Ὁ συμβολισμός τῆς Ἁγίας Σοφίας

0
841

    Ὁ ναός τῆς τοῦ Θεοῦ ἐνυποστάτου Σοφίας, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τό  σύμβολο τοῦ Μεσαιωνικοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως ὁ ναός τοῦ Παρθενῶνος εἶναι τό σύμβολο τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πνεύματος καί τῆς Δημοκρατίας. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, «Δύο μεγάλους καί μακραίωνες πολιτισμούς ἐδημιούργησε στό πέρασμα τῶν χρόνων τό ἑλληνικό πνεῦμα. Σύμβολο καί μνημεῖο τοῦ καθενός ἕνας ναός, ἀφιερωμένος καί τίς δύο φορές στήν πάνω ἀπό τά ἀνθρώπινα μέτρα θεία σοφία: Ὁ ναός τοῦ Παρθενῶνος, τῆς θεᾶς δηλ. τῆς σοφίας Ἀθηνᾶς, ἐνσαρκώνει καί ἐκφράζει στούς αἰῶνες τό ἀρχαῖο ἑλληνικό πνεῦμα καί ὁ ναός τῆς τοῦ Θεοῦ Ἁγίας Σοφίας, συμβολίζει τόν βυζαντινό ἑλληνοχριστιανικό πολιτισμό καί συμπυκνώνει τά κύρια ἰδεώδη του τῆς ὅλης ὑπερχιλιετοῦς ζωῆς του. Μέ μία μεταξύ τους χρονική ἀπόσταση δέκα ἀκριβῶς αἰώνων, τά δύο αὐτά παράλληλα καί μεγαλόπνοα καλλιτεχνικά καί πνευματικά μνημεῖα ἀποτελοῦν ἕκαστον, θά ἔλεγε κανείς, τό πεπρωμένο ἀπόσταγμα τῶν ἰδεῶν καί τῶν ἰδεωδῶν ὄχι ἁπλῶς ἑνός λαοῦ, ἀλλά δύο πολύ μεγάλων ἐποχῶν».[1] Καί οἱ δύο ναοί ἐκφράζουν ἀρχιτεκτονικά τόν Λόγο. Ὁ Παρθενών συμπυκνώνει ἀρχιτεκτονικά καί συμβολίζει τόν Λόγο, τό μέγιστο ἀρχαιοελληνικό ἐπίτευγμα, δηλ. τή λογική καί τό μέτρο καί ἡ Ἁγία Σοφία τόν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν Χριστό. Συναφῶς ἔχει γραφεῖ: «Ἀπέναντι στήν ὀρθολογιστική καθαρότητα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἡ Ἁγία Σοφία λειτουργεῖ μέ ὅρους ὑπερβατικούς, σάν ἕνα θαῦμα πού ὑπερβαίνει τούς φυσικούς νόμους τῆς βαρύτητας.Στήν κλασική ἀρχιτεκτονική ἀποθεώνεται ἡ λογική, στή βυζαντινή τό ὑπέρλογο. Ἕνα ἡμισφαίριο πού κρέμεται σέ μεγάλος ὕψος, σχεδόν 70 μ. θαρρεῖς ἀπό τό πουθενά καί κρύβει ἰδιοφυῶς τούς τρόπους στήριξης του» (Μάνος Στεφανίδης)[2]

Στήν Βυζαντινή ἀρχιτεκτονική δίδεται ἔμφαση στό ἐσωτερικό τοῦ ναοῦ μέ τόν ἐξωραϊσμό καί ἐξαΰλωση τοῦ ἐσωτερικοῦ χώρου καί τήν κατάλληλη χρήση τοῦ φωτός. Ὁ καθηγητής Κωνσταντῖνος Καβαρνός γράφει σχετικά μέ τόν βυζαντινό ναό: «Λέγοντας ὅτι ἐξαϋλώνει τό ἐσωτερικό τοῦ ναοῦ, ἐννοῶ ὅτι δίνει τέτοια μορφή στά ὑλικά τά ὁποῖα χρησιμοποιεῖ, πού φαίνονται σάν νά μήν ἔχουν βάρος. Τά κιονόκρανα π.χ. εἶναι ἐπεξεργασμένα σάν δαντέλλες. Τό ἴδιο καί τά ἀνώφλια τῶν θυρῶν. Ὁ τροῦλλος, μέ τά φωτεινά παράθυρα τοῦ τυμπάνου, καί τά ὑποβαστάζοντα αὐτόν σφαιρικά τρίγωνα (τά λεγόμενα λοφία) καί ἡμικυκλικά τόξα, φαίνεται σάν νά αἰωρῆται στόν χῶρο. Καί οἱ κάμαρες, τά σταυροθόλια, οἱ ὑψηλές λεπτές κολόνες καί οἱ τοξοστοιχίες ἐξαίρουν τόν ἐξαϋλωμένο, πνευματικό χαρακτῆρα τῆς οἰκοδομῆς. Ἐπιπλέον, τό ἐξαιρετικό ὕψος καί μῆκος τοῦ βυζαντινοῦ ναοῦ, καί τό φῶς πού κατεβαίνει “ἐξ ὕψους” ἀπό τά παράθυρα τοῦ τρούλλου ἤ τοῦ μεσαίου κλίτους, ὑποβάλλουν στόν ἐκκλησιαζόμενο τό αἴσθημα τοῦ ἀπείρου Θεοῦ, πού “φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον”»[3] Ὁ τροῦλλος μοιάζει νά αἰωρεῖται στό κενό. Ὅπως ἀναφέρει καί ὁ Προκόπιος στό  Περί κτισμάτων «Τό θαυμαστό στήν Ἁγία Σοφία εἶναι ὁ τροῦλος. Δέν φαίνεται νά στηρίζεται πουθενά, ἀλλά μοιάζει ὡς νά κρέμεται ἀπό τόν οὐρανό μέ χρυσή ἁλυσίδα. Ὅταν εἰσέρχεται κανείς στήν ἐκκλησία γιά νά προσευχηθεῖ, αἰσθάνεται ὅτι τό κτίσμα αὐτό δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινης δύναμης. Ἡ ψυχή ὑψώνεται πρός τόν οὐρανό καί ὁ ἄνθρωπος νιώθει ὅτι ὁ Θεός εἶναι κάπου ἐκεῖ κοντά καί ὅτι εὐχαριστεῖται κι αὐτός νά εὑρίσκεται ἐκεῖ, εἰς τήν ἐκλεκτή κατοικία του».[4] Ἀκόμη γιά τόν περίφημο τροῦλλο τῆς Ἁγίας Σοφίας ἔχουν γραφεῖ τά ἑξῆς ἀξιοσημείωτα: «Τό τύμπανο τοῦ τρούλου πλαισιώνουν σαράντα παράθυρα , τά ὁποῖα φωτίζουν τό κεντρικό κλίτος. Πρόσφατες ἔρευνες κατέδειξαν ὅτι τά 40 παράθυρα δέν ἐξυπηρετοῦσαν μόνο τόν φωτισμό, ἀλλά καί τή στατική τοῦ τρούλου. Στήν Ἁγία Σοφία ἑκατό συνολικά παράθυρα, στή στεφάνη τοῦ θόλου, στίς κόγχες καί τούς τοίχους, δημιουργοῦν τήν αἴσθηση ὅτι ὁ θόλος κρέμεται ἀπό τόν οὐρανό ἐνῶ οἱ ἀκτῖνες τοῦ Ἥλιου πού μπαίνουν στόν ναό, δημιουργοῦν τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι θεόσταλτες».[5]

Ἡ Ἁγία Σοφία εἶναι μία ἀρχιτεκτονικά ψαλλομένη Θεία Λειτουργία. Καί ὅπως ἡ Θεία Λειτουργία κατεβάζει τόν οὐρανό στή γῆ καί ἀνεβάζει τή γῆ στόν οὐρανό, ἔτσι καί καί τό ἀρχιτεκτονικό θαῦμα τῆς Ἁγίας Σοφίας κατεβάζει τόν οὐρανό στή γῆ καί ἀνεβάζει τή γῆ στόν οὐρανό. Ὁ μακαριστός Σεβασμιώτατος π. Ἀθανάσιος Γιέβτιτς γράφει σχετικά: «Περνώντας τό κατώφλι τοῦ κυρίως Ναοῦ, στό μεσαῖο κλίτος, κατάλαβα, ἀγνώστως πως μέχρι σήμερον, ὅτι ἡ Ἁγία τοῦ Θεοῦ Σοφία μέ τίς φωτεινές διαστάσεις της εἶναι ὁ οὐρανός πού κατέβηκε στή γῆ ἤ μᾶλλον αὐτή τή στιγμή προσγειώνεται, καί ταυτόγχρονα εἶναι ἡ γῆ πού ἀνεβαίνει στόν οὐρανό, ἤ μᾶλλον πού αὐτή τή στιγμή ἀπογειώνεται καί οὐρανώνεται. Πιστεύω ὅτι αὐτό τό βίωμα τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς μοῦ χάρισε σέ μένα τόν ἁμαρτωλό. Ὁ τόν Οὐρανόν γηώσας καί τήν γῆν οὐρανώσας».[6] Ὡσαύτως ἔχει γραφεῖ ὅτι «ἡ Ἁγία Σοφία ἀρχιτεκτονικά συμβολίζει οὐρανό καί γῆ, ἕνα χῶρο στόν ὁποῖο ὁ λόγος ἀντηχεῖ ὡς Θεῖο πνεῦμα μέσα ἀπό τά λόγια τῆς λειτουργίας καί δονεῖ τούς πιστούς ἐνῶ μία ἐκθαμβωτική λάμψη κυριαρχεῖ ἀπό πάνω μέ τό παιχνίδι τοῦ φωτός στίς ἀπαστράπτουσες ἐπιφάνειες τοῦ μαρμάρου. Οἱ πιστοί ὑποβάλλονταν στήν αἴσθηση ὅτι παρευρίσκονταν στή μοναδική στιγμή τῆς Δημιουργίας, ὅταν τό πνεῦμα καί τό πρῶτο φῶς τοῦ κόσμου “ἐπεφέρετο ἐπάνω τῶν ὑδάτων”».[7]

Εἴπαμε ὅτι ἡ Ἁγία Σοφία εἶναι μία ἀρχιτεκτονικά ψαλλομένη καί τελουμένη Θεία Λειτουργία. Ὅπως ἔχει γραφεῖ «ὁ ἐσωτερικός χῶρος παρήγαγε μία μακρά ἀντήχηση: τά λόγια τῶν ἀκολουθιῶν ἀκούγονταν σάν μία συνεχή ἠχώ μέ ἐπικαλυπτόμενα κύματα: ἡ ἀρχιτεκτονική ἀνταποκρίθηκε ἄψογα στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο τά λόγια τῆς Λειτουργίας ἀντηχοῦν ὡς Θεῖο πνεῦμα καί δονοῦν τούς πιστούς».[8] Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία φανέρωση τοῦ ὑπερκοσμίου φωτός. Στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας ψάλλουμε «εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον». Ἔτσι καί ἡ Ἁγία Σοφία μᾶς φανερώνει τό ὑπερκόσμιο φῶς καί μᾶς καθιστᾶ κοινωνούς του. Γιά τό ἰδιάζον αὐτό φῶς τῆς Ἁγίας Σοφίας πού εἶναι σύμβολο τοῦ ἀκτίστου φωτός ἔχει γραφεῖ σχετικά: «Διστακτικά εἰσέρχομαι στόν ἐσωνάρθηκα. Βρίσκομαι σ’ἕνα γλυκό ἡμίφως. Στά δέκα μέτρα μπροστά μου, ἀκριβῶς ἀπό τή μεγάλη, τήν Κεντρική Βασιλική Πύλη, μπαίνει ἄπλετο φῶς ἀπό τόν κυρίως ναό. Χαμηλώνω τό βλέμμα, δέν τολμῶ νά δῶ. Ἔχω ἀκούσει πολλά, γνωρίζω πολλά γι’αὐτό τό φῶς της, γι’αὐτό τόν τόπο τόν ἱερό, τόν καθαγιασμένο ἀπό τήν δόξα τήν παλιά κι ἀπό τούς ἐλπιδοφόρους θρύλους πού ἔθρεψαν ὁλόκληρο τό Γένος τῶν Ἑλλήνων στά τετρακόσια χρόνια τῆς σκλαβιᾶς κάτω ἀπό τόν Ὀθωμανικό ζυγό. Ἐδῶ ἦταν καί εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν Ἑλλήνων, ὄχι γιά ἐπανάκτηση, ἀλλά γιά τό ἐπέκεινα»[9] Ὁ ἴδιος συγγραφέας, ὁ Χ. Σταθάκης, γράφει ἐπιπροσθέτως γιά τό φῶς τῆς Ἁγίας Σοφίας:«Στρέφω τό βλέμμα ὑψηλά πάνω ἀπό τήν αὐτοκρατορική Πύλη. Ἐπάνω της, ὑψηλά, ἐκείνη ἡ μαρμάρινη πλάκα μέ τό ἔνθετο σχέδιο ἐπί αἰῶνες ἀντικρύζει ἀπείρακτη, ἀνέγγιχτη, τό Φῶς τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς καί τό δηλώνει. Ἐδῶ παριστάνεται ὁ ἴδιος αὐτός ὁ ναός καί τίποτε ἄλλο. Αὐτή ἡ παράσταση ἐκκλησίας ἔχει γιά τροῦλο ἀκτίνες φωτός, ὅπου μέσα στόν τροῦλο καί ὄχι στήν κορυφή του, ὅπως θά ἅρμοζε σέ τροῦλο ναοῦ, βρίσκεται σταυρός μέ δυό ἀκτίνες φωτός στήν κάτω κεραία του».[10] Ἡ λειτουργία τοῦ φωτός στό ἀρχιτεκτόνημα τῆς Ἁγίας Σοφίας σηματοδοτεῖ τόν ἐμπλησμό τοῦ πιστοῦ ἀπό τό ὑπερκόσμιο φῶς. Ὅλα εἶναι λές καί ἔχουν ἀποβάλλει τήν ὑλικότητα καί τή βαρύτητά τους. Ὁ π. Γεώργιος Β. Σχοινᾶς γράφει συναφῶς: «Ὁ χειρισμός τοῦ φωτός εἶναι ἐκπληκτικός.Ἡ φωτεινότητα κυμαίνεται στό κτήριο ἀπό σκιερούς χώρους ὅπως ὁ προνάρθηκας, ὁ νάρθηκας καί τά πλάγια κλίτη μέ βαθμιαία καθ’ὕψος κατάληξη σέ ἕναν λαμπρότατο τροῦλλο μέ σαράντα παράθυρα πού μοιάζει νά αἰωρεῖται ἀπό τόν οὐρανό. Ἡ συνολική ἐντύπωση πού δημιουργεῖται εἶναι μία ἐλαφρότητα καί ἐξαΰλωση τῶν ὄγκων».[11]

Ἡ Ἁγία Σοφία ἀποτυπώνει ἀρχιτεκτονικά τά κυριώτερα δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας: τήν Τριαδολογία, τήν Χριστολογία καθώς ἐπίσης καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία. Σχετικά μέ τήν Χριστολογία καί Ἐκκλησιολογία γράφει ὁ καθηγητής Γιῶργος Κόρδης: «Τό ἀρχιτεκτόνημα αὐτό, θαῦμα ἀληθινό γιά τήν ἐποχή του ἀλλά καί γιά τούς αἰῶνες πού ἀκολούθησαν, ἐκφράζει μέ ἀρχιτεκτονικό τρόπο ὅλη τήν χριστιανική θεολογία γιά τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ταυτόχρονα γιά τήν ἐμπειρία ζωῆς ὅσων πιστεύουν στήν Ἀνάστασή του. Ὁ σχεδιασμός του βασίζεται στήν σύνθεση δύο μορφῶν διαφορετικῶν στήν φύση τους, ἑνός κύκλου (ἡμισφαίριο τρούλου) κι ἑνός τετραγώνου (κύβος κυρίως ναοῦ). Τά δύο αὐτά σχήματα συναντῶνται καί συντίθενται σέ μία ἑνότητα ἀσύγχυτη, ἄτρεπτη καί ἀδιαίρετη ὅπως ἀκριβῶς στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἔνσαρκου Λόγου.Ὅποιος ἔχει βρεθεῖ μέσα στόν χῶρο τοῦ ναοῦ αἰσθάνεται ἄμεσα τήν πραγματικότητα αὐτή. Ὁ κύκλος κατέρχεται στή γῆ μέσα ἀπό ἕνα πολύπλοκο σύστημα καμπύλων γραμμῶν καί ἀπό τήν ἄλλη τό τετράγωνο ἀνεβαίνει στόν οὐρανό μέσα ἀπό τήν στέρεα δομή τοῦ ναοῦ. Ἕνωση δύο φύσεων καί ἀλληλοπεριχώρηση καί ἀντίδοση ἰδιωμάτων χωρίς νά χαθεῖ ἡ διάκριση τῶν φύσεων. Τό ὅλο ἀρχιτεκτόνημα ἐκφράζει τήν χριστιανική ἐκκλησιολογία, ὀπτικοποιεῖ τόν λόγο τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν τῶν πάντων ἐν Χριστῷ ἑνότητα, ἐκφράζει τήν πίστη τῶν χριστιανῶν σέ μιά ζωή κοινωνίας, ἑνότητας καί ἀγάπης» (Γιῶργος Κόρδης)[12]

Ὁμοίως καί ὁ Χ. Σταθάκης γράφει γιά τήν ἀρχεκτονική ἀποτύπωση τῆς Χριστολογίας καί τῆς Τριαδολογίας: «Εἶναι σταυρός καί ὄχι περιστέρι ἀνάστροφο, γιατί εἶναι ἀπεικόνιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέ τίς σέ μιά ὑπόσταση ἐνυπάρχουσες δύο φύσεις Του, τήν ἀνθρώπινη, ὁ σταυρός, καί τήν θεϊκή, οἱ δύο ἀκτίνες φωτός, ὁμοούσιος φύση, ἴδιες ἀκτίνες φωτός μέ ἐκείνη τοῦ  Θεοῦ Πατρός, ἀπό τόν ὁποῖο γεννᾶται ὁ Υἱός, ὅπως οἱ ἀκτίνες φωτός τοῦ τρούλου ἀνοίγουν κι ἀνάμεσά τους εἶναι ὁ σταυρός μέ τίς ἀκτίνες του. Ὅλη ἡ παράσταση τοῦ τρούλου εἶναι ἡ στέγη τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τά παραπετάσματα ἀπομακρύνονται γιά νά φανεῖ ὁ μεγάλος σταυρός, ὁ ὁποῖος πληρεῖ ὅλο τό ναό καί τόν ὁποῖο δεικνύουν ἄνωθεν οἱ ἀκτίνες φωτός, ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός, ὁ Θεός καί ὁ Θεός διά τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς ἀκτίνες φωτός ἀπεικονιζομένων, δεικνύουν τόν δι’ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους σταυρωθέντα Ἰησοῦ Χριστό ὡς ναό, ὡς ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ Χριστός, ὡς τήν Ἁγια-Σοφιά, ἡ ὁποία ὁλόκληρη ἀπεικονίζει Αὐτόν».[13]

Προσέτι ἄς προβοῦμε σέ σύγκριση τῶν συμβολισμῶν τῆς Γοτθικῆς ἀρχιτεκτονικῆς καί τῆς Ἁγίας Σοφίας. Ἡ Γοτθική ἀρχιτεκτονική ἐκπέμπει τραγικότητα: τήν τραγικότητα τῆς βίαιης ἀναζητήσεως ἀλλ’ἐν τέλει μή ἀνευρέσεως τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἁγία Σοφία σέ ἀντίθεση μέ τήν τραγική ἀρχιτεκτονική τῆς Δύσεως ἐκφράζει τήν ἥρεμη καί χαρμόσυνη πνευματικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας. «Εἶναι τραγική ἡ γοτθική ἀρχιτεκτονική, κατά τό ὅτι ἐναγωνίως ὁρμᾶ, βίαια μάλιστα, στά ὕψη μέ ἐπιθυμία “νά φτάσει” κάπου! Ἀλλά καί ἐκεῖ ἀκόμα, ὅπου μέ τόσον ἀγώνα καί ἀγονία, ἀριστοτεχνικά πάντως, φτάνει, “ἀνακαλύπτει” ξαφνικά ὅτι “δέν μπόρεσε νά κάνει τίποτα”, καί τελικά οὐδέν τῶν ἀναμενόμενων ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου ἔφτασε… Ὅπως ἀντίθετα φτάνει π.χ. ἡ Ἁγια-Σοφιά: Ἐκεῖ ψηλά, στή βάση τοῦ (αἰωρούμενου λές) τρούλου, ὅπου, ἥρεμα ἀνερχόμενη, “συναντᾶ”, σάν κατερχόμενο ἀπό τά ὕψη, αὐτό πού ἀναζητᾶ! Δηλ. τόν Θεό!»(Χάρης Φεραῖος) [14]

Ἡ Γοτθική ἀρχιτεκτονική ἀποτυπώνει τήν ἄγονη πνευματικά καί τραγική Δύση, ἡ Ἁγία Σοφία τήν ἔμπλεω Θεοῦ καί ἱλαρή Ὀρθοδοξία. Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ Λατινική πνευματικότητα τονίζει – μονομερῶς − καί βιώνει τήν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα τονίζει καί βιώνει τήν χαρά τῆς Ἀναστάσεως![15]

Γιά τήν ἀρχιτεκτονική τῆς Ἁγίας Σοφίας σέ σύγκριση μέ τήν Γοτθική ἀρχιτεκτονική ἔχει ἐπίσης γραφεῖ: «Καθαρότατα λοιπόν στήν Ἁγία Σοφία παρατηροῦμεν τήν ὅσον ἀνερχόμεθα πρός τά ἄνω ἐνισχυομένη ἐξαΰλωση συνηρτημένη καί μέ τήν ἀπο-τεκτονοποίηση καί τήν αὐξανομένη φωτοχυσία ἤ φωτοβλυσία. Ἡ Ἁγία Σοφία ὡς πρός τόν βαθμό ἐξαϋλώσεως καί τήν πλησμονή τῆς φωτοχυσίας ὑπερβαίνει τήν γοτθική ἀρχιτεκτονική, ἀλλά χάρις στήν ἀπό τήν ἑλληνική παράδοση προερχομένη ἁρμονία καί τήν ρωμαϊκή ἀντίληψη τοῦ ρευστοῦ ἐσωτερικοῦ χώρου δέν ἐξικνεῖται στίς ὑπερβολές ἐκείνης. Ἀλλ’ὅμως παρά τίς κοινές δομικές ἀρχές τίποτε δέν ἀπομακρύνεται περισσότερο ἀπό τούς γοτθικούς μορφικούς στόχους παρά οἱ γαλήνιες ἐν ταὐτῷ κυρτώσεις τῶν τρούλλων καί ἁψίδων τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Ὁ ἀπό αὐτούς περικλειόμενος χῶρος εἶναι τεράστιος, ἀλλά δέν καταθλίβει»[16]

Ἡ Ἁγία Σοφία ὅμως δέν εἶναι μόνο θρησκευτικό κέντρο μέ βαθύτατους θρησκευτικούς συμβολισμούς, ἀλλά καί πολιτικό κέντρο μέ βαθύτατους πολιτικούς συμβολισμούς. Ἡ πολιτική εἶναι σύμβολα καί συμβολισμοί εἶχε πεῖ ὁ Φρανσουά Μιτεράν. Ὁ Βυζαντινός − κατ’ἀκρίβειαν Ρωμαῖος − πολίτης ἔνιωθε ὑπερήφανος γιά τήν αὐτοκρατορία του, ἀφοῦ τήν ταύτιζε μέ τήν τάξη, τήν εἰρήνη καί τόν πολιτισμό. Ἔξω ἀπό τά ὅριά της ἐπικρατοῦσε τό χάος, ἡ ἀταξία καί ἡ βαρβαρότητα. Ἀκόμη τήν θεωροῦσε ὡς τήν Χριστιανική οἰκουμένη, τό θεοφρούρητο βασίλειο, τήν εἰκόνα τῆς Οὐράνιας Βασιλείας, τήν ἐνσάρκωση ἐντός τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας τῆς ὑπερβατικῆς, ὑπερκόσμιας Βασιλείας.Καρδιά καί ἁρμός συνοχῆς τῆς αὐτοκρατορίας ἦταν ἡ Ὀρθοδοξία. Κέντρο καί σύμβολο τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ Ἁγία Σοφία πού δέσποζε στήν θεοφρούρητη πόλη, τήν Βασιλεύουσα. Δέν ἦταν λοιπόν ἄνευ βαθείας συμβολικῆς σημασίας ὅτι ὅλα τά σημαντικά πολιτικά γεγονότα τῆς Αὐτοκρατορίας ἐλάμβαναν χώρα στήν Ἁγία Σοφία.Ὅπως συναφῶς ἔχει γραφεῖ «κάθε σπουδαῖο γεγονός πού σημάδευε τήν αὐτοκρατορία, τελοῦνταν μέ ἐκκλησιαστικό τρόπο στήν Ἁγία Σοφία. Ὄχι μόνο στέψεις αὐτοκρατόρων ἀλλά καί βαπτίσεις πορφυρογεννήτων, γάμοι καί κηδεῖες βασιλέων, χειροτονίες Πατριαρχῶν, ὑποδοχή ἀρχηγῶν Ὀρθοδόξων κρατῶν καί Ἐκκλησιῶν. Πατριαρχικές καί αὐτοκρατορικές γιορτές. Ὅλες οἱ μεγάλες τελετές τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους, εἶχαν ὡς χῶρο τέλεσής τους τήν Ἁγία Σοφία». [17]

Συνοψίζοντας λέγουμε ὅτι ἡ Ἁγία Σοφία εἶχε βαθύτατο θρησκευτικό καί πολιτικό συμβολισμό. Ἡ Ὀρθοδοξία ἦταν ἄρρηκτα συνυφασμένη μέ τήν αὐτοκρατορία: ἀποτελοῦσε τήν ἐπίσημη ἰδεολογία τῆς Ρωμανίας. Σύμβολο καί τῶν δύο, καί τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ Ἁγία Σοφία.

Ἐν καταλκεῖδι θά ἀναφερθοῦμε στά λόγια τοῦ π. Γεωργίου Β. Σχοινᾶ γιά τήν Ἁγία Σοφία: «Ἡ Ἁγία Σοφία ἀποτέλεσε ἀρχικά τό σύμβολο μιᾶς αὐτοκρατορίας, σύντομα ἔγινε σύμβολο τοῦ Χριστιανισμοῦ καί εἰδικότερα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τελικά γίνεται τό μέγιστο σύμβολο τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλυτρωτισμοῦ. Ἕνα μεγάλο κράτος, ἕνας μεγάλος πολιτισμός πάντα συμβόλιζε τήν ἐγκαθίδρυσή του μέ ἕνα ἀρχιτεκτόνημα. Ἄς θυμηθοῦμε τίς Πυραμίδες γιά τούς Αἰγυπτίους, τόν Παρθενώνα γιά τούς Ἀθηναίους, τό Μεγάλο Τζαμί τῆς Κόρδοβα γιά τούς Ὁμεϋάδες. Ἴσως ἕνα κτήριο νά εἶναι ἡ πιό ἄφθαρτη, στά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, μορφοποίηση τῆς ἐνδόμυχης τάσης του νά διαιωνίζει τό ἐγώ του ἤ τά κατορθώματά του. Ἡ Ἁγία Σοφία σίγουρα θά ἱκανοποιοῦσε αὐτήν τήν τάση τοῦ τότε αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ. Δέν ἔμεινε, ὅμως, μόνο σέ αὐτό. Τελικά, ἔγινε τό σῶμα στό ὁποῖο ἐνσαρκώθηκε τό πνεῦμα μιᾶς πιστης, ἑνός ἔθνους καί ἑνός πολιτισμοῦ».[18]

 

 

 

 

 

 

[1] Παναγ, Ἰ. Σπυρόπουλου, Ἡ Ἁγία Σοφία στήν ἱστορία καί στό θρύλο, Ἰνστιτοῦτο τοῦ βιβλίου-Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1988, σελ. 9

[2] Antifono.gr/η-αγιασοφιά-το-ανίκητο-μνημείο/

[3] Κωνσταντίνου Καβαρνοῦ, Ἑλλάς καί Ὀρθοδοξία, Β´ ἔκδοσις, Ἀθῆναι 1987, σελ. 107

[4] Παρατίθεται στό Εὐγενία Γαβρηιλίδου, Ἁγία Σοφία Τό αἰώνιο σύμβολο τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 28

[5] Εὐγενία Γαβρηιλίδου, Ἁγία Σοφία Τό αἰώνιο σύμβολο τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀθήνα χ.χ., σελ. 41

 

[6] Παρατίθεται στό Χαράλαμπου Π. Σταθάκη, Ἡ ἁγία τοῦ Θεοῦ Σοφία. Τό μυστικό φῶς τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί τό ἀρχιτεκτονικό του ἔνδυμα, Β´ ἔκδοση, Ἴνδικτος, Ἀθῆναι 1997, σελ. 7-8

[7] Εὐγενία Γαβρηιλίδου, ὅ.π., σελ. 81

[8] Εὐγενία Γαβρηιλίδου, ὅ.π., σελ. 19

[9] Χαράλαμπου Π. Σταθάκη ὅ.π., σελ. 20

[10] Χαράλαμπου Π. Σταθάκη ὅ.π., σελ. 93

[11] Πρεσβυτέρου Γεωργίου Βασιλ. Σχοινᾶ, «Ἡ Ἁγία Σοφία ἀπό ἀρχιτεκτονικῆς ἀπόψεως», στήν Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, ἀριθμός τεύχους 123, Λευκωσία Χειμώνας 2021, σσ.53-55

[12] antifono.gr/η-αγιά-σοφιά-εκφράζει-με-αρχιτεκτονι/

[13] Χαράλαμπου Π. Σταθάκη ὅ.π., σελ. 93-94

[14] Antifono.gr/αρχιτεκτονική-και-τραγικό-μνήμη-π-α/

[15] Βλ. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς, ἔκδοσις ὀγδόη, ἐκδόσεις Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 2002, σελ. 198 ἕως 2001

[16] Ἄγγελος Παπαϊωάννου, Ἡ Ἁγία Σοφία. Ἡ Ἁγία Σοφία μεταξύ Ρωμαϊκῆς καί Γοτθικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, Ἰνστιτοῦτο τοῦ βιλίου-Α. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 2001, σελ. 73-74

 

 

[17] Εὐγενία Γαβρηιλίδου, ὅ.π., σελ. 9

[18] Πρεσβυτέρου Γεωργίου Βασιλ. Σχοινᾶ, «Ἡ Ἁγία Σοφία στήν Κωνσταντινούπολη» στήν Ὀρθόδοξη Μαρτυρία, ἀρθμ. τεύχους 111, Λευκωσία Χειμώνας 2017, σσ. 49-50

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Το εσωτερικό της Αγίας Σοφίας”, 1891) είναι έργο του, ιταλο-αμερικανού, Τζων Σίνγκερ Σάρτζεντ.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here