Η παρουσία του Ιωάννη Καποδίστρια στην ιστορική διαδρομή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους υπήρξε όχι απλώς καθοριστική, αλλά σχεδόν σωτηριολογική. Σε μια Ελλάδα εξουθενωμένη από τον Αγώνα και βαθιά διχασμένη, πολιτικά άπειρη και θεσμικά εύθραυστη, η έλευσή του έμοιαζε με δωρεά θείας πρόνοιας· όχι επειδή υπήρξε αλάνθαστος, αλλά διότι ενσάρκωνε εκείνο που έλειπε δραματικά: το μέτρο, την πνευματική ποιότητα της εξουσίας, την ανιδιοτελή διακονία του κοινού καλού.
Ο Καποδίστριας δεν υπήρξε τέκνο συγκυριών. Το κύρος του είχε κατακτηθεί στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα της διπλωματίας, εκεί όπου ο λόγος ζυγίζεται και η πολιτική απαιτεί βάθος νου και πλάτος ψυχής. Άνδρας υψηλής μόρφωσης, βαθιάς πίστης και σπάνιας ηθικής ακεραιότητας, δεν προσήλθε στην Ελλάδα ως σωτήρας, αλλά ως υπηρέτης. Η θεοσέβειά του δεν ήταν ρητορική· ήταν βιωματική, μετουσιωμένη σε εγκράτεια, θυσία και αυστηρότητα πρώτα προς τον εαυτό του.
Ακριβώς γι’ αυτό και κατέστη δυσβάστακτος. Διότι ο άριστος, όταν εμφανίζεται, δεν καθησυχάζει· κρίνει. Η παρουσία του απογυμνώνει τις ιδιοτέλειες, αποκαλύπτει τις ανασφάλειες, στερεί τα άλλοθι. Σε έναν τόπο όπου ο εγωισμός συχνά μεταμφιέζεται σε ελευθερία και η φατριαστική βούληση βαπτίζεται πολιτικό δικαίωμα, ο Καποδίστριας δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί απειλή. Όχι επειδή καταπίεζε, αλλά επειδή μετρούσε. Και ό,τι μετριέται, εκθέτει.
Η δολοφονία του δεν υπήρξε απλώς ένα πολιτικό έγκλημα· υπήρξε γεγονός βαθύτατα παιδαγωγικό, με την πιο αρνητική έννοια. Για να αντέξει η συνείδηση το βάρος της πράξης, έπρεπε να ανατραπεί η αξιολόγηση του προσώπου. Ο ανιδιοτελής βαφτίστηκε αυταρχικός, ο συγκροτημένος δεσποτικός, ο οραματιστής επικίνδυνος. Δεν επρόκειτο απλώς για συκοφαντία εκ των υστέρων, αλλά για αναγκαστική διαστροφή των κριτηρίων: αν ο άριστος ήταν πράγματι άριστος, τότε το έγκλημα ήταν ασυγχώρητο. Άρα έπρεπε να πάψει να είναι άριστος.
Εδώ ενεργοποιείται ένας βαθύτερος νόμος, όχι μόνο ιστορικός ή πολιτικός, αλλά πνευματικός. Η αδικία δεν μένει ποτέ χωρίς συνέπειες· όχι με τη μορφή εξωτερικής τιμωρίας, αλλά ως εσωτερική τύφλωση. Ένα έθνος που δολοφονεί εκείνον που ενσάρκωνε το μέτρο, δεν χάνει απλώς έναν ηγέτη· χάνει την ικανότητα να αναγνωρίζει το μέτρο. Το έγκλημα απαιτεί όχι μόνο δικαιολόγηση, αλλά και αναπροσαρμογή της συνείδησης. Έτσι, ο άριστος καθίσταται «ακατάλληλος», ενώ οι «κατάλληλοι» —δηλαδή οι ακίνδυνοι, οι βολικοί, οι μη ελεγκτικοί— προβάλλονται ως άριστοι.
Από εκείνη τη στιγμή, τα πολιτικά κριτήρια του νεοελληνικού κόσμου άρχισαν να μετατοπίζονται. Όχι πάντα συνειδητά, αλλά σταθερά. Το υψηλό έγινε ύποπτο, η αυστηρότητα απειλητική, η ανιδιοτέλεια μη ρεαλιστική. Αντίθετα, η μετριότητα άρχισε να θεωρείται εγγύηση ισορροπίας και η έλλειψη μεγέθους στοιχείο ασφάλειας. Η δολοφονία του Καποδίστρια δεν έκλεισε απλώς έναν πολιτικό κύκλο· άνοιξε έναν τρόπο σκέψης.
Κι όμως, η ιστορία —έστω καθυστερημένα— αποδίδει τη δικαιοσύνη της. Ακόμη και πολιτικοί του αντίπαλοι αναγνώρισαν, εκ των υστέρων, το σφάλμα της δολοφονίας και το μέγεθος του ανδρός. Όταν πια είχε σιγήσει η φωνή του και δεν ενοχλούσε με την παρουσία του, η αξία του έγινε ασφαλής προς αναγνώριση. Πρόκειται για σχεδόν κοινότοπο ιστορικό φαινόμενο: οι μεγάλοι άνδρες συχνά απομακρύνονται ως επικίνδυνοι όσο ζουν και τιμώνται μόνο αφού περάσουν στον ουρανό. Διότι τότε δεν μας κρίνουν. Δεν απαιτούν. Δεν μας εκθέτουν.
Έτσι, δολοφονώντας τον άριστο, η Ελλάδα δεν απώλεσε μόνο έναν Κυβερνήτη. Απώλεσε το μέτρο του πολιτικού της βίου. Και ξεκίνησε, σχεδόν ασυναίσθητα, να αναζητά το ακριβώς αντίθετο: όχι το καλύτερο, αλλά το βολικό· όχι το υψηλό, αλλά το ακίνδυνο. Και για να αντέξει αυτή η επιλογή, δεν την έκρυψε· την καθαγίασε.
Η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά ιστορική μετάνοια και αυτογνωσία. Ζητά να κατανοήσουμε ότι τα έθνη δεν χάνονται μόνο όταν ηττώνται, αλλά κυρίως όταν, για να δικαιολογήσουν ένα άδικο έγκλημα, διαστρέφουν το κριτήριο του καλού και εξορίζουν —ή δολοφονούν— εκείνους που θα μπορούσαν να τα οδηγήσουν σε αληθινή ανάσταση.
~
Ο Γεώργιος Κ. Τασούδης είναι συγγραφέας και αρθρογράφος. Γεννήθηκε στην πόλη της Δράμας. Κατάγεται από τις περιοχές της Ανατολικής Θράκης (Κεσσάνη) και του Πόντου (Κοτύωρα). Ζει στο Θούριο Ορεστιάδας. Δεν γνωρίζει το πότε, το πού και το πώς θα πεθάνει, όμως, ελπίζει κι εύχεται ο θάνατος να τον βρει εν μετάνοια Χριστού. Πιστεύει ακράδαντα στη μετά θάνατον ζωή.



Εξαιρετικό το άρθρο σας κ. Τασούδη
Ιδού ποιοί ήμασταν, κατά τον ίδιο τον Ιωάννη Καποδίστρια:
«Ως ψάρι εις το δίχτυ σπαράζει εις πολλούς κινδύνους ακόμη η ελληνική ελευθερία. Μου δώσατε τους χαλινούς του κράτους. Τίνος κράτους; Μετρούμε εις τα δάκτυλα την επικράτειάν μας. Τ’ Ανάπλι, την Αίγιναν, Πόρο, Ύδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ο Ιμπραϊμης κρατεί τα κάστρα και το μεσόγειο της Πελοποννήσου, ο Κιουτάγιας τη Ρούμελη, πολλά νησιά βασανίζονται από αυτεξούσιο στρατιώτη και από πειρατείαν, τα δύο μεγάλα καράβια μας είναι αραγμένα ξαρμάτωτα εις τον Πόρο, η Αθήνα έφαγε πέρυσι τους ανδρειωτέρους των Ελλήνων. Πού το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω επουλήσατε και την δεκατία του φετεινού έτους, πρίν σπαρθεί ακόμα το γέννημα. Ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι, σκόρπιοι εις τα βουνά και εις τα σπήλαια. Το δημόσιο είναι πλακωμένο από δύο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, αλλά τόσα ζητούν οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη εις τους Άγγλους δανειστάς. Ανάγκη να την ελευθερώσουμε με την ίδια απόφαση, ως την ελευθερώσαμε και από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγυπτίου.[…]»
«Ένα μόνο φοβούμαι πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνηση τύχει να συγκρουσθεί με συμφέροντα ξένων δυνάμεων -επειδή κάθε τόπος έχει χωριστά το μυστήριο της ζωής του, το νόμο της ευτυχίας του- αν πλανεθεί ο ελληνισμός και σηκώσει σκοτάδι μεταξύ μας ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν και εμένα οι οφθαλμοί, ποιος ηξεύρει;… πού θα πάμε, τι θα γένουμε; ετινάξατε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ’ οι πλεκτάνες της διπλωματίας έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες και εσείς δεν τις εννοείτε.
Κατεβαίνω πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχάς πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων, ξένων πρακτικής ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύση εις την καρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης.»(*)
——
(*) Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας. (Αθήνα: εκδόσεις αδελφών Τολίδη, 1974, σ. 212-214.
Πολύ εύστοχη η κεντρική θέση του άρθρου. Δημιουργείται πάντως η εντύπωση ότι υπάρχει παράπλευρα και μια ηθικολογική, ας την πούμε, διάθεση (τύπου “εμείς φταίμε”, “δεν είμαστε λαός” κλπ).
“Ένα έθνος που δολοφονεί εκείνον που ενσάρκωνε το μέτρο”: Το “έθνος” δολοφόνησε τον Καποδίστρια; Δεν ισχύει ότι τον δολοφόνησαν οι κοτσαμπάσηδες και πίσω τους βρίσκονταν και οι ξένοι; Και ότι σε αυτούς “κατέστη δυσβάστακτος”, ενώ στο λαό ήταν πολύ δημοφιλής;
Πολύ ωραίο το άρθρο, πολύ ωραία τα σχόλια, μου άρεσε και η ταινία.
Εδώ όμως (στο λινκ έγκριτης εφημερίδας) αναφέρονται ιστορικές ανακρίβειες’ ας μας πει κάποιος ειδικός ή οι κύριοι που σχολίασαν, αν ισχύουν…
https://www.kathimerini.gr/culture/564003952/arthro-toy-a-n-chatzi-stin-k-otan-i-agiografia-ypokathista-tin-istoria/
Ας αρχίσω απ’ το έλασσον: Αναθέτει στους «κριτικούς» να αποφανθοὐν επί της καλλιτεχνικής αξίας – ή, μη – της ταινίας ο αρθρογράφος στον οποίο μας παραπέμπετε.
Ότι οι “ειδικοί”, υπό τούτο το πρίσμα, καθίστανται εξουσιαστές της κοινής μας γνώμης / οπότε υπόκεινται, περαιτέρω, στον πειρασμό να λειτουργήσουν ως συνασπισμός συμφερόντων – και δή, του κατ’ εξοχήν συμφέροντος: να κατεξουσιάσουν τους υπηκόους τους – αυτό λοιπόν, όχι, δεν περνά από τη σκέψη του διαυγούς αρθρογράφου μας!
Έρχομαι τώρα στην κυρίως επιχειρηματολογία του για να υποβάλω, συναφώς, μία ερώτηση στοιχειώδους κρίσεως:
Ας υποθέσουμε, προς στιγμήν, ότι απαξάπασες οι ιστοριογραφικές ενστάσεις του ΕΥΣΤΑΘΟΥΝ! (Ενδεικτικά: «δεν είχαν σχέση με τη δολοφονία του οι Βρετανοί»…) Θα δικαιολογούσε μήπως, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΕΙΚΑΣΙΑ, την ομοβροντία χαρακτηρισμών εκ μέρους του εις βάρος της ταινίας, όπως: «θλιβερό το αποτέλεσμα», «παρωδία», «ιεροσυλία», «φθηνό μελοδραματικό Αρλεκιν», «καρτουνίστικες καρικατούρες», «κατάντια», «διασυρμός» κ.λ.π.;
# Ή μπορεί, μήπως, να αληθεύει η φράση του κ. Αρ. Χατζή: «Ο αφελής μεταφυσικός μεσσιανισμός που του φόρτωσαν [του Καποδίστρια] τον έχει μετατρέψει σε σύμβολο της ελληνικής Ακροδεξιάς» – παραβλέποντας ότι αρ-χε-τυ-πι-κή Ακροδεξιά είναι ο Νεοφιλελευθερισμός, ακριβώς, εκείνος του οποίου διακεκριμένο εκπρόσωπο αποτελεί ο… ίδιος, ίσα ίσα, ο (μέσω της παραπομπής σας) ρητορεύων ενταύθα;
Εν κατακλείδι: «Έγκριτη» μας λέτε εφημερίδα η “Καθημερινή”.
Ρωτώ συγκεκριμένα: Έχετε βρει δημοσιευμένο, ποτέ, σχόλιο/γράμμα αναγνώστη της το οποίο να χαρακτηρίζει κάποια δική της άποψη με τους χαρακτηρισμούς που επιδαψιλεύει εναντίον τής “επίμαχης” ταινίας το εν λόγω δημοσίευμα;
ΥΓ: Διευκρινίζω ότι, αν και τα αρχικά των ονομάτων μας συμπίπτουν, ο Γ.Κ. που υπογράφει ένα άλλο σχόλιο, εδώ, δεν είμαι εγώ.
Κύριε Καστρινάκη,
Σας ευχαριστώ πολύ για την αναλυτική απάντησή σας με την οποία συμφωνώ. Θα πω και σε φίλους να τη δουν που είχαν τις ίδιες απορίες.
Η δική μου ένσταση, αν μου επιτρέπετε/αι, είναι ότι όταν κάνει ένας σκηνοθέτης μια ταινία για μια τέτοια προσωπικότητα, όπως ο Καποδίστριας, οφείλει να είναι ιστορικά ακριβής (όχι;)’ δεν με έπεισε το ”δεν κάνω ντοκυμανταίρ” του κου Σμαραγδή. Την ταινία τη βλέπουν και παιδιά που μαθαίνουν Ιστορία. Εκτός αν επενδύουμε πιο πολύ στο συναίσθημα, όπως επίσης έγραψαν κάποιοι…
Εδώ (στο λινκ) μαθαίνουμε ότι οι ιστορικοί των Πανεπιστημίων (όπως ο αρθρογράφος στην Καθημερινή) είναι αυτοί που λένε ανακρίβειες, όπως τότε με την επέτειο των 200 χρόνων από το 1821. Ο κόσμος διχάζεται και δεν ξέρει τι να πιστέψει…. ποια είναι η ιστορική αλήθεια.
https://www.youtube.com/watch?v=2jfQrhza7zI