Η Φαινομενολογία και η μοναχική «Ξενιτεία»

0
23

Το πρόβλημα της πρόσληψης του κόσμου από τον άνθρωπο απασχολεί ανέκαθεν την φιλοσοφία. Το ζήτημα στην Αναλυτική Φιλοσοφία έχει τελματώσει, καθώς όλες οι απαντήσεις που δόθηκαν μέχρι σήμερα θεωρηθήκαν προβληματικές. Μια τελευταία προσπάθεια του φιλοσόφου John MacDowell («Νους και Κόσμος», από τις Π.Ε.Κρήτης) καταδεικνύει την πλήρη αποτυχία αυτής της μορφής φιλοσοφίας, καθότι αναγκάζεται να προσφύγει στον μεγάλο της εχθρό, τον Χέγκελ, για να βρει μια απάντηση στο πρόβλημα, και δανείζεται μια έννοια από τον Αριστοτέλη με τελείως προβληματικό τρόπο.

Η λεγόμενη «ηπειρωτική φιλοσοφία» φάνηκε να στάθηκε πολύ καλύτερα όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα κυρίως μέσω της φιλοσοφικής Σχολής της Φαινομενολογίας, ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο Husserl, ωστόσο στάθηκε ικανή να γνωρίσει πολλές ανανεώσεις μέσω των Heidegger, Levinas, Jean-Luc Marion κ.λπ. Ας μείνουμε λίγο στην ίδια την φιλοσοφία του Χούσσερλ, ο οποίος λέγει ότι το «φαινόμενο» δίδεται στη συνείδηση, ωστόσο γίνεται κανείς «φαινομενολόγος», όταν αρχίσει να παρακολουθεί την ίδια την στροφή της συνείδησής του προς τα πράγματα (πράγμα που λέγεται «προθετικότητα» της συνείδησης). Αυτή η στροφή ονομάζεται φαινομενολογική «αναγωγή».

***************

Θα ξεκινήσουμε λοιπόν από τον ίδιο τον Χούσσερλ. Ο φιλόσοφος λέγει ότι στη «φυσική στάση» η συνείδηση είναι πάντα στραμμένη προς ένα αντικείμενο, είτε μιλάμε για αντίληψη (π.χ. ενός δέντρου), την μνήμη (π.χ. του χθεσινού συμποσίου), την φαντασία (π.χ. μιας μουσικής συναυλίας κ.λπ.). Εδώ θα είχαμε να παρατηρήσουμε τα εξής: πρώτον, η συνείδηση έχει ως βασική, «έμφυτη» τάση της το να στρέφεται σε κάτι έξω από το «εγώ» και δεύτερον μπορεί να «προσλαμβάνει» τον κόσμο, ο οποίος, ως φαίνεται, είναι έτσι κατασκευασμένος ώστε να «δίδεται» στην συνείδηση ως «δωρεά».

Ως γνωστόν, η θεωρία του Χούσσερλ επικρίθηκε από τον Χάιντεγκερ, ο οποίος είπε ότι το λεγόμενο «ενθάδε-είναι» είναι πάντα  εμπεπλεγμένο σε μια «δραστηριότητα» («activity») και ότι η «θεωρία» έρχεται δεύτερη έναντι αυτής της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος είναι ένα «είναι-μέσα-στον-κόσμο», όχι απλώς ένα ον που ζει μέσα στον κόσμο, με τον τρόπο των υπολοίπων ζώων. Θα σταθούμε εδώ και στους δύο φαινομενολόγους φιλοσόφους και στον τρόπο που μίλησαν για την σχέση του υποκειμένου (ή «ενθάδε-είναι») με τον κόσμο. Και στους δύο φιλοσόφους, λοιπόν, περισσότερο βέβαια στον Χάιντεγκερ, αλλά ακόμη και στον Χούσσερλ, μιλάμε για μια «ανοικτότητα» του υποκειμένου έναντι του κόσμου- και εδώ τίθεται το πρόβλημα «ποια είναι η ρίζα αυτής της ανοικτότητας»;

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ρίζα αυτής της ανοικτότητας είναι η σχέση με τον άλλον, η οποία βέβαια θα πρέπει να περάσει «πρωτίστως» από τη σχέση με τον κόσμο. Ωστόσο αυτό αμφισβητείται από τον Χάιντεγκερ, ο οποίος λέγει ότι συναντάμε τον άλλον («συνείναι») δευτερευόντως, μέσω της σχέσης μας με τον κόσμο που είναι πρωτογενής. Αυτό εξηγεί και το γιατί στο έργο του κάθε συνάντηση του «ενθάδε-είναι» με τον άλλον υποβιβάζεται σχεδόν στο επίπεδο της σχέσης με τους πολλούς.

*************

Το μεγάλο πρόβλημα και με τους δύο φιλοσόφους είναι αυτό που σημαίνει πρωταρχικά ο όρος «κόσμος». Σε κανέναν από τους δύο- αλλά κυρίως στον Χάιντεγκερ- δεν σημαίνει αυτό που θα λέγαμε το «υλικό σύμπαν», η «φύση». Τότε τι ακριβώς είναι ο κόσμος; Ποια απάντηση θα πρέπει να δώσουμε σε αυτό το ερώτημα;

Ποια είναι αλήθεια η έννοια του «κόσμου» στον Χάιντεγκερ; Αντίθετα από ό,τι πιστεύεται, ο κόσμος στον συγκεκριμένο φιλόσοφο είναι διαμεσολαβημένος από κάτι που είναι «πλέον» αυτού, από κάτι που «πλεονάζει». Φαίνεται ότι ο «κόσμος», που δεν είναι, όπως είπαμε, μήτε το ίδιο το σύμπαν μήτε η φύση, λειτουργεί ως κάτι το οποίο είναι, για να μιλήσουμε απλά, ένα είδος ολότητας, η σχέση με την οποία εγγυάται την «αυθεντικότητα». Αναγκάζομαι στο σημείο αυτό και μιλώ πολύ απλοϊκά και προδίδω ίσως τις έννοιες. Τέλος, ο Λεβινάς μιλά για τον «ξένο», ο οποίος εμφανίζεται στον οντολογικό ορίζοντα του υποκειμένου, και απευθύνεται προς αυτόν για να του πει «ιδού εγώ», «μη με φονεύσεις». Δεν θα πούμε πολλά περισσότερα για τη σχέση των φαινομενολόγων με τον κόσμο. Θα περάσουμε για να καταλάβουμε καλύτερα την Φαινομενολογία στην χριστιανική θεώρηση των πραγμάτων.

                         ***************

Θα μιλήσουμε για την έννοια της «ξενιτείας» στον χριστιανισμό, και πιο συγκεκριμένα στον μοναχικό βίο. Λοιπόν, η ξενιτεία στους μοναχούς δεν θεωρείται μια απλή γεωγραφική μετακίνηση, αλλά μια εσωτερική κατάσταση ύπαρξης. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος την ορίζει ως «την εκούσια απομάκρυνση από όλα όσα μας συνδέουν με τον κόσμο, με σκοπό την πλήρη αφοσίωση στον Θεό». Η έννοια του «κόσμου» εισβάλλει λοιπόν απρόοπτα μέσα στον ορισμό της «ξενιτείας», και γίνεται μάλιστα λόγος για μια «αποσύνδεση από τον κόσμο». Αυτό ασφαλώς θα φαινόταν παράξενο πρωτίστως στον Χάιντεγκερ, για τον οποίο, όπως είπαμε, ο άνθρωπος είναι ένα «είναι-μέσα-στον-κόσμο». Ο κόσμος δεν είναι παρά μέρος του ορισμού του ανθρώπου, ή καλύτερα του «ενθάδε-είναι». Ο άνθρωπος είναι πάντοτε «εμπεπλεγμένος» μέσα σε μια «δραστηριότητα» («activity»), η οποία μάλιστα προηγείται κάθε «θεωρίας»: και εδώ έχουμε να κάνουμε για μία απο-σύνδεση από τον κόσμο. Φαίνεται σαν ο κόσμος να μας χωρίζει από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος όμως, κατά τον Χάιντεγκερ, υπάγεται στο Είναι και δεν τον υπερβαίνει. Τι συμβαίνει λοιπόν με την μοναχική «ξενιτεία»;

Θα πρέπει να επιμείνουμε περισσότερο στον ορισμό της μοναχικής «ξενιτείας». Πρόκειται λοιπόν πρωτίστως για την αποκοπή από το «οικείο περιβάλλον» (πατρίδα, σπίτι, ανέσεις), πράγμα που γίνεται για να «σπάσουν» οι δεσμοί της υλικής «ασφάλειας». Θυμόμαστε ότι ειδικά ο Χάιντεγκερ μιλά για το ότι είναι κάνεις «ερριμμένος» μέσα στον κόσμο, βρίσκεται δηλαδή κάπου «ριγμένος», και εκεί συναντά τα λεγόμενα «πρό-χειρα» πράγματα (ένα σφυρί, τα καρφιά, τις σανίδες κ.λπ., υλικό για να κτίσει- το περίφημο παράδειγμα- μία καλύβα). Ωστόσο στην «ξενιτεία» δεν είναι κανείς ερριμμένος πουθενά. Αυτό από φαινομενολογική άποψη έχει τεράστιο ενδιαφέρον. Μπορούμε να μιλήσουμε για ένα «ενθάδε-είναι» δίχως να υπάρχει καν ενθάδε. Μπορούμε να διευρύνουμε τον περίφημο ισχυρισμό του Χάιντεγκερ, ότι βρισκόμαστε κάπου, όπως είπαμε, ερριμμένοι στον κόσμο, όπου αισθανόμαστε άνετα, εξοικειωμένοι με τον κόσμο. Ο μοναχός ζει ασφαλώς κάπου, σε κάποιο «φυσικό περιβάλλον», σε έναν χώρο, αλλά έχει εντελώς αποκοπεί από το «ενθάδε» του «ενθάδε-είναι». Για αυτόν είναι βέβαια τα πράγματα γνωστά, ξέρει και τι είναι σφυρί, και τι είναι καρφιά κ.λπ., αλλά αποκόπτεται ο «λόγος» που δίνει ο Χάιντεγκερ: δεν είναι εμπεπλεγμένος σε καμία δραστηριότητα. Έχει κόψει, όπως είπαμε, τους δεσμούς με την «υλική ασφάλεια». Για αυτόν δεν υπάρχουν «πρό-χειρα» πράγματα, δεν  υπάρχει «παρεύρεση». Δεν υπάρχει η χαϊντεγκεριανή «οικειότητα».

***************

Περαιτέρω, μπορούμε να ορίσουμε την «ξενιτεία» ως την αποδέσμευση από την «συγγένεια». Πρόκειται για την αποκοπή κάθε «εμπαθούς», όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας, δεσμού με τους συγγενείς. Ο μοναχός δεν παύει να αγαπά, αλλά μετατρέπει την ιδιωτική αγάπη σε καθολική, αγαπώντας όλον τον κόσμο εξίσου. Ο μοναχός θυμίζει τον Πατριάρχη της Παλαιάς Διαθήκης Αβραάμ, στον οποίο ο Θεός είπε «έξελθε εκ της γης της συγγενείας σου και δεύρο εις την γην ην αν σοι δείξω». Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για τον Λεβινάς, ο οποίος κατά μερικούς κάνει ένα άνοιγμα στον χριστιανισμό, μιλώντας για την αγάπη- είναι αλήθεια αυτό, παρόλα αυτά ο Λεβινάς διακρίνεται από έναν νομικισμό, φθάνοντας στο σημείο να κατηγορήσει τον ίδιο τον Χριστό, γιατί θεράπευε ημέρα Σάββατο! (στο βιβλίο του «Τέσσερις Ταλμουδικές Μελέτες»). Η απόσταση που τον χωρίζει από τον χριστιανισμό είναι στην πραγματικότητα ιδιαίτερα μεγάλη, όταν λάβουμε υπόψη την έννοια της «ξενιτείας», στην οποία αναφερόμαστε στο παρόν. Μέσα στην μοναχική ζωή κρύβεται το γεγονός ότι ο μοναχός, κατά τους Πατέρες, ζει μια «Ξένη» ζωή: ζει ως «ξένος» και παρεπίδημος πάνω στη γη. Η αληθινή πατρίδα του θεωρείται η Βασιλεία των Ουρανών, οπότε η ζωή μέσα στον κόσμο θεωρείται μια προσωρινή διαμονή σε ξένο τόπο. Εδώ, κι έχει τεράστια σημασία αυτό, αντί να συναντά ο θεώμενος στον οντολογικό ορίζοντα τον «ξένο», όπως λέγει ο Λεβινάς, γίνεται ο ίδιος ο ριζικά «Ξένος». Ο μοναχός έχει «πεθάνει», είναι «νεκρός» για τον κόσμο. Ο ίδιος, τρόπον τινά, εμφανίζεται πρώτος στον οντολογικό ορίζοντα που περιγράφει ο Λεβινάς, και λέγει στον άλλο ότι φυσικά και δεν μπορεί να τον φονεύσει, πολύ απλά γιατί ο ίδιος είναι «νεκρός». Ο «ξένος» του Λεβινάς συναντά μπροστά του έναν «νεκρό», ο οποίος όμως αγαπά τους πάντες εξίσου. Ο γάλλος φαινομενολόγος φιλόσοφος και θεολόγος Jean-Luc Marion έχει κάνει μια πολύ ωραία ανάλυση της αγάπης στο βιβλίο του «Το Ερωτικό Φαινόμενο», το οποίο θα μπορούσε θα επωφεληθεί τα μέγιστα και από μια ανάγνωση της ορθόδοξης νηπτικής γραμματείας- προς την οποία ο στοχαστής αυτός φαίνεται να διάκειται πολύ φιλικά.

***************

Σταματάμε εδώ την ανάλυση της σχέσης της Φαινομενολογίας, με το φαινόμενο της «ξενιτείας», το οποίο στην πραγματικότητα αφορά κάθε χριστιανό, αλλά απλά στον μοναχισμό παίρνει μια ιδιότυπη μορφή. Τελειώνουμε λέγοντας ότι η Φαινομενολογία είναι μια Σχολή Σκέψης που αποδέχεται τη σχέση Φιλοσοφίας και Θεολογίας, πράγμα πολύ ευχάριστο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ