Η χαρά του έρωτα

4
1342

Tην Kυριακή 26 Mαΐου 2013 μεταδόθηκε από την ET-1 η εκπομπή “APXONTAPIKI” με θέμα: «H Xαρά του Έρωτα».

O Mητροπολίτης Δημητριάδος Iγνάτιος, ταξίδεψε στη Θεσσαλονίκη και συζήτησε με τον π. Bαρνάβα Γιάγκου για την αγάπη, τον έρωτα και το sex μέσα από τα μάτια των παιδιών και τη χριστιανική διδασκαλία. Mια εκκλησιαστική προσέγγιση της σεξουαλικότητας των εφήβων και των νέων.
Στην εκπομπή φοιτητές απάντησαν στις ερωτήσεις: «Έχει καμία σχέση ο Θεός με τον έρωτα;» και «Έχει διαφορά ο έρωτας από το sex;».

Σκηνοθέτης: Παναγιώτης Πορτοκαλάκης Σενάριο: Παναγιώτης Πορτοκαλάκης Δ/νση Φωτογραφίας: Ηλίας Αδάμης Μοντάζ: Λάμπης Χαραλαμπίδης Παραγωγή: LAB PRODUCTIONS

4 Σχόλια

  1. .Μια απόπειρα αναψηλάφησης του αντικειμένου, από πλευράς μου, εν είδει [i]τόκου[/i] μόνου [i]ευχαριστιών[/i] προς την εξαίσια, τούτη, εισήγηση του πατέρα Βαρνάβα.

    Ο μεγαλύτερος ανθρώπινος πειρασμός δεν είναι η έλξη εκ μέρους ενός ετερόφυλου σώματος. Ο μεγαλύτερος πειρασμός είναι να θέλω το σώμα του άλλου (ετερόφυλου ή και ομόφυλου) να το δω σταυρωμένο!
    Ο [b]απ-ανθρωπισμός[/b] του [b]ανθρώπου[/b], εννοώ, είναι η_ α ν θ ρ ω π ο φ α γ ί α…
    Γενέθλια αιτία της ανθρωποφαγίας, ωστόσο, είναι η απουσία νοήματος. Δηλαδή, το ενδεχόμενο ενός αφομοιωμένου κενού. Αυτού τού Κενού μου, Βία είναι – εν τέλει – η υλική απλώς… συμπύκνωση.

    Ο έρωτας, τώρα, είναι η ζωτικότερη παραπομπή (ο οδοδείκτης, ας πω) της ψυχοσωματικής εκείνης ενότητας, η οποία και με απαρτίζει, προς την οδό του νοήματος.
    Λύτρωση της ζωής μας γίνεται, εδώ, η (αποκαλυπτική των εκατέρωθεν ταυτοτήτων) εμπειρία μιας αμοιβαιότητας της εμπιστοσύνης μας. Το νόημα, έκτοτε, ισοδυναμεί – μια για πάντα – με την ελευθερία. Οποιοδήποτε πέρας, σε μια τέτοια στιγμή, αξιώνεται να διανοιχθεί στο απέραντο.
    Το Νόημα της ελευθερίας μου, εν τούτοις, δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει την αναγνώριση Ορίου: Α ν_ τυχόν_ ν ό η μ α_ ή τ α ν… τ α_ π ά ν τ α_ [b]η χαρά τότε[/b], απλώς, [b]θα… εστερείτο νοήματος[/b].

    [b]Η απάρνηση [i]ορίου[/i], λοιπόν, στο πεδίο της [i]έλξης[/i] μου εκ μέρους ενός σώματος ή εκ μέρους ενός προσώπου, θα ισοδυναμούσε με την άρνηση σημασιών, απ’ άκρου – τότε – σε άκρο, στον ορίζοντα του βίου μου.[/b]
    Αποτυχία του έρωτα – καταμεσής της ευδαιμονίας – είναι ακριβώς, η διαγραφή του ορίου του. Η απώλεια της γεύσης του. Μια ματαίωση, η οποία συγκροτεί τη ριζικώτερη απειλή προς την οικείωση – παραπέρα – του καθ’ όλου νοήματος.
    [b]Μια ματαίωση, η οποία ανοίγει – απλά – το δρόμο προς την αλληλο-σταύρωση.[/b]

    ΥΓ: Είναι η ίδια η Ιστορία που επιμαρτυρεί, πια, την πιστοποίηση ετούτης της Ματαιώσεως.
    Εξάγω το συμπέρασμα ότι πρέπει να διατρέχουμε μια αυθεντικά [i]σκοτεινή[/i] εποχή προκειμένου, η [i]προφάνεια[/i] αυτή, να έχει (κατορθωθεί να) εξοβελισθεί από το στερέωμα του συλλογικού μας αναστοχασμού / μα, κυρίως, των διαπροσωπικών μας συνειδητοποιήσεων.

    • Προσφιλέστατέ μου Κύριε Καστρινάκη,

      Θά σάς παρακαλούσα νά μού επιτρέψετε νά σάς προτείνω νά θελήσετε νά επανακαταθέσετε τό πρό οκταετίας, περίπου, σχόλιό σας αυτό, “εκλαϊκεύοντάς” το κατά τό δυνατόν (καί μέ παράλειψη τής “ιερογλυφικής” στίξης του – που ασφαλώς δέν οφείλεται σέ σάς, αλλά σέ κάποιον “τεχνικό δαίμονα”), ώστε νά γίνει κατανοητότερο καί από πολλούς σάν κι’ εμέ, μή επαρκώς “μυημένους” σέ μιά εκφραστική βαθέος νοήματος, που παραμένει, φεύ, μακράν τού “συνήθους” βεληνεκούς μας.

      Σάς ευχαριστώ πολύ καί συγχωρείστε με γιά τό θάρρος τής γνώμης, μιά που σέ κάποια ευρύτερη απηχητική “χρησιμότητα” αποβλέπει η προτροπή μου.

      (Καί γιά νά μή νομίσετε ότι παραγνωρίζω τήν, από άλλους πολλούς, ευληπτότητά του, θά παραδεχθώ ότι, παρ’ όσα σάς γράφω, υπήρξαν καί μεταξύ τών φίλων μου κάποιοι, που δέν αντιμετώπισαν κατανοητική δυσκολία.

      Όπως, π.χ., ο φίλος Α.Α. που είχε τήν καλωσύνη νά μού απαντήσει στό, διαδικτυακό πρός φίλους, ερώτημά μου, περί τού “τί ήθελε νά μάς πεί ο σχολιαστής ;”, μέ τό κατωτέρω :

      ” Μιχάλη

      Κατά τη γνώμη μου, μια πρώτη γνώμη τουλάχιστον, ο σχολιαστής ήθελε να πει πως η πορεία προς τον Άλλον, είναι μια πορεία ερωτική που στόχο έχει την γέννηση της ζωής και όχι τον θάνατό της δια της ανθρωποφαγίας. Τούτοι οι δύο πόλοι, άλλωστε, υπό τις μορφές του Έρωτα και του Θανάτου, είναι και οι πόλοι της ποίησης. Άνθρωποι είμαστε όταν πορευόμαστε την οδό του έρωτα και της γέννησης και όχι την οδό της άνευ ορίων παράδοσης στην ανθρωποφαγία και στο θάνατο. ”

      Σκεφθείτε, όμως, σάς παρακαλώ, καί τούς πτωχούς τώ πνεύματι, χωρίς παραπεμπτικά “εισαγωγικά”)

  2. Αγαπητέ μου κύριε Σταμπούλη,
    Θα αρκούσε ίσως σήμερα (οκτώ λοιπόν χρόνια μετά) να σαφηνίσω ότι, με το προκείμενο σχόλιό μου, επεδίωκα να ιχνηλατήσω μιαν απάντηση στο εμφατικό ερώτημα πολλών – οικείων προς την πίστη και μη: Γιατί η εκκλησιαστική συνείδηση επιμένει να θέτει ένα όριο, ενώπιον της ερωτικής διαμοιβής δύο ανθρώπων.
    Από κει και πέρα, είμαι της γνώμης ότι το σημείωμά μου εκείνο ήταν/είναι απολύτως σαφές ως προς το περιεχόμενό του. Οπότε θα μπορούσα να αρκεστώ στο να το υποβάλω ξανά, απαλλαγμένο απλώς από τα παραμορφωτικά, πράγματι, “κατάλοιπα” της αρχικής του Μορφοποίησης (του συνδυασμού δηλαδή με ΠΛΑΓΙΑ ή ΕΝΤΟΝΑ, ενίοτε, γράμματα) – τα οποία προέκυψαν εξ αιτίας ασυμβατότητας μεταξύ της τότε και της νυν τεχνικής πλατφόρμας, επί της οποίας αρθρώνεται η ύλη του «Αντιφώνου».
    Παραθέτω λοιπόν – με σχετικώς αναπροσαρμοσμένη, μόνο, την μορφοποίηση:
    ……………………………………………………………………………………………………………………………
    Μια απόπειρα αναψηλάφησης του αντικειμένου, από πλευράς μου, εν είδει Τόκου μόνου Ευχαριστιών προς την εξαίσια, τούτη, εισήγηση του πατέρα Βαρνάβα.
    Ο μεγαλύτερος ανθρώπινος πειρασμός δεν είναι η έλξη εκ μέρους ενός ετερόφυλου σώματος. Ο μεγαλύτερος πειρασμός είναι να θέλω το σώμα του άλλου (ετερόφυλου ή και ομόφυλου) να το δω σταυρωμένο!
    Ο Απ-ανθρωπισμός του Ανθρώπου, εννοώ, είναι η_ α ν θ ρ ω π ο φ α γ ί α…
    Γενέθλια αιτία της ανθρωποφαγίας, ωστόσο, είναι η απουσία νοήματος. Δηλαδή, το ενδεχόμενο ενός αφομοιωμένου κενού. Αυτού τού Κενού μου, ΒΙΑ ΕΙΝΑΙ – εν τέλει – Η ΥΛΙΚΗ ΑΠΛΩΣ… ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ.

    Ο έρωτας, τώρα, είναι η ζωτικότερη παραπομπή (ο οδοδείκτης, ας πω) της ψυχοσωματικής εκείνης ενότητας, η οποία και με απαρτίζει, προς την οδό του νοήματος.
    Λύτρωση της ζωής μας γίνεται, εδώ, η (αποκαλυπτική των εκατέρωθεν ταυτοτήτων) εμπειρία μιας αμοιβαιότητας της εμπιστοσύνης μας. Το νόημα, έκτοτε, ισοδυναμεί – μια για πάντα – με την ελευθερία. Οποιοδήποτε πέρας, σε μια τέτοια στιγμή, αξιώνεται να διανοιχθεί στο απέραντο.
    Το Νόημα της ελευθερίας μου, εν τούτοις, δεν μπορεί παρά να εμπεριέχει την αναγνώριση Ορίου: ΑΝ ΤΥΧΟΝ ΝΟΗΜΑ ΗΤΑΝ… ΤΑ ΠΑΝΤΑ η χαρά τότε, απλώς, θα… εστερείτο νοήματος.
    Η απάρνηση ο ρ ί ο υ, λοιπόν, στο πεδίο της έλξης μου εκ μέρους ενός σώματος ή εκ μέρους ενός προσώπου, θα ισοδυναμούσε με την άρνηση σ η μ α σ ι ώ ν, απ’ άκρου – τότε – σε άκρο, στον ορίζοντα του βίου μου.
    Αποτυχία του έρωτα – καταμεσής της ευδαιμονίας – είναι ακριβώς, η διαγραφή του ορίου του. Η απώλεια της γεύσης του. Μια ματαίωση, η οποία συγκροτεί τη ριζικώτερη απειλή προς την οικείωση – παραπέρα – του καθ’ όλου νοήματος.
    ΜΙΑ ΜΑΤΑΙΩΣΗ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΟΙΓΕΙ – απλά – ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΛΗΛΟ-ΣΤΑΥΡΩΣΗ.

    ΥΓ: Είναι η ίδια η Ιστορία που επιμαρτυρεί, πια, την πιστοποίηση ετούτης της Ματαιώσεως.
    Εξάγω το συμπέρασμα ότι πρέπει να διατρέχουμε μια αυθεντικά σκοτεινή εποχή προκειμένου, η προφάνεια αυτή, να έχει (κατορθωθεί να) εξοβελισθεί από το στερέωμα του συλλογικού μας αναστοχασμού / μα, κυρίως, των διαπροσωπικών μας συνειδητοποιήσεων.
    ………………………………………………………………………………………………………………………………
    Αυτά λοιπόν κατέθετα εν έτει 2013. Οκτώ χρόνια μετά (και σας ευχαριστώ για την ιδιαίτερη ετούτη πρόσκληση) έχει σημασία νομίζω, σήμερα, να γίνω ακριβέστερος:
    Το αντιληπτό ευρύτερα Όριο το οποίο θέτει η ευχαριστιακή συνείδηση, στο ζήτημα του έρωτα, είναι εκείνο του Γάμου – αυτό που κάποια παιδιά, στο παραπάνω βίντεο, σχολιάζουν με ευγενικά (ας πω) γελάκια· και διευκρινίζουν επειγόντως ότι, φυσικά, δεν συμφωνούν με αυτό.
    Από πλευράς μου, ξαναβλέποντας το τότε σημείωμά μου, παρατηρώ ότι η πεμπτουσία των συνεπαγωγών του συμπυκνωνόταν στο υστερόγραφο: Το εκκλησιαστικώς τεθειμένο όριο είναι, σίγουρα, ευρέως γνωστό – υπό την οπτική, εννοώ, της απόρριψής του. Εκείνο το οποίο δεν είναι κ α ν – σ τ ο ι χ ε ι ω δ ώ ς συνειδητοποιημένο είναι πως η Ιστορία, εν τω μεταξύ, το δικαιώνει περισσότερο από κάθε προηγούμενη εποχή.
    Όχι δεν αναφέρομαι, ειδικά, στην τρέχουσα ελληνική εκδίπλωση του «me too». Πολύ πριν απ’ αυτήν – εν έτει 2013 λοιπόν – υπαινισσόμουν ότι εκδηλώνεται ένα… παλλαϊκό Ανικανοποίητο, το οποίο εκβάλλει βεβαίως σε μια καθολική Νευρικότητα/Νεύρωση και στις εξ αυτής ε ν – ψ υ χ ρ ώ διενέξεις. Εκβάλλει τελικά στην αλληλοσταύρωση, την οποία επεσήμαινα τότε. Το οποίο όμως ανικανοποίητο, όλως παραδόξως, ουδαμού περαιτέρω (στην επικράτεια του δημοσίου διαλόγου) δεν συσχετίζεται με την καθαίρεση του συγκεκριμένου ορίου.
    Σα να μ η ν επρόκειτο, δηλαδή, για μια Ανατροπή σε κλίμακα ικανή να χαράξει την Ιστορία.
    Συμμερίζομαι βέβαια την παραδοχή (η οποία δηλώνεται με σαφήνεια και στο παρόν έξοχο βίντεο) ότι σωστά πράττει σήμερα η ποιμένουσα εκκλησία να ανέχεται την προκείμενη αγνόηση του ποιμαντικού κανόνα, από την ευρύτερη κοινωνία, καθώς χωρίς αυτήν την παράβαση θα προέκυπτε μια ακαριαία ψυχολογική συντριβή του συγκαιρινού ατροφικού μας προσώπου.
    Συνετώς καταφεύγει λοιπόν σε Κατ’ Οικονομίαν αποδοχές. Πλην όμως, όταν μια ολόκληρη εποχή επιζητεί κατ’ εξακολούθησιν να στεγάζεται μέσα στον «κατ’ οικονομίαν» ορίζοντα, αποσοβεί ίσως την άμεση εσωτερική κατάρρευση των ανθρώπων της, ελάχιστα αποφεύγει όμως τη μακροπρόθεσμη.
    Προαπαιτείται πολλή εθελοτυφλία, θέλω να πω, για να μην αναγνωρίζει κάποιος τη συνάφεια Αιτίων – Αποτελεσμάτων, περί των οποίων τώρα συζητούμε εδώ.
    Το δίλημμα λοιπόν αν – σε ενεστώτα χρόνο – διατηρούμε ή εγκαταλείπουμε τον εν λόγω κανόνα, ισοδυναμεί με το δίλημμα αν θέλουμε μια (θεολογία-)ανθρωπολογία η οποία κατορθώνει (μόνη αυτή) να ερμηνεύει την Ιστορία, ή μια ανθρωπολογία η οποία συστοιχίζεται να μην κατανοεί τις αλληλουχίες τις οποίες η ίδια δρομολογεί.

    Είναι ένας φόβος, προδήλως, το πώς θα υποδεχθούμε τον συντονισμένο (από τους πομπούς έκφρασης της ελίτ) εκφοβισμό – προκειμένου να συμμορφωθούμε με την κρατούσα απονοηματοδότηση.
    Μα θα πρέπει θαρρώ να κατανοούμε ως ριζικώτερη απειλή, το να έχουμε εγκαταλείψει στα «φιλιά του ανέμου» το πεδίο του λόγου. Και της ζωής.

    • Νοιώθω οτι δέν θά τά καταφέρω νά “διαλεχθώ”, επί τής ουσίας, μέ τόν αγαπητό μου κ.Καστρινάκη, τώρα που, αφαιρώντας μου κάθε “αιτίαση” προσχηματικής συμμετοχής μου στόν διάλογο επί τού θέματος τού άρθρου, ανταποκρίθηκε – μέ τό παραπάνω – στήν κατανοητότατη, τώρα πιά, διευκρίνιση τών απόψεών του, όπως είχαν διατυπωθεί πρό οκταετίας.

      Τό “μέ τό παραπάνω” νά σημαίνει ότι είχε, μάλιστα, τήν διάθεση καί τήν ετοιμότητα – πέραν τής δεοντολογικής εντιμότητάς του -, νά κάνει καί μιά προλογική τοποθετητική επιτομή, μ’ ένα ερώτημα καίριο – από τής πλευράς τής συλλογιστικής του – αλλά καί νά επικαιροποιήσει καί νά επεκτείνει επεξηγηματικά τά όσα εννοούσε, σέ τρόπο ώστε νά μή μένει, πιά, καμμιά “δικαιολογία” γιά δυσκολία περί τήν κατανόηση – ακόμα κι’ από μένα.

      Καί δέν θά μπορέσω, γιατί – άς τό δηλώσω απερίφραστα – δέν νοιώθω νά τά’ χω “ξεκαθαρισμένα” μέσα μου τά πράγματα, τουλάχιστον τόσο όσο εκείνος μέ τήν νεανικότητά του, παρά τίς, αντικειμενικά, λόγω ηλικίας τουλάχιστον, “συσσώρευση” μέσα μου περισσότερων εμπειριών καί βιωματικών θεωρήσεων.

      Παρακαλώ, λοιπόν, νά μού συγχωρηθεί αυτή μου η ελλειπτικότητα / αδυναμία.

      Μόνο, επειδή δέν θά ήθελα νά θεωρηθεί οτι υπεκφεύγω – όπως κι’ εκείνος δέν υπεξέφυγε, αλλά σθεναρώς καί μετά παρρησίας “εκτύλιξε” τήν φιλοσοφικής χροιάς καί ευθύβολης στόχευσης βιωμένη συλλογιστική / ερμηνευτική του -, θά μού επιτραπούν δυό-τρία σχόλια, σκόρπια θεματολογικά καί αμφίβολης “πειστικότητας”, μιά που τό προκείμενο θέμα είναι, νομίζω, έντονα προσωπικό ή, έστω, στενά δια-προσωπικό, μάλιστα δέ τόσο πολύτροπο, όσο καί οι διαφορετικότητες, στήν ανθρώπινη μοναδικότητά τους, ενός εκάστου από μάς (α).

      (β) Τίτλος τής συζήτησης : “Η χαρά τού έρωτα”. Διερωτώμαι – καί άς διερωτηθεί μαζί μου καί ο κάθε θεατής / ακροατής, πέραν τής “επαινετικότητας” τής αξιέπαινης πρωτοβουλίας :

      – Άραγε, “προέκυψε” εκ τού περιεχομένου η τιτλο-υπεσχημένη αυτή χαρά ;

      – Μήπως είμαι ο μόνος που ούτε κάν τήν υποπτεύθηκα ως αναβλύζουσα ;

      – Τήν απεκόμισαν, τήν ίδια αυτή, οι νέοι – αυτοί μέ τά ευγενικά (πράγματι, αλλά καί αμήχανα, όπως φάνηκαν σέ μένα) γελάκια τους – αυτοί που ασφαλώς θά θέλησαν εκ τών υστέρων νά “τσεκάρουν” σέ τί συμμετείχαν ;

      Εύχομαι οι απαντήσεις νά είναι ΝΑΙ – ΝΑΙ – ΝΑΙ. Από πλευράς μου, πάντως, θά τήν τιτλοφορούσα “Η δυσκολία τού έρωτα” – κι’ άς μήν ήταν καί τόσο “πιασάρικο” σάν τίτλος, πιό κοντά, όμως, σέ όλα όσα ακούστηκαν, καί στήν πραγματικότητα επίσης.

      γ) “Τά Εκκλησιαστικώς τιθέμενα όρια”, μαζί μέ τίς κατ’ οικονομίαν “παραχωρήσεις”, ίσως μέν, παραχωρήσεις, πάντως δέ, νομίζω οτι βρίσκονται στόν πυρήνα τής αναζήτησης τού κ. Καστρινάκη, ως πρός τήν “παθολογική” κατάληξη σέ αστοχίες, λόγω τής μή ύπαρξης, τήρησης, ή υπέρβασής τους. Όπως καί η συνάφεια Αιτίων – Αποτελεσμάτων.

      Μέ τόν κίνδυνο νά εκληφθώ / θεωρηθώ σάν “απολογητής” τής διαμορφωμένης νεωτερικότητας, ενώ πιστεύω οτι ΔΕΝ είμαι – ίσως κρίνετε, βέβαια, αλλέως -, θά ήθελα νά επισημάνω ότι, ενίοτε, θά πρέπει νά διερωτώμαστε καί γιά τήν “θέσπιση” αυτών τούτων τών ορίων, ή, έστω, κάποιων απ’ αυτά.

      [ Η Ορθοδοξία μας “τρέμει” τήν εκκοσμίκευση, νοώντας την – αντίθετα πρός τό προθετικό πρωτοσυνθετικό της – σάν “συγχρωτισμό”, κατάπτωση και προσαρμογή στίς επικρατούσες συνθήκες τού κόσμου, σέ ακύρωση ή “προχειροποίηση” τού μηνύματός της, παραμένουσα “μανικά” – κατά τό Γιαννάρειο επίθετο – ΕΚΤΟΣ αυτού (τού κόσμου), ταυτιζόμενη, έτσι, εννοιολογικο-γραμματικά, μ’ αυτό ακριβώς που τόσο φοβάται, ενώ τό ζητούμενο θά ήταν, νομίζω, η ενσυνείδητη, μή φοβική, καί εκσυγχρονιστική εν-κοσμίκευση (εγκοσμίκευση), δηλαδή η εν τώ κόσμω καί πρός τόν κόσμο στροφή καί “παρακολούθηση”, γιά τήν νοηματοδότηση αυτού, τού μεταλλαγμένου ( ;, ή μήπως πάντα έτσι ήταν στήν ουσία του ) κόσμου, καί η έγκυψή της στήν διαμορφωμένη του πραγματικότητα, χωρίς έκπτωση τού μηνύματός της, μόνο απαλλαγή από αγκυλώσεις, παρελθοντολογίες, εμμονές, ζηλωτισμούς καί παθογένειες, αλλά καί μέ απλοποίηση, γλωσσική επικαιροποίηση καί αποψιμυθίωση καί τού Χριστολογικού της λόγου καί “φαίνεσθαι” ]

      Μήπως, δηλαδή, “ανεπαισθήτως”, τά όρια αυτά (πώς, διαχρονικώς, θεσπιζόμενα ; ) συμβάλλουν σάν Αίτια, ΚΑΙ ΑΥΤΑ, στήν εμφάνιση παθογενών Αποτελεσμάτων ;

      Αντί άλλης, οφειλόμενης, βέβαια, “εξήγησης” πάνω σ’ αυτό, άς μού επιτραπεί νά παραπέμψω, ενθέρμως, στήν παρακολούθηση ΚΑΙ τών τεσσάρων επεισοδίων τής ταινίας τού κάτωθι συνδέσμου.

      Ανάγλυφα τά “όρια” μιάς Εκκλησιαστικής Ορθοδοξότητας – ευτυχώς όχι τής δικής μας -, σάν αίτια παθογένειας καί ανελεύθερων αποτελεσμάτων. Η καταναγκαστικότητα τού έρωτα, εν προκειμένω στήν μονοδιαστασιακή του “αποστολή”- όπως καί νά τήν νοούμε – χωρίς χαρά, που ήταν καί τό “ζητούμενο” τού τίτλου.

      Νά ο σύνδεσμος :

      Μίνι σειρά, 4 επεισόδια (επιλογή, στό player, απ’ αριστερά στίς τρείς μπλέ κάθετες)
      http://voody.online/load/seir/23096-Unorthodox-2020.htmlΣάς ευχαριστώ

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here