Deja vu Η σκοτεινή πλευρά της οικειότητας

0
96

της ΗELEN ΡHILIPS

Εχει συμβεί στους περισσότερους από εμάς. Μια παράξενη αίσθηση βιώματος που μας κατακλύζει αναπάντεχα χωρίς προφανή αιτιολογία και μας αποσυντονίζει. Ποιο βραχυκύκλωμα στη σχέση χώρου, χρόνου και αναμνήσεων προκαλεί το d j vu; 

Ο κ. Π., ένας ογδοντάχρονος πολωνός μετανάστης και πρώην μηχανικός, αντιμετώπιζε προβλήματα μνήμης ζώντας σε μια μόνιμη αίσθηση deja vu. Δεν ήθελε να βλέπει τηλεόραση ή να διαβάζει εφημερίδα επειδή, όπως υποστήριζε, τα είχε ξαναδεί όλα. Οταν έβγαινε για περίπατο, έλεγε ότι τα ίδια πουλιά κελαηδούσαν στα ίδια δέντρα και τα ίδια αυτοκίνητα περνούσαν μπροστά του την ίδια ώρα κάθε μέρα. Ο γιατρός τού σύστησε να δει έναν ειδικό στη μνήμη, ο κ. Π. όμως αρνήθηκε. Ηταν πεπεισμένος ότι το είχε ήδη κάνει. 

Το deja vu- ή προμνησία- μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε και οποιοσδήποτε είχε ποτέ αυτή την εμπειρία θα αναγνωρίσει αμέσως την περιγραφή της. Δεν είναι απλώς μια αίσθηση ότι έχετε ξαναδεί ή ξανακάνει κάτι· είναι μια αναπάντεχη, άτοπη και συχνά ανησυχητική αίσθηση ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται- και μάλιστα με απίθανο τρόπο. Δεν μπορείτε να τοποθετήσετε ακριβώς την προηγούμενη εμπειρία και μπορεί να μοιάζει με προαίσθηση ή με όνειρο. Υποκειμενικό, παράξενο και φευγαλέο και επιπλέον βεβαρημένο με παραφυσικές ερμηνείες, το φαινόμενο ήταν δύσκολο στη μελέτη και ελάχιστα δημοφιλές στους επίδοξους ερευνητές. Σήμερα η κατάσταση έχει αλλάξει και αυτό οφείλεται σε έναν βαθμό στον κ. Π. και σε μερικούς ακόμη σπάνιους ανθρώπους που σαν αυτόν πάσχουν από άνοια και ζουν ένα μόνιμο dejavu, όπως και στην ανακάλυψη ότι μια ομάδα ανθρώπων που πάσχουν από επιληψία έχει «αύρες» deja-vu πριν από μια κρίση. Χάρη σε αυτούς οι ερευνητές μπορούν να μελετήσουν τη διαδικασία την ώρα που αυτή συντελείται, δημιουργώντας έτσι ελπίδες ότι τα μυστικά αυτού του παράξενου φαινομένου ίσως τελικά μπορέσουν να αποκαλυφθούν. Ως τώρα το deja vu όχι μόνο φαίνεται να ανοίγει ένα ενδιαφέρον παράθυρο στους παράξενους τρόπους λειτουργίας της μνήμης μας αλλά επιπλέον προσφέρει μερικές ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο ξεχωρίζουμε τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό, τι είναι όνειρο και τι είναι ανάμνηση – ένα από τα πραγματικά μυστήρια της συνείδησης. 

Βιολογικά αδιέξοδα 

Αν αφήσουμε κατά μέρος τις εικασίες για προηγούμενες ζωές και τηλεπαθητικά φαινόμενα, οι πρώτες βιολογικές ερμηνείες του deja vu βασίστηκαν σε υποθέσεις ότι δύο αισθητικά σήματα του εγκεφάλουένα από κάθε μάτι ή από κάθε ημισφαίριο- «αποσυγχρονίζονται» με κάποιον τρόπο δίνοντας την εντύπωση ότι έχουμε ξανά την ίδια εμπειρία ή ξαναζούμε το ίδιο γεγονός. Η «νοητική διπλωπία», όπως ονομάστηκε, είναι ελκυστική ως υπόθεση, αλλά τα στοιχεία την αντικρούουν. Οι πληροφορίες από τα δύο μάτια αναμειγνύονται στα αρχικά στάδια της οπτικής επεξεργασίας πολύ προτού αντιληφθούμε μια εικόνα. Επιπλέον το deja vu- κάτι παράδοξο αν σκεφθεί κανείς ότι ο όρος σημαίνει «ήδη ιδωμένο»- μπορεί να συμβεί και σε τυφλούς ανθρώπους, σύμφωνα με τον Κρις Μούλιν, ψυχολόγο του βρετανικού Πανεπιστημίου του Λιντς. Επίσης υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων στους οποίους τα δύο ημισφαίρια του φλοιού έχουν αποχωριστεί χειρουργικά σε μια προσπάθεια ανακούφισης σοβαρών μορφών επιληψίας. Αν η θεωρία της νοητικής διπλωπίας ήταν σωστή, θα περίμενε κανείς ότι θα ζούσαν μια μόνιμη κατάσταση deja vu, κάτι τέτοιο όμως δεν έχει αναφερθεί ως τώρα. Μια δεύτερη υπόθεση στρέφεται προς κάποιο είδος διαταραχής της αντίληψης του χρόνου. Με κάποιον τρόπο τα εισερχόμενα μηνύματα θα πρέπει να παρερμηνεύονται και να ταξινομούνται με μια λανθασμένη σήμανση χρόνου κάνοντας την εμπειρία να φαίνεται παλιά αλλά ταυτοχρόνως και καινούργια. Αν φανταστούμε το σύστημα μνήμης του εγκεφάλου σαν ένα τεράστιο μαγνητόφωνο, είναι σαν η κεφαλή της εγγραφής να έχει μπερδευτεί με την κεφαλή αναπαραγωγής. Η ιδέα αυτή δεν φαίνεται ωστόσο να έχει καμία ανατομική βάση. 

Αποσπασματική ανάμνηση 

Τώρα μια καινούργια θεωρία κερδίζει αξιοπιστία. Ισως το deja vu να δίνει την αίσθηση ότι ξαναζεί κανείς μια παλιά εμπειρία επειδή αυτό πραγματικά συμβαίνει – τουλάχιστον σε έναν βαθμό. Η ψυχολόγος Ανν Κλίριτου Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Κολοράντο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα ασχολούμενη με προβλήματα μνήμης. Θέλοντας να εξηγήσει περιστατικά όπως όταν έχουμε κάτι στην άκρη της γλώσσας μας αλλά δεν μας «έρχεται» στο μυαλό ή όταν αναγνωρίζουμε ένα πρόσωπο αλλά δεν μπορούμε να το τοποθετήσουμε άρχισε να ψάχνει κοινά στοιχεία με το deja vu. «Μια θεωρία για το deja vu υποστηρίζει ότι αποτελεί μια διαδικασία της μνήμης» δηλώνει. «Κάποια χαρακτηριστικά μιας νέας κατάστασης μπορεί να είναι οικεία από μια προηγούμενη κατάσταση». 

Τα πρώτα πειράματά της φαίνεται να υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία, παρ΄ όλα αυτά η ερευνήτρια αναγνωρίζει ότι ακόμη λείπουν πολλά στοιχεία για να συμπληρωθεί η εικόνα. «Το deja vu είναι μοναδικό ακριβώς επειδή δεν αποτελεί μία ακόμη περίπτωση οικειότητας, αλλά αντίθετα δημιουργεί μια έντονη αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά». 

Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό; Ενα ενδεχόμενο είναι ότι το deja vu βασίζεται σε μια αποσπασματική ανάμνηση η οποία προέρχεται από κάτι πιο ανεπαίσθητο, όπως μια ομοιότητα ανάμεσα στη διαμόρφωση ή στη διάταξη των δύο σκηνών. Ας πούμε ότι βρίσκεστε στο καθιστικό του καινούργιου σπιτιού ενός φίλου με την παράξενη αίσθηση ότι έχετε ξαναβρεθεί σε αυτόν τον χώρο αλλά γνωρίζοντας ότι αυτό είναι αδύνατον. Μπορεί απλώς η διάταξη των επίπλων να είναι παρόμοια με κάποια που έχετε ξαναδεί αλλού, οπότε η αίσθηση οικειότητας σας φαίνεται άτοπη, υποστηρίζει η κυρία Κλίρι. 

Για να εξετάσει αυτή την ιδέα η ομάδα της δημιούργησε μια μεγάλη σειρά εικόνων που έδειχναν σκηνές όπως το εσωτερικό ενός μπαρ, μια αίθουσα μπόουλινγκ, τοπία ή δωμάτια ενός σπιτιού. Οι εθελοντές είδαν ένα τμήμα αυτών των εικόνων και στη συνέχεια τους εξέτασαν σε ένα καινούργιο τμήμα στο οποίο οι μισές εικόνες ήταν εντελώς καινούργιες και οι άλλες μισές έμοιαζαν με εκείνες του πρώτου τμήματος στη δομή ή στη διαμόρφωση αλλά όχι στο περιεχόμενο. Οχι μόνο οι παρόμοιες διατάξεις προκάλεσαν ένα αίσθημα οικειότητας, χωρίς οι εθελοντές να μπορούν να θυμηθούν την αιτία του, αλλά επιπλέον ορισμένοι από αυτούς ανέφεραν μια αίσθηση ανεξήγητου, εφόσον τους είχαν πει ότι όλες οι σκηνές ήταν διαφορετικές. 

Παρ΄ ότι η ιδέα της οικειότητας έχει κερδίσει πολλούς οπαδούς, ο κ. Μούλιν είναι ένας από εκείνους που δεν έχουν πειστεί. Αιτία, η μελέτη που έκανε σε έναν επιληπτικό μαζί με τον Ακίρα Ο΄ Κόνορ,ο οποίος σήμερα εργά ζεται στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον. Οι αύρες d j vu του 35χρονου αυτού άνδρα είχαν αρκετή διάρκεια ώστε να επιτρέπουν τη διεξαγωγή πειραμάτων. Οι ερευνητές θεώρησαν ότι, αν η ρίζα του d j vu είναι η οικειότητα, θα έπρεπε να μπορούν να σταματήσουν το φαινόμενο αποσπώντας την προσοχή του άνδρα από την εικόνα που κοιτάζει. Ακόμη όμως και όταν κοίταζε αλλού, το d j vu δεν υποχωρούσε και ακολουθούσε την όραση και την ακοή του υποδηλώνοντας ότι η οικειότητα δεν είναι το κλειδί. Το ίδιο το γεγονός ότι μια αύρα επιληψίας μπορεί να προκαλέσει d j vu άλλωστε υποδηλώνει ότι μια λανθασμένη δραστηριότητα σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του εγκεφάλου οδηγεί σε λανθασμένα αισθήματα οικειότητας, υποστηρίζει ο κ. Μούλιν. 

Το παζλ του διχασμού 

Πώς όμως; Ο κ. Μούλιν και ο κ. Ο΄ Κόνορ θεωρούν ότι το deja vu αποτελεί συνέπεια ενός διχασμού ανάμεσα στην οικειότητα και στην ανάσυρση μνήμης. Ξέρουμε ότι μπορούμε να έχουμε μια αίσθηση οικειότητας με ένα πρόσωπο ή ένα όνομα χωρίς να μπορούμε να θυμηθούμε από πού το γνωρίζουμε. Χρησιμοποιώντας την ύπνωση ο κ. Ο΄ Κόνορ και ο κ. Μούλιν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια πιο μυστηριώδη αίσθηση οικειότητας η οποία κάνει τους εθελοντές να την παρομοιάζουν με το deja vu. Στη μία ομάδα δόθηκε να λύσει ένα παζλ. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια ύπνωσης, είπαν στους εθελοντές ότι θα τους έδιναν ξανά το παζλ αλλά δεν θα έπρεπε να το θυμούνται. Στην άλλη ομάδα δεν δόθηκε το παζλ αλλά κατά τη διάρκεια της ύπνωσης είπαν στους εθελοντές ότι θα τους το έδιναν αργότερα και ότι θα έπρεπε να αισθανθούν αισθήματα οικειότητας, χωρίς όμως να κατανοούν τον λόγο. Και στις δύο περιπτώσεις δημιουργήθηκε μια αίσθηση παράξενης οικειότητας την οποία ορισμένοι εθελοντές παρομοίασαν με το deja vu. Οι δύο ερευνητές ελπίζουν ότι η δυνατότητα πρόκλησης μιας παρόμοιας με το deja vu κατάστασης στο εργαστήριο θα τους επιτρέψει να διερευνήσουν το φαινόμενο. Επίσης θεωρούν ότι τα πειράματά τους υποστηρίζουν την ιδέα πως η οικειότητα και η ανάκληση της μνήμης μπορούν να διχαστούν και ότι μπορεί κανείς να έχει αίσθηση οικειότητας χωρίς να έχει προηγούμενη εμπειρία κάποιου πράγματος. 

Μελέτες του εγκεφάλου υποστηρίζουν επίσης την ιδέα ότι η ανάμνηση και η οικειότητα διαβιβάζονται από ξεχωριστά κυκλώματα, σύμφωνα με τονΤζον Αγκλετον,ο οποίος πρόσφατα αξιολόγησε απεικονίσεις του εγκεφάλου και μελέτες σε ζώα. Υποδεικνύουν ότι διαφορετικά τμήματα του μέσου κροταφικού λοβού ευθύνονται για διαφορετικές πλευρές της ανάσυρσης αναμνήσεων: ο ιππόκαμπος διαχειρίζεται την ανάμνηση, ιδιαίτερα τις αυτοβιογραφικές μνήμες, ενώ μελέτες δείχνουν ότι ο παραϊππόκαμπος, και ιδιαίτερα ο περιρινικός φλοιός, ίσως προκαλεί τα αισθήματα οικειότητας. 

Αυτό ταιριάζει με τις ενδείξεις από τις τομογραφίες του εγκεφάλου του κ. Π. και άλλων ανθρώπων με ανάλογη κατάσταση, οι οποίες δείχνουν τεράστιου βαθμού εκφύλιση στον μέσο κροταφικό λοβό, όπως και με το γεγονός ότι η επιληψία που δημιουργεί αύρες deja vu ξεκινά από τον μέσο κροταφικό λοβό. 

Πρόκληση οικειότητας 

Είναι πιθανόν τόσο ο κ. Μούλιν όσο και η κυρία Κλίρι να έχουν δίκιο. Ο περιρινικός φλοιός ίσως αποθηκεύει πληροφορίες που αφορούν τις σχέσεις του χώρου, και όχι του χρόνου, του τόπου και της αλληλουχίας των γεγονότων, οπότε τα φυσιολογικά αισθήματα οικειότητας μπορούν να προέρχονται από τη διάταξη και τη δομή μιας σκηνής, υποστηρίζοντας τα ευρήματα της κυρίας Κλίρι. Πράγματι, όπως υποστηρίζει ο ψυχολόγος Αλαν Μπράουντου Νότιου Μεθοδιστικού Πανεπιστημίου του Ντάλας, συγγραφέας του βιβλίου Τhe deja vu experience, υπάρχουν πολλοί τρόποι πρόκλησης της αίσθησης οικειότητας. Στα πειράματά του την έχει για παράδειγμα προκαλέσει αποσπώντας την προσοχή των εθελοντών όταν κοίταζαν μια εικόνα και δείχνοντάς τους την ξανά αργότερα ή δείχνοντάς τους εικόνες πραγμάτων που είχαν ξεχάσει. «Οπως ένας στομαχόπονος μπορεί να πονάει με τον ίδιο τρόπο αλλά να προκαλείται από ένα σωρό διαφορετικές διαδικασίες,έτσι μπορεί να γίνεται και με το deja vu»λέει. 

Το πραγματικό πρόβλημα στην ερμηνεία του deja vu ωστόσο δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μια αίσθηση οικειότητας χωρίς να την αναγνωρίζουμε αλλά το γιατί αυτό μας φαίνεται τόσο ανησυχητικό. ΟΕντ Γουάιλνττου Ινστιτούτου Νευρολογίας του Λονδίνου υποστηρίζει ότι η διάθεση και το συναίσθημα έχουν επίσης σημαντικό ρόλο. Χρειάζεται ο κατάλληλος συνδυασμός σημάτων, όχι απλώς η διάταξη μιας εικόνας αλλά και το πώς αισθανόμαστε εκείνη τη στιγμή, για να πιστέψουμε ότι κάτι μας είναι οικείο ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. 

Ο ρόλος του συναισθήματος 

Ο κ. Μούλιν συμφωνεί ότι ίσως πρόκειται για ζήτημα διαβάθμισης. Οι περιοχές που θεωρείται ότι διαχειρίζονται την ανάμνηση, την οικειότητα και τα συναισθήματα είναι στενά συνδεδεμένες. Ενας μικρός βαθμός διέγερσης ίσως προκαλεί μια μικρή αίσθηση οικειότητας, ενώ μια εντονότερη διέγερση ίσως εξαπλώνεται στις γειτονικές περιοχές προκαλώντας ένα πιο ανησυχητικό αίσθημα ή ακόμη και την αίσθηση του δυσοίωνου που ορισμένοι άνθρωποι αναφέρουν με το d j vu. Ο γνωσιακός νευροεπιστήμονας Στέφαν Κέλερτου Πανεπιστημίου του Δυτικού Οντάριο του Καναδά πιστεύει ότι ο ρόλος του συναισθήματος είναι ακόμη πιο κεντρικός. Πρόσφατα πραγματοποίησε την απεικόνιση του εγκεφάλου ενός ασθενούς ο οποίος θεραπεύτηκε από επιληψία με αύρες deja vu μετά την αφαίρεση ενός μεγάλου όγκου που προκαλούσε τις κρίσεις. Η αφαίρεση έγινε από τις περιοχές του ιππόκαμπου και του περιρινικού φλοιού αλλά και από την αμυγδαλή, η οποία συνδέεται έντονα με το συναίσθημα. Ο κ. Κέλερ υποπτεύεται ότι χωρίς την κατάλληλη συναισθηματική διέγερση ο εγκέφαλος ίσως δεν μπορεί να αναγνωρίσει ένα πρόσωπο ή ένα μέρος που έχει ξαναδεί ως πραγματικά οικείο. Από την άλλη πλευρά, μια ακατάλληλη συναισθηματική διέγερση ίσως μας κάνει να θεωρούμε κάτι οικείο ενώ δεν είναι. 
Η αίσθηση του απίθανου 

Το τελευταίο στοιχείο του deja vu, η αίσθηση του απίθανου, μάλλον προέρχεται από τα συλλογιστικά τμήματα του εγκεφάλου μας. Σύμφωνα με τον κ. Κέλερ, όταν η ορθολογική μας γνώση μας λέει κάτι αλλά τα συναισθηματικά μας ένστικτα λένε κάτι άλλο, μπορεί να έχουμε έντονο το συναίσθημα ότι κάτι είναι λάθος. Αυτό το τελευταίο στοιχείο λείπει σε ανθρώπους με άνοια, όπως ο κ. Π., οι οποίοι αποδέχονται τις εμπειρίες τους ως απόλυτα φυσιολογικές. Ο κ. Κέλερ υποστηρίζει ότι ίσως η εκφύλιση των νευρώνων σε αυτές τις περιπτώσεις έχει προκαλέσει διχασμό ανάμεσα στους κροταφικούς λοβούς, οι οποίοι προκαλούν τις αισθήσεις, και στους μετωπιαίους λοβούς, οι οποίοι τις ερμηνεύουν. 

«Το deja vu είναι ένα σφάλμα σε ένα είδος γνωσιακής διαδικασίας που συντελείται σε μόνιμη βάση στο “πίσω μέρος” του μυαλού μας. Οταν κάτι δεν πάει καλά σε αυτήν, μας δημιουργεί έντονη εντύπωση» λέει ο κ. Μούλιν. Στο άλλο άκρο, άνθρωποι με μόνιμο deja vu – το οποίο έχει ονομαστεί «deja vecu», ήδη βιωμένο φτιάχνουν ιστορίες για να το ερμηνεύσουν. 

Παρ΄ ότι το deja vu αρχίζει να αποκαλύπτει κάποια από τα μυστικά του, απέχουμε ακόμη πολύ από το να κατανοήσουμε πώς πραγματικά αποφασίζουμε τι είναι πραγματικό, φανταστικό, όνειρο ή εμπειρία και πώς αυτές οι διάφορες «ετικέτες» οδηγούν σε διαφορετικές συνειδητές εμπειρίες. Ενα ανέκδοτο εύρημα που ανακάλυψα ετοιμάζοντας αυτό το άρθρο είναι ότι οι άνθρωποι που σκέπτονται πολύ το deja vu είναι περισσότερο επιρρεπείς σε αυτό. Είχα deja vu για το ότι διάβαζα για το deja vu και οι ερευνητές έχουν deja vu για το ότι έχουν deja vu. Αυτό είναι αρκετά αινιγματικό ώστε να δικαιολογεί περισσότερη μελέτη. Στο κάτω κάτω, λέει ο κ. Γουάιλντ, «το deja vu είναι μία από τις πιο παράξενες εγκεφαλικές εμπειρίες που έχουν οι φυσιολογικοί άνθρωποι». 

ΤΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΤΗΣ ΠΡΟΜΝΗΣΙΑΣ 

* Περίπου 10% των ανθρώπων υποστηρίζει ότι δεν είχαν ποτέ deja vu ενώ κάποιοι αναφέρουν ότι το έχουν τακτικά. 

* Στα παιδιά το deja vu συμβαίνει για πρώτη φορά γύρω στην ηλικία των 8 ή 9 ετών,κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι απαιτεί έναν βαθμό γνωσιακής ωριμότητας. 

* Το deja vu συμβαίνει λιγότερο όσο μεγαλώνουμε και περισσότερο όταν είμαστε κουρασμένοι ή αγχωμένοι. 

* Κυριαρχεί ιδιαίτερα σε ανθρώπους με ορισμένες παθήσεις που προκαλούν προβλήματα στην αντίληψη του χρόνου, όπως η σχιζοφρένεια και η επιληψία. 

* Παρ΄ ότι δεν υπάρχει γονίδιο για το deja vu,είναι πιθανόν κάποιες εκδοχές γονιδίων που συνδέονται με την επιληψία να κάνουν ορισμένους περισσότερο επιρρεπείς σε αυτό. 

* Μόνο και μόνο το ότι διαβάζετε αυτό το άρθρο μπορεί να σας προκαλέσει deja vu.

 

πηγή: BHMA  Κυριακή 10 Μαΐου 2009  

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here