Α. Εις τύπον αγκαλιών
Εν αρχή, έρχεται εις το είναι μία τελεία¹. Αν υπάρχει και αποδεικτικό φαινόμενο, στον υλικό κόσμο, του «εις σάρκαν μίαν»², εν αρχή, μία τελεία...
Σε όλα τα εξελικτικά στάδια της ζωής του ο άνθρωπος διαχειρίζεται την (και από την) αγκαλιά του «άλλου». Η μήτρα είναι η πρώτη - και μοναδική ως τόπος - αγκαλιά. Θα αποβεί, μετά την γέννηση, σε φασκιά και σωματοκράτημα. Μετά σε βλέμματα που συνεννοούνται, σε σχέση επαφής με τον κόσμο, σε σωματικό και πνευματικό συμπλεύσιο.
«Σφίξε με, άσε με κάτω, άσε με ήσυχο»: βρέφος, νήπιο, έφηβος³. Τα βιώματα κι αιτήματα βιώματος επαναλαμβάνονται ισοβίως, μας λένε οι βιολόγοι. Έχουμε ξεκάθαρα στοιχεία αντιστοιχιών, βρεφικών και νηπιακών καταστάσεων με ηλικιωμένης ζωής συνθήκες⁴.
Το πόσο ψυχικό είναι το σώμα και πόσο σωματική η ψυχή είναι κάτι που διαρκώς μας αποκαλύπτεται (η ψυχή παραμένει κάτι απροσδιόριστο επιστημονικώς). Η μελέτη των νηπίων και βρεφών έχει μόλις δύο αιώνες. Τα εμβρυοσκοπικά εργαλεία και μελέτες είναι σύγχρονη πολυτέλεια. Όπως το στηθοσκόπιο αποτελεί μία αλλαγή φάσης της ιατρικής εξεταστικής, όπου εφευρίσκεται ένα εργαλείο ενακοής του εσωτερικού του ανθρώπου, έτσι και η λεπτομερέστερη εποπτεία της εμβραγωγίας, που έπεται όπως είπαμε της νηπιαγωγίας ως μελέτη, μοιάζει με μία αντίστοιχη μετάβαση από την επίκρουση (η με το σώμα ψηλάφηση του γιατρού και ακρόαση του σώματος του εξεταζομένου), αν και η τελευταία αποτελεί το πρώτο από τα δύο serendipity που οδήγησαν στο στηθοσκόπιο⁵, ενώ η ενδομήτρια ζωή έρχεται ανάποδα ως αντικείμενο μελέτης.
Οι εκδηλώσεις της εσωτερικής ιστορίας του ανθρώπου έχουν άμεση σχέση με τις εκδηλώσεις πίεσης μιας ετερότητας στην εξωτερική ιστορία του, εκδηλώσεις ενός μύχιου έξωθεν «ιερολογούμενου» σφραγίσματος. Στην ωμή ποσοστική ανάλυση είμαστε απλά το αποτέλεσμα των πέντε κοντινότερων ανθρώπων μας⁶. Η διαφοροποίηση από τα ζώα, στον άνθρωπο, υποστασιοποιείται ως «θέλω»· όχι γιατί τα ζώα δεν έχουν, αλλά γιατί ως ανθρώπινο αίτημα φτάνει στον αναβαθμό «τον ουρανό με τ’ άστρα». Κατά τ’ άλλα και τα φυτά θέλουν το φως ή το νερό (και μάλιστα προτιμούν μια καλή κουβέντα από μία κακή, επίσης⁷).
Σωματικά, τα «θέλω» είναι δυϊκή σπουδή, όπου την πρωτεϊκή κατάσταση συμπιέζουν τα μοναδικά γνωρίσματα επίκλησης του «σου κλαίω» και «σου γελάω» (ιδίως το δεύτερο). Το κλάμα σημαίνει «έλα» και το χαμόγελο σημαίνει «μείνε»⁸. Είναι ψυχικές εκδηλώσεις - τα τυφλά μωρά κάνουν ακριβώς το ίδιο. Τα τριαδικά «θέλω» των τριών πρώτων αναπτυξιακών φάσεων (βρέφος, νήπιο, έφηβος) - θέλω εσένα, θέλω ανεξαρτησία, θέλω την ησυχία μου - καθρεφτίζονται στη σχέση με τον κόσμο της ύλης μέσω της φιλοσοφίας μας, που θα θελήσει να τον διανέμει και να της διανεμηθεί. Η άλλοτε τελεία, διαχειρίζεται από μικρό έως τεράστιο μέρος των υλικών της ιστορίας. Οι διανομές από και προς εμάς χαρακτηρίζουν την υλική μετρήσιμη μετοχή μας στη συνύπαρξη: οι από τους άλλους, οι στους άλλους, οι για μένα, οι για σένα δωρεάν ή οι επ’ αμοιβή υπηρεσίες κ.ο.κ.
Οι φιλοσοφίες και τα πολιτικά σχήματα προσδιορίζουν κατά δύναμιν τη βέλτιστη λειτουργικότητα και ευεργεσία μιας «βέλτιστης» διανομής. Οι Πυθαγόρειοι, οι Στωικοί, οι Χριστιανοί και οι Κομμουνιστές, διδάσκουν τρόπους διανομής υλικής και πνευματικής ενέργειας. Στοχεύουν σε μία πνευματική ευγονική-αγωγή και η κάθε βολή του κάθε τοξότη προσδιορίζει τον στόχο και τα εργαλεία με τα οποία θα τον παραβιάσει κριτικά και δεν θα «αμαρτήσει»⁹ επί τούτου.
*
Στην Αγγλία του 19ου αιώνα, οι Επιτροπές Παιδικής Εργασίας - κάτι σαν πρώιμοι οργανωσιακοί και παράλληλα παιδο-ψυχολόγοι - αξιώνουν ότι το 12ωρο είναι θεμιτό ωράριο παιδιού-εργάτη, και μάλιστα ευεργετικό στο πνεύμα του, παρά ανασταλτικό της φυσικής εξέλιξης¹⁰. Δεκάδες χιλιάδες¹¹ παιδιά κάτω των 15 ή των 10 ή και των 7… προσλαμβάνονται και «αξιοποιούνται» με στόχο την αύξηση παραγωγής και συμμετοχής στο πνεύμα και το σώμα της εποχής της βιομηχανίας. Αυτή η τεχνικο-οικονομολογιοποίηση έστυψε τα παιδιά της, όπως και τα παιδιά άλλων ηπείρων κι ανθρώπων άλλης φιλοσοφίας, «πολιτικής θεωρίας» και νοηματοδοτικών στόχων¹². Η Αγγλία (μεταξύ άλλων χωρών εθελοντών «εκπολιτιστών») βγαίνει εξυψωμένη οικονομικά από την πρώτη βιομηχανική επανάσταση, η Αφρική ευτελισμένη. Δύο διαφορετικά «έλα, μείνε, άφησέ με, φύγε».
Είναι άραγε σωστή αυτή η απλούστευση σε δύο κατηγορίες λαών (;): α) που ζητούν να επικρατήσουν και β) που ζητούν να γίνει το θέλημα του ενός¹³. Εντέλει, αυτό, μεταξύ άλλων, μας λέει ότι και τα έθνη να καταργηθούν (όπως λένε πως αναπόφευκτα θα συμβεί οι θεωρητικοί της «θετικής» ανέλιξης της παγκοσμιοποίησης¹⁴) θα μείνουν οι Τρόποι των λαών, οι συνειδητοποιημένοι συνασκητές ενός τρόπου (όπως κάποτε οι Πυθαγόρειοι, π.χ., είχαν υψηλή δράση αλληλεγγύης, κατοικώντας σε διαφορετικές άκρες της Μεσογείου - ήξεραν ότι ήταν σπάνιοι και πολύτιμοι ο ένας για τον άλλο και θυσιάζονταν για την αλληλεπιβίωση¹⁵).
*
Σε μία εποχή ιδιαίτερα κυμαινόμενου προσδόκιμου ζωής και υψηλής θνησιμότητας, μία άλλοτε τελεία όπως όλοι μας, μην ξέροντας για τί μιλάει η ίδια, αυτοονομάζεται «βασιλεύς των τεσσάρων μερών της γης» (Ναραμσίν, 2270 π.Χ.)¹⁶. Δε ξέρει ότι δε ξέρει το 99% της γης (άσε τα περί πνεύματος). Το 1% που κατέχει του δίνει την αίσθηση - και το διαφημίζει ώστε να παραμείνει ενισχυμένη αυτή η αίσθηση και στους γύρω του - ότι κυβερνά τα πάντα. Οι σημερινοί ανάλογοι, οι πλανητάρχες, κρατούν τη νοοτροπία κι έχουν αρκετά ενισχυμένη γνώση επί της εμβέλειας της κυριαρχίας τους, η οποία σημαίνει πρωτίστως την δυνάμει στρατιωτική επιβολή. Είναι ίσως από τα αρχαιότερα επαγγέλματα, η θέση του κυβερνήτη. Κι όμως διαρκώς φθίνει ποιοτικά: η αγχώδης φιγούρα του μέσου σύγχρονου άρχοντα, και πόσα δεν κάνει για αυτό το συνειδητοποιημένο 1% της γης πλέον! Ας αφήσουμε πάλι τα περί πνεύματος και τις αντίστοιχες κατακτήσεις ή «καταλήψεις», για να μη στενοχωρηθούμε.
Ο Μέγας Αλέξανδρος, ζωντανό κουρέλι στα 30 του απ’ όσα έχει πασχίσει να καταφέρει, έχει περισσότερες ορθολογικές δικαιολογίες να στοχάζεται ένα πιθανό παγκόσμιο κράτος¹⁷ απ’ τον Ναραμσίν. Πιθανότατα έχουμε και την πρώτη απόπειρα συνειδητής παγκοσμιοποίησης, όχι δια πολτοποίησης αλλά συνύπαρξης με εγκεφαλαιώδη άξονα (τον Ελληνισμό). Ο Ακκάδιος όμως, διακατέχεται από έναν αυτισμό που ταιριάζει στο γεωνοητικό υπόβαθρο του Σίνα περισσότερο, παρά στο γεωπολιτικό του Μακεδόνα βασιλιά: οι αρχαίοι Σίνες θεωρούν ότι ο κόσμος είναι τετράγωνος¹⁸: αλληλουχία τετραγώνων με κεντρικό το ίδιον, ως σύστημα διακυβέρνησης. Όλα αυτά είναι εις τύπον αγκαλιάς (συλλογικοτήτων).
Παρατηρώντας την «ενδομήτρια» συγκεντρωτικότητα του Κινεζικού διακυβερνητικού συστήματος (των αρχαίων αντίστοιχων πόλεων-κρατών τους και της ταξικής κατανομής επί της οποίας λειτουργούν και αναπτύσσονται) ενβλέπω κι εκεί το αναπτυξιακό αλυσιδωτό. Αυτό που κυριαρχεί είναι το «έλα» και «μείνε» - μία προσκλητική διάθεση στη μετοχή στη συλλογικότητα (πυρήνα δυνάμεων επικυριαρχίας). Ενώ το «άσε με ήσυχο» (το εφηβικό σύνδρομο), ως εσωτερικό αίτημα διασπάσεων και κινήσεων ανεξαρτητοποίησης, υπήρχε πάντα στους Κινέζους ως προς τους εξωεθνείς που επιτίθενται (παρέμεινε πράγματι ένα από τα πιο αυτόχθονα έθνη¹⁹). Το εσωτερικό τους, αν και πάντα δραστήριο και υπεραπασχολούμενο (πλήθος φιλοσοφικών σχολών και κατ’ επέκταση εριδών, αιρέσεων, υβριδίων κ.λπ.), μένει σκληροπυρηνικά συμπαγές. Μέχρι τους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν, οι Σίνες είχαν μόνο εσωτερικές γεωγραφικές και πνευματικές αλληλοκατακτήσεις και αλληλοεπικρατήσεις. Όμως τους πρώτους αιώνες μ.Χ. ο Βουδισμός εισάγεται στην Κίνα. Κι επιφέρει σχεδόν το ίδιο σοκ με το ξένο σώμα που ένιωσε να αντιμετωπίζει η Καθολική Εκκλησία όταν οι Άραβες της συστήνουν τον Αριστοτέλη και την κάνουν άνω κάτω²⁰.
Φαίνεται πως σκοτωνόμαστε για το πώς θα αγκαλιαστούμε!
Μοιάζοντας να ξεφεύγω από το θέμα (: η «τελεία», τα αναπτυξιακά στάδια, η επιδιωκόμενη επανάληψη που προκύπτει), θα μοιάζω πως ξεφεύγω έτι περαιτέρω αναφέροντας πως και η παράδοση του ίδιου του Βούδα (το πνευματικό «θέλω» του τρόπου του Βουδισμού), διά διαιρέσεων απανωτών - όπως συνέβη, π.χ., με το κίνημα της ψυχανάλυσης στο δυτικό περιβάλλον - περνάει ένα αναπτυξιακό στάδιο. Η απόσταση της πρώτης διδασκαλίας (Σιντάρτα/Τεραβάντα - 5ος-6ος αι. π.Χ.) με αυτή των Μποντισάτβα (Μαχαγιάνα, 1ος αι.), μοιάζει με μία πορεία ομολογίας: έλα, μείνε, αγκάλιαζέ με, σώζε με μόνο και μόνο με την επίκληση του ονόματός σου, ακόμα και ως άπιστο²¹. Ενώ ξεκινάει ως απλή ζωή προς την απαλλαγή από τον πόνο και τη φώτιση (ο Βούδας αυτοπροσδιορίζεται ως απλός άνθρωπος), ο Βουδισμός καταλήγει σε ενπρόσωπη - και μάλιστα πολυπρόσωπη - σωτηριολογία (οι Μποντισάτβα).
Και τώρα εξηγούμαι ως προς το άνοιγμα έως τη θρησκευτικότητα της Άπω Ανατολής και τα χιλιάδες χιλιόμετρα έως την Ιαπωνία (Βουδισμός Ζεν). Αφενός δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε την ανάγκη της μήτρας, αφετέρου, φαίνεται ότι πρέπει να έχει οπωσδήποτε και ένα πρόσωπο, δρων σε διαπροσωπικό επίπεδο, εφόσον οι κρατικοί οραματισμοί που αναφέραμε είναι απρόσωπες και αυτομάτως προσωποληπτικές αγκαλιές. Το πρόσωπο στο οποίο καταλήγει ο Βουδισμός είναι το πιο αυτοαναιρετικό που θα μπορούσε να πάθει, εφόσον πρόκειται για έναν τρόπο που οδηγεί στην ποθούμενη μήτρα μέσω της αυτοεξάλειψης. Ακόμα και η «φώτιση» είναι πλάνη²²!
Οι τρόποι-φιλοσοφίες-θρησκεύσεις με περιεχόμενό τους («πρώτη ύλη») ενπρόσωπες μαρτυρίες και ζώσες περπατησιές, είναι πιο κοντά μεταξύ τους ως θεωρίες, από όσο κοντά ενδέχεται να είναι μεταξύ τους αφηγήματα απρόσωπων υπερδυνάμεων, ίσως και βλάσφημο να απεικονιστούν (όπως συμβαίνει στο Ισλάμ). Παρόλο, π.χ., που ο Χριστιανισμός υπάγεται στις θρησκείες του Μωυσέως, είναι «συγγενέστερος» του Μαχαγιάνα Βουδισμού απ’ ό,τι είναι με τον Εβραϊσμο και τον Μουσουλμανισμό, που προηγούνται κι έπονται αντιστοίχως. Είναι εγγύτερος πρακτικά, όχι θεωρητικά. Θεωρητικά έχουμε όλοι Θεό, που όμως μόνο στον Χριστιανισμό αποκαλύπτεται (ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα έχουν μορφή, ο Πατήρ αποκαλύπτεται μόνο φωνητικά κι αισθητικά: Βάτος, Βάπτιση, Μεταμόρφωση). Πρακτικά εγγύτερος γιατί ο σκοπός του ανθρώπου είναι η θέωση και η διά αυτής αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο (ο λίγος σε σχέση με τη θέωση, ενπρόσωπος δε, Μποντισάτβα). Το πρόσωπο και η εκπροσώπηση έχουν άλλου κύρους αγκαλιά. Τα πιο αρχέγονα είδωλα, είχαν πρόσωπο και σώμα.
Το απρόσωπο υπέρτατο μοιάζει με αποκλεισμό της μνήμης του ως κριτή αλλά και ως συνεργάτη. Αυτό ακούγεται σαν μικρός βαθμός δεισιδαιμονίας, σαν αφορμή για κάτι τέτοιο, σαν ένα «άσε με ήσυχο» σε συνδυασμό με τη «μάσκα της επιθετικότητας» όπου «κρύβει τη λαχτάρα του για αγκαλιά [...]και την καταπιέζει»²³ (και την υποκαθιστά - με υπερηφάνεια προσπαθώντας να περισωθεί από την ταπείνωση - με είδωλα).
*
Η φιλοσοφία και η θρησκεία ζουν εν παραλλαγές την ορθόδοξη προσέγγιση του Θεού: του «σε θέλω», του «να μείνεις», του να μου παρέχεις «ανεξαρτησία», και του να μου παρέχεις όση «ησυχία» αιτούμαι, και πάντα να είμαστε καλά, εφόσον υπάρχει αλληλοσεβασμός: δεν βλασφημάμε ο ένας τον άλλον: με θέλεις έτσι, σε θέλω έτσι, παντρευόμαστε. Η αιρετικότητα του «βιασμού» του θείου φέρνει στο μυαλό μία φράση ενός αγίου ανθρώπου που εδώ νομίζω αρμόζει κατάλληλα για να μας περιγράψει ως αιτούντες το θείο ανορθόδοξα και ανορθόλογα: θέλουμε «πέρδικα ψητή σε κέρινο σουβλί και να λαλή»²⁴. Επί του θέματός μας, το παιδί μέσα μας καταφαίνεται: θέλει την αγάπη μας, θέλει την ανεξαρτησία του, θέλει να μην υπάρχουμε καν, και ταυτόχρονα να υπάρχουμε και να το αγαπάμε και να το προσέχουμε από αυτήν την πολύτιμη αλλά κι επικίνδυνη βέβαια ανεξαρτησία του. Όλως περιέργως, πολλοί γονείς έχουν φοιτήσει κι αριστέψει σε αυτή την τρέλα. Πολλοί άλλοι κόπηκαν. Η τρέλα της γονεϊκότητας είναι η καλύτερη ποιητική μεταφορά ώστε να μας περιγράψει κάποιος τον όντως τρόπο του όντως θείου.
Η παράβαση στον Κήπο της Εδέμ πρόκειται για σύμπτωμα εφηβικού σταδίου: ζω απομονωμένος από το βλέμμα και την κριτική σου, διαλέγω εγώ για μένα, ερήμην σου. Και μετά από αυτή την πτωτική απρέπεια και διασχεσιακή παρακοή (εφόσον με αγάπη σου είπε να μην φας το μήλο...), κι εφόσον η επαφή συνεχίζει, ο Θεός ξεκινάει, όλο και περισσότερο, να αποδεικνύει τον εαυτό του Πατέρα. Το πρώτο στάδιο αποκάλυψης είναι του γεννήτορα, λέει ο «μύθος», και είναι κάπως ανεκτό. Έπειτα όμως αρχίζει το σκάνδαλο. Είναι, υπάρχει, και τάζει τη μακαριότητα σε μία «μητρική» επιστροφή (η Βασιλεία του Θεού και των παιδιών Του). Αυτή η επιστροφή δεν είναι το «θέλω» το περιεκτικότερο όλων, του λαού που ζητάει το εν αντί απάντων²⁵, το εν ου εστί χρεία²⁶; Αυτό είναι το ψυχοσωματικό ξεπέρασμα του «γίνε και μείνε» η ησυχία μου. Είναι ο έφηβος εν μεταστροφή νοός, με φιλοσοφία και θρησκεία που προσδιορίζει αλλιώς τί το συμφέρον και τί το βλάσφημο. Και δεν είναι, έτσι, γραφική η έκφραση «αιώνια νεότητα». Αν υπάρχει εξερεύνηση του κόσμου της αλήθειας, του υπεραληθεύοντος της αλήθειας μας της μεμονωμένως νοούμενης, τότε η μοίρα του ανθρώπου είναι να νεάζει ακατάπαυστα. Αν το θέλω μας ξεπερνά τον κόσμο, δεν πολεμάμε εν κόσμω, για την διεκδίκηση του κόσμου.
Από το κλασικό «έλα, μείνε, φύγε, φεύγω», του «ανθρώπου-ζώου» των «5», στο μέρος όπου ως μέλος γίνεσαι ο ίδιος μητέρα, πατέρας, μήτρα, φασκιά, χτύπημα στην πλάτη και βολτάρης ²⁷, μύστης στο ευαγγέλιο των αμεσοτήτων και των εμμεσοτήτων όπου άγεις - όχι ως βασιλεύς των τεσσάρων μερών της γης - το ανθρώπινο είδος σας, όντας πλέον «το χέρι που κουνάει το λίκνο [...]το χέρι που κυβερνάει τον κόσμο»²⁸, ζώντας «το χέρι της αληθείας» να προηγείται εσού και των επινοήσεών σου, αιτούμενος αυτό το άγιο χέρι να πιάσει το δικό σου και να το μάθει να (συγ)γράφει το έργο που έχει δρομολογήσει η θεία πρόνοια για τον κόσμο. Η επιλεξεί ονομάτιση του Θεού ως Πατρός και των επιπτώσεων στη σχέση του ανθρώπου με Αυτόν, είναι η εν χριστιανισμώ παραγγελία να γίνεις σαν τον πατέρα σου (τέλειος)²⁹. Κάτι ακόμα πιο βλάσφημο γιατί οι απρόσωπες θεο-θρησκεύσεις που έχουν για αδιανόητο έναν σαρκούμενο Θεό, σίγουρα εκλαμβάνουν ως ακόμα απαραδεκτότερο το κοινώνημα της θεότητας, το υποστασιοποίημα του απολύτου εκ του μέρους (του ταπεινού ανθρώπου). Αλλά οι Πατέρες ξέρουν τί ζουν και «βλασφημούν» όσο πάει: ο Θεός είναι πιο κοντινός και από τις σάρκες μας³⁰. Αυτό το τελευταίο ακούγεται σαν αγκαλιά «ολικότερη» κι από αυτήν της μήτρας, που στον φαινόμενο κόσμο είναι η υπέρτατη κι απόλυτη.
Η πατρότητα ως προβολή του πατρικού προσώπου σε εκείνο του Θεού, κατά την ψυχανάλυση του Freud, δεν πέφτει και πολύ έξω, υφίσταται βιο-λογικά. Και αυτός όμως την νεύρωσή του ζει (και μάλιστα ως κοκαϊνομανής), και «θύμα της επιτυχίας του» όντας, «ευρίσκεται πλέον στα τμήματα λογοτεχνίας», και όχι αυτά της επιστήμης που θεμελιώνει με τη θεωρία του (ψυχολογίας)³¹. Γιατί και η θεωρία του αυτή, μία πατρότητα - συνειδησιακή - επιδιώκει, νιώθη απροστάτευτη, θέλει μία αγκαλιά.
Όταν θρησκεύεις κατά την αρχαία νευρωσικότητα του ανταλλακτικού πνεύματος, ως λατρεία της θεότητας, δεν είσαι και πολλά παραπάνω από ένα γεράκι ας πούμε, όπου όπως γνωρίζουμε καλλιεργεί μία αποκλειστικά ανταλλακτική σχέση, και με το είδος του και με τον γερακάρη. Είσαι ένα «σου κάνω/μου κάνεις» θέα Δήμητρα, ή πάτερ Ήλιε, για παράδειγμα.
Το «σ’αγαπώ/μ’ αγαπάς», κι αντίστροφα, παρατηρεί κανείς ότι σπάνια συμβαίνει ακόμα και στις βιολογικές σχέσεις γονέα-παιδιού (είναι πιο πολύ σ’αγαπώ/με βολεύεις). Ενώ ποτέ δεν συμβαίνει αυτό σε ανταλλακτική λατρεία· και μάλλον όσο πιο απρόσωπη, τόσο πιο κρύα ως προς το ζητούμενο της αγάπης.
Το να λέει ένας άγιος ότι «η μόνη επανάσταση που κάνει τον άνθρωπο πιο ευγενικό είναι η επανάσταση του Χριστιανισμού», και πως «κάθε άλλη επανάσταση κάνει τον άνθρωπο πιο ωμό απ’ ό,τι είναι»³², δεν είναι θρησκευτικά αυτοαναφορικό, δεν αξιώνει ότι ο Χριστιανισμός είναι απλά καλύτερος, ωσάν καλύτερο προϊόν στο ράφι του σούπερ μάρκετ της θρησκευτικής αγοράς. Μιλάει για το εμπράγματο πνευματικό μας θέρος και συγκομιδή. Είναι κάτι το ανθρωπολογικά ομολογιακό: οι τάσεις μου, ως άνθρωπος, κάποιες ή πολλές, χονδροποιούνται αντί να παιδαγωγούνται κι εκλεπτύνονται κατά τη σχέση μου με το εκλεγμένο αυτό ως Απόλυτο (που εν τοις πράγμασι είναι πάντα αποκεκαλυμμένο, εξού και η ομολογία του και όχι η σκεπτικιστική διαλογή του μεταξύ επιλογών). Εξού και η γνώση, στους μεγάλους Πατέρες, που γεννάται εκ των πειρασμών και όχι εκ της σχολαστικής μελέτης προς εκλογήν αποφάσεων³³. Είναι οι πάσχοντες τα θεία και όχι οι διαλογίζοντές τα³⁴.
«Η αγάπη προς τον Θεό [...]λείπει από το αρχαιότερο των λεξικών: η λέξη φιλόθεος εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη […]μονάχα η Αθηνά ενέπνευσε ένα αίσθημα που θα μπορούσε δικαιολογημένα να περιγραφεί ως αγάπη [...]«θα ήταν πολύ άτοπο», λέει ο Πλούταρχος στα Μεγάλα Ηθικά, «να πει κάποιος πως αγαπά τον Δία»³⁵.
Β. Παρμένη Πόλη;
Επιστρέφουμε στα πολιτικά και πολιτευτικά πλαίσια ως αγκαλιές, έχοντας πλέον και το υπόβαθρο της χριστιανικόφρονος συνείδησης. Το ότι ο Χριστιανός, ξαφνικά και από το πουθενά, καθίσταται υπόδειγμα πολίτη, εντός της μαινόμενης εναντίον του Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, δεν ήταν παράλογο, αλλά παράδοξο, παράδοξα τολμηρό: ενώ σκοπός είναι η ευμάρεια και μετοχή στην αδηφαγία της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας, που ενίοτε απαιτεί να είναι η ίδια η θεία αναφορά και λατρεία εν κόσμω (το πόθεν προκύπτει η επιθετική τάση των Χριστιανών έναντι της κουλτούρας των επώνυμων αγαλμάτων - βασισμένη στην αλλά όχι η αυτή αρχαιοελληνική κουλτούρα), η μετοχή, κατά αυτή τη νέα εβραιόθεν αλλά ελληνιστί εκπεφρασμένη θεώρηση του κόσμου, γεννάει τους παραδόξως most wanted πολίτες, που, ρεαλιστικά, αποδεικνύονται ιδανικοί, όντες αδιάφοροι για την πολιτεία ή τους πολίτες ως αυτοσήμαντες οντότητες. Ένας έξωθεν τρελός λύνει όλους τους γρίφους που ταλανίζουν την κοινωνία και τους σοφούς διοργανωτές της. Και η κοινωνία, που είναι το όντως παράλογο, τους κατασφάζει, καθώς την συμφέρει νομίζει να μένει ταλανιζόμενη. Όχι ολόκληρη βέβαια - ο Χριστιανισμός ευδοκεί στην ακεραιότητα κάποιων λίγων ανεξαρτήτως κοινωνικού status. Κι ενώ η ιστορία μοιάζει να χειραγωγείται από τα χέρια παλαβών και πανίσχυρων θηρίων - Τιβέριοι, Καλιγούλες, Νέρωνες, Δέκιοι, Διοκλητιανοί - ο εξουθενωμένος Παύλος «παίρνει την πόλη». Οι πρώτοι, μερικώς σίγουρα, καταφέρνουν να λατρεύονται ως θεοί, προσγειώνοντας (χυδαία αναγκαστικά πάντα) τα προνόμιά τους σε χαμηλότερο των Ολύμπιων επίπεδο. Έχοντας εξασφαλίσει τον φόβο, διασφαλίζεται η υπηρεσία τους. Δεν ελέγχονται συνειδησιακά από την κατάντια τους, αρκεί να γίνει το δικό τους. Ο Νέρων θα πάρει 65 χρυσά στεφάνια στους αρματοδρομικούς αγώνες στην Ελλάδα, κάποια με σπασμένο άρμα³⁶! Ο αυτός και καθένας σαν αυτόν μοιάζουν να περνούν ζωή χαρισάμενη. Ο δε Παύλος περπατάει μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα, ξυλοκοπείται πολλάκις, φυλακίζεται τρις, ναυαγεί επίσης τρις - σε ένα από τα ναυάγια τον τσιμπάει και φίδι στην ακτή³⁷ - για να φτάσει στο τέλος να χρησιμοποιήσει το προνόμιο του Ρωμαίου Πολίτη (τη visa του ας πούμε), και να απολαύσει μια σύντομη εκτέλεση δια αποκεφαλισμού. Η επανάσταση όμως έχει συντελεστεί, και τα αποτελέσματα είναι εκτός ελέγχου. Το παράδοξο, που μοιάζει με παράλογο, τα ‘χει καταφέρει, κι η φυσιολογικότητα, ως προς τον τρόπο «προς τη μήτρα» της ανάπαυσης, κόβει εσαεί την ιστορία στη μέση. Λαϊκώς: γυαλιά-καρφιά. Ενώ, βάζοντας ένα επιστημονικο φίλτρο, παρατηρούμε μία ακόμα «καταστροφή», που βέβαια αεί-συντελείται έκτοτε: «η επιστήμη είναι δυνατή μόνο εφόσον οι παρατηρήσεις και τα αποτελέσματα είναι ποιοτικά επαναλήψιμα [...]το πιο σίγουρο ίσως σημάδι μιας αληθινά επαναστατικής ιδέας, είναι η ικανότητά της, που αποκαλύπτεται στο διάστημα γενεών ή και αιώνων, να κάνει κανονικό, καθημερινό, διαισθητικά έκδηλο, αυτό που κάποτε φαινόταν αφηρημένο»³⁸. Αφηρημένο ακουγόταν το «δώστε μου τον ναό κι εγώ τον ξαναχτίζω σε τρεις μέρες»³⁹. Ακόμα πιο αφηρημένο, γιατί «άυλο», ήταν το «θαρσείτε, εγώ νίκησα τον κόσμο»⁴⁰. Και η Βυζαντινή Ιστορία, γυρνάει και λέει στη Ρωμαϊκή (που προσλαμβάνει εν μέρει): «τελικά, ποιος αποκεφαλίζει ποιον τόσους αιώνες: οι μεστοί μίσους αποκεφαλιστές τους αποκεφαλισμένους ή οι μεθυσμένοι εν αγάπη αποκεφαλισμένοι τους αποκεφαλιστές;». Έχουμε μπει στην εποχή της οικουμενικής εκκλησίας, της αόρατης κι αυθαίρετης για τα κοσμικά κριτήρια δράσης της Χάριτος.
Η εκκλησία έχει το know how (το εις πέρας φέρειν). Σηκώνει τον άνθρωπο στις μικροπρόθεσμες κι έκτακτες, έως τις μακροπρόθεσμες ανάγκες του ή κλίσεις. Εκκλησιαστικές οργανώσεις είναι τα νοσοκομεία (που είναι και σπουδαστήρια), τα ορφανοτροφεία, τα συσσίτια κ.λπ. Στο Βυζάντιο, ο δυτικός πολιτισμός ζει την δεύτερη πνευματική επανάσταση από τον καιρό των αρχαίων Ιώνων κι Αθηναίων, και των μεμονωμένων μες στους αιώνες φιλοσόφων που ακολουθούν την ασκητική του φιλόσοφου βίου. Ο άνθρωπος λαμβάνει δικαιώματα που δεν ζήτησε, σε κάθε επίπεδο (κοινωνικό και πνευματικό). Και τα ιστορικά δεδομένα κριτικής σημασίας κοινωνιολογικών αλλαγών, προδίδουν την δική μας σύγχρονη εποχή, την της κουλτούρας του δικαιωματισμού, ως μία ακόμα χριστιανική αίρεση. Και σκέφτομαι: και να ζεις το δικαίωμα σε μία αγκαλιά, πόσο ευτελές μοιάζει όταν ικανοποιείται από έναν διεκπεραιωτή του δικαιώματός σου αυτού, κάποιον που πόρρω απέχει από το να σε αγαπά όπως σου αρμόζει (εν Θεώ).
Μία θαυμαστή οικονομία ξεκινά να λειτουργεί και λειτουργείται, εντός ανθρώπων, για τους άλλους ανθρώπους, για όλη την κτίση αυτή την αξιοσπλάχνιστη. «Προσοχή! Ανωμαλία!». Δομή που απασχολεί όχλο ζητάει να δώσει! Εκπαιδεύει εθελοντές να δίνουν, να πεθαίνουν δίνοντας. Το «απαράδεκτο» των Χριστιανών ήταν (κι ακόμα) ότι δεν ήταν νοσοκόμες - μέχρι εκεί φτάνει μια κρατικοκρατική θεώρηση, μία μηχανιστική αξιολόγηση (τί παράγουν οι ενδοκρατικές υποομάδες;). Ο Χριστιανός όμως είναι κολλημένος με την αλήθεια. Κάτι τον κάνει να κολλάει με αυτήν. Σου δίνει το χέρι και σου δίνει το ψωμί γιατί πάσχει αυτή την αλήθεια, και, παρεμπιπτόντως, σε κατηχεί και σένα, σε αναγκάζει να αλλάξεις εκουσίως. Οι 10 εκατομμύρια μάρτυρες των τριών πρώτων αιώνων, αλλά πάνω κάτω και των τριών τελευταίων, λένε πολλά για το αν αλλάζει ο άνθρωπος, εις απάντησιν του να αλλάζει απλά φανέλα (φιλοσοφία, θρησκεία, πολιτική θεωρία).
Συμπερασματικά, οι εντοπισμοί των ανθρωπολόγων και βιολόγων περί ανθρώπου, που ζει και ξαναζεί το πλαίσιο του «έλα, φύγε, φεύγω» - δηλαδή εμβρυάζει, νηπιάζει κι εφηβίζει - μεταμορφώνονται και χρήζουν μια μεταμορφωμένη αναλόγως ανθρωπολογία και βιολογία ώστε να προσδιοριστεί η επόμενη κατάσταση, που είναι βέβαια ένα περιεκτικό πλαίσιο αναβαθμισμένης ωρίμανσης, πολίτευσης εν κράτος και κόσμω, υπαρκτότητας. Το Ευαγγέλιο προηγείται κι έπεται της επιστήμης, αν λέει την αλήθεια…
*
«Όπου η φιλοσοφία σκοτίζεται η ζωή τα καταφέρνει περίφημα»⁴¹. Ο Ζ. Λορεντζάτος, στα Collectanea (215), αναφέρει τον Γκορμπατσόφ να κατηγορεί τους Χριστιανούς ουσιαστικά για ιδεαλισμό. Συγκεκριμένα για αντιματεριαλισμό (αντιυλισμό) κι αντιεπιστημονισμό.
«Μου ‘δωσες τροφή να φάω όταν πεινούσα και ένα ρούχο να φορέσω όταν γύμνευα», λέει ο Χριστός⁴². Η ανδρεία της αλληλεγγύης βρίσκεται στην πραγματικότητα του Θεού. Ο Γκορμπατσόφ είναι ένα μωρό που κλαίει και διαμαρτύρεται λέγοντας με τον «τρόπο» του, «είμαι και πνευματικός», παραδόξως (και τραγικώς βέβαια), με υπόβαθρο ένα κάρο επιχειρήματα υπέρ της απόλυτης σημασίας του ιστορικού (εν ιστορία) υλισμού (εν επιστητώ διανομή ενεργείας).
Πόσο πιο υλιστής είναι ο Θεός στην πραγματικότητα, και πόσο πιο «άθεος» κι «ανθρωπιστής»! Στο άκρον άωτον της αποκάλυψης, εξηγεί: είναι και ο ίδιος ύλη, που θα την φας και θα την πιεις· η ύλη Του είναι ο τρόπος που κατανοούμε εν πνεύματι τί εστί ούτος και τί το μωρό που κλαίει και λέγεται άνθρωπος. Αν δεν καταλάβεις πώς σε έφτιαξε ο Θεός, δεν θα καταλάβεις πώς σε κατάντησε η αμαρτία, λέει ένας πατέρας⁴³. Ο Θεός δίνει τη δυνατότητα να γίνουν όλα προσφερόμενα κεράκια, δηλαδή προσφορά κτιστού φωτός αιτούντος το άκτιστο. Όλη η ζωή αναβαθμίζεται - ένα άλλο οξυγόνο αναπνέεται. Δεν είμαστε εγκλωβισμένοι στην κουλτούρα μιας λογοτεχνικής ομάδας. Είμαστε μία ορχήστρα εγκλωβισμένη, με τα όργανα στα χέρια, στον κόσμο της αρμονίας - σολιστικής και συμφωνικής… - στο κλίμα της αμείλικτης παραμυθίας, πέρα από το τέλειο και το ατελές. Εάν κανείς χάσει την «αρμονία» του, ένεκεν του Κυρίου και του ευαγγελίου Του⁴⁴, αυτός θα την βρει στα αλήθεια, θα δεξιοτεχνήσει.
Δεν υπάρχει «πολιτική θεολογία» (σαφώς και υπάρχει). Η παντεπόπτιδα πίστη πολιτεύεται θεολογώντας και θεολογεί πολιτευόμενη. Τα πρόσωπα της εκκλησίας, πολύ συχνά, στο Βυζάντιο, ήταν υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι στην κρατοσυστημική πυραμίδα. Αυτό γιατί εργάζονταν. Ο Φώτιος είχε τουλάχιστον τριπλή καρποφορία: πολιτική, διδασκαλική, γνωσιολογική.
Ο «χριστιανικός ιστορικός υλισμός» λειτούργησε δυϊκώς, αποφατικά: δεν περιόρισε την πρόσβαση στην κάθε γνώση και δεν επέτρεψε να εγκλωβιστεί η συνείδηση του μέλους του ποιμνίου στην όποια γνώση, παρακάμπτοντας τον πυρήνα της αύξουσας ταπείνωσης, της διαμορφούμενης εικόνας του Θεού στην κάθε ανεπανάληπτη περπατησιά του κάθε ανεπανάληπτου προσώπου. Η ανθρώπινη μήτρα χωράει τον άνθρωπο ως μωρό. Στη συνέχεια, βγαίνοντας στη ζωή, ψάχνουμε συνειδητά να «βγούμε στη ζωή». «Ἐν μήτρᾳ γάρ […]ἐσμέν […]ἐν τῇ παρούσῃ τῆς ζωῆς καταστάσει»⁴⁵. Κι αν τον κόσμο όλο κερδίσει και την ψυχή αυτού ζημιωθεί⁴⁶; Ζημία είναι η αποβολή που (παρα-)φυσιολογικά υφίσταται (ο όποιος) εκ της μήτρας της δευτέρας και (προ)αιώνιας. Το κέρδος που απορρίπτει ο Χριστός δεν είναι ο κόσμος: δεν πετάει τον κόσμο στα σκουπίδια, ούτε τον περιφράσει με μία πολιτική θεωρία, που όσο πιο απόλυτη είναι τόσο περισσότερο για τα σκουπίδια είναι. Λέει ότι ως διαχειριστής του κόσμου σου, δίχως «ψυχή», δίχως «να το λέει η καρδιά σου» το «καλό του κόσμου», συμβάλλεις στην απώλεια κόσμου και ψυχής, ότι και τα δύο είναι και τα δύο, και ειδικά μεταφορικώ τω τρόπω. Η αγιοπατερική παράδοση είναι δωρικότατη: εν τω αδελφώ η σωτηρία, εν τω αδελφώ η απωλεία⁴⁷. Ένα σύστημα εκ του κόσμου τούτου δε, περιπέφτει πάντα στο παράδοξο της επιβαλλόμενης σωτηρίας, που αναγκαστικά είναι κι επίπλαστη από κάποιον εμπαθή (ή ομάδα τέτοιων). Αυτό μοιάζει να λέει στον άνθρωπο να ξαναγίνει μωρό και να ξαναμπεί στη μήτρα της μάνας του, ενώ από τότε που βγήκε από κει ψάχνει την άλλη. Απορούσε ο πρώτος κρυπτοχριστιανός Νικόδημος⁴⁸… Αλλά αν αυτό που παίζεται, στο σενάριο όπου στροβιλιζόμαστε ιστορικοκοινωνικά, είναι μία αιωνιότητα, τότε έχουμε «αρετή και τόλμη», «δέος και αυτοδιάθεση», παραδομένη εγκαρδίως ελευθερία σε μία «φυλακή» από την οποία κανείς δεν θα σε βγάλει αν δεν θέλεις (το ακριβές αντίθετο από μία φυλακή μιας επίπλαστης ελευθερίας, όπου όλοι θα σε κρατήσουν - πάση θυσία, γιατί είσαι αναγκαίος πελάτης - παρά την βαθύτερη κι οσιότερη σίγουρα θέλησή σου). Ο φυλακισμένος εν κόσμω κι ο φυλακισμένος εν Θεώ είναι δύο ξέχωροι τρόποι του «θέλω και υπάρχω», της ενεργητικής και παθητικής διανομής της εν κόσμω ενεργείας.
[Επί των παραπάνω και των προηγουμένων τους. Ήταν κομμάτι και της αρχαίας κινεζικής πολιτικής θεωρίας το απαραίτητο της αξιοσύνης του άρχοντα, όπου δημιουργεί την διάθεση της αυτοθυσίας και αυτοπροσφοράς στον πολίτη, έναντι ενός διεφθαρμένου που μεταδίδει εκθετικά την μικρόνοιά του στον τελευταίο και τον καταντά ιδιώτη και ιδιοτελή⁴⁹.]
Δεν είναι θεωρητισμός του κόσμου ο Χριστιανισμός. Όσο οι αυτοκράτορες της Ρώμης λατρεύανε τον ήλιο και τον εαυτό τους, χωρίς υποδομές και δημόσιες επισημότητες, ο κόσμος έζησε την ξαφνική εμφάνιση υποδειγματικών πολιτών, άσχετα προσανατολισμένων με το πολιτικό σύστημα (μία θεμέλια τερατώδης απόκλιση κι από τον Καθολικισμό κι από το Ισλάμ). Και πώς αλλιώς προσδιορίζεται αυτό αν όχι με το βάρος που αφήνουν να πέσει στις πλάτες τους ως διακονία των προβλημάτων των συμπολιτών τους; Οι εξουσιούχοι διακονούν όσο η διακονία τους διακονεί τους ίδιους. Πώς το ‘λεγε ένας Άγγλος πρωθυπουργός (;): δεν υπάρχουν κρατικές φιλίες· υπάρχουν μόνο κρατικά συμφέροντα⁵⁰. Και με τους μέσα και με τους έξω αυτό…
Τα ορφανά, τα πεταμένα (καθώς άχρηστα κι απαιτητικά) κορίτσια, οι τελευταίοι της αλυσίδας στη διανομή της ευμάρειας που μαζεύει μία μειοψηφία-εξουσία με μια δουλεύτρα μέση τάξη της, περιμαζεύονται, όχι ως προνομιούχοι πολίτες αλλά «ως εαυτός»⁵¹, ως πύλη σωτηρίας (βλ. παραπομπή 47). Κατά αυτή την προσέγγιση, η αντίσταση κι επίθεση, σε μία μετριοπαθή κι ανεκτά (ή και όχι) βάρβαρη κυβέρνηση, θα ήταν άτοπη και αυτοπεριφρονητική. Υπάρχουν στιγμές βέβαια, που νιώθει κανείς ότι η συνείδησή του δε θα αντέξει την την καταπάτηση του αδελφού σώματος-ψυχής (δεν περιμένουμε τα ίδια από τον Όσιο Ισαάκ και από τον Άγιο Βασίλειο π.χ.). Το σίγουρο είναι ότι η θέληση ευλογείται από τη φύση, αλλά η μανία δεν την υπηρετεί και σέβεται. Είτε μανία είτε σωφροσύνη προηγείται ενός θελήματος.
Το βάρος λοιπόν δείχνει την έμπρακτη ιστορικο-υλιστική προσφορά. Η διάθεση της ανάληψης του βάρους δείχνει ακριβώς το ίδιο, με πομπό κι εμπνευστή το ίδιο το μυστήριο του Θεανθρώπου. Διχασμός επέρχεται τωόντι⁵²: όχι μόνο γκρεμίζεται το αφήγημα της επιτυχίας στην ανάβαση της κοινωνικής πυραμίδας αλλά παραλλήλως κτίζεται η αξία της κατάβασης: ένας ηρωικός αντιηρωισμός. Και η κατάβαση γίνεται πυρηνικώς: στην διάθεση, στην καρδιά του «νέου πολίτη» της «νέας διακυβέρνησης». Μία κατάβαση σε μια άλλη κορυφή επιδεικνύει την παντισθενή ανωτερότητά της έναντι της «ανάβασης στον πάτο»· εκεί που το πνεύμα δεν πάει πιο κάτω, και η ανάλογη διάθεση-καρδιά, που δύναται να βρίσκεται σε οποιοδήποτε σκαλί της κοσμικής πυραμίδας, να έχει ελπίσει στον αυτοργάνωτο κόσμο, να έχει απωλέσει την ψυχή της ζημιώνοντας με ψεύδη και παραδοξοπραξίες το νόημα ως εντός (μέσα του), εκτός (έξω του - στα άλλα πρόσωπα) και επί τα αυτά (μέσα σε όλα και όλους). Τί συνέβη στην αντιβίωση του τελευταίου; Η πυραμίδα αποκαλύπτεται ως τούμπαλιν η δικιά μας: «όσοι Τον ακολουθούν προχωρούν προς το βάθος όπου βρίσκεται η κορυφή της ανεστραμμένης πυραμίδας· εκεί όπου συγκεντρώνεται η φοβερή πίεση, όπου βρίσκεται ο αίρων την αμαρτία του κόσμου Χριστός»⁵³, που βάζει το σώμα, το αίμα, την καρδιά και διάθεσή του στον απροσδιόριστο από ανθρώπινα αξιολογητήρια αναζητητή Του. «Το μόνο καινόν υπό τον ήλιον»⁵⁴ (που βέβαια, ως άλλο ένα κτίσμα, δεν είναι προς προσκύνησιν αυτοκρατοριώτατε). Η ανθρωπότητα παραδίδει τα όπλα, και μένει πάνοπλη, αρκούμενη στη γύμνια της, κι αποδίδει τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια.
*
Πόλεμος αφηγημάτων. Η σωστή πλευρά της ιστορίας είναι αυτή, αυτό το αφήγημα το οποίο θα κερδίσει - ακόμα και αν χάνει τοπικά - τον πόλεμο «με το καλό». Και θα είναι η στιγμή εκπληκτική: ένα αφήγημα αποκαλύπτεται ως η αλήθεια, και ξαφνικά όλα τα αφηγήματα αντιλαμβάνονται πως ήταν μόνο και μόνο τέτοια. Τότε θα αποκαλυφθεί ότι η ιστορία υπήρχε στ’ αλήθεια, πέρα απ’ το κάθε σολιψιστικό ιδεολόγημα. Δεν ήταν - ενώ ήταν - μία ακόμα Μαρία η Μαρία, και κατ’ επέκταση κάθε Μαράκι που συλλαμβάνεται και γεννιέται…
Εν ολίγοις, η κοινωνιολογική προσέγγιση κι επίδραση της Χριστιανικής πνευματικότητας έναντι του (κάθε) αυτοσχέδιου κρατισμού: «ο Χριστιανισμός κατέλυσε τη σχέση Κυρίου και Δούλου, εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου, αλλά στη βασιλεία του πνεύματος [...]το αντίθετο του δούλου είναι ο υιός [...]η σχέση είναι εσωτερική. Ο δούλος δεν θλίβεται επειδή δεν είναι ανεμπόδιστος, αλλά επειδή δεν είναι υιός. Η χριστιανική απελευθέρωση συμβαίνει με την αγάπη και με την καθίδρυση σχέσεων εσωτερικότητας»⁵⁵.
*
Για αντεπιχείρημα περί αντιεπιστημονισμού τί να πεις; Αφήνω τη λίστα των πιστών επιστημόνων, Χριστιανών και μη, και τί κατάφεραν. Μένω στο κυρίως θέμα-πρόσωπο. Ο Χριστός γίνεται ζωή κοινοτήτων. Πώς, αφού αφήνεται να σφαγιαστεί; Μυστήριο - δεν μας νοιάζει στην παρούσα φάση. Το θέμα είναι: όταν το πείραμα πιάνει, «ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει». Αλλιώς περιπέφτουμε σε αντιεπιστημονισμό… Όταν πάντες κοινωνούντες ομογνωμούν, αληθεύουν.
Όλες οι αντιχριστιανικές συγκεκριμένα οργανώσεις και θεωρήσεις, υποαιτούνται μία θεωρία κόσμου χωρίς γιατί. Χωρίς γιατί, όμως, ούτε η νόηση, ούτε η επιστήμη, ούτε η αίσθηση έχουν νόημα, έχουν «ελπίδα». Το μήνυμα είναι απλό και το πιάνει μόνο ο ταπεινός, κατηγορηματικά: «εκείνο που μας βοηθά να κατανοήσουμε επιστημονικά τον κόσμο ξεπερνάει τη νόησή μας»⁵⁶. Σωστή πλευρά της ιστορίας είναι η ταπείνωση: το μυστήριο της ενοίκησης της χάρης του Θεού εντός ανθρώπων: και ελευσόμεθα και μονήν ποιήσωμεν⁵⁷. Αυτός είναι ο τρόπος, το στηθοσκόπιο με το οποίο ακροάται ο Χριστιανός τον κόσμο. Κατά τα άλλα, της κουφής το παιδί ποτέ δεν κλαίει. Πρέπει να κλαίμε, να εννοούμε «έλα»· να χαμογελάμε, να εννοούμε «μείνε»· να μας αφήσουν κάτω και να μας αφήσουν στην ησυχία μας· να επιστρέψουμε κατόπιν στη μήτρα και την αγκαλιά της αγάπης που ζητάμε: την «τελεία».
Σημειώσεις - Βιβλιογραφία
1. C. Lightfoot, M. Cole, S. R. Cole, Η Ανάπτυξη των Παιδιών/Μέρος 1. Εν Αρχή/Κεφ. 3: Προγεννητική ανάπτυξη και γέννηση (Gutenberg, 2014, σελ. 150): Ο άνθρωπος αρχίζει τη ζωή του ως ζυγώτης, ένα μοναδικό κύτταρο που έχει το μέγεθος μιας τελείας στη σελίδα που διαβάζετε [...]
2. Μαρκ. 10.7
3. Desmond Morris, Η Σημασία της Επαφής/Κεφ. 1 Οι Ρίζες της Επαφής (Ωρόρα, 1986, σελ. 39)
4. Η Ανάπτυξη των Παιδιών, ό.π./Μέρος 2. Βρεφική Ηλικία/Κεφ. 6: Κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη στη βρεφική ηλικία/ Πρότυπα του δεσμού και μεταγενέστερη ανάπτυξη (σελ. 328): Μια διαχρονική μελέτη 20 ετών [...]έδειξε ότι ως ενήλικες, το 72% του δείγματός τους είχαν την ίδια ταξινόμηση δεσμού (ασφαλής ή ανασφαλής, όπως αξιολογούνταν μέσω συνεντεύξεων) που είχαν και ως βρέφη.
5. Ιω. Γ. Λασκαράτος, Ιστορία της Ιατρικής/XVII. 18ος αιώνας & XVIII. 19ος αιώνας (Ιατρικές Εκδόσεις Π. Χ. Πασχαλίδης, 2003-2004, σσ 584 & 627): Φαίνεται ότι ο Auenbrugger εμπνεύστηκε τη μέθοδο αυτή (επίκρουση) βλέποντας τον πατέρα του να χτυπάει με τα δάχτυλα τα κρασοβάρελα του πανδοχείου του, για να ελέγξει το επίπεδο της στάθμης του οίνου [...]Όπως γράφει ο ίδιος (Rene Laenec), συνέβη να παρακολουθήσει στην αυλή του Λούβρου το παιχνίδι παιδιών που χτυπούσαν πασσαλίσκο στην αρχή ενός μακρού ξύλινου στύλου και άκουγαν τον διαδιδόμενο ήχο στην άλλη άκρη ακουμπώντας το αυτί τους. Σκέφθηκε τότε την κατασκευή ενός κυλίνδρου από χαρτί, πιστεύοντας ότι ο ήχος μεταδίδεται καλύτερα δια μέσου του αέρος ή του στερεού. Μπόρεσα, γράφει, να ακούσω την καρδιακή λειτουργία καλύτερα και περισσότερο ευδιάκριτα απ’ ότι ήμουν σε θέση να την ακούσω με άμεση εφαρμογή του αυτιού στο θώρακα.
6. βλ. Neural synchrony, βλ. Jim Rohn
7. Βλ. συνοπτικά https://www.msn.com/en-ca/
8. Desmond Morris, ό.π., σελ. 30
9. Η λέξη υιοθετείται από τον Όμηρο/Ιλιάδα Λ233
10. Η Ανάπτυξη των Παιδιών, ό.π./Κεφ. 1: Η μελέτη της ανθρώπινης ανάπτυξης/Η εμφάνιση της αναπτυξιακής επιστήμης (σελ. 53)
11. Σπ. Δ. Κυριαζόπουλου, Η Καταγωγή του Τεχνικού Πνεύματος/Μέρος Δεύτερον/Τέταρτον Κεφάλαιον/Η ερμηνεία της εργασίας /Β. Οικονομία (ΑΘΗΝΑΙ, 1965, σελ. 180): […]διευθύνσεις ορφανοτροφείων ενοικιάζουν ανηλίκους εις ιδιοκτήτας εργοστασίων […]γονείς […]εκμισθώνουν τα τέκνα των, δια να εργάζωνται εις ανθρακωρυχεία ή κλωστήρια 10 έως 14 ώρας ημερησίως, έστω και αν δεν είχον υπερβή το έβδομο έτος της ηλικίας των! […]εις τα υφαντουργεία της Μ. Βρετανίας και της Ιρλανδίας το έτος 1875 απησχολούντο 117.994 παιδιά κάτω των 13 ετών με μισθόν […]ενός εβδόμου και ενός τρίτου εκείνου των ενηλίκων […]
12. Αστέρης Χουλιάρας - Σωτήριος Πετρόπουλος, Η Αφρική και οι Άλλοι/Κεφ. 1 Κυριαρχία, εξάρτηση, επιρροή: Από την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία στην ανεξαρτησία/Η αποικιοκρατία (Κάλλιπος, 2016, σελ. 25): Για τους Ευρωπαίους, η Αφρική αντιπροσώπευε την «άγρια ανθρωπότητα» (savage humanity), το κατεξοχήν έδαφος για να αναπτύξει η «πολιτισμένη ανθρωπότητα» τη λεγόμενη «εκπολιτιστική αποστολή» της (mission civilisatrice για Γάλλους ή White Man’s Burden για τους Βρετανούς).
13. Αρχ. Βασίλειου Γοντικάκη, Η Μεγάλη Ιδέα ενός Μικρού Λαού via antifono.gr, 25/3/2021
14. βλ. Peter Burke, Πολιτισμικός Υβριδισμός
15. H. Diels - W. Kranz, Οι Προσωκρατικοί/τ. Α'/Η Πυθαγορική Σχολή/7. Ιαμβλιχος, Περί του Πυθαγορικού Βίου, 239 (Παπαδήμα, 2011, σελ. 891): Κλεινίας ο Ταραντίνος & Πρώρος ο Κυρηναίος, Θέστωρ ο Ποσειδωνιάτης & Θυμαρίδης ο Πάριος κ.ά.
16. via Wilcken Urlich, Αρχαία Ελληνική Ιστορία (Παπαζήσης, 2010)
17. Botsford & Robinson, Αρχαία Ελληνική Ιστορία (MIET, 1979): οι κατακτήσεις έφεραν τον Αλέξανδρο αντιμέτωπο με δύο κύρια προβλήματα [...]το δεύτερο ήταν πολύ πιο δύσκολο, γιατί έκλεινε μέσα του το πρόβλημα να δοθεί κάποια αίσθηση ενότητας σ’ ένα παγκόσμιο κράτος (σελ. 364) [...]χρειαζόταν κάποιος πρόσθετος δεσμός, η ιδέα κάποιας κοινής τύχης ή ίσως το ιδανικό της αδελφοσύνης των ανθρώπων. Το δυσκολότερο έργο του ήταν να εξασφαλίσει αυτόν το δεσμό (σελ. 389) [...]θα ήταν η κινητήρια δύναμη της αυτοκρατορίας - μία καινούργια εθνικότητα [...]ακόμα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη δόθηκε στις δυνατότητες για κοινό ελληνικό πολιτισμό (σελ. 402) [...]σφράγισε τη συμφιλίωσή του με τον στρατό με ένα συμπόσιο για 9000 άτομα [...]ύστερα από το δείπνο πήραν όλοι κρασί από ένα μεγάλο κρατήρα [...]μαζί έκαναν μία σπονδή [...]αυτόν τον κρατήρα είχε στο νου του ο Αλέξανδρος όταν είπε πως είχε βασιλική αποστολή από τη θεότητα να γίνει ο εναρμονιστής και συμφιλιωτής του κόσμου, ενώνοντας κι ανακατεύοντας τις ζωές των ανθρώπων και τα έθιμα και τους γάμους σαν μέσα σε ένα κύπελλο αγάπης [...]ευχήθηκε για τη συνεργασία μέσα στην αυτοκρατορία και για την ενότητα και ομόνοια, την ένωση ανάμεσα στις καρδιές, μέσα σε μια κοινοπολιτειακή ένωση όπου όλοι οι λαοί θα ήταν συνέταιροι μάλλον παρά υπήκοοι - μια ευχή που σημειώνει επανάσταση στην ανθρώπινη σκέψη (σελ. 403)
18. Δημήτρης Κ. Βελισσαρόπουλος, Ιστορία της Κινεζικής Φιλοσοφίας, τ. 1/Εισαγωγή, Η Κινεζική Τεχνολογία και η Επιστήμη & Κεφ. 4 Οι Βασικές Φιλοσοφικές Ιδέες της Αρχαϊκής Κίνας/Η Κίνα ως Κέντρο του Κόσμου (Δωδώνη, 1981, σσ 35 & 118-9)
19. ό.π., Κεφ. 2, Η Γηγενής Προέλευση του Κινεζικού Πολιτισμού/Ο Κινεζικός Λαός είναι Αυτόχθονος (σσ 64-5)
20. Σπ. Δ. Κυριαζόπουλου, ό.π., Μέρος Τρίτον/Τρίτο Κεφάλαιον, Η Φιλοσοφία (σελ. 257): Ο Αριστοτέλης εισήλθεν εις την Δύσην σχολιασμένος. Οι περισσότεροι των λατινομαθών δεν μελετούν μάλιστα τα δυσνόητα κείμενα, αλλά την απλουστέραν ερμηνείαν των Αράβων [...]η Εκκλησία ευρίσκεται ενώπιον μιας αραβικής εισβολής, η οποία δια των διδασκαλιών περί μίας ψυχής [...]εστρέφετο εναντίον των βάσεων της χριστιανικής πίστεως [...]
21. Δ. Κ. Βελισσαρόπουλος, ό.π., τ. 2,3, Κεφ. 10/TAO-SHENG (σελ. 107): ακόμη και οι Icchantikas (άπιστοι) μπορούν να λυτρωθούν.
22. J. L. Borges, Τί είναι ο Βουδισμός/VII. Το Μεγάλο Όχημα (Printa, 2011, σελ. 89): Σύμφωνα με τη Μαχαγιάνα, τόσο ο μοναχός όσο και η Νιρβάνα που αυτός επιδιώκει έχουν απατηλό χαρακτήρα.
23. Desmond Morris, ό.π., σελ. 38
24. Υποθήκες Ζωής, Από τη Ζωή και τη Διδασκαλία του Πατρός Επιφανίου Ι. Θεοδωρόπουλου/Απολογητικά Ζητήματα (Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου, 1992, σελ. 208)
25. Ηράκλειτος, Fr. 29
26. Λουκ. 10.41
27. Desmond Morris, ό.π., σσ. 29-30
28. William Ross Wallace, The Hand That Rocks the Cradle Is the Hand That Rules the World (1865)
29. Ματθ. 5.48: ῎Εσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν
30. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών/Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ Ζωής/ΣΤ13 (ΕΠΕ, 2011, σελ. 523): ένδυμα [...]περισσότερο σύμφυτο και από τις αρθρώσεις και τα οστά.
31. Open Yale Courses, Introduction to Psychology/Paul Bloom/Spring 2007/course number PSYC 110/Lecture 3, Foundations: Freud: Στο Υale, θα τον βρείτε στο τμήμα της Λογοτεχνίας ή Ιστορίας. Δεν υπάρχει εμπειρική υποστήριξη στη μελέτη της ψυχανάλυσης.
32. Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Αργά Βαδίζει ο Χριστός/Εκκλησία και επαναστατική Παιδαγωγική (Εν Πλω, 2017, σελ. 66)
33. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Αποφθέγματα Γερόντων/Περί του Αββά Ιωάννου του Κολοβού, 13 (ΕΠΕ, 1978, τ. 1, σελ. 300): δια γαρ των πολέμων προκόπτει η ψυχή & Αββάς Ισαάκ Σύρος, Λόγος Λς΄: Και εν τοις πειρασμοίς κρατύνει αυτούς και τη σοφία προσεγγίσαι ποιεί.
34. Γρηγόριος Παλαμάς, Λόγος υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων των ύστερων/3/Περί φωτός ιερού: [...]πάσχοντες οἷον τήν ἀφαίρεσιν, ἀλλ᾿ οὐ διανοούμενοι.
35. E. R. Dodds, Οι Έλληνες και το Παράλογο/ΙΙ. Από τον πολιτισμό-εντροπής στον πολιτισμό-ενοχής (Ινστιτούτο του Βιβλίου - Καρδαμίτσα, 1996, σελ. 43)
36. Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα/Α’ Μέρος/1. Η Δύση του αρχαίου κόσμου, σσ 25-26 (Αθήνα, 1970): ταξίδεψε στην Ελλάδα, «ηγωνίσθη» μεθυσμένος από τις τερατώδεις κολακείες των γραικύλων στα Πύθια, στα Ίσμια, στα Νέμεα και στα Ολύμπια και ανακηρύχθηκε παντονίκης συγκεντρώνοντας, όπως αφηγείται ο Δίων ο Κάσσιος, εξηνταπέντε χρυσούς στεφάνους. Στην Ολυμπία, μάλιστα, πήρε μέρος στις αρματοδρομίες, και μ’ όλο που γκρεμίστηκε από το δίφρο και παρά λίγο να σκοτωθεί, οι ελλανοδίκες τον ανακήρυξαν πρώτο νικητή και τον στεφάνωσαν
37. Πράξεις 28.3-5
38. A. Woodcock - M. Davis, Θεωρία των Καταστροφών/Κεφάλαια 1.2 & 3.3, σσ 23 & 78 (Ι. Ζαχαρόπουλος, 1988)
39. Ιω. 2.19
40. Ιω. 16.33
41. Κωστής Παπαγιώργης, Η Κόκκινη Αλεπού - Οι Ξυλοδαρμοί/Στην Παραμεθόριο, Ανέφικτη ενδοφασία (Καστανιώτη, 1992, σελ. 117)
42. Ματθ. 25.35-36
43. Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, Γρηγορίου Σιναΐτου, Κεφάλαια 50 (Αθήναι, 1976, τ. 4, σελ. 38)
44. Μαρκ. 10.29
45. P.G. 91, 1068/Μαξίμου Ομολογητού, Περὶ διαφόρων ἀποριῶν Διονυσίου και Γρηγορίου πρὸς Θωμὰν τον ἡγιασμένον/6
46. Ματθ. 16.26
47. ό.π., Αποφθέγματα Γερόντων/Περί του Αββά Αντωνίου, 9 (ΕΠΕ, 1978, τ. 1, σελ. 46)
48. Ιω. 3.4: λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι;
49. Δ. Κ. Βελισσαρόπουλος, ό.π./τ. 1/Κεφ. 12 Διοίκηση με την Αρετή και όχι με Βία, σελ. 228: όταν όμως κυβερνάται (ο λαός) από βασιλιά που ασκεί την αρετή, είναι ικανοποιημένος και υποτάσσεται οικειοθελώς.
50. Lord Palmerston: We have no eternal allies, and we have no perpetual enemies. Our interests are eternal and perpetual, and those interests it is our duty to follow.
51. Ματθ. 19.19: καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.
52. Ματθ. 10.35: ἦλθον γὰρ διχάσαι
53. Αρχ. Σωφρονίου, Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης via Γ. Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική (Πουρναρά, 2010, τ. 2, σελ. 148)
54. Ιω. Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Κεφ. 45: [...]Θεὸς ὢν τέλειος ἄνθρωπος τέλειος γίνεται καὶ ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον, δι᾿ οὗ ἡ ἄπειρος τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζεται δύναμις
55. Χρήστου Μαλεβίτση, Η Τραγωδία της Ιστορίας/Ελευθερία και Αναγκαιότητα (Αρμός, 2010, σελ. 367)
56. Ζ. Λορεντζάτος, Τα Αυτοβιογραφικά (Autobiographisches) ενός Μεγάλου 1879-1955 (Δόμος & Μουσείο Μπενάκη, 2007, Μελέτες, τ.2, σελ. 582)
57. Ιω. 14.23


