Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι διεθνείς σχέσεις

0
408

Σήμερα η έκταση και το πλάτος της νομοθεσίας και των θεσμών που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και των οργανώσεων που τα υπερασπίζονται, είναι τεράστια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και κυρίως μετα το τέλος του ψυχρού πολέμου, η “γλώσσα” των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενσωματώθηκε σε πολλές διεθνείς συμβάσεις και χρησιμοποιήθηκε από διαφόρους θεσμούς και δικαστήρια, σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, περιορίζοντας σημαντικά την κυριαρχία των εθνών-κρατών.

Ευρύτερα και στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, η βεστφαλιανού τύπου κρατοκεντρική δομή του διεθνούς συστήματος έτεινε, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από διεθνή δίκτυα εξουσίας, τα οποία προσπαθούσαν να παρακάμψουν τα νομοθετικά σώματα των εθνών-κρατών. 

Σε αυτό ακριβως το πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί και η ιλιγγιώδης ανάπτυξη των Μ.Κ.Ο για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

***

Κρίσιμος καταλύτης για την πλανητική διάδοση της γλώσσας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν η προεδρία Κάρτερ που άρχισε το1977. 

Το νέο δόγμα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έγινε προσπάθεια να ενοποιήσει ολες τις μερίδες των δημοκρατικών και να διασφαλίσει μιαν ηθική αναγέννηση  της Αμερικής μετά το σκάνδαλο Γουέτεργκειτ.  Η επίκληση όμως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήταν κυρίως το βασικό ιδεολογικό οπλο της τελευταίας φάσης του ψυχρού πολέμου, ενάντια στην «αυτοκρατορία του κακού», τη Σοβιετική Ένωση.  Η εργαλειοποίηση αυτή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνεχίσθηκε και μετα τη νίκη της Δύσης στον ψυχρό πόλεμο με τις «ανθρωπιστικές» επεμβάσεις του Κλίντον στην Γιουγκοσλαβία. 

Παρα την οργανωτική αυτοτέλεια των Μ.Κ.Ο, που ασχολούνται με τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα μπορούσε να λεχθεί, ότι οι οργανώσεις αυτές βρίσκονται σε συμβιωτική σχέση με τα μεγάλα δυτικά κρατη. Και αυτό όχι μόνο γιατί χρηματοδοτούνται, για ορισμένες δράσεις τους από αυτά, αλλά κυρίως, γιατί μπορεί να γίνει λόγος για εκλεκτικές ιδεολογικές συγγένειες μεταξύ τους. Πράγματι και οι δύο πλευρές συμμερίζονται έναν ανιστορικό και αφηρημένο οικουμενισμό. Στα πλαίσια του οικουμενισμού αυτού, τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίζονται ως αυταπόδεικτες αλήθειες, ως ηθικά αξιώματα και ρυθμιστικά ιδεώδη, που δεσμεύουν τις κοινωνίες ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου. Το αποκομμένο από τους κοινωνικούς του δεσμούς (με την οικογένεια, την τάξη και το έθνος του) αδιαφοροποίητο άτομο ανάγεται σε κεντρικό υποκείμενο του εθνικού και του διεθνούς δικαίου. Η «γυμνή» ανθρώπινη ιδιότητα του υποκειμένου αυτού, στα πλαίσια του οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανάγεται σε απόλυτη αξία. 

Η μόνη αποδεκτή συλλογικότητα είναι εδώ το ανθρώπινο είδος. Πρόκειται για μιαν απολίτικη στην ουσία της προσέγγιση, η οποία υποκρύπτει, πάνω από όλα, μια παράκαμψη των επιμέρους εθνικών κοινωνών ως πηγών νοήματος. Δεν είναι παράξενο λοιπόν, που στα πλαίσια αυτά, ως αδιαμφησβήτητοι φορείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο σύνολό τους (ατομικών, πολιτικών, κοινωνικοοικονομικών και πολιτισμικών), αντιμετωπίζονται ακόμα και οι παράτυποι μετανάστες, από πολλούς δικαιωματιστές. 

Το κοινωνικό σωμα κάθε έθνους-κράτους θεωρείται ως προϊόν ενός συμβολαίου σταθερά και μόνιμα ανοιχτού στη συμμετοχή νέων συμβαλλομένων, απροσδιόριστου αριθμού και προέλευσης. Το κοινωνικό σώμα όμως κάθε χώρας δεν είναι ξέφραγο αμπέλι, αναπτύσσει και στηρίζεται σε αξιακά συστήματα, τα οποία συνδέουν τους πολίτες μεταξύ τους και με το τμήμα της γης που αποτελεί το έδαφος της κάθε επικράτειας, με τα συγκεκριμένα σύνορα της. Και αν αυτό ισχύει για όλα τα έθνη-κράτη, ισχύει και με το παραπάνω για τη χώρα μας, οπου οι λεγόμενες μεταναστευτικές ροες γίνονται απροκάλυπτα εργαλείο του τουρκικού επεκτατισμού. 

***

Παρα την αλματώδη ανάπτυξη του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εκφράζεται από ορισμένους επιφανείς δικαιωματιστές μια αυξανόμενη αμφιβολία για την αποτελεσματικότητα του κινήματος. 

Το κίνημα αυτό φαίνεται να αποδίδει μόνο στις κοινωνίες που δεν το έχουν μεγάλη ανάγκη. Δεν τα πάει όμως και τόσο καλα σε κράτη με ελλειμματικές η και σχεδόν ανύπαρκτες δομές. Ερωτηματικά εγείρονται επίσης, για τον τρόπο κάλυψης κοινωνικών αναγκών για στέγη και τροφή, υγεία και εκπαίδευση, στον φτωχό Νότο του πλανήτη, όταν οι Μ.Κ.Ο διεθνούς εμβέλειας ιεραρχούν, ως σημαντικότερα θέματα, την κατάργηση της θανατικής ποινής, την ελευθερία έκφρασης, την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης κ.ά. Όταν δηλαδή πριμοδοτούν την υποστήριξη των λεγόμενων αρνητικών η φιλελεύθερων δικαιωμάτων, έναντι των λεγομενων «θετικών» η «κολεκτιβιστικών». Τέλος, εκφράζονται αμφιβολίες κατά πόσον η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών και των ομοφυλοφίλων, είναι συμβατή με τον στόχο της σύναψης ευρύτερων συμμαχιών με κινήματα κατά της φτώχειας που εμπνέονται από τις κατά τόπους θρησκείες.                                                             

Τα ερωτηματικά αυτά και οι αμφιβολίες, παραπέμπουν σε δυο σχετικά πιο πρόσφατες εξελίξεις, που αφορούν την αρχιτεκτονική των διεθνών σχέσεων. Γίνεται λόγος για την παρακμή της Δυσης και την ανάδυση μη δυτικών ισχυρών δυνάμεων καθώς και για την αναβίωση των θρησκειών. 

Όπως είδαμε, το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα άρχισε να αποκτά παγκόσμια δυναμική στη δεκαετία του 1970, ενώ το τέλος του ψυχρου πολέμου και οι δύο δεκαετίες μονοκρατορίας των Η.Π.Α που ακολουθησαν, έδωσαν μια νέα ισχυρή ώθηση σε αυτό το κίνημα. Σήμερα όμως η Αμερική δεν είναι πια παρά πρώτη μεταξύ περίπου ίσων μεγάλων δυνάμεων. Όπως έδειξε μάλιστα η στάση της απέναντι στην πανδημία του κορωνοϊού κατά βάσιν παραπαίει. Εξάλλου φαίνεται να παλινωδεί μεταξύ απονομωτισμού και μονομερών επιθετικών ενεργειών (π.χ. δολοφονία Σουλειμανί, επιβολή οικονομικών κυρώσεων προς πάσα κατεύθυνση κλπ.) Η Ευρώπη παρακμάζει και αυτή. Δεν μπορεί να προωθήσει μια συνεκτική εξωτερική πολιτική, ενώ νέες ισχυρές μη δυτικές δυνάμεις αναδύονται στο προσκήνιο. 

Παράλληλα, ήδη από την δεκαετία του 1990, στην Ασία το κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίσθηκε ως η τελευταία νεοαποικιοκρατική προσπάθεια της Δύσης να επιβάλλει με ιεραποστολικό ζήλο ξενόφερτους τρόπους ζωής. Η χρηματοπιστωτική κρίση των «τίγρεων» της Ασίας, που ξέσπασε το 1997, φάνηκε προς στιγμήν να επιβεβαιώνει τους επικριτές των ασιατικών αξιων. Το γνωστό δυτικό μάντρα, ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να συμβαδίζει επι μακρόν με τον αυταρχισμό.  Μετά την γρήγορη ανόρθωση των οικονομιών της περιοχής, οι υπερασπιστές των ασιατικών κολεκτιβιστικών αξιών πέρασαν στην αντεπίθεση. Οι αξίες αυτές όχι μονον δεν ήταν υπεύθυνες για την κρίση, αλλά συνετέλεσαν αποφασιστικά στο ξεπέρασμα της, με τα ισχυρά δίκτυα αλληλοβοήθειας και την γρήγορη κινητοποίηση των αποταμιεύσεων και κεφαλαίων που εξασφάλισαν. 

Κατά πολλούς δυτικούς (και δικαιωματιστές), η επίκληση των ασιατικών αξιών γίνεται για να καταπατηθούν τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα των λαών της περιοχής. Οσοι κάνουν λόγο για τις αξίες αυτές είναι απολογητές δικτατόρων… Όλα αυτά ηχούν ολοένα και πιο κακόηχα στα αυτιά των μεσαίων τάξεων της Ασίας, που αποτελούν το ακροατήριο στο οποίο φιλοδοξούν να βρουν απήχηση οι δικαιωματιστές. 

Το ίδιο σκηνικό βλέπουμε σήμερα να επαναλαμβάνεται και με την πανδημία του κορωνοιού. Τα βέλη στρέφονται κατά της Κίνας, η οποία εγκαλείται για απόκρυψη του «πραγματικού» αριθμού θανάτων των κατοίκων της. Άλλοι πάλι αποδίδουν τα εντυπωσιακά αποτελέσματα, που επέδειξε η Κινα στην αντιμετώπιση της πανδημίας, στο ψηφιακό, αστυνομικό της κράτος. Υποτιμούν έτσι τη σημασία της ήρεμης, γαλήνιας και πειθαρχημένης στάσης του λαού της, απέναντι στην απειλή του ιου. Μιας στάσης που συνδέεται αποφασιστικά με την κομφουκιανή και ταοϊστική κληρονομιά της Κίνας. 

Οι κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες λοιπόν, που έχουν στον πυρήνα τους τη θρησκευτική πίστη, δεν συνυπάρχουν εύκολα με την γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια γλώσσα καταστατικά κοσμική, που εισπράττεται επιπλέον ως υποστηρίζουσα χαλαρά ήθη και αποκλίνοντες σεξουαλικούς τρόπους ζωής. 

***

Μετά την σύντομη αυτή επισκόπηση της ανάδυσης και της προώθησης του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στα πλαίσια των μεταβαλλόμενων διεθνών σχέσεων, σημειώνουμε ότι την τελευταία δεκαετία ιδίως, οι φιλόσοφοι διαιρέθηκαν σε δυο στρατόπεδα, σε ότι αφορά την εννοιολόγηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Στην μια πλευρά βρίσκονται οι λεγόμενοι ορθόδοξοι θεωρητικοί. Αυτοί αντιμετωπίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ηθικά δικαιώματα, τα οποία κατέχουμε επειδή «ανήκουμε στο ανθρώπινο είδος». Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι λεγόμενοι πολιτικοί θεωρητικοί. Αυτοί με τη σειρά τους θεωρούν, ότι τα δικαιώματα  παίζουν έναν διακριτό ρολο στις διεθνείς σχέσεις, οικοδομώντας πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς και επιβάλλοντας όρια στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας. Ακόμη όμως και αν δεχθεί κανείς ότι τα δικαιώματα διαθέτουν έναν αφετηριακό ηθικό πυρήνα, φαίνεται να είναι στην πραγματικότητα «παιδιά του νόμου», όπως πρώτος υποστήριξε ο Μπένθαμ, ο πατέρας του νεωτερικού φιλοσοφικού ωφελιμισμού. 

Το βαθύτερο πρόβλημα που τίθεται πάντως, σε ό,τι αφορά τα ανθρώπινα δικαιώματα, πέραν του αν είναι ηθικά η πολιτικά στην αφετηρία τους, είναι ότι τα σύγχρονα κράτη, αλλά και οι δικαιωματιστές, αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως απρόσωπο φορέα δικαιωμάτων. Αποσπούν τους ανθρώπους από τους κοινωνικούς τους δεσμούς και δεν αναδεικνύουν την ταυτότητα και την μοναδικότητά τους. Τα κράτη αλλά και οι δικαιωματιστές, δεν δουλεύουν με τους πραγματικούς ανθρώπους, αλλά με φανταστικούς φορείς τυποποιημένων αναγκών και τυποποιημένων δικαιωμάτων, που επιδέχονται τυποποιημένη ικανοποίηση. 

Μόνον μια προσωποκεντρική προσέγγιση μπορεί να εξανθρωπίσει τα δικαιώματα. Αλλά αυτος ο εξανθρωπισμός, παραπέμπει στην υπέρβαση του νεωτερικού παραδείγματος, καθώς το απρόσωπο δικαίωμα  είναι η ιδέα-κλειδί που συνόδευσε την ανάδυση και την αναπαραγωγή του. 

 

Πηγές

  • Η απανθρωπία του δικαιώματος. Του Χρήστου Γιανναρά. Εκδόσεις Δόμος. 2006
  • Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο. Του Παναγιώτη Κονδύλη. Εκδόσεις Θεμέλιο. 1992.                                    
  • Το ζωτικό σύνορο. Του Γιώργου Πρεβελάκη. Καθημερινή 15 Μαρτίου 2020. 
  • Two concepts of Liberty. By Isaiah  Berlin. Oxford University Press. 1969.
  • Challenges to the global human rights regime. Are human rights an effective language for social change? By stephen Hopgood.www.surjournal.org. 2014.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Η Σεμίραμις χτίζει την Βαβυλώνα”, 1861) είναι έργο του, γάλλου, Ενγκάρ Ντεγκά.

 

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here