Χωρίς την ελληνική παιδεία υπάρχει Ορθόδοξη θεολογία;

0
43

Ένας από τους μεγάλους Ρώσους ορθοδόξους θεολόγους του 20ού αιώνα, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, διατύπωσε μία θέση που σήμερα προκαλεί συζητήσεις, ιδίως σε μία εποχή όπου συχνά επιχειρείται να αποσυνδεθεί η Ορθοδοξία από την ελληνική της μορφή και παράδοση. Υποστήριξε ότι για να θεολογήσει κανείς ορθόδοξα, είναι αναγκαίο να περάσει μέσα από την ελληνική παιδεία και σκέψη. Όχι με εθνικούς ή φυλετικούς όρους, αλλά με πνευματικούς και θεολογικούς.

Η φράση αυτή, αν ακουστεί επιφανειακά, μπορεί να παρεξηγηθεί. Κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η Ορθοδοξία εξαρτάται από έναν πολιτισμικό εθνικισμό ή ότι δήθεν ο ελληνισμός προηγείται του Χριστού. Αυτό, όμως, δεν είναι καθόλου εκείνο που εννοούσαν μορφές όπως ο Φλωρόφσκυ ή άλλοι μεγάλοι ορθόδοξοι θεολόγοι της ρωσικής παραδόσεως. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Η Ορθόδοξη πίστη, ενώ δεν ταυτίζεται με κανέναν πολιτισμό, έλαβε ιστορικά την οριστική της δογματική μορφή μέσα από την ελληνική γλώσσα, την ελληνική ορολογία  και το ελληνικό φιλοσοφικό εργαλείο, το οποίο μεταμορφώθηκε από την εμπειρία της Εκκλησίας.

Ο Χριστός δεν δίδαξε στα ελληνικά. Οι Απόστολοι δεν ξεκίνησαν με φιλοσοφικές κατηγορίες. Η Εκκλησία, όμως, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τις αιρέσεις και την ανάγκη να διατυπώσει με ακρίβεια τί πιστεύει, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει έννοιες που είχαν διαμορφωθεί μέσα στον ελληνικό κόσμο. Όροι όπως «οὐσία», «ὑπόστασις», «πρόσωπον», «ἐνέργεια», «φύσις», «λόγος» και «θέωσις» δεν είναι απλές λέξεις. Αποτελούν ολόκληρο νοητικό σύμπαν. Χωρίς αυτές, η ορθόδοξη δογματική δεν θα μπορούσε να εκφραστεί με την ακρίβεια που γνωρίζουμε.

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν νίκησε τον Αρειανισμό απλώς με ευσέβεια. Τον νίκησε με θεολογική ακρίβεια. Ο όρος «ὁμοούσιος» υπήρξε μία λέξη-κλειδί που δεν προήλθε αυτούσια από τη βιβλική γλώσσα, αλλά χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει ορθά το βιβλικό βίωμα. Το ίδιο συνέβη και με τους Καππαδόκες Πατέρες, οι οποίοι αξιοποίησαν την ελληνική φιλοσοφική γλώσσα, όχι για να υποτάξουν την αποκάλυψη στη φιλοσοφία, αλλά για να προστατεύσουν την πίστη από τη διαστρέβλωση.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η Εκκλησία δεν εξελληνίσθηκε με την έννοια της υποταγής στον αρχαίο ελληνισμό. Ο ελληνικός τρόπος σκέψεως βαπτίσθηκε και μεταμορφώθηκε. Η φιλοσοφία έπαψε να είναι αυτοσκοπός και έγινε υπηρέτρια της θεολογίας. Οι Πατέρες πήραν εργαλεία του ελληνικού κόσμου και τα υπέταξαν στην εμπειρία της εν Χριστώ ζωής.

Γι’ αυτό και ο Φλωρόφσκυ μιλούσε για έναν «Χριστιανικό Ελληνισμό». Δεν εννοούσε ότι η Ορθοδοξία είναι μία εθνική ελληνική θρησκεία. Εννοούσε ότι η Εκκλησία απέκτησε μία συγκεκριμένη μορφή σκέψεως, μία μέθοδο διατυπώσεως της αλήθειας και μία πνευματική γλώσσα που διαμορφώθηκε κυρίως από τους ελληνόφωνους Πατέρες της Ανατολής.

Αρκεί να αναρωτηθεί κανείς το εξής. Μπορεί κάποιος να κατανοήσει πραγματικά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή χωρίς να εισέλθει στον κόσμο της ελληνικής μεταφυσικής; Μπορεί να κατανοήσει τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά χωρίς την έννοια της «ἐνεργείας»; Μπορεί να ερμηνεύσει την τριαδολογία των Καππαδοκών χωρίς τη διάκριση μεταξύ «οὐσίας» και «ὑποστάσεως»; Ακόμη και όταν οι λέξεις μεταφράζονται, το βαθύτερο νόημά τους απαιτεί μία ολόκληρη νοητική παιδεία.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και μεγάλοι Ρώσοι θεολόγοι, μολονότι ανήκαν σε μία διαφορετική πολιτισμική παράδοση, επέμεναν στη μελέτη των ελληνικών Πατέρων. Αντιλαμβάνονταν ότι η Ορθοδοξία δεν είναι μία αόριστη μυστικιστική εμπειρία, αλλά ένα σώμα πίστεως με ιστορική συνέχεια και συγκεκριμένο θεολογικό τρόπο.

Το ζήτημα σήμερα γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο. Σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζεται μία τάση «απλοποιήσεως» της πίστεως, όπου η θεολογία μετατρέπεται σε συναίσθημα, ψυχολογία ή ασαφή πνευματικότητα. Όμως χωρίς την ακρίβεια των Πατέρων, η πίστη εύκολα εκφυλίζεται. Η ιστορία της Εκκλησίας το απέδειξε επανειλημμένως. Οι αιρέσεις δεν γεννήθηκαν επειδή έλειπε η πίστη στον Θεό, αλλά επειδή αλλοιώθηκε ο τρόπος κατανοήσεως του Θεού.

Αυτό, τελικά, ίσως είναι το βαθύτερο νόημα της θέσεως του Φλωρόφσκυ. Δεν έλεγε ότι για να γίνει κανείς ορθόδοξος πρέπει να γίνει πολιτισμικά Έλληνας. Έλεγε ότι όποιος θέλει να θεολογήσει ορθόδοξα δεν μπορεί να παρακάμψει τον δρόμο που ιστορικά ακολούθησε η Εκκλησία. Και αυτός ο δρόμος περνά αναγκαστικά μέσα από την ελληνική πατερική σκέψη.

Διότι, είτε αρέσει είτε όχι στη σύγχρονη εποχή, η Ορθοδοξία δεν διαμορφώθηκε σε κενό αέρος. Η δογματική της συνείδηση μίλησε ελληνικά. Και όποιος θέλει να κατανοήσει βαθιά αυτό το σώμα πίστεως, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να μαθητεύσει σε αυτή τη μεγάλη πνευματική γλώσσα της Εκκλησίας.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Φώτη Κόντογλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ