«Φόβος και Τρόμος»: Ο Κίρκεγκωρ και ο Jean-Luc Marion

1
2295

Ο πατέρας της λεγόμενης «υπαρξιστικής» φιλοσοφίας, ο Κίρκεγκωρ, για τον οποίο έχουμε μιλήσει και αλλού (βλ. το άρθρο μας στο Αντίφωνο «Κίρκεγκωρ: ο τελευταίος Λουθηρανός»), θεωρούσε ότι «υποκειμενικότητα» σημαίνει «ενοχή». Σε ένα από τα πιο γνωστά του βιβλία, το «Φόβος και Τρόμος», γίνεται αναφορά στο γεγονός της Θυσίας του Αβραάμ, με έναν ιδιότυπο τρόπο. Ο Κίργκεγκωρ θεωρεί ότι ο Πατριάρχης των Εβραίων υψώνεται πάνω από τον τραγικό ήρωα, π.χ. τον Αγαμέμνονα, ο οποίος μένει στο πεδίο του ηθικού. Ο Αγαμέμνων συγκεκριμένα θεωρείται τραγικός ήρωας, γιατί μέσα του συγκρούονται δύο αρχές της ηθικής: αφενός το πατρικό καθήκον, που επιτάσσει να μην θυσιάσει την πολυαγαπημένη του κόρη Ιφιγένεια, και από την άλλη το καθήκον του απέναντι στην πατρίδα, που απαιτεί να θυσιαστεί η κόρη του, για να πλεύσει ούριος άνεμος ώστε να εξευμενιστούν οι θεοί και να μπορέσουν τα πλοία να ταξιδεύσουν για την Τροία. Δεν χωρά αμφιβολία, είναι δυστυχής, βρίσκεται σε πολλή δύσκολη θέση, αλλά είναι αλήθεια ότι υπάρχει ιεραρχία στους ηθικούς κανόνες και καθήκοντα και έτσι αποφασίζει να θυσιάσει την Ιφιγένεια. Νικά το καθήκον για την πατρίδα.

Αντιθέτως ο Αβραάμ, ο ιππότης της πίστης κατά τον Κίρκεγκωρ, ακούει τον Θεό του να του λέγει να θυσιάσει τον μονογενή του  υιό, τον Ισαάκ, ενώ την ίδια στιγμή του έχει υποσχεθεί ότι από το σπέρμα ακριβώς του Ισαάκ θα ευλογηθούν όλα τα έθνη.  Ο Ζαν-Λυκ Μαριόν, γάλλος φαινομενολόγος φιλόσοφος, χαρακτηρίζει την «Αποκάλυψη» ως κορεσμένο φαινόμενο. Σύμφωνα με τον ιδρυτή της Φαινομενολογίας, τον Χούσερλ, τα φαινόμενα «δίνονται» στην συνείδηση. Υπάρχουν όμως, κατά τον Μαριόν, και φαινόμενα τα οποία δίδονται βέβαια στην συνείδηση, αλλά δεν μπορούν να εξαντικειμενιστούν εννοιακά πλήρως. Ξεπερνούν την ικανότητά μας «to understand and conceptualise» (στο περίφημο έργο του «In Excess: Studies of saturated Fhenomena», New York, Fordham Univ. Press, 2002). Ως τέτοια παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν το πρόσωπο του άλλου ανθρώπου, η εννόηση της ομορφιάς, η εμπειρία του ίδιου του σώματός μας («σαρξ»). Έχει άλλωστε επισημανθεί και από την δική μας θεολογία του ’60, ότι δεν γίνεται να εξαντληθεί σε μια εννοιολογική περιγραφή, όσο αναλυτική και αν είναι αυτή, η «σχέση» μας με τον άλλον. Η ανάλυση του Μαριόν θα μας σταθεί, πιστεύω, πολύτιμη βοηθός στην προσπάθειά μας να μιλήσουμε για τον Κίρκεγκωρ.

Ο Θεός μίλησε λοιπόν, «αποκαλύφθηκε», στον Αβραάμ. Ο Κίρκεγκωρ επιμένει πολύ στο σημείο ότι «ακούει» τον Θεό και ότι «πορεύεται» προς το να θυσιάσει τον Ισαάκ, εμπεπλεγμένος σε μια δύσκολη κατάσταση. Καταρχήν, δεν είναι σίγουρος ότι του μίλησε ο ίδιος ο Θεός. Η εντολή που του έδωσε, να θυσιάσει τον μονογενή του υιό, εναντιώνεται, όπως είπαμε, στην προγενέστερη «Αποκάλυψη» επίσης του Θεού, που του υποσχέθηκε ότι από τον Ισαάκ θα προκύψει μεγάλη γενιά ανθρώπων, ένα έθνος, διά του οποίου θα ευλογηθούν όλα τα υπόλοιπα.

                                 **************

Ο Αβραάμ φέρθηκε πολύ καλά στην εντολή του Θεού να εξέλθει «από την γη και τους συγγενείς του», και να μετοικήσει στην χώρα που θα του υπεδείκνυε ο ίδιος ο Κύριος. Κάνοντάς το αυτό, απαλλάχθηκε τελείως από την λεγόμενη «κοινωνία των μεγάλων», που μαθαίνει στον άνθρωπο από παιδί τους κανόνες της, τις νόρμες της, τους νόμους, γραπτούς και άγραφους. Πια όλα αυτά του  φαίνονται ξένα. Υποβιβάζει την λεγόμενη «Ηθική», σε ένα σύνολο από ανόητες συμβάσεις των «πολλών», όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, αυτής της μεγάλης μάζας από ανοήτους μύθους, χαχανητά, βία, κραυγές κ.λπ. – τα έχουν αναλύσει οι ανθρωπολόγοι. Όμοιος πια με μικρό παιδί, καθάρισε από όλα αυτά, και τώρα είναι ξανά «έτοιμος» να δεχθεί την εντολή. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι ο Αβραάμ προέβη σε ένα είδος «κένωσης» του εαυτού του, το οποίο είναι απαραίτητο αν θέλει να συνδεθεί κανείς με τον Θεό- αυτό άλλωστε το λέγουν κατά κόρον οι Πατέρες της Εκκλησίας. Μπορούμε πρόχειρα εδώ να θυμηθούμε τον πλέον πρόσφατο, τον άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ, που λέγει πολλά για το «αυτομίσος» και την κένωση.

Μαζί με όλα τα άλλα, ο Αβραάμ απαρνήθηκε λοιπόν, κατά την πατερική ανάλυση, και τον εαυτό του. Και έτσι υψώθηκε πάνω από το πεδίο του «Ηθικού», όπως λέγει ο Κίρκεγκωρ, που τον έκανε ικανό να νιώσει το σχέδιο του Θεού ως δικό του σχέδιο- ήθελε ό,τι και ο Θεός. Όταν ο Θεός του υποσχέθηκε ότι από τον Ισαάκ θα προέλθει το εκλεκτό έθνος, διά του οποίου θα ευλογηθούν όλα τα υπόλοιπα, ταυτίστηκε με αυτή την απόφαση του Θεού. Και όταν ο Θεός τα ανατρέπει όλα αυτά και του λέγει να θυσιάσει τον Ισαάκ, πορεύεται συλλογισμένος, γιατί, τρόπον τινά, δεν μπορεί να μεταφράσει στην δική του γλώσσα αυτό σε τίποτα άλλο παρά μόνο σε ενοχή- ο άνθρωπος κατά τον Κίρκεγκωρ, αλλά και τον Χάιντεγκερ αργότερα, βρίσκεται ήδη σε «ενοχή».

Ίσως σε «ενοχή» θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε το οντολογικό κενό που νιώθει ο Αβραάμ από το ότι δεν του έχει μείνει τίποτα πια από τα προτερινά -είναι στην ουσία ένας ερημίτης-, και γκρεμίζονται μέσα του όλες οι βεβαιότητες για την Θεότητα. Η καρδιά της ύπαρξης είναι κάτι ανώτερο από την ηθική, αλλά ακόμα δεν έχει σχηματίσει εντός του ο Αβραάμ αυτή την ζώσα τέλεια πείρα– θα την κερδίσει όταν θα κάνει υπακοή στην θεία εντολή. Αγαπά τον υιό του, νιώθει τρυφερότητα για αυτόν, αλλά η Αποκάλυψη γνωρίζει αναβαθμούς.

Κατά τον Ζαν-Λυκ Μαριόν, για τον οποίο είπαμε ήδη δυο λόγια, η Αποκάλυψη δεν μπορεί επίσης να εξισωθεί με την Ηθική. Οι εντολές του Θεού, τόσο αυτές του Μωσαϊκού Νόμου όσο κυρίως αυτές που έδωσε ο Χριστός, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξαντικειμενιστούν εννοιολογικά. Θα έλεγε κανείς ότι η Φιλοσοφία δεν έχει το δικαίωμα να μιλά για Αποκάλυψη του Θεού, γιατί γίνεται Θεολογία, αλλά τότε -όπως είπαμε- δεν θα έπρεπε να μιλά ούτε για την αποκάλυψη του προσώπου του άλλου, γιατί και αυτό ποτέ, εσαεί, δεν μπορεί «to be conceptualized».

Οι εντολές του Χριστού είναι θεία ζωή- λέγει ο άγιος Σωφρόνιος. Πολλές φορές φαίνονται να εγκρύπτουν μέσα τους αντιφατικότητα, αλλά αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχουμε ακόμη φθάσει στο ύψος τους. Οι εντολές του Χριστού είναι στην πραγματικότητα γεμάτες από την Δόξα του Θεού- και αυτή οράται από τους θεόπτες. Οι εντολές του Θεού φαίνεται σαν να πηγάζουν από κάποιον που δεν νοιάζεται για τα ανθρώπινα- ίσως ο Ισαάκ, ως παιδί, που προχωρούσε στην θυσία, καταλάβαινε πολύ καλύτερα την Αποκάλυψη του Θεού.

Για να το γενικεύσουμε, τα παιδιά, που είναι ακόμη εύπλαστα, όταν κλαίνε, δέχονται ίσως την αποκάλυψη του Θεού. Το δάκρυ του παιδιού είναι και αυτό ένα «κορεσμένο φαινόμενο»- τουλάχιστον τα δάκρυα του Ισαάκ. Όταν ο Ισαάκ κλαίει, όταν τον στέλνει ο Θεός να μαζέψει τα ξύλα της πυράς και δεν βλέπει πουθενά πρόβατο προς θυσίαν, ξέρει ότι ο Θεός είναι παρών. Χιλιάδες παιδιά, εκατομμύρια παιδιά κλαίγουν μαζί του, ανά τους αιώνες, και οι μεγάλοι απορούν γιατί υπάρχει τόσος πόνος και σκληρότητα  στον κόσμο που κυβερνά ο Θεός. Πράγματι, ο Κύριος είναι ακατάληπτος. Ξεπερνά στην Ιστορία το Ηθικό. Ναι, είχε δίκιο ο Κίρκεγκωρ, το θρησκευτικό είναι πέρα από το ηθικό. Τα παιδιά που πάσχουν διαμαρτύρονται απέναντι σε όλους αυτούς που λένε ότι ο Θεός είναι άδικος, επειδή αφήνει ως και τα βρέφη να υποφέρουν τόσο πολύ. Στο Κατηχητικό, εκεί που επικρατούσε -χωρίς να θέλω να κατηγορήσω κανένα- μια όντως ενοχική ατμόσφαιρα και μια καθηκοντολογία, στον απόηχο ίσως του Κίρκεγκωρ, την ώρα που τραγουδούσαν όλα τα παιδιά μαζί, έβγαινε μια υπέροχη υμνωδία που ανέβαινε προς τον ουρανό, μια παναρμόνια προσευχή που άφηνε πίσω της όσα δεν ήξεραν ή δεν τολμούσαν ακόμη οι μικροί να σκεφθούν. Στο μικρό τραγουδάκι του Κατηχητικού, τα πρόσωπα όλων των μικρών έλαμπαν απίστευτα πολύ, τα μάτια καθρέφτιζαν το άπειρο, και του έλεγαν: ιδού, Κύριε, είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για σένα. Κάνε μας μάρτυρες.

Όταν έφθασαν στον τόπο της θυσίας, ο Αβραάμ, όπως είπαμε, ζήτησε από τον Ισαάκ να μαζέψει τα ξύλα για να αναφθεί η πυρά. Αυτό, λένε οι Πατέρες, ήταν ένας «τύπος»: γιατί μια μέρα ο Κύριος θα σήκωνε ο ίδιος τον δικό Του Σταυρό για να πορευθεί στον Γολγοθά. Ο Ισαάκ θεωρούσε πολύ μεγάλη τιμή του ότι θα γινόταν τύπος του Χριστού- και αυτό είναι ένα «κορεσμένο φαινόμενο», με την έννοια του Μαριόν. Αλλά και ολόκληρη η θυσία του αποτελεί τύπο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου. Γιατί, όπως ο Αβραάμ θυσιάζει τον μονογενή του υιό για να θυσιαστεί στον Θεό, έτσι και ο Θεός-Πατέρας έστειλε τον μονογενή Του Υιό για να θυσιαστεί για το γένος των ανθρώπων.

                     ************

Ο Κίρκεγκωρ θεωρεί ότι ο Θεός δεν δίνει τον νόμο, μια ηθική. Η σχέση μαζί Του ξεπερνά τον Νόμο, όπως είδαμε να γίνεται και στην θυσία του Αβραάμ. Ο Κίρκεγκωρ θεωρούσε επιπροσθέτως τον έρωτα ανέφικτο: για αυτό ανέβαλε συνεχώς τον γάμο με την μνηστή του Ρεγγίνα, την οποία δεν παντρεύτηκε ποτέ. Εδώ όμως είναι που το παιδί διαφοροποιείται από τον Κίρκεγκωρ. Ναι, ο Θεός είναι ο φοβερός Γιαχβέ, ο τρομερός Αδωνάϊ, ο Κύριος Σαβαώθ, ο επί Χερουβείμ καθήμενος. Στο Σινά άστραψαν βροντές και ξέσπασε τρομερή θύελλα φωτός και κεραυνών, και αυτό το παιδί το καταλαβαίνει από την πρώτη στιγμή. Αλλά πριν συμβεί αυτό, ήδη a priori, «δίδεται» στο παιδί, με την χουσερλιανή έννοια, ο έρωτας του Θεού- και αυτό είναι ένα «κορεσμένο φαινόμενο», γιατί ο έρωτας είναι πάντα ένα φαινόμενο «in excess», «καθ’ υπερβολήν». Όσο και αν τον διανοητικοποιήσουμε, ο έρωτας –που «δίδεται», όπως είδαμε, και αυτό έχει τεράστια σημασία- έχει πάντα ίδιον να «ξεχειλίζει».

Το συμπέρασμα; Ο Θεός, είπε κάποιος σοφός, έβαλε τον Αβραάμ να θυσιάσει τον γιο του, για να  μην φέρει σε δύσκολη θέση τον άνθρωπο, όταν Εκείνος θα έστελνε τον δικό Του Υιό, να θυσιαστεί για  τον άνθρωπο. Ο Θεός έχει λεπτότητα. Και αυτή επίσης ξεχειλίζει…

1 σχόλιο

  1. Εξαιρετική ανάλυση του “παραλόγου” της Αποκαλύψεως του Θεού, της κατά Χριστόν ηθικής που ξεπερνά τον Ορθό Λόγο και τελικά μάς φανερώνει τη λεπτότητα του Θεού.
    Με την ίδια λογική μιλά ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος για το Προπατορικό Αμάρτημα και τη συνέπειά του, τον θάνατο: “Κερδαίνει μέν τι κἀνταῦθα, τὸν θάνατον καὶ τὸ διακοπῆναι τὴν ἁμαρτίαν, ἵνα μὴ ἀθάνατον ᾖ τὸ κακόν. Καὶ γίνεται φιλανθρωπία, ἡ τιμωρία. Οὕτω γὰρ πείθομαι κολάζειν Θεόν.”

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ