Το ίχνος του προσώπου μέσα στην κοινωνία

Το βιβλίο αυτό δεν «πραγματεύεται» απλώς τη σχέση χριστιανισμού και κοινωνίας. Την αποσταθεροποιεί. Θέτει υπό αίρεση την ίδια τη βεβαιότητα της «κοινωνικής πραγματικότητας», σαν να επρόκειτο για μια έννοια που στέκει αυτονόητη, αυτάρκης, πλήρης.

Ο Μπερδιάγεφ εγγράφει μέσα της ένα ρήγμα: το πρόσωπο. Αλλά τι είναι το πρόσωπο; Όχι το άτομο της νεωτερικής αυτοσυνείδησης. Όχι η μονάδα της στατιστικής. Το πρόσωπο, όπως το σκέπτεται, δεν είναι αντικείμενο ανάμεσα σε αντικείμενα· δεν μπορεί να εκτεθεί πλήρως στην επιφάνεια της κοινωνικής σκηνής χωρίς να χάσει το μυστικό του.

Η μετατροπή του σε «πράγμα» —σε λειτουργία, σε ρόλο, σε θεσμική ταυτότητα— συνιστά ήδη μια μορφή θανάτου. Η κοινωνική πραγματικότητα, τότε, δεν είναι απλώς ο χώρος όπου ζει το πρόσωπο· είναι και ο τόπος όπου απειλείται από την ίδια του την αντικειμενοποίηση. Το έργο επιμένει σε μια παράδοξη προτεραιότητα: η ελευθερία προηγείται της τάξης. Δεν προκύπτει από τη δομή, αντιθέτως η δομή προκύπτει ως παγίωση, ως ίζημα μιας πρωταρχικής δημιουργικής κίνησης. Κάθε κοινωνικό σύστημα, όσο δίκαιο ή αναγκαίο κι αν παρουσιάζεται, φέρει μέσα του το ίχνος μιας ελευθερίας που το υπερβαίνει και ταυτόχρονα το κρίνει. Η «πραγματικότητα» αποδεικνύεται έτσι  πάντοτε ανοιχτή σε μια υπέρβαση που δεν μπορεί να ενσωματώσει.

Ο Μπερδιάγεφ δεν αρνείται την ιστορία, αλλά την απολυτοποίησή της. Η ιστορία, όταν αυτονομείται, μετατρέπεται σε μηχανισμό. Ο μηχανισμός υπόσχεται σωτηρία —πολιτική, κοινωνική, οικονομική— αλλά παραλείπει εκείνο που δεν μετριέται: την ανεπανάληπτη εσωτερικότητα του προσώπου. Έτσι, τόσο ο ατομικισμός όσο και ο κολεκτιβισμός, παρά τη φαινομενική τους αντίθεση, συναντώνται σε ένα κοινό σημείο: στην υποκατάσταση του ζώντος προσώπου από μια έννοια. Το ενδιαφέρον του βιβλίου έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διπλή κίνηση: αποδομεί την αυτάρκεια των κοινωνικών μορφών, αλλά ταυτόχρονα δεν αποσύρεται σε μια μυστικιστική άρνηση του κόσμου.

Ο χριστιανισμός, εδώ, δεν είναι φυγή· είναι κριτήριο. Δεν εγκαθιδρύει μια νέα θεοκρατία, τουναντίον αποκαλύπτει τη σχετικότητα κάθε θεοκρατίας. Υπενθυμίζει ότι καμία εξουσία —ούτε καν η εκκλησιαστική— δεν μπορεί να ταυτιστεί με το Βασίλειο που επικαλείται. Το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του έργου ίσως είναι η εσχατολογική του διάσταση. Η κοινωνία δεν ολοκληρώνεται μέσα στον χρόνο, διότι  φέρει ένα άνοιγμα προς κάτι που δεν είναι παρόν, που δεν μπορεί να κατονομαστεί πλήρως. Αυτή η «απουσία» δεν είναι έλλειψη, αλλά υπόσχεση. Το παρόν της κοινωνικής πραγματικότητας φέρει μέσα του το ίχνος ενός μέλλοντος που δεν θα γίνει ποτέ απλώς θεσμός.

Διαβάζοντας το Χριστιανισμός και Κοινωνική Πραγματικότητα, δεν λαμβάνει κανείς έτοιμες απαντήσεις. Λαμβάνει μάλλον μια ανησυχία: μήπως η κοινωνία που θεωρούμε δεδομένη στηρίζεται σε μια λήθη; Μήπως η μεγαλύτερη βία δεν είναι η εμφανής καταπίεση, αλλά η αθόρυβη μετατροπή του προσώπου σε λειτουργία; Το βιβλίο του Μπερδιάγεφ επιμένει ότι η αλήθεια δεν εξαναγκάζει. Εκτίθεται. Σταυρώνεται μέσα στην ιστορία χωρίς να ταυτίζεται με αυτήν. Και η κοινωνική πραγματικότητα, αν θέλει να είναι κάτι περισσότερο από σύστημα, οφείλει να αφήσει χώρο σε αυτήν την εκτεθειμένη ελευθερία — σε αυτό το πρόσωπο που δεν παύει να διαφεύγει.

Η νέα, επιμελημένη έκδοση του έργου από τις εκδόσεις Αλτιντζή πρέπει να διαβαστεί με αντιπαραβολή την τρέχουσα επικαιρότητα, διότι ο πόλεμος φέρνει εκ νέου το βασικότερο ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης: πώς μπορούμε να συνυπάρξουμε, ώστε να υπάρξουμε; ή μάλλον, πώς μπορούμε να έχουμε την ελευθερία να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι; Αυτή είναι η ερώτηση!

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ