικο και θολώνει τη διάκριση μεταξύ θυμάτων και θυτών. Υπό αυτή την έννοια, η βία επανανοηματοδοτείται ως μορφή πολιτικής ανυπακοής(σ. 64, με αναφορά στον Μ. Λ. Κινγκ).
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο βιβλίο στην άποψη ότι η αγάπη συνιστά τη θεμελιώδη κινητήρια δύναμη (π.χ. σ. 64, 92), τόσο για τη συμπαράταξη με τα θύματα της ιστορίας όσο και για τη ρήξη με το άδικο, αλλά επίσης και για την καθολική απελευθέρωση όλων, δηλαδή τόσο των θυμάτων όσο και των θυτών, με την έννοια της απελευθέρωσης των τελευταίων από το κακό στο οποίο έχουν παραδοθεί. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια διαφοροποίηση μεταξύ Κινγκ και Τόρες, η οποία αφορά επίσης το ζήτημα της αποδοχής ή μη της επαναστατικής βίας.
Ο κεντρικός θεματικός άξονας στον οποίο συγκλίνουν σχεδόν όλα τα κείμενα του βιβλίου μπορεί να συνοψιστεί στο ερώτημα εάν η αναμέτρηση των χριστιανών με το κοινωνικό κακό και ο αγώνας για κοινωνική απελευθέρωση συνιστούν ουσιώδη παράμετρο της αποστολής της Εκκλησίας. Ο Παπαθανασίου απαντά σαφώς καταφατικά. Το γεγονός ότι θέτει το ερώτημα δεν είναι τυχαίο, καθώς γνωρίζει ότι ορισμένοι θεωρούν τον συγκεκριμένο αγώνα άσχετο προς την πνευματική ζωή, ενώ άλλοι τον αντιμετωπίζουν ως παρωχημένο, συνδεδεμένο με παλαιότερες ιστορικές συνθήκες. Στη θέση αυτή αντιπαρατίθεται από πολλούς συχνά ένα «νέο» εκκλησιολογικό παράδειγμα, το οποίο προβάλλει τη συμφιλίωση, συχνά όμως με τρόπο που την ταυτίζει εσφαλμένα με την παθητική στάση απέναντι στην αδικία(σ. 95).
Εδώ το ενδιαφέρον του βιβλίου έγκειται στην προσπάθεια να συνδεθούν και να τεθούν σε γόνιμο διάλογο η ζώσα θεολογία του Μ. Λ. Κινγκ, όπου η χριστιανική μαρτυρία νοείται ως πράξη αντίστασης και μοχλός κοινωνικού μετασχηματισμού, καθώς και η “θεολογία της απελευθέρωσης”, με την ορθόδοξη πατερική παράδοση.
Με τη βοήθεια του Ν. Νησιώτη ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει ότι «…η αγάπη εμπεριέχει και την αντίθεση στο κακό και την αμοιβαία διόρθωση μέσω της κριτικής και της πράξης. Η βιβλική συμφιλίωση περιλαμβάνει την ένταση και την αντιπαράθεση, κατά περίπτωση. Η χριστιανική θεολογία δεν είναι ούτε ειρηνική ούτε πολεμική. Είναι ταυτοχρόνως επαναστατική και συμφιλιωτική.» (σ. 96).
Αντίστοιχα, με τη βοήθεια της θεολογίας της «λειτουργίας μετά τη Λειτουργία» που ενέπνευσε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος Γιαννουλάτος μας υπενθυμίζεται ότι δεν υφίσταται αντίθεση μεταξύ πνευματικότητας και κοινωνικής δράσης. Αντιθέτως, η κοινωνική μαρτυρία νοείται, σημειώνει ο Παπαθανασίου, ως όρος, ως διάχυση και ως κορύφωση του μυστηρίου της Θ. Λειτουργίας και συνεπώς ως αναγκαία έκφραση της σύγκρουσης των χριστιανών με το κοινωνικό κακό -με τις δυνάμεις που πασχίζουν να μην έρθει η Βασιλεία Του (σ. 69).
Αξιοσημείωτη είναι η έμφαση που αποδίδει ο συγγραφέας στη θεολογία της «λειτουργίας μετά τη Λειτουργία», όπως αυτή αναπτύσσεται και στο κείμενο «Δημοκρατία, κοινωνία και η ευθύνη της Θεολογίας»(σ. 105-126). Αντίστοιχα με το προηγούμενο ερώτημα σχετικά με τη σχέση πνευματικότητας και κοινωνικής ευθύνης, τίθεται και εδώ το ζήτημα του κατά πόσο η έγνοια για τη δημοκρατία αφορά ουσιωδώς τη θεολογία. Ο Παπαθανασίου διερωτάται: «με ποια έννοια μπορεί ένας Χριστιανός να δονείται από την κένωση του σαρκωθέντος Χριστού, να εμπνέεται από το όραμα της αγαπητικής Βασιλείας, να συγκροτεί ως εκ τούτου μια κοινότητα σύστοιχη προς αυτά, αλλά να αδιαφορεί για το αν κυριαρχεί τυραννία και απανθρωπιά στον έξω από την εκκλησιαστική κοινότητα κόσμο; Πώς είναι δυνατόν… να νιώθει ότι αυτό δεν τον αφορά; Είναι ή δεν είναι η τυραννία και η απανθρωπιά έργα του διαβόλου επί του κόσμου του Θεού;». «Θυμίζω», συνεχίζει ο Παπαθανασίου, «ότι η διατύπωση ‘λειτουργία μετά τη Λειτουργία’, την οποία καθιέρωσε ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος, δεν σημαίνει διαφήμιση της λειτουργίας στην έξω κοινωνία, αλλά διάχυση της λειτουργίας: μαρτυρία της πίστης και σύγκρουση με τις απάνθρωπες δομές της κοινωνίας»(σ. 107, η υπογράμμιση του συγγραφέα).
Στα δύο τελευταία κείμενα, «Δημοκρατία, κοινωνία και ευθύνη της θεολογίας» και «Απ-ανθρωποποίηση», ο συγγραφέας προχωρά ακόμη περισσότερο, καλώντας μας να στοχαστούμε τις συνθήκες ενός ψηφιακού καπιταλισμού, όπου ενδέχεται να αναδύονται μορφές πονηρής νομιμοποίησης της ελευθερίας, καθώς και ψευδείς εκδοχές ισότητας και ελευθερίας, ή ακόμη και μορφές ναρκισσιστικής εθελοδουλείας ως αποτέλεσμα της αντικειμενοποίησης του ανθρώπου. Επισημαίνει ότι υπάρχουν σύγχρονες δουλείες, διαφορετικές από αυτές της κλασσικής κοινωνικής αδικίας (σ.105 και 127 κ.εξ.).
Και εδώ αναδεικνύεται η έννοια της «κόψης», γιατί σύμφωνα με αυτήν ο άνθρωπος οφείλει να μην είναι παθητικός αποδέκτης της τεχνολογίας, αλλά ενεργό υποκείμενο που παρεμβαίνει στην ιστορία, διακρίνει το δίκαιο από το άδικο και αντιστέκεται στους νέους ψηφιακούς αποκλεισμούς. Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία λόγω της τεχνολογίας, θεολογία και Εκκλησία δεν καλούνται απλώς να καταγράψουν τις κοινωνικές ανισότητες που προκύπτουν από την ψηφιοποίηση, αλλά να συμβάλουν ενεργά στον μετασχηματισμό της πραγματικότητας με γνώμονα την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Καθοδηγητικός άξονας σε αυτή την προοπτική είναι, όπως υπογραμμίζει με ιδιαίτερη έμφαση ο Παπαθανασίου στον Επίλογο, η«ανυποχώρητη ελπίδα» που «επιμένει στο φως ακριβώς όταν πάρα πολλά γύρω έχουν βαλθεί να δείξουν ότι η λαχτάρα του φωτός είναι φαντασιοκοπία» (σ. 137). Οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον συγγραφέα, καλούνται να ανταποκριθούν στο κάλεσμα ενός Θεού χαρακτηρίζεται από κίνηση, πρωτοβουλία, δράση και αγάπη·και εφόσον ανταποκριθούν ουσιαστικά σε αυτό το κάλεσμα, μπορούν να ανοίξουν δρόμους και να πλατύνουν τα μονοπάτια της ιστορίας (σ. 138).
Εν κατακλείδι, το έργο Όψη, Τόπση, Κόψη μπορεί να θεωρηθεί σημαντική συμβολή στη σύγχρονη θεολογία, στο μέτρο που προτείνει μια θεολογία ενεργή και κοινωνικά προσανατολισμένη, η οποία δεν παρέχει εύκολες απαντήσεις, αλλά ανοίγει απαιτητικούς δρόμους προβληματισμού μέσα από λεπτές και κρίσιμες διακρίσεις, πέρα από μονοδιάστατες ερμηνείες. Καλεί τον αναγνώστη να διερευνήσει τις αιτίες του κοινωνικού κακού και να αναλάβει ενεργό ρόλο στη μεταμόρφωση της πραγματικότητας.
[1]Σ. Αγουρίδης, «Ένας διάλογος Χριστιανισμού και Μαρξισμού», του ίδιου, Οράματα και Πράγματα. Αμφισβητήσεις, προβλήματα, διέξοδοι στο χώρο της Θεολογίας και της Εκκλησίας, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1991, 349-353, εδώ σ. 352-353.
Στυλιανός Χ. Τσομπανίδης, Καθηγητής Τμ. Θεολογίας ΑΠΘ


