Χωρίς την ελληνική παιδεία υπάρχει Ορθόδοξη θεολογία;

17
4943

Ένας από τους μεγάλους Ρώσους ορθοδόξους θεολόγους του 20ού αιώνα, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, διατύπωσε μία θέση που σήμερα προκαλεί συζητήσεις, ιδίως σε μία εποχή όπου συχνά επιχειρείται να αποσυνδεθεί η Ορθοδοξία από την ελληνική της μορφή και παράδοση. Υποστήριξε ότι για να θεολογήσει κανείς ορθόδοξα, είναι αναγκαίο να περάσει μέσα από την ελληνική παιδεία και σκέψη. Όχι με εθνικούς ή φυλετικούς όρους, αλλά με πνευματικούς και θεολογικούς.

Η φράση αυτή, αν ακουστεί επιφανειακά, μπορεί να παρεξηγηθεί. Κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η Ορθοδοξία εξαρτάται από έναν πολιτισμικό εθνικισμό ή ότι δήθεν ο ελληνισμός προηγείται του Χριστού. Αυτό, όμως, δεν είναι καθόλου εκείνο που εννοούσαν μορφές όπως ο Φλωρόφσκυ ή άλλοι μεγάλοι ορθόδοξοι θεολόγοι της ρωσικής παραδόσεως. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Η Ορθόδοξη πίστη, ενώ δεν ταυτίζεται με κανέναν πολιτισμό, έλαβε ιστορικά την οριστική της δογματική μορφή μέσα από την ελληνική γλώσσα, την ελληνική ορολογία  και το ελληνικό φιλοσοφικό εργαλείο, το οποίο μεταμορφώθηκε από την εμπειρία της Εκκλησίας.

Ο Χριστός δεν δίδαξε στα ελληνικά. Οι Απόστολοι δεν ξεκίνησαν με φιλοσοφικές κατηγορίες. Η Εκκλησία, όμως, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τις αιρέσεις και την ανάγκη να διατυπώσει με ακρίβεια τί πιστεύει, αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει έννοιες που είχαν διαμορφωθεί μέσα στον ελληνικό κόσμο. Όροι όπως «οὐσία», «ὑπόστασις», «πρόσωπον», «ἐνέργεια», «φύσις», «λόγος» και «θέωσις» δεν είναι απλές λέξεις. Αποτελούν ολόκληρο νοητικό σύμπαν. Χωρίς αυτές, η ορθόδοξη δογματική δεν θα μπορούσε να εκφραστεί με την ακρίβεια που γνωρίζουμε.

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν νίκησε τον Αρειανισμό απλώς με ευσέβεια. Τον νίκησε με θεολογική ακρίβεια. Ο όρος «ὁμοούσιος» υπήρξε μία λέξη-κλειδί που δεν προήλθε αυτούσια από τη βιβλική γλώσσα, αλλά χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει ορθά το βιβλικό βίωμα. Το ίδιο συνέβη και με τους Καππαδόκες Πατέρες, οι οποίοι αξιοποίησαν την ελληνική φιλοσοφική γλώσσα, όχι για να υποτάξουν την αποκάλυψη στη φιλοσοφία, αλλά για να προστατεύσουν την πίστη από τη διαστρέβλωση.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η Εκκλησία δεν εξελληνίσθηκε με την έννοια της υποταγής στον αρχαίο ελληνισμό. Ο ελληνικός τρόπος σκέψεως βαπτίσθηκε και μεταμορφώθηκε. Η φιλοσοφία έπαψε να είναι αυτοσκοπός και έγινε υπηρέτρια της θεολογίας. Οι Πατέρες πήραν εργαλεία του ελληνικού κόσμου και τα υπέταξαν στην εμπειρία της εν Χριστώ ζωής.

Γι’ αυτό και ο Φλωρόφσκυ μιλούσε για έναν «Χριστιανικό Ελληνισμό». Δεν εννοούσε ότι η Ορθοδοξία είναι μία εθνική ελληνική θρησκεία. Εννοούσε ότι η Εκκλησία απέκτησε μία συγκεκριμένη μορφή σκέψεως, μία μέθοδο διατυπώσεως της αλήθειας και μία πνευματική γλώσσα που διαμορφώθηκε κυρίως από τους ελληνόφωνους Πατέρες της Ανατολής.

Αρκεί να αναρωτηθεί κανείς το εξής. Μπορεί κάποιος να κατανοήσει πραγματικά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή χωρίς να εισέλθει στον κόσμο της ελληνικής μεταφυσικής; Μπορεί να κατανοήσει τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά χωρίς την έννοια της «ἐνεργείας»; Μπορεί να ερμηνεύσει την τριαδολογία των Καππαδοκών χωρίς τη διάκριση μεταξύ «οὐσίας» και «ὑποστάσεως»; Ακόμη και όταν οι λέξεις μεταφράζονται, το βαθύτερο νόημά τους απαιτεί μία ολόκληρη νοητική παιδεία.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και μεγάλοι Ρώσοι θεολόγοι, μολονότι ανήκαν σε μία διαφορετική πολιτισμική παράδοση, επέμεναν στη μελέτη των ελληνικών Πατέρων. Αντιλαμβάνονταν ότι η Ορθοδοξία δεν είναι μία αόριστη μυστικιστική εμπειρία, αλλά ένα σώμα πίστεως με ιστορική συνέχεια και συγκεκριμένο θεολογικό τρόπο.

Το ζήτημα σήμερα γίνεται ακόμη πιο επίκαιρο. Σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζεται μία τάση «απλοποιήσεως» της πίστεως, όπου η θεολογία μετατρέπεται σε συναίσθημα, ψυχολογία ή ασαφή πνευματικότητα. Όμως χωρίς την ακρίβεια των Πατέρων, η πίστη εύκολα εκφυλίζεται. Η ιστορία της Εκκλησίας το απέδειξε επανειλημμένως. Οι αιρέσεις δεν γεννήθηκαν επειδή έλειπε η πίστη στον Θεό, αλλά επειδή αλλοιώθηκε ο τρόπος κατανοήσεως του Θεού.

Αυτό, τελικά, ίσως είναι το βαθύτερο νόημα της θέσεως του Φλωρόφσκυ. Δεν έλεγε ότι για να γίνει κανείς ορθόδοξος πρέπει να γίνει πολιτισμικά Έλληνας. Έλεγε ότι όποιος θέλει να θεολογήσει ορθόδοξα δεν μπορεί να παρακάμψει τον δρόμο που ιστορικά ακολούθησε η Εκκλησία. Και αυτός ο δρόμος περνά αναγκαστικά μέσα από την ελληνική πατερική σκέψη.

Διότι, είτε αρέσει είτε όχι στη σύγχρονη εποχή, η Ορθοδοξία δεν διαμορφώθηκε σε κενό αέρος. Η δογματική της συνείδηση μίλησε ελληνικά. Και όποιος θέλει να κατανοήσει βαθιά αυτό το σώμα πίστεως, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να μαθητεύσει σε αυτή τη μεγάλη πνευματική γλώσσα της Εκκλησίας.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Φώτη Κόντογλου.

17 Σχόλια

  1. Γενικά συμφωνώ με αυτό το κείμενο που σχολιάζει τη φράση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι για τον Ελληνισμό “του δόγματος, της λατρείας και της εικόνας” που κατέστη “αιώνια κατηγορία του χριστιανισμού”.
    Νομίζω όμως πως υπερτονίζεται η κατανόηση της Ορθόδοξης θεολογίας δια της διάνοιας, πχ. με τα παρακάτω:
    “Μπορεί κάποιος να κατανοήσει πραγματικά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή χωρίς να εισέλθει στον κόσμο της ελληνικής μεταφυσικής; Μπορεί να κατανοήσει τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά χωρίς την έννοια της «ἐνεργείας»; … Ακόμη και όταν οι λέξεις μεταφράζονται, το βαθύτερο νόημά τους απαιτεί μία ολόκληρη νοητική παιδεία.”
    Όμως, αν κανείς μελετήσει προσεκτικά τον άγιο Μάξιμο και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, θα δει πως άλλο τονίζουν: Την ἐν Θεῷ εμπειρία, που είναι το κλειδί για την “κατανόηση” των κειμένων των θεοφόρων Αγίων μας. Ο πρώτος γράφει: “Ἡ πίστις ἀναπόδεικτος γνῶσίς ἐστιν. Εἰ δέ γνῶσίς ἐστιν ἀναπόδεικτος, ἄρα σχέσις ἐστίν ὑπέρ φύσιν ἡ πίστις, δι᾿ ἧς ἀγνώστως, ἀλλ᾿ οὐκ ἀποδεικτικῶς ἑνούμεθα τῷ Θεῷ κατά τήν ὑπέρ νόησιν ἕνωσιν”. Ο δεύτερος τονίζει πως η γνώση της φιλοσοφίας και της ορολογίας της βοηθά μεν στην κατανόηση κάποιων όρων της πατερικής θεολογίας, αλλ’ η κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη είναι αυτή που δίνει στον άνθρωπο την πνευματική οξυωπία, ώστε αυτός ν’ αντιλαμβάνεται τη βαθύτερη έννοια των εν λόγω κειμένων. Επομενως, δεν είναι η “νοητική παιδεία” που απαιτείται για την “κατανόηση” αλλ’ η ασκητική αγωγή της Εκκλησίας μας.

    • Οι ίδιοι οι Πατέρες που μιλούν για την κάθαρση της καρδιάς αφιέρωσαν τεράστιο μέρος του έργου τους σε εννοιολογικές διακρίσεις, ορισμούς και θεολογική ακρίβεια. Αν η ασκητική εμπειρία αρκούσε από μόνη της για τη διατύπωση της πίστεως, τότε δεν θα χρειάζονταν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, ούτε οι δεκαετίες αντιπαραθέσεων για όρους όπως «ομοούσιος», «υπόστασις», «φύσις» και «ενέργεια».

      Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν απάντησε στον Βαρλαάμ λέγοντας απλώς «καθάρισε την καρδιά σου». Έγραψε τρεις Τριάδες γεμάτες θεολογικές διακρίσεις και επιχειρήματα.

      Ο Άγιος Μάξιμος δεν αντιμετώπισε τον Μονοθελητισμό μόνο με την αγιότητά του. Τον αντιμετώπισε και με μία εξαιρετικά λεπτή θεολογική ανάλυση των όρων φύση, θέληση, ενέργεια και πρόσωπο.

      Επομένως η ασκητική εμπειρία είναι η πηγή της θεολογίας, αλλά η θεολογική γλώσσα παραμένει αναγκαία για να εκφραστεί και να προστατευθεί αυτή η εμπειρία.

  2. Φοβάμαι πως δεν θέλετε να καταλάβετε όσα έγραψα με πίεση χρόνου.
    Δεν έγραψα πουθενά πως η ασκητική εμπειρία αρκεί από μόνη της για τη διατύπωση της πίστεως, αλλ’ ότι η ασκητική ΑΓΩΓΗ (η κάθαρση της καρδιάς δια της εργασίας των εντολών του Κυρίου) είναι το βασικό προαπαιτούμενο για την “κατανόηση” των θεολογικών κειμένων. Χρειάζεται και γνώση της θεολογικής και φιλοσοφικής ορολογίας, αλλ’ αυτό δεν είναι το πρωτεύον.
    Δεν ασχολήθηκα πουθενά με το πώς ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αντιμετώπισε τον Βαρλαάμ ούτε με το πώς ο άγιος Μάξιμος αντιμετώπισε τον Μονοθελητισμό. (Γιατί εκτρέπετε τη συζήτηση;)

    Αλλά και στις Τριάδες του ο άγιος Γρηγόριος και στα διάφορα κεφάλαια του ο άγιος Μάξιμος επιχειρηματολογούν (κι αυτό κυριαρχεί στα εν λόγω έργα) πως υπάρχει άλλη μέθοδος για τη γνώση των κτιστών κι άλλη γι’ αυτήν των ακτίστων, πως για να φτάσει κανείς στην αναπόδεικτη γνώση που είναι σχέση χρειάζεται κάθαρση της καρδιάς και φωτισμός του νου από το Άγιο Πνεύμα. Κι αυτά επιτυγχάνονται μέσω της ασκητικής αγωγής της Εκκλησίας μας, όχι με τη διανοητική παιδεία.
    Το ίδιο ἔν τινι μέτρῳ απαιτείται και για την “κατανόηση” των θεόπνευστων κειμένων. Βλ. τον αββά Ισαάκ τον Σύρο: «Οἱ ἐκ τῆς θείας χάριτος ἐν τῇ πολιτείᾳ αὐτῶν ὁδηγούμενοι τοῦ φωτισθῆναι, ἀεὶ αἰσθάνονται ὡς ἀκτῖνος τινὸς νοητῆς διαπορευομένης ἐν μέσῳ τῶν στίχων τῶν γεγραμμένων καὶ διακρινομένης ἔμπροσθεν τῆς διανοίας τὸν ψιλὸν λόγον ἐκ τῶν πραγμάτων τῶν λεγομένων ἐν μεγάλῃ διανοίᾳ τῇ ψυχικῇ συνέσει.»

    Όσο για τις δεκαετίες που χρειάστηκαν για τις θεολογικές αντιπαραθέσεις που οδήγησαν στις Οικουμενικές Συνόδους και τη διατύπωση των “Όρων” τους, αυτό προέκυψε διότι οι ποικίλοι αιρετικοί δεν αρκέστηκαν στις σχετικές διατυπώσεις κάποιων ολιγογράμματων θεούμενων, σαν τον άγιο Σπυρίδωνα και τον άγιο Νικόλαο, αλλά ήθελαν πιο κομψεπίκομψα, νοησιαρχικά σχήματα, κάτι που το έκαναν άλλοι Πατέρες που εξέφρασαν την εμπειρία τους με τέτοια ορολογία. Αλλά, επαναλαμβάνω, το πρόβλημα της “μη κατανόησής” τους δεν έγκειται στην ορολογία ούτε στη μη ανεπτυγμένη διάνοια όσων θέλουν να τα προσεγγίσουν αλλά στα πάθη τους που εμποδίζουν τον “νου” (αυτή την έκτη αίσθηση με την οποία ο άνθρωπος “βλέπει” τον Θεό) να διακρίνει τις νοητές ακτίνες που “διαπορεύονται” ανάμεσα στους στίχους των θεόπνευστων κειμένων.

    • Νομίζω ότι η συζήτηση έχει μετατοπιστεί σε άλλο θέμα από αυτό που πραγματεύεται το άρθρο.

      Δεν έγραψα για τις προϋποθέσεις της θεογνωσίας ούτε για το πώς ο άνθρωπος μετέχει στην εμπειρία των Αγίων. Εκεί ασφαλώς η Εκκλησία διδάσκει ότι η κάθαρση, ο φωτισμός και η ασκητική ζωή προηγούνται κάθε βαθύτερης πνευματικής γνώσης.

      Το άρθρο όμως δεν αφορά αυτό το ζήτημα. Αφορά τη θέση του Φλωρόφσκυ ότι η ορθόδοξη θεολογία διαμορφώθηκε ιστορικά μέσα από την ελληνική πατερική γλώσσα και τις αντίστοιχες εννοιολογικές κατηγορίες.

      Το ότι η κατανόηση των θεόπνευστων κειμένων απαιτεί πνευματικό αγώνα δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι Πατέρες εξέφρασαν αυτή την εμπειρία με όρους όπως ουσία, υπόσταση, φύση, ενέργεια, πρόσωπο και λόγος, οι οποίοι ανήκουν σε συγκεκριμένη θεολογική και γλωσσική παράδοση.

      Επομένως η παρατήρησή σας αφορά ένα διαφορετικό, έστω και συγγενές, ζήτημα από εκείνο που εξετάζει το άρθρο.

  3. Αγαπητέ κ. Μιχόπουλε,
    Να με συγχωρείτε, αλλ’ η παρατήρησή μου αφορά τον ισχυρισμό σας:
    “Ακόμη και όταν οι λέξεις μεταφράζονται, το βαθύτερο νόημά τους απαιτεί μία ολόκληρη νοητική παιδεία”. Αυτό εσείς το γράψατε.
    Και τώρα γράφετε, συμφωνώντας με την αναίρεσή μου:
    “…ασφαλώς η Εκκλησία διδάσκει ότι η κάθαρση, ο φωτισμός και η ασκητική ζωή προηγούνται κάθε βαθύτερης πνευματικής γνώσης.”
    Άρα, κάπου σφάλατε.

    • Η άσκηση, η κάθαρση και η θεογνωσία αφορούν πρωτίστως τη γνώση του Θεού. Η θεολογία όμως ως διατύπωση της πίστεως — όχι ως θεογνωσία αλλά ως λόγος περί Θεού — ασφαλώς και προϋποθέτει νοητική εργασία, γνώση της γλώσσας, των εννοιών και του πολιτισμικού πλαισίου μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν τα θεολογικά κείμενα.

      Ακριβώς εκεί εντοπίζει το ζήτημα και ο Φλωρόφσκυ όταν μιλά για την ανάγκη επιστροφής στο πατερικό φρόνημα και στην κατανόηση των Πατέρων μέσα στον δικό τους εννοιολογικό κόσμο. Σε αυτό ακριβώς το επίπεδο αναφέρθηκα και εγώ όταν μίλησα για «κατανόηση». Δεν αναφέρθηκα στη θεογνωσία ούτε ισχυρίστηκα ότι η ασκητική ζωή υποκαθίσταται από τη διανοητική καλλιέργεια.

      Και σε κάθε περίπτωση, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι ερμηνευτής των γραφομένων μου οφείλω να είμαι πρωτίστως εγώ ο ίδιος και όχι οι αναγνώστες τους.

      Διότι, ακόμη και αν ένας άγιος κατανοεί εν Αγίω Πνεύματι τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, όταν θελήσει να μεταφέρει τη διδασκαλία του σε άλλη γλώσσα και σε άλλο πολιτισμικό περιβάλλον, οφείλει να έχει ακριβή επίγνωση του εννοιολογικού κόσμου που χρησιμοποιεί ο Παλαμάς. Διαφορετικά δεν αλλοιώνει απλώς τη διατύπωση· κινδυνεύει να αλλοιώσει και το ίδιο το περιεχόμενο. Η πατερική παράδοση άλλωστε δεν αντιμετώπισε ποτέ τις δογματικές διατυπώσεις ως εξωτερικά περιβλήματα της αλήθειας, αλλά ως φορείς της.

      https://dmichopoulos.substack.com/

  4. Και πάλι με συγχωρείτε, αλλά οι Πατέρες εννοούν τη θεολογία ως θεογνωσία, όχι ως απλό λόγο περί του Θεού ή διατύπωση της πίστεως.
    Πρόχειρα:
    “«Οὐ παντός, ὦ οὗτοι, τὸ περὶ Θεοῦ φιλοσοφεῖν. Οὐ πάντων μέν, ὅτι τῶν ἐξητασμένων καὶ διαβεβηκότων ἐν θεωρίᾳ, καὶ πρὸ τούτων, καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα κεκαθαρμένων, ἢ καθαιρομένων, τὸ μετριώτατον» (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).
    «Εἰ θεολόγος εἷ, προσεύξῃ ἀληθῶς, καί εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἷ» (Νείλος ο ασκητής, δηλαδή Ευάγριος Ποντικός).

    Τη θεολογία που προϋποθέτει νοητική εργασία ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την ονομάζει “ἀριστοτελικῶς θεολογεῖν”, ενώ αυτή που εσείς αποκαλείτε “γνώση Θεού” την αποκαλεί “ἁλιευτικῶς θεολογεῖν” και σαφώς προκρίνει τη δεύτερη, δηλαδή τη θεολογία που πηγάζει από την ἐν Θεῷ εμπειρία, σαν αυτή των Αποστόλων, των αγραμμάτων αλιέων, απ’ αυτή των φιλοσόφων.
    Και σαφώς όταν ένας Άγιος κατανοεί εν Αγίω Πνεύματι τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον μεταφέρει σε άλλη γλώσσα, αυτή η μεταφορά/διασκευή είναι πολύ πιο ουσιαστική από την άλλη του μεταφραστή που έχει επίγνωση του εννοιολογικού κόσμου που χρησιμοποιεί ο Παλαμάς αλλά του διαφεύγουν τα μεταξύ των γραμμών του παλαμικού έργου νοήματα και χάνει πολλά από την ουσία.

    Φλορόφκι έχω να διαβάσω πολλά χρόνια. Αν γράφει όσα ισχυρίζεστε, γιατί δεν παραθέτετε κάποια απ’ αυτά;

    Και φυσικά όταν κάποιος έχει δυσανεξία με τους αναγνώστες των γραφομένων του και τις ερμηνείες τους, ας μην αναρτά τα κείμενά του σ’ έναν ιστότοπο σαν το “Αντίφωνο” που τους δίνει αυτή τη δυνατότητα. “Μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα.”

    • Δεν έχει νόημα να συνεχίζουμε με παράλληλους μονολόγους. Νομίζω ότι οι θέσεις και των δύο μας έχουν καταγραφεί με αρκετή σαφήνεια και ο αναγνώστης μπορεί πλέον να τις αξιολογήσει.

      Έχετε δίκιο, πάντως, να ζητάτε παραπομπές, έστω και εκ των υστέρων. Παραθέτω ορισμένες χαρακτηριστικές θέσεις του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ:

      «Hellenism became a standing category of Christian existence.»
      («Ο Ελληνισμός κατέστη μόνιμη κατηγορία της χριστιανικής υπάρξεως.»)
      Georges Florovsky, Patristics and Modern Theology, Proceedings of the First Congress of Orthodox Theology, Athens (1936).

      «Russian theological thought must yet be rigorously schooled in Christian Hellenism.»
      («Η ρωσική θεολογική σκέψη οφείλει ακόμη να μαθητεύσει αυστηρά στον Χριστιανικό Ελληνισμό.»)
      Georges Florovsky, Ways of Russian Theology (1937).

      «Let us be more Greek to be truly Catholic, to be truly Orthodox.»
      («Ας γίνουμε περισσότερο Έλληνες ώστε να είμαστε πραγματικά Καθολικοί και πραγματικά Ορθόδοξοι.»)
      Georges Florovsky, Patristics and Modern Theology, Athens (1936).

      Οι παραπάνω φράσεις δεν αναφέρονται βεβαίως σε κάποια εθνική ή φυλετική ελληνικότητα, αλλά σε αυτό που ο ίδιος ο Φλωρόφσκυ ονόμαζε «Χριστιανικό Ελληνισμό», δηλαδή στη θεολογική γλώσσα, τη μέθοδο και τον πατερικό τρόπο σκέψεως που διαμορφώθηκαν κυρίως από τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας.

      Κλείνοντας, θα μου κάνετε την τιμή να μου πείτε το όνομά σας; Γνωρίζω ότι στο διαδίκτυο συνηθίζονται τα ψευδώνυμα και οι ανώνυμες παρεμβάσεις. Ωστόσο, θεωρώ ότι μια στοιχειώδης πνευματική ευθύνη επιβάλλει, ιδίως σε σοβαρές θεολογικές συζητήσεις, να συνομιλούμε επωνύμως.

  5. Ευχαριστώ για την απάντηση.

    Να διορθώσω την αναφορά μου σε κάτι που θυμόμουν λανθασμένα. Το χωρίο «Ταῦτα ὡς ἐν βραχέσι πεφιλοσόφηται πρὸς ὑμᾶς δογματικῶς, ἀλλ᾿ οὐκ ἀντιλογικῶς· ἁλιευτικῶς, ἀλλ᾿ οὐκ ἀριστοτελικῶς· πνευματικῶς, ἀλλ᾿ οὐ κακοπραγμονικῶς· ἐκκλησιαστικῶς, ἀλλ᾿ οὐκ ἀγοραίως· ὠφελίμως, ἀλλ᾿ οὐκ ἐπιδεικτικῶς» είναι του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, όχι του Παλαμά.

    Διάβασα πριν από λίγο ένα άρθρο του Φλορόφσκι (που, μαζί με τον άγιο Δημήτριο Στανιλοάε, τους θεωρώ τους μέγιστους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα), με τίτλο «St. Gregory Palamas and the Tradition of the Fathers» κι εκεί βρήκα δύο χωρία που ενισχύουν τις θέσεις μου:
    Theology of this kind can never be separated from the life of prayer and from the exercise of virtue. “The climax of purity is the beginning of theology,” as St. John the Klimakos puts it (Scala Paradisi, grade 30).
    (Μια τέτοια θεολογία δεν μπορεί ποτέ να διαχωριστεί από τη ζωή της προσευχής και την άσκηση της αρετής. «Τέλος δε αγνείας υπόθεσις θεολογίας», όπως το θέτει ο Άγιος Ιωάννης ο της Κλίμακος [Κλίμαξ, βαθμίδα 30]).
    St. Gregory was not a speculative theologian. He was a monk and a bishop. He was not concerned about abstract problems of philosophy, although he was well trained in this field too. He was concerned solely with problems of Christian existence.
    (O άγιος Γρηγόριος δεν ήταν στοχαστής θεολόγος. Ήταν μοναχός και επίσκοπος. Δεν τον απασχολούσαν τα αφηρημένα προβλήματα της φιλοσοφίας, αν και ήταν καλά εκπαιδευμένος και σε αυτόν τον τομέα. Ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τα προβλήματα της χριστιανικής ύπαρξης.

    Όσο για τη μη δήλωση του ονόματός μου (και τη χρήση του ίδιου χρηστώνυμου από το 2007), υπάρχουν κάποιοι λόγοι γι’ αυτό. Ο διαχειριστής του «Αντιφώνου» τους γνωρίζει, κι αυτό αρκεί. Κάποια από τα άρθρα μου μπορείτε να τα δείτε στον σύνδεσμο https://antifono.gr/author/theo2/

  6. Η συζήτηση ήταν πολυ ενδιαφέρουσα και το κείμενο του κου Μιχοπουλου μου άρεσε πολυ. Πιστεύω ότι έχει ένα δίκιο όταν λέγει ότι οι Έλληνες Πατέρες δεν πήραν απλά ορολογία. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι κάποιος Πατέρας της Εκκλησίας σήμερα- γιατί υπάρχουν- παίρνει τον όρο “ασυνείδητο”. Είναι αδύνατο αυτό να γίνει έξω από τα όλα συμφραζόμενα, που είναι η Φροϋδικη ψυχανάλυση. Και πράγματι. Ο π. Συμεών Κραγοπουλος -ας μου επιτρέψετε να τον θεωρώ συγχρονο Πατέρα της Εκκλησίας- παίρνει ολόκληρη την Φροϋδικη ψυχανάλυση, αλλά την κρίνει, με την αγιοπνευματικη του πείρα: τι από αυτήν πρέπει να κρατηθεί και γιατί (διευκρινίζει ότι ανθρώποι εργάστηκαν σε αυτό το τομέα, και δεν πρέπει έτσι ευκολα να το καταφρονουμε αυτό) και τι να πεταχτεί. Ο, τι είναι χρήσιμο, το αξιοποιεί στην ποιμαντική του εργασία. Επαναλαμβάνω όμως ότι αυτήν την εργασία μόνο ένας αγιος μπορεί να την κάνει. Όσον αφορά τους Έλληνες Πατέρες του Δ αιώνα, αυτοί πράγματι παρέλαβαν όχι απλά ορολογία, αλλά πολιτισμό. Το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν ότι επιτέθηκαν και διέλυσαν την πολυθεια. Αφου το κατάφεραν αυτό, τώρα πια μπορούσαν να αξιοποιήσουν ο, τι καλό υπήρχε στην αρχαία φιλοσοφία. Για παράδειγμα, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης είχαν επιτεθεί στην πολυθεια. Στις πλατωνικες ιδέες είχε επιτεθεί και τις είχε αποδομήσει πλήρως ο Αριστοτέλης. Από κει και πέρα, έχοντας την αναγκαία πνευματική εκλεπτυνση που τους έδωσε η αρχαία παιδεία, ήταν ευκολο για αυτούς να ανταποκριθουν στις προκλήσεις που έφεραν οι αιρέσεις και να τις διαλυσουν και αυτές, φτιάχνοντας, όπου χρειαζόταν και καινούργιους όρους κλπ. Η αρχαία ελληνική σκέψη είχε κάτι που, ζυμωμενη από τους Πατέρες, είναι πια αναγκαία συνθηκη του Χριστιανισμού. Για παράδειγμα, ο αρχαίος Έλληνας ρωτουσε ρητά: αυτό το πράγμα ή πρόσωπο είναι ή δεν είναι αυτό, π. χ. Θεός; Η ιουδαϊκή σκέψη δεν είχε αυτό το χαρακτηριστικό, για αυτό και η πρώιμη θεολογία του ιουδαιοχριστιανισμου (βλ. το σχετικό βιβλίο του Danielou , εκδ. Αποστ. Διακονίας, με εισήγηση του Μητρ. Χρυσοστ. Σαββάτου) δεν ονομάζει ρητά τον Χριστό Θεό, αλλά του δίνει άλλους ισοδυναμους μεσσιανικους τίτλους. Έτσι κάνει και η Προς Εβραίους Επιστολή. Αλλά όταν κηρύχθηκε το Ευαγγέλιο στους Έλληνες, αυτοί ρώτησαν ρητά, όπως απαιτούσε ο πολιτισμός τους: είναι ο Χριστός Θεός, ναι ή όχι; Και οι θεοπτες Πατέρες, που είχαν και την ανάλογη ελληνική παιδεία- απαραίτητη για να τους καταλάβει ο Έλληνας- απάντησαν μετά σχηματίζοντας πια όλη την ελληνική σκέψη. Το αποτέλεσμα, δηλ. το Καππαδοκικο δόγμα, είναι πια απαραίτητη πνευματική παρακαταθήκη για κάθε χριστιανό. Τουτο οφείλεται στην οικουμενική αξία του ελληνικού πολιτισμού. Το βδελυρο και μιαρο δόγμα ότι πρέπει να παρακάμψουμε τους Πατέρες και να φτιάξουμε μια μη ελληνική μεταπατερικη θεολογία είναι έργο του πονηρου πνεύματος, που προσπαθεί να βλάψει την Εκκλησία από μέσα. Τώρα, τι συμβαίνει; Θα πρέπει οι πιστοί να λάβουν αρχαία ελληνική παιδεία; Θα πρέπει να πούμε ότι όποιος διαβάσει τους Καππαδόκες, την πήρε την αρχαία παιδεία ολόκληρη. Ένα είναι αυτό. Ένα δευτερο είναι ότι φυσικά δεν θα κάτσει ο πιστός να διαβάσει Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αλλά την πατερικη γραμματεία, και αναλόγως τι θα του πει ο πνευματικός του, θα πρέπει να την διεξελθει. Τουλάχιστον π. χ. τον Χρυσόστομο κλπ. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Καρουλιτες ερημιτες, π. χ. ο Άγιος Τυχων, διεξηλθε ολόκληρη την πατερικη γραμματεία. Τελειώνω λέγοντας ότι οι Έλληνες Πατέρες είναι αναντικατάστατοι και ο π. Φλοροφσκι είχε δίκιο σε ο, τι είπε. Προσπάθειες να φτιάξουμε μια “μαύρη θεολογία”, μια ” φεμινιστική θεολογία “, μια “μεταμοντέρνα θεολογία” κλπ. είναι ανόητες. Στωμεν καλώς.

  7. Το άρθρο του κ. Μιχόπουλου δημιούργησε έντονο διάλογο με τον Theo, χωρίς καμία σύγκλιση ή, μάλλον, με ολοένα αυξανόμενη διαφωνία έως το τέλος.
    Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο του κ. Μιχόπουλου επιχειρεί να διατυπώσει κάτι γενικώς σωστό, να υποστηρίξει δηλαδή τη θέση του μακαριστού π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ για τον αποφασιστικό ρόλο του ελληνισμού στη διατύπωση του δόγματος και τη διαμόρφωση της ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ωστόσο, ορισμένες φράσεις και το ύφος του άρθρου σε ορισμένα σημεία δημιουργούν προβληματισμό στον αναγνώστη. Στο άρθρο και στις απαντήσεις του συγγραφέα παρατηρείται μια ταλάντευση μεταξύ αντίθετων νοημάτων, που δυσχεραίνει την κατανόησή του και επιτρέπει διαφορετικές αναγνώσεις. “Αυτό φαίνεται και από τη δικαίωση της πρότασης του κ. Μιχόπουλου από τον κ. Δημήτριο Ιωάννου, σε αντίθεση με την κριτική στάση του Theo”, αν και οι δύο σχολιαστές έχουν συχνότατα την ίδια ή παρόμοια προσέγγιση σε άλλα θέματα που έχουν συζητηθεί στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ.

    Καταθέτω, λοιπόν, μερικά ερωτήματα προς τον κ. Μιχόπουλο, με στόχο τη σαφέστερη αποτύπωση της θέσεώς του. Περιορίζομαι συνοπτικά σε ορισμένα σημεία του άρθρου.

    1. Αναφέρεται: «Οι αιρέσεις δεν γεννήθηκαν επειδή έλειπε η πίστη στον Θεό, αλλά επειδή αλλοιώθηκε ο τρόπος κατανοήσεως του Θεού». Ερώτημα: Είναι η «πίστη στον Θεό» κάτι διαφορετικό από τον «τρόπο κατανοήσεως του Θεού», όταν με τον θεολογικό όρο «πίστη» αναφερόμαστε ακριβώς στο όλον της περί Θεού χριστιανικής διδασκαλίας και όχι μόνο στην πράξη του πιστεύειν (λέμε: «η χριστιανική πίστη»); Η διατύπωση θα μπορούσε να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αιρετικοί μπορεί να είχαν ορθή πίστη, αλλά εσφαλμένη κατανόηση του Θεού!. Χρειάζεται σαφέστερη εννοιολόγηση.

    2. Δηλώνεται: «Είτε αρέσει είτε όχι στη σύγχρονη εποχή, η Ορθοδοξία δεν διαμορφώθηκε σε κενό αέρος. Η δογματική της συνείδηση μίλησε ελληνικά. Και όποιος θέλει να κατανοήσει βαθιά αυτό το σώμα πίστεως, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να μαθητεύσει σε αυτή τη μεγάλη πνευματική γλώσσα της Εκκλησίας».
    Η φράση «είτε αρέσει είτε όχι» απηχεί μια συγκρουσιακή απαίτηση δικαίωσης. Ταυτόχρονα, και κυρίως, υποδηλώνει αντίθεση προς μια διαφορετική αντίληψη, η οποία όμως δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια. Ποιος είναι ο σύγχρονος κίνδυνος για την Ορθοδοξία που δικαιολογεί τους φόβους για αλλοίωσή της; Ποιος, ειδικότερα, επιχειρεί «να αποσυνδέσει την Ορθοδοξία από την ελληνική της μορφή και παράδοση»; Χωρίς αυτόν τον προσδιορισμό, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να αντιληφθεί την αφετηρία και τη σημασία του προβληματισμού του συγγραφέα.

    3. Είναι επαρκής απάντηση στον παραπάνω προβληματισμό η εξής δήλωση; «Σε πολλές περιπτώσεις εμφανίζεται μία τάση “απλοποιήσεως” της πίστεως, όπου η θεολογία μετατρέπεται σε συναίσθημα, ψυχολογία ή ασαφή πνευματικότητα. Όμως, χωρίς την ακρίβεια των Πατέρων, η πίστη εύκολα εκφυλίζεται. Η ιστορία της Εκκλησίας το απέδειξε επανειλημμένως. Οι αιρέσεις…». Από το σημείο αυτό ο αναγνώστης συμπεραίνει μάλλον ότι ο κύριος κίνδυνος για την Ορθοδοξία θεωρείται η απουσία θεολογικού λόγου. Πρόκειται πράγματι για σοβαρό πρόβλημα. Ωστόσο, εξίσου υπαρκτός —και ίσως σοβαρότερος— είναι ο κίνδυνος να χρησιμοποιείται ο λόγος των Ελλήνων Πατέρων για τη στήριξη αιρετικών αντιλήψεων. Η διάσταση αυτή δεν αναπτύσσεται.
    Οι αιρετικοί του 4ου και 5ου αιώνα γνώριζαν άριστα την ελληνική φιλοσοφία, χωρίς όμως να οδηγηθούν στην αλήθεια ούτε από τον Μ. Αθανάσιο, ούτε από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Μ. Βασίλειο και τους άλλους σοφούς Έλληνες Πατέρες. Ο κίνδυνος της κακής θεολογίας δεν είναι μικρότερος από εκείνον της ελλιπούς γνώσης της θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων!

    4. Τι ακριβώς σημαίνει η έκφραση «πνευματική γλώσσα της πίστεως»; Η έμφαση δίνεται στα πνευματικά νοήματα του δόγματος, τα οποία διατυπώθηκαν στην ελληνική, ή στην ίδια την ελληνική γλώσσα ως φορέα της δογματικής αλήθειας; Παρά τις διευκρινίσεις που δόθηκαν στη συζήτηση, η ασάφεια φαίνεται να παραμένει.
    Τέλος, η σημασία της θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων, την οποία καλώς επιθυμεί να προβάλει ο κ. Μιχόπουλος, θα φαινόταν σαφέστερα, κατά τη γνώμη μας, εάν ο τίτλος αναφερόταν σε αυτήν (π.χ. «Χωρίς τη θεολογία των Ελλήνων Πατέρων υπάρχει Ορθόδοξη θεολογία;»). Ο τίτλος του άρθρου «Χωρίς την ελληνική παιδεία υπάρχει Ορθόδοξη θεολογία;» μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τη θεολογία των Ελλήνων Πατέρων στην ελληνική παιδεία, ακόμη και χωρίς τέτοια πρόθεση του συγγραφέα. Ο τίτλος του άρθρου μοιάζει να δικαιώνει τις επιφυλάξεις του Theo.

    Συμπερασματικά, νομίζω ότι ο κ. Μιχόπουλος θα είχε ίσως αποφύγει πολλές από τις εύλογες αντιδράσεις, αν το άρθρο του ήταν διατυπωμένο με διαφορετική «πνευματική γλώσσα». Θα χαιρόμουν να επανέλθει με μια νέα, σαφέστερη και πληρέστερη ανάπτυξη της σκέψης του πάνω στο θέμα.

  8. Τα σέβη μου στον πολυ αγαπητό μου π. Γεώργιο, με τον οποίο φυσικά συμφωνώ απολύτως. Τις ευχαριστίες μου και στον αγαπητό Theo, που έχει την ευαισθησία να παρεμβαίνει όταν νιώθει ότι πρόκειται για κάτι που αφορά την ουσία της πίστεως. Παρενεβην γιατί οι βασικές αρχές του ίδιου του άρθρου μου φάνηκαν σωστές- δηλ. ότι έχει δίκιο ο π. Φλοροφσκι-, δεν συμμερίζομαι όμως κι εγώ τις διατυπώσεις στις απαντήσεις του συγγραφέα. Καλά έκανε ο Theo κι αντέδρασε. Πρέπει να πω ότι έχω ευαισθησία απέναντι στο θέμα, γιατί προ καιρου διάβασα ένα βιβλίο με τίτλο ” Η Θεολογία του 20ου αιώνα “, που εκθειαζε προσπάθειες να φτιάξουμε μια θεολογία με όρους της τάδε αφρικανικής φυλής, μια άλλη που να είναι φεμινιστική ( ίσως σε αυτήν ο Θεός να θεωρουνταν γυναίκα), μια άλλη μεταμοντέρνα κλπ. Αυτά τα θεωρώ βλασφημίες. Δυστυχώς όμως και στην πατρίδα μας καταβάλλεται προσπάθεια για μια “μεταπατερικη θεολογία”. Ας ελπίσουμε με τις ευχές του π. Γεωργίου και τις προσευχές του αγαπητου μας Theo ότι τέτοια πράγματα δεν θα ευοδωθουν στην πατρίδα μας. Ευχαριστώ και τον αρθρογράφο που άνοιξε το θέμα.

  9. Σεβαστέ π. Γεώργιε,

    Σας ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο που αφιερώσατε να διαβάσετε το άρθρο και να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας. Η αναγνώριση ότι η βασική του θέση είναι ορθή έχει ιδιαίτερη σημασία.

    Έχω, ωστόσο, την αίσθηση ότι στη συζήτησή μας αναζητούμε πλέον αδυναμίες σε ένα κείμενο του οποίου ο κεντρικός ισχυρισμός είναι σαφής. Η θέση μου δεν ήταν ότι η ελληνική παιδεία ή η φιλοσοφία γεννούν τη θεολογία ούτε ότι υποκαθιστούν την εμπειρία της Εκκλησίας. Ήταν ότι η ορθόδοξη δογματική συνείδηση διαμορφώθηκε ιστορικά και εκφράστηκε μέσα από τον ελληνικό πατερικό λόγο, ο οποίος αξιοποίησε, μετέπλασε και υπέταξε στην εμπειρία της Εκκλησίας το εννοιολογικό φάσμα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.

    Αυτό ακριβώς είναι, κατά τη γνώμη μου, το νόημα του «Χριστιανικού Ελληνισμού» του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Οι επιμέρους διατυπώσεις ασφαλώς μπορούν πάντοτε να βελτιωθούν· δεν θεωρώ όμως ότι μεταβάλλουν ή συσκοτίζουν τον βασικό άξονα του άρθρου.

  10. Αγαπητέ κ. Μιχόπουλε
    χαιρετώ και ευχαριστώ κι εγώ για την ευγενική σας απάντηση. Σημαντική και η επιμονή σας στη προσέγγιση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ. Θα ήθελα ωστόσο να κάνω κάποιο παραπάνω σχόλιο στην απάντησή σας σχετικά με το πως αναπτύσσετε την Φλωρόφσκυα αρχή. Σάββατο βράδυ πριν την Κυριακάτική Θ. Λειτουργία… δεν έχω χρόνο για κάτι περισσότερο. Μπορείτε όμως, αν θέλετε, να επικοινωνήσετε μαζί μου προσωπικά από βδομάδα να σας πω τον λογισμό μου. (Μπορείτε να πάρετε τα στοιχεία επικοινωνίας από τον κ. Κ. Βεργή). Καλή φώτιση σε όλους μας σε δύσκολους καιρούς, Καλό ΣΚ.

    • “εἰ δέ τις δοκεῖ εἰδέναι τι, οὐδέπω οὐδὲν ἔγνωκε καθὼς δεῖ γνῶναι” (Ά Κορινθ. 8,2)

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ