Halloween και ελληνική παράδοση: ολίγα τινά βασικά

2
1039

Ο Γιώργος Θεοτοκάς έγραφε κάπου εκεί το 1931, στην προσωπική τους αλληλογραφία, στο Σεφέρη για τη νέα του συλλογή, την περίφημη «Στροφή», ότι είναι κάπως «εξαϋλωμένη μέσα στο fog» και ότι βρίσκει ότι προσφέρει κάτι νέο στην ελληνική ποίηση. Ο Σεφέρης πράγματι γνώρισε το λονδρέζικο fog, λόγω των σπουδών του. Εντούτοις, αυτό δεν υπάρχει μόνο στη Λόνδρα (Λονδίνο), αλλά και στη συμβασιλεύουσα. Όπως έγραφε ο Γιώργος Ιωάννου («Θεσσαλονίκη-Αθήνα, μία ερωτική σύγκριση», 1984):
«Αχ, πολύ μου λείπουνε τέτοιες ομίχλες στην Αθήνα εδώ (…) Οι εικόνες των δρόμων της Αθήνας μέσα απ’ τη βροχή με έχουν δέσει με διάφορες γωνίες και θέσεις, μα η ομίχλη και το πούσι με ζαλίζει, όταν το σκέφτομαι». Και, επεξηγηματικά, ο Ιωάννου γράφει, το ’64: «Κάθε φορά που πέφτει ομίχλη ή είναι πολύ σκοτεινά, κατεβαίνω και γυρίζω σαν τρελός στις πιο σκοτεινές πλατείες». Λέγοντας «σαν τρελός», στο θεσσαλονικιώτικο ιδίωμα, σημαίνει παράφορα, με ζέση, εμμανώς. 

Ο Ιωάννου άλλοτε είχε γράψει, επί τη αφορμή του θανάτου του Σεφέρη το 1971, ότι σε αντίθεση με αλλού, ο θάνατος στην Ελλάδα συχνά πέφτει σαν μια αιφνιδιαστική μπαταριά. Με άλλα λόγια, λείπει η μνήμη θανάτου. Εντούτοις, η μνήμη θανάτου δεν είναι μια καταθλιπτική μελέτη που μας στερεί τις χαρές (ή/και τις μικροχαρές) της ζωής αυτής (σε όποιον δε θέλει να τις στερηθεί), αλλά αντίθετα επιδρά τελικά με τρόπο που αυξάνει το βάθος και την ένταση αυτής της βίωσης.

Αυτή η μνήμη θανάτου είναι αναμφισβήτητα ένα από τα αντικείμενα της γιορτής του Halloween, όπως προκύπτει από την εκκλησιαστική της ρίζα. Η γιορτή αυτή προέρχεται από την Παραμονής των Αγίων Πάντων (All Hallows Eve), που αρχικά υπήρχε στην Ενωμένη Εκκλησία της Ευρώπης. Είχε καθιερωθεί να γιορτάζεται την 31η Οκτωβρίου από τον ορθόδοξο Πάπα Γρηγόριο τον 3ο (731-741). Η παραμονή λοιπόν των Αγίων Πάντων ήταν η Μέρα των νεκρών ή η Μέρα των ψυχών. 

Το Halloween ευρύτερα έχει τρεις εκφάνσεις: την εκκλησιαστική, τη λόγια και τη «δημώδη» ή κοσμική ή παιδική. Για την εκκλησιαστική ήδη μιλήσαμε. Τη λόγια κατεξοχήν εκπροσωπεί ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε (1819-1849), ιδιαίτερα με το ποιήμά του Ουλαλούμη, που θεωρείται η αντιπροσωπευτικότερη της γιορτής αυτής περίπτωση της λογοτεχνικής -και Αμερικανικής ειδικά- γραμματείας. Ο αφηγητής-ποιητής, όπως μας αναφέρει το ποίημα, βρίσκεται μια «νύχτα θλιβερού Οχτώβρη» στη «μουντή λίμνη του Όβρη» και «στην ομίχλη του μεσόκαμπου Γουήαρ». Έτσι, ο ποιητής τελικώς φτάνει σε ένα μνήμα, που ανακαλύπτει πως είναι της αγαπημένης του Ουλαλούμης, που όμως έχει πεθάνει. Ο Πόε, με τρόπο αυτοβιογραφικό (έχασε πρόωρα τη σύζυγό του Βιργινία Κλεμ, από τη λεγόμενη κάποτε και «νόσο των Ρομαντικών», τη φυματίωση) οραματίζεται τη ζωή μετά το θάνατο και τη συνέχιση της ύπαρξης των αγαπημένων νεκρών.

Τέλος, το Halloween έχει και την απλούστερη ή δημώδη έκφανση, με τις μεταμφιέσεις, τη διακόσμηση με τις κολοκύθες, κ.λπ. Ο ζωντανός νεκρός ή ζώνεκρος (ζόμπι), πέραν της όποιας (και οποθενδήποτε προκύπτουσας) φυσικής του ύπαρξης, έχει αναγνωριστεί και ως το κατεξοχήν ανθρωπολογικό πρότυπο της εποχής του μεταμοντέρνου καπιταλισμού: πρόκειται για τον άνθρωπο απομειωμένο σε ορισμένα ορμέμφυτα που τον ελέγχουν ολοκληρωτικά, χωρίς κανένα εσωτερικό εμπόδιο ή τύψη, χωρίς κανένα «σωκρατικό δαιμόνιο» να λειτουργεί, εφόσον έχει απορριφθεί πολλαπλά1. Θα άξιζε άραγε τον κόπο μια αισθητοποίηση αυτής της πραγματικότητας; 

Επιστρέφοντας στον Πόε, είναι για όσους από μας ασχολούνται με την αστυνομική λογοτεχνία, ο πατέρας της στη σύγχρονη μορφή της, με τις «Δολοφονίες της οδού Μοργκ» (1841). Ήταν παράλληλα και Χριστιανός. Όμως, εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Φώτης Κόντογλου υπήρξε μεγάλος θαυμαστής της λογοτεχνίας του Πόε. Είχε μεταφράσει από τα γαλλικά διηγήματά του: τα «Μη στοιχηματίζετε ποτέ το κεφάλι σας στο διάολο» και το «Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια μποτίλια». Ο Κόντογλου είχε μιλήσει στο φίλο του Κωνσταντίνο Καβαρνό για την μεγάλη εκτίμησή του στο έργο του Πόε, εξαίροντας το «βαθύ, μεταφυσικό, θρησκευτικό» κλίμα των ιστοριών του. Σημειωτέον, ο Κόντογλου παραδεχόταν συνολικά ελάχιστους λογοτέχνες, από αυτούς που θεωρούμε μεγάλους. Ούτε ο Βενέζης ούτε ο Καζαντζάκης «γλύτωναν» από τα κριτήριά του. Παρόμοια όμως τοποθέτηση έναντι της λογοτεχνίας αυτής είχε και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Πέραν κάποιων νεανικών προσωπικών του ποιητικών δοκιμών (που αναφέρει ο Λάμπρος Καμπερίδης σε σχετική μελέτη του) που έχουν εντονότατο το στοιχείο του γοτθικού ρομαντισμού, υπήρξε ο μεταφραστής τόσο του Δράκουλα του Μπραμ Στόουκερ (σε συνέχειες, στην εφημερίδα «Άστυ»), όσο και του «Αόρατου Ανθρώπου» του Χ. Τζ. Ουέλλς. Με άλλα λόγια, και οι δύο μεγάλοι μύησαν το εγχώριο κοινό στην αστυνομική λογοτεχνία, τη λογοτεχνία μυστηρίου, τρόμου και επιστημονικής φαντασίας.

Εάν ένα έθνος είναι ζωντανό, τότε έχει γνώση της ταυτότητας και της παράδοσής του και ταυτόχρονα αφομοιώνει, προσλαμβάνει ό,τι αξίζει και το μεταπλάθει. Αυτό αναφέρει όχι μόνο ο Κ. Θ. Δημαράς γενικά για τα ζωντανά έθνη, αλλά και ο Πλάτωνας στην Επινομίδα ως κατεξοχήν ελληνικό χαρακτηριστικό. Παράλληλα, όταν ένα έθνος είναι νεκρό, αναπαράγει νεκρές φόρμες του παρελθόντος, διότι δεν έχει το πνεύμα και την εσωτερική πνοή να γεννήσει νέα αυθεντικά έργα, ανανεώνοντας στην πράξη την παράδοση. Επίσης, μιμείται εξωτερικά και άκριτα, χωρίς να λαμβάνει εξωτερικά προσλήμματα προς επεξεργασία.
Έτσι, με δεδομένες τις αυξανόμενες εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα για το Halloween και στη χώρα μας (πλην άλλων χωρών της Δυτικής ιδιαίτερα Ευρώπης), αυτό λοιπόν είναι εδώ το… «διακύβευμα»: να προσλάβουμε και να αφομοιώσουμε, αφού αξιολογήσουμε τα από και περί το Halloween. Σε κάθε περίπτωση, θα άξιζε να μας προβληματίσει σε βάθος η εμφανής, κατά τεκμήριο, συγγένειά του (και όλων των πέριξ αυτού) με τη δική μας αυθεντική ελληνική και ορθόδοξη παράδοση.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Σύνθεση με φωτογραφία Φαγιούμ”) είναι έργο του Λευτέρη Ρόρρου.

2 Σχόλια

  1. τι του λειπει του ψωριαρη; το χαλοουην… αλλα , μηπως εχουμε δωσει περιεχομενο δικο μας και σε αλλες συνηθεις ; γιορταζουμε σε ”ρβργιον ” [τρομαρα μας ] τα χριστουγεννα και με ξεφρενο καρναβαλι τις αποκριες , αποκοβοντας τα απο καθε ”ελληνικο ” και ”ορθοδοξο ”περιεχομενο

  2. Το Χάλοουήν έχει έντονα μανιχαϊστική λογική, ενώ σε μάς τα καλικαντζάρια έρχονται ταυτόχρονα με τα Χριστούγεννα, καίριο γνώρισμα της ορθόδοξης αντίληψης, της έντονα μονιστικής, χωρίς να συλλαμβάνει το κακό σαν ανεξάρτητη και αυτόνομη ουσία. Ο μανιχαϊσμός ούτε στην λαϊκή μας παράδοση δεν είναι τόσο έντονος όσο σε αυτήν των λατίνων και των προτεσταντών. Αν λάβουμε υπ όψιν και την σταθερή απομάκρυνση από την Εκκλησία των νέων, που δεν οφείλεται τόσο σε ξένες επιδράσεις, όσο σε εσωτερική αμέλεια, το χαλοουήν είναι μάλλον γνώρισμα αδυναμίας πολιτισμικής και λιγότερο γνώρισμα της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας να αγπαπά κάθε τί ξένο και πρωτότυπο, το αλλοτριομορφοδίαιτον.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here