Ἡ Ὡραιότητα

1
139

Ἡ ὡραιότητα, μακριά ἀπό τοῦ νά εἶναι μία ἰδιαίτερη ὄψη τῆς ὕπαρξης, ἀποτελεῖ τό χαρακτηριστικό τῆς πιό προηγμένης ποιοτικά κατάστασης τοῦ ὄντος. Μπορεῖ κανείς νά πῆ ὅτι ἡ ὡραιότητα εἶναι μία κατηγορία ὄχι μόνον αἰσθητική, ἀλλά καί μεταφυσική. Ἄν εἶναι κάτι πού ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται μ’ ἕναν ἀκέραιο τρόπο, αὐτό εἶναι ἡ ὡραιότητα. Μιλᾶμε γιά μίαν ὡραία ψυχή, γιά μίαν ὡραία ζωή, γιά μίαν ὡραία πράξη, κλπ. Λέγοντάς το, δέν ἐκφράζουμε μονάχα μίαν αἰσθητική κρίση, ἀλλά μία κρίση ἀκέραια. Ὅλα ὅσα εἶναι ἁρμονικά μέσα στή ζωή ὑπάγονται στήν ὡραιότητα. Ὑπάρχει ὡραιότητα σέ κάθε ἁρμονία, σέ κάθε ἀντιστοιχία τῶν πραγμάτων. Ἡ ὡραιότητα εἶναι ὁ τελικός σκοπός τοῦ ἄνθρωπου καί τοῦ κόσμου. Τό Καλό εἶναι ἕνα μέσο, ἕνας δρόμος, καί γεννήθηκε ἀπό ἀντίθεση στό Κακό (γνώση τοῦ Καλοῦ καί τοῦ Κακοῦ). Ἡ ὡραιότητα εἶναι ἐπέκεινα τῆς γνώσης τοῦ Καλοῦ καί τοῦ Κακοῦ. Ὅσο γιά τό Καλό, δέ βρίσκεται ἐπέκεινα τῆς γνώσης τοῦ Καλοῦ καί τοῦ Κακοῦ παρά ὅταν τό Κακό ἔχει κιόλας ξεχαστεῖ, καί τότε εἶναι πού βρίσκεται κανείς μπρός στήν ὡραιότητα.

Ἡ ἠθική διαστροφή, ἴδια τοῦ Κακοῦ, εἶναι ξένη πρός τήν ὡραιότητα. Ἡ ὡραιότητα τοῦ Κακοῦ εἶναι μία αὐταπάτη καί ἕνα ψέμα. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέ μπορεῖ νά συλληφθῆ παρά ὡς βασιλεία τῆς Ὡραιότητας. Ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου εἶναι μία ἐκδήλωση ὡραιότητας, καί κάθε ὡραιότητα πού ὑπάρχει μέσα στόν κόσμο εἶναι μία ἀνάμνηση τοῦ παραδείσου ἤ μία προφητεία πού ἀναγγέλλει τόν ἐρχομό ἑνός μεταμορφωμένου κόσμου. Κάθε πείρα μιᾶς ἁρμονικῆς κατάστασης εἶναι πείρα ὡραιότητας. Ἡ ὡραιότητα εἶναι τό ἀνώτερο ἰδεῶδες ἀπό ὅπου κάθε δυσαρμονία, κάθε διαστροφή, κάθε ποταπότητα ἀποκλείονται.

Ἔχει σημασία νά διακρίνη κανείς μέ σαφήνεια μεταξύ τῆς ὡραιότητας καί τῆς ὀμορφιᾶς. Τό ὄμορφο εἶναι μία ψεύτικη ὡραιότητα, μία ἀπατηλή ὡραιότητα, μία ὡραιότητα πού ἀνήκει στόν φαινομενικό κόσμο, ἐνῶ ἡ ἀληθινή ὡραιότητα περιέχει μίαν ἀρχή noumenal. Ἀλλά ἡ ὡραιότητα ἔχει τή δική της διαλεκτική, καί ὁ Ντοστογιέβσκι μιλάει γι’ αὐτή μ’ ἔξαρση. Πίστευε ὅτι ἡ ὡραιότητα θά σώση τόν κόσμο. Ἀλλά λέει: «Ἡ ὡραιότητα εἶναι ἕνα πράγμα ὄχι μόνο τρομερό, ἀλλά καί μυστηριῶδες. Εἶναι ὁ διάβολος πού παλεύει μέ τό Θεό, καί ἡ ἀνθρώπινη καρδιά εἶναι τό πεδίο τῆς μάχης». Πῶς νά ἑρμηνεύση κανείς αὐτά τά λόγια; Δέ θά μποροῦσε νά πῆ ὅτι ἡ ὡραιότητα σημειώνει μία διακοπή τοῦ ἀγώνα καί μία μύηση στόν θεῖο κόσμο ; Ἀλλά ἡ ὡραιότητα δημιουργεῖται καί ἀνθίζει μέσα σ’ ἕνα σκοτεινιασμένο κόσμο, πού βρίσκεται σ’ ἕναν ἀγώνα παθιασμένο. Καί μέσα στήν ἀνθρώπινη ψυχή μπορεῖ ὅμοια νά παρασυρθῆ ἡ ὡραιότητα σ’ ἕναν ἀγώνα μεταξύ ἀντιθέτων ἀρχῶν. Μία τραγωδία μπορεῖ νά ἐπιτρέπη τήν πιό μεγάλην ὡραιότητα, καί ὁ Ντοστογιέβσκι, αὐτός ὁ ἴδιος, εἶναι ἕνας τραγικός συγγραφέας. Μία ἁρμονική ζωή δέν μᾶς παρουσιάζει μία τραγωδία, ἀλλά μία σύγκρουση μεταξύ ἀντιθέτων ἄρχων. Κατά τή θεωρία τῆς ἀριστοτελικῆς κάθαρσης, ἀπό τήν τραγωδία γευόμαστε τήν πείρα τῆς ὡραιότητας. Ἡ τραγική ὡραιότητα εἶναι ἡ πιό βαθειά ἀπ’ ὅλες τίς μορφές ὡραιότητας, ἀκτινοβολεῖ μ’ ἕνα θεῖο φῶς.

Μία ὡραιότητα ἐξωτερικά ἁρμονική μπορεῖ νά εἶναι ψεύτικη, νά χρησιμεύη γιά προσωπίδα τοῦ ἄσχημου. Σάν κάθε ἀρχή χωρισμένη ἀπό τή πηγή τοῦ φωτός, ἡ ὡραιότητα μπορεῖ νά μεταμορφωθῆ στό ἀντίθετό της. Ἔτσι μπορεῖ κανείς νά πῆ ὅτι εἶναι ταυτόχρονα ἁρμονία καί ἀνάπαυση μετά ἕναν ὀδυνηρό ἀγώνα, καθώς μπορεῖ νά χρησιμεύση καί ὡς «πεδίο μάχης» στούς ἀγῶνες τοῦ Θεοῦ μέ τό διάβολο. Ὁ διάβολος θέλει νά χρησιμοποίηση τήν ὡραιότητα γιά τούς δικούς του σκοπούς. Ἡ ὡραιότητα, ἐκείνη τῆς φύσης καί ἐκείνη ἡ δημιουργημένη ἀπό τήν τέχνη, φέρνει μεγάλη χαρά στή ζωή μας.

Οἱ κρίσεις οἱ καθαρά αἰσθητικές δέν ἐπιτρέπουν αὐτό τό στοιχεῖο πόνου πού ὑπάρχει μέσα στίς ἠθικές κρίσεις. Καί εἶναι ἴσως γι’ αὐτό τό λόγο πού ὁ διάβολος θά ἤθελε νά χρησιμοποίηση τήν ὡραιότητα γιά τούς δικούς του σκοπούς. Ἡ ὡραιότητα μπορεῖ νά γίνη δαιμονική, ὄχι ἐξ αἰτίας τῆς φύσης της, ὄχι γι’ αὐτό πού εἶναι, ἀλλά ὡς μέσον ἀγώνα μεταξύ δυνάμεων ριζικά ἀντιθέτων. Ἡ ὡραιότητα μπορεῖ νά εἶναι ἀπατηλή, καθώς εἶναι ἐκείνη ὡρισμένων γυναικῶν, ὡρισμένων ἔργων τέχνης. Ἡ ἀρχή ἡ δαιμονική δέν εἶναι συμφυής οὔτε μέ τήν ὡραιότητα οὔτε μέ τή δημιουργία, ἀλλά μέ τίς διαθέσεις καί τόν ἐσωτερικό προσανατολισμό τοῦ ἀνθρώπου. Μιλοῦν πρόθυμα γιά τήν δαιμονική ἀρχή ὡρισμένων δημιουργιῶν τοῦ Leonardo Da Vinci, γιά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Βαπτιστή του, γιά τή Τζοκόντα του, παραδείγματος χάρη. Ἀλλά τό δαιμονικό, πού ἦταν ἴσως συμφυές μέ τόν Leonardo καταναλώθηκε μέσα στίς δημιουργίες του ὡς ἐνέργειες μεταμόρφωσης καί πραγματοποίησης.

Ὁ αἰσθητικός πού δέν ἀναγνωρίζει παρά τίς αἰσθητικές ἀξίες καί μ’ αὐτές ὑποκαθιστᾶ ὅλες τίς ἄλλες, τήν Ἀλήθεια καί τό Καλό, παραδείγματος χάρη, ἀποτελεῖ εὐνοϊκό ἔδαφος γιά τίς δαιμονικές παρεκκλίσεις. Ἀλλά οἱ μεγάλοι δημιουργοί δέν ὑπῆρξαν ποτέ αἰσθητικοί. Ὁ αἰσθητισμός δέν εἶναι μία κατάσταση δημιουργίας, ἀλλά μιὰ κατάσταση παθητικότητας. Ὁ αἰσθητικός ἀφήνεται νά ξεχειλιστῆ ἀπό τά πράγματα, ζεῖ μέσα σ’ ἕνα κόσμο ὄχι ἀρχέγονο, ἀλλά δευτερεύοντα. Δέ γυρεύει ποτέ τήν ἀλήθεια, δέν τήν ἀγαπᾶ, καθώς δέν ἀγαπᾶ κανείς μία δυσάρεστη ἀνάμνηση. Οἱ δαιμονικές αὐτές παρεκκλίσεις δέν ἔχουν κανένα βάθος. Εἶμαι πάντως διατεθειμένος νά πιστέψω ὅτι οἱ αἰσθητικοί δέν ἀγαποῦν οὔτε κἄν τήν ὡραιότητα, γιατί δέν αἰσθάνονται καμμιάν ἕλξη πρός τά θεία ὕψη.

Στρεβλώνοντας ὅλες τίς κρίσεις, ὁ αἰσθητισμός γέννησε μέσα στήν κοινωνική ζωή ἀποτελέσματα πολύ βλαβερά. Ἔχουμε τήν ἀπόδειξη αὐτοῦ στίς συλλήψεις τοῦ Nietzshe καί τοῦ Leontiev. Νά πολεμᾶ κανείς τήν ἀνάγκη μεγαλύτερης δικαιοσύνης μέσα στήν κοινωνική ζωή, μέ μόνο λόγο ὅτι ὑπῆρχε περισσότερη ὡραιότητα στά ἄδικα κοινωνικά πολιτεύματα τοῦ παρελθόντος, εἶναι μίαν ἀπαράδεκτη στάση. Ὁ ἱστορικός αἰσθητισμός καί ὁ ρομαντισμός τοῦ Leontiev δέν εἶναι παρά ψέμα καί πλαστότητα.

Ἡ διαισθητική ἀντίληψη τῆς ὡραιότητας τῆς φύσης, τοῦ ἄνθρωπου, ἑνός ἔργου τέχνης, εἶναι μία νίκη δημιουργική πάνω στό χάος, τήν ἀποσύνθεση, τήν ἀσχήμια. Ἡ ἀντίληψη τῆς ὡραιότητας, εἶναι ἡ διείσδυση κάτω ἀπό τόν ἄσχημο φλοιό πού σκεπάζει τόν κόσμο. Ἄν διερωτᾶται κανείς, ὅπως γίνεται στά βιβλία αἰσθητικῆς, ἄν ἡ ὡραιότητα εἶναι ὑποκειμενική ἤ ἀντικειμενική, δέν θέτει ὀρθά τό ἐρώτημα. Λέγοντας ὅτι ἡ ὡραιότητα δέν εἶναι ἀντικειμενική ἄλλα ὑποκειμενική, ἐννοοῦν πώς δέν εἶναι παρά μία ὑποκειμενική αὐταπάτη, πού ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ὑποκειμενική κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἐπίσης ἀνακριβές νά λέη κανείς ὅτι ἡ ὡραιότητα εἶναι ἀντικειμενική. Ἀλλά νά λέη κανείς ὅτι ἡ ὡραιότητα εἶναι ὑποκειμενική, εἶναι πάντως σά νά βεβαιώνη τήν πραγματικότητά της, γιατί ἡ πραγματικότητα, εἶναι μέσα στήν ὑποκειμενικότητα, μέσα στήν ἀρχέγονη ζωή τήν ἀκόμα γεμάτη ζέση καί ὄχι μέσα στήν ἀντικειμενικότητα ὅπου ἡ φλόγα τῆς ζωῆς ἔχει κιόλας κρυώσει.

Αὐτό μᾶς τοποθετεῖ ἀντίκρυ σ’ ἕνα ζήτημα πολύ περίπλοκο, τῶν σχέσεων μεταξύ τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας καί τῆς ἐξαντικειμενίκευσης ἤ ἀποξένωσης. Μπορεῖ κανείς ἄραγε νά πῆ ὅτι ἡ πραγματοποίηση κάθε δημιουργικῆς ἐνέργειας εἶναι μία ἐξαντικειμενίκευση; Ὅτι ἡ ὡραιότητα πού βγῆκε ἀπό τίς δημιουργικές δυνάμεις τῆς φύσης καί ἀπό κεῖνες τοῦ ἄνθρωπου, εἶναι ἀναγκαστικά μία ὡραιότητα «κλασσική», «ἀντικειμενική»;

Ἀπό τήν ἀπάντηση σ’ αὐτές τίς ἐρωτήσεις ἐξαρτᾶται ἡ ἔκβαση τῆς συζήτησης ἀνάμεσα στόν κλασσικισμό καί τόν ρομαντισμό. Ὁ κλασσικισμός εἶναι θεμελιωμένος πάνω στή δοκιμασία τῆς ἀντικειμενικῆς τελειότητας τῶν ἔργων πού δημιούργησε ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά τά προϊόντα τῆς φύσης μποροῦν ἐπίσης νά κατέχουν μία τελειότητα κλασσική, ὅπως κι ἡ φύση μπορεῖ νά εἶναι ἐπίσης ρομαντική. Ἀρκεῖ, γιά νά πειστῆ κανείς γι’ αὐτό, νά διάβαση τά μυθιστορήματα τοῦ Walter Scott. Ἡ κλασσική ἐξαντικειμενίκευση εἶναι ἡ πραγματοποιημένη τελειότητα μέσα στό πεπερασμένο, εἶναι σά μία νίκη πού κερδίζεται πάνω στό ὄμορφο ἄπειρο. Δέν εἶναι τυχαῖο πώς οἱ Ἕλληνες συνδύαζαν τήν τελειότητα μέ τό πεπερασμένο καί φοβόνταν τό ἄπειρο ὡς χαοτικό. Λοιπόν, ὁ ρομαντισμός – πού γιά νά πῆ κανείς τήν ἀλήθεια, δέν ἐκδηλώνεται παρά κατά τή χριστιανική περίοδο τῆς Ἱστορίας – δέν πιστεύει πώς εἶναι δυνατό ν’ ἀπόκτηση κανείς τήν τελειότητα μέσα στό πεπερασμένο, γιατί ὅλες αὐτές οἱ ἀνυψώσεις δέν ἔχουν παρά τό ἄπειρο ὡς σκοπό καί ὡς ἀντικείμενο. Τό κλασσικό εἶναι μία ἀρχή τόσο αἰώνια ὅπως καί τό ρομαντικό. Ἡ ἀνθρώπινη δημιουργία δέν μπορεῖ νά μήν ἀνυψώνεται πρός τήν τελειότητα τῆς μορφῆς, ὅπως δέ μπορεῖ ν’ ἀρκεστῆ σ’ αὐτό πού εἶναι πεπερασμένο, ἔγκλειστο μέσα σ’ αὐτό τό κόσμο. Τό noumenal, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς δημιουργίας, πρέπει πάντα νά ξεπερνᾶ τά ὅρια τοῦ φαινομενικοῦ, τό πεπερασμένο νά σπάη πάνω στό ἄπειρο.

Οἱ σχέσεις ἀνάμεσα στή μορφή καί στό ἄπειρο περιεχόμενο τῆς ζωῆς εἶναι παράδοξες καί ἀντιφατικές. Δέν ὑπάρχει ὡραιότητα χωρίς μορφή, τό ἄμορφο εἶναι ἄσχημο καί δέ μπορεῖ παρά νά εἶναι τερατῶδες. Ἡ δημιουργική δύναμη τῆς ζωῆς πρέπει νά λάβη μία μορφή. Ἀλλά ἡ μορφή μπορεῖ νά παγώση, νά ὀστεοποιηθῆ, νά σβήση τή δημιουργική φλόγα τῆς ζωῆς, καί νά πνίξη τήν ὁρμή πού γέννησε τό ἔργο.

Τότε εἶναι πού ἡ δημιουργική φλόγα πρέπει ν’ ἀναζωογονηθῆ γιά νά σπάσουν οἱ μορφές πού ἔγιναν ἄκαμπτες, γιά ν’ ἀνοιχτῆ ἡ εἴσοδος στό ἄπειρο περιεχόμενο. Αὐτός εἶναι ἕνας ἀγώνας αἰώνιος πού δέ μπορεῖ νά τερματιστῆ μέσα στά ὅρια αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ κόσμου. Ἡ ὡραιότητα εἶναι ἀχώριστη ἀπό τή μορφή, ἀλλά εἶναι ἐπίσης ἀχώριστη ἀπό τή δημιουργική δύναμη τῆς ζωῆς, τῆς τάσης πρός τό ἄπειρο. Γιά νά χρησιμοποιήσουμε τήν ὁρολογία τοῦ Νietzsche, θά ποῦμε ὅτι ὁ Ἀπόλλων καί ὁ Διόνυσος ἀντιπροσωπεύουν δύο αἰώνιες ἀρχές πού δέν πηγαίνουν ποτέ ἡ μία χωρίς τήν ἄλλη. Ἡ αἰώνια ἀρχή τῆς μορφῆς καί ἡ αἰώνια ἀρχή τῆς ἄπειρης δύναμης πρέπει νά συγχωνευτοῦν, νά γίνουν ἕνα. Ἄν εἶναι ἀλήθεια, καθώς λέει ὁ Viqtcheslov Ivanov, ὅτι ὁ Διόνυσος δέν διαθέτει δική του ὡραιότητα, εἶναι ἐπίσης ἀληθινό ὅτι χωρίς τό Διόνυσο κι ὁ Ἀπόλλων δέν θά εἶχε τή δική του. Οἱ ἴδιες δυνάμεις ἐκδηλώνουν τίς ἐνέργειές του μέσα στήν κοσμική ζωή. Ἀλλά ἡ ὡραιότητα ὡς οὐσία δέν εἶναι ποτέ μία ἐξαντικειμενίκευση πρός τήν ὁποία δέ θά μποροῦσε κανείς νά τηρῆ παρά μία παθητική στάση. Ἡ ὡραιότητα, ὅταν κανείς τή θεωρῆ, ἀπαιτεῖ ἀπό μέρος τοῦ ὑποκειμένου μία δραστηριότητα δημιουργική. Μακριά ἀπό τοῦ νά εἶναι ἐξαντικειμενίκευση, ἡ ὡραιότητα εἶναι μία μεταμόρφωση, καί μονάχα ἡ δημιουργική μεταμόρφωση δίνει λαβή σέ πραγματικότητες.

Ἡ ἀληθινά μεγάλη τέχνη δέ μπόρεσε ποτέ νά εἶναι μοναδικά κλασσική οὔτε μοναδικά ρομαντική, δέ μπόρεσε ποτέ νά λάβη μέρος στή πάλη διαφόρων τάσεων οὔτε νά ἑξαντικειμενικευθῆ ἀπόλυτα, γιατί ἔχει πάντα ὡς πηγή τήν αἰώνια ζωή. Ἐνῶ δίδει μορφές, ἡ μεγάλη τέχνη δέ χάθηκε ποτέ μέσα στή καθαρή καί ἁπλή τυπικότητα, γιατί στίς μορφές της ἀντιστοιχοῦσε πάντα ἕνα περιεχόμενο ἄπειρο, μία τάση πρός τό ἄπειρο. Ἔτσι ἔγινε μέ τόν Γκαῖτε, τόν Τολστόι, τόν Ντοστογιέβσκι, τόν Σοφοκλῆ, τόν Μπετόβεν, τόν Ρέμπραντ, τόν Μιχαήλ – Ἄγγελο κλπ. Ἡ ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου πρέπει ἐπίσης νά ἔχη μία μορφή, χωρίς τήν ὁποία δέν θά ἦταν ὡραῖο, ἀλλά αὐτὴ ἡ μορφή πρέπει ν’ ἀντανακλᾶ τήν τάση πρός τήν ἄπειρη ζωή, ἀλλιῶς ἡ ὡραιότητα θά ἦταν μία ὡραιότητα πεθαμένη. Ὅμοια, ἡ ὡραιότητα τῆς φύσης πρέπει ν’ ἀντανακλᾶ τή ζωή, ἀντί νά εἶναι μία μορφή καθαρή καί ἁπλή. Ὁ Μπενεντέτο Κρότσε ἔχει δίκαιο νά λέη ὅτι ἡ τέχνη εἶναι δεμένη μέ τήν ἔκφραση. Ὄχι μονάχα ὑπάρχει μέσα στή τέχνη ἕνας προσανατολισμός πού ὀνομάζουν ἐκφραστικό, ἀλλά κάθε τέχνη καί κάθε ὡραιότητα πρέπει νά εἶναι ἐκφραστικές. Ἡ τέχνη ἐκφράζει τήν ἄπειρη ζωή ὑπό μία μορφή ἄπειρη.

Ὑπῆρξε μέσα στήν τέχνη ἕνα ρεῦμα συμβολιστικό. Ἀνήκει κιόλας στό παρελθόν. Ἀλλά ἡ τέχνη περικλείει ἕναν αἰώνιο συμβολισμό. Αὐτή ἡ τέχνη πού θά ἦταν γέννημα ἑνός αὐθεντικοῦ ρεαλισμοῦ, θά ἦταν ἱκανή νά μεταμόρφωση τή ζωή τοῦ ἄνθρωπου καί τοῦ κόσμου. Ἀλλά ἡ τέχνη δέ δίνει παρά νυγμούς πού κάνουν νά προαισθάνεται κανείς αὐτή τή μεταμόρφωση. Ἡ ἔννοια τῆς τέχνης συνίσταται ἀκριβῶς στό νά δίνη μίαν ἀναπαράσταση προκαταβολική τῆς μεταμόρφωσης τοῦ κόσμου.

Ἡ τέχνη εἶναι γεμάτη ἀπό σύμβολα ἑνός ἄλλου κόσμου. Κάθε ὡραιότητα πού πραγματοποιεῖται εἶναι μία ἀρχή μεταμόρφωσης τοῦ κόσμου. Ἄλλ ‘ αὐτή ἡ μεταμόρφωση δέ πραγματώνεται μέσα στά ἴδια τά ὅρια τῆς τέχνης. Ἡ τέχνη μπορεῖ νά ξεπεράση τά ὅρια πού τῆς ἐπιβάλλονται. Ἔτσι, ἡ ρωσική λογοτεχνία τοῦ ΧΙΧου αἰώνα ἔχει, μέσα στά πιό ὑψηλά της ἐπιτεύγματα, ξεπεράσει τά ὅρια τῆς τέχνης, γιά νά περάση ἀπό τή δημιουργία τέλειων ἔργων στή δημιουργία μιᾶς τέλειας ζωῆς.

Ὁ R. Wagner ἤθελε, μέ τή συνθετικήν ἕνωση τῆς μουσικῆς καί τῆς ποίησης, νά μεταμόρφωση ὁλόκληρη τή ζωή. Οἱ συμβολιστές ἤθελαν, ξεπερνώντας τά ὅρια τῆς τέχνης, νά φτάσουν αὐτό πού εἶναι ἀνώτερο ἀπό τή τέχνη, ἀλλά δέν τό πέτυχαν πάντοτε. Ἐξ ἄλλου, τό συμβολικό αἴσθημα τῆς ζωῆς θά μποροῦσε νά ὑποκινήση σέ ὑπερβολική μεγαλοποίηση γεγονότων ἐντελῶς ἀσήμαντων τῆς προσωπικῆς ζωῆς κάθε συγγραφέα, ὅπως ὑπῆρξε, παραδείγματος χάριν, ἡ περίπτωση ρώσων ποιητῶν, σάν τόν Βlock, τόν Βieley, κλπ. καί νά ὁδηγήσει σέ μία ψεύτικη ἔξαρση καί στήν ἀπώλεια τοῦ αἰσθήματος τοῦ πραγματικοῦ. Ἀλλά ὑπῆρχε ἐπίσης μέσα στό συμβολισμό ἕνα σπουδαῖο καί σημαντικό στοιχεῖο. Ἀνικανοποίητος ἀπό τόν πεπερασμένο χαρακτήρα τῆς κλασσικῆς τέχνης καί ἀπό τήν τάση νά τῆς ὁρίζουνε ὅρια στό χῶρο τῆς κουλτούρας καί νά τή θεωροῦν ὡς ἰδιαίτερη σφαίρα της, ὁ ρομαντισμός πολλές φορές ἀποδείχτηκε ἀνίκανος νά φτάση αὐτό πού γύρευε.

Ὑπάρχει ὅμως μία τέχνη πού ἀσκεῖ τήν πιό βαθιά ἐπίδραση πάνω στήν ἀνθρώπινη ψυχή καί εἶναι, ἀπό τή φύση της, μᾶλλον ρομαντική παρά κλασσική: εἶναι ἡ μουσική. Ἡ μουσική εἶναι μία δυναμική τέχνη, μία τέχνη σέ κίνηση, μία τέχνη πού ξετυλίγεται μέσα στό χρόνο καί ὄχι μέσα στό χῶρο, τέχνη πού δέν ἔχει τήν τελειωμένη μορφή τῶν πλαστικῶν τεχνῶν καί πού ἐνεργεῖ κυρίως πάνω στό συγκινησιακό μέρος τοῦ ἀνθρώπου, βάζοντας σέ κίνηση τήν ψυχή του. Εἶναι ἀλήθεια πώς διακρίνουν κλασσική μουσική καί μουσική ρομαντική, ἀλλά πρόκειται γιά μίαν ἐντελῶς συμβατική διάκριση. Ἡ μουσική, ἡ πιό κλασσική, εἶναι ἐκείνη τοῦ Μπάχ πού γυρεύει νά ἐκφράση τήν ἁρμονία τῶν οὐράνιων σφαιρῶν μᾶλλον, παρά τήν τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἡ μουσική τοῦ Μπετόβεν. Ἄλλ ‘ ἀκόμα καί ἡ μουσική τοῦ Μπάχ μᾶς μεταφέρει ἀπ’ αὐτό τόν κόσμο σ’ ἕναν ἄλλο καί δέν πραγματοποιεῖ μέσα σ’ αὐτό τόν κόσμο τήν τελειότητα τῆς μορφῆς πού χαρακτηρίζει τίς πλαστικές τέχνες. Δέν εἶναι τυχαῖο πώς ἡ ἀνάπτυξη τῆς μουσικῆς συμπίπτει μέ τήν χριστιανική περίοδο τῆς Ἱστορίας, μέ τήν χριστιανική ἔξαρση πρός τό ἐπέκεινα, πρός τό ὑπερβατικό.

Ἡ πιό χαρακτηριστική τέχνη τῆς Ἑλλάδας εἶναι ἡ γλυπτική. Ὅσο γιά τή λογοτεχνία, ἡ πιό περίπλοκη μορφή της καί ἡ λιγότερο καθαρή ἀντιπροσωπεύεται ἀπό τό μυθιστόρημα, πολύ χαρακτηριστικό εἶδος τῆς ψυχικῆς κατάστασης τῶν ἀνθρώπων τοῦ ΧΙΧου αἰώνα. Αὐτή ἡ μορφή ἀντιστοιχεῖ λιγότερο πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ὡραιότητας παρά τῆς ἀλήθειας. Ὑπῆρξε ἀσφαλῶς μία κατάκτηση, πού εἶχε ὅμως ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀπώλεια τοῦ ἰδεώδους τῆς ὡραιότητας, ἀφοῦ ἡ τέχνη ἄρχιζε ν’ ἀποσπᾶται σιγά – σιγά ἀπ’ αὐτό τό ἰδεῶδες. Οἱ ἐργασίες αἰσθητικῆς ἔπαυσαν νά διατηροῦν τό δεσμό ἀνάμεσα στή δεκτικότητα καί τήν αἰσθητική συγκίνηση καί στήν ὡραιότητα. Προέκυψε μία βαθειά κρίση τῆς τέχνης, πού ἐκδηλώνεται μέσα σέ διάφορα ρεύματα ὅπως ὁ φουτουρισμός, ὁ κυβισμός, ὁ σουρεαλισμός, κλπ. Ἡ ποίηση, ἡ τέχνη, παύουν νά εἶναι ἀναμνήσεις τοῦ παραδείσου• μιλοῦν μᾶλλον γιά τήν κόλαση. Ἡ ἀληθινή κόλαση εἶναι ἕνα ἀπό τά θέματα τῆς νεώτερης λογοτεχνίας (Κάφκα καί ἄλλοι). Κιόλας, πρίν ἀπό τήν ἐποχή μας, ἡ τέχνη χρησιμοποιοῦσε γιά τίς παραστάσεις της τερατουργήματα (Γκόγια, Γκόγκολ), ἀλλά τό τερατῶδες μέσα στή τέχνη ἦταν τότε ὁ δρόμος πού ὁδηγοῦσε πρός τή μεταμόρφωση, ἐνῶ στίς μέρες μας συμβαίνει ἡ μεταμόρφωση νά εἶναι αὐτό πού λιγότερο ἐνδιαφέρει. Ὅσο γιά τίς προσπάθειες ἐπιστροφῆς στόν κλασσικισμό, ἀποδείχτηκαν ἀνίκανες καί ἀντιδραστικές. Ἡ κρίση τῆς τέχνης εἶναι κρίση τοῦ ἀνθρώπου καί ἀντανακλᾶ τήν κατάσταση τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος διέρχεται μία φάση ρευστοποίησης, χάνει τίς μορφές του, δέν περιέχει πιά στερεά σώματα. Μέσα στίς θεωρίες καί τίς ἀνακαλύψεις τῆς νεώτερης φυσικῆς, ὁ κόσμος ἐμφανίζεται ὑπό μορφές πού δέν ἔχουν καμμιά στερεότητα. Τό ἴδιο συμβαίνει μέ τίς μορφές τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ὅπως τήν ἐκφράζουν ἡ ψυχανάλυση καί οἱ θεωρίες τῆς φιλοσοφίας τῆς ἀπελπισίας, τοῦ φόβου καί τοῦ κλονισμοῦ. Τό ἴδιο ἀκόμα συμβαίνει μέ τίς μορφές τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἐξ αἰτίας τῆς ἀποσύνθεσης τοῦ παλαιοῦ κόσμου. Ἡ τέχνη καί ἡ λογοτεχνία δοκιμάζουν δυσκολίες ὅλο καί πιό μεγάλες παλεύοντας νά δώσουν στόν ἑαυτό τους μία στέρεα μορφή.

Ἀλλοίμονο! Ἀλλοίμονο! Τόν κατάστρεψες Τόν αἰώνιο κόσμο – Μέ θεόρατο γρόνθο – Γκρεμίζεται, σωριάζεται. (Φάουστ)

Ἡ κρίση τῆς τέχνης, καθώς ἐκείνη ὅλου τοῦ πολιτισμοῦ, μᾶς τοποθετεῖ μπρός στό ἐσχατολογικό θέμα. Τό ἄμεσο αἴσθημα τῆς ὡραιότητας τοῦ κόσμου εἶναι ἐξασθενημένο, κλονισμένο, γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι δέν ὑπάρχει κόσμος. Καταστράφηκε ἀπό τίς φυσικές ἐπιστῆμες, καί τό αἴσθημα τῆς ὡραιότητάς του καταστράφηκε ἀπό τήν ἐξουσία τῆς τεχνικῆς πάνω στήν ἀνθρώπινη ψυχή. Ἡ μηχανή ἦλθε νά παρεμβληθῆ ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί στή φύση. Ἡ εἴσοδος σέ μίαν ἐποχή κυρίως τεχνική ἔχει σημασία μεταφυσική. Καί ἡ στάση τοῦ ἀνθρώπου μπρός στήν τέχνη παρουσιάζεται βασικά διαφοροποιημένη. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ ἄνθρωπος χάνει τίς τελευταῖες ἀναμνήσεις πού τοῦ μένουν ἀπό τόν παράδεισο. Μπαίνει μέσα σέ μία νύχτα ὅπου, ἀντί γιά μορφές, βλέπει τή λάμψη τῶν ἄστρων. Κι ἔχει κανείς ἐδῶ τήν ἐντύπωση ὅτι πλησιάζει πρός τό τέλος. Ἀντί γιά ὅλες αὐτές τίς μορφές πού ἀποσυντίθενται, ἡ θρησκευτική λατρεία παρουσιάζει τήν πιό μεγάλη σταθερότητα καί συνεχίζει νά ἐνεργή τόσο βαθιά ὅσο καί στό παρελθόν πάνω στή συγκινησιακή ζωή τοῦ ἄνθρωπου. Τίποτε τό πιό φυσικό, ἄλλωστε, δεδομένου ὅτι περικλείνει καί διατηρεῖ καλλίτερα τόν δεσμό πού συνδέει τό ἀνθρώπινο μέ τό θεῖο. Ἀλλά θά ὑποστῆ, κι’ αὐτή, ἐπίσης, μία διαδικασία ἀποστέωσης, ἄν οἱ μορφές πού ἐκφράζουν τή δημιουργική διαδικασία δέν ἀνανεωθοῦν.

Ἔκαμα πρίν τριάντα χρόνια, μία διάλεξη πάνω στήν «Ἐρείπωση τῆς ὡραιότητας », ὅπου ἀνέπτυξα τήν ἀπαισιόδοξη θέση τῆς ἐλάττωσης τῆς ὡραιότητας μέσα στό κόσμο. Ἡ ὡραιότητα ἐξαφανίζεται καί μέσα ἀπό τήν κοινωνική ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού γίνεται ὅλο καί λιγότερο ὡραία, γιατί τῆς λείπει ὁ ρυθμός, ὅπως καί μέσα ἀπό τήν τέχνη πού ἀρνεῖται ὅλο καί περισσότερο τήν ὡραιότητα. Ἡ τέχνη θέλει νά παρουσίαση τόν ἄνθρωπο μέσα στήν ἀλήθειά του, καί αὐτὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρή καί δέν ἔχει ὡραιότητα. Σ’ αὐτό βρίσκεται ἡ μεγάλη ἀξία τῆς λογοτεχνίας καί τῆς τέχνης πού ἐνεργώντας ἔτσι, μᾶς βοηθοῦν νά γνωρίσουμε καλλίτερα τή ζωή. Γιά νά χαροῦν τήν πλαστική ὡραιότητα, οἱ ἄνθρωποι ἀπευθύνονται σ’ ἐξαφανισμένες ἐποχές. Αὐτός ὁ αἰώνας τῆς τεχνικῆς, τῶν μαζῶν, τοῦ συντριπτικοῦ ποσοτισμοῦ, τῆς ἐπιτάχυνσης τοῦ χρόνου, δέν ἀφήνει θέση στήν ὡραιότητα. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ θρίαμβος τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης κάνει τή ζωή λιγότερο ὡραία παρά στίς ἐποχές τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας. Αὐτό εἶναι πού ἔκανε ξεχωριστή ἐντύπωση στόν Κ. Λεόντιεφ. Ὁ Νίτσε ἦταν ἕνας ἀκέραιος ἐπαναστάτης ἐναντίον τῆς ἀσχήμιας τοῦ δημοκρατικοῦ αἰώνα. Ἔτσι, ὅλες οἱ προτιμήσεις του πήγαιναν στήν Ἀναγέννηση, ἐποχή ἀνήθικη, ἄλλα δημιουργική ὡραιότητας.

Ὑπάρχει σύγκρουση ἀνάμεσα στό Ὡραῖο καί στό Καλό, κι αὐτή ἡ σύγκρουση δέν εἶναι τόσο εὔκολο νά λυθῆ, ὅσο νομίζουν οἱ αἰσθητικοί καί οἱ ἠθικολόγοι. Ἡ ἕνωση τοῦ ὡραίου καί τοῦ ἀληθινοῦ προϋποθέτουν ἕνα μετασχηματισμό, μία πλήρη μεταμόρφωση τῆς ζωῆς. Λοιπόν, τό ὡραῖο, χωρισμένο ἀπό τό ἀληθινό καί τό καλό, δέν ἀργεῖ νά πέση σέ ἀποσύνθεση, γιά νά ἐκφυλιστεῖ τελικά σέ ἀσχήμια. Δέ βρίσκει κανείς μέσα στήν Ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ, μία προοδευτικήν αὔξηση τῆς ὡραιότητας, ἀλλά μίαν ἐκλέπτυνση τῆς συνείδησης καί τῆς εὐαισθησίας τῶν αἰσθητικῶν.

Πάνω στό σημεῖο αὐτό, ἡ αἰσθητικὴ ἀπαισιοδοξία, πρέπει νά τό ἀναγνωρίσει κανείς, ἔχει δίκιο. Ἡ αἰσθητική εἶναι ἴδια, λιγότερο στίς δημιουργικές ἐποχές ἀπ’ ὅσο στίς ἐποχές ὅπου λείπει ἡ ὡραιότητα, στίς ἐποχές πού ὑπῆρξαν οἱ πιό δημιουργικά μεγάλες ἐποχές τῆς ὡραιότητας. Ἡ ἐκλέπτυνση καί ἡ δεκτικότητα τῆς αἰσθητικῆς συνείδησης δέν παρουσίασαν κορυφώσεις. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι πολύ προδιατεθειμένοι στίς αἰσθητικές αὐταπάτες. Μένουμε ἐκστατικοί μπρός στήν ὡραιότητα ἱστορικῶν ἐρειπίων, ἀλλά ξεχνᾶμε ὅτι αὐτά τά ἐρείπια πού θαυμάζουμε τόσο, δέν ὑπῆρχαν στό παρελθόν, ὅτι χρονολογοῦνται στίς μέρες μας. Στό παρελθόν, αὐτός ὁ ἐρειπωμένος ναός ἦταν ἕνας καινούργιος ναός, πρόσφατα κτισμένος, καί ὄχι ἕνας ἀρχαῖος ναός. Τό ἴδιο συμβαίνει μέ ὅλα τ’ ἄλλα. Μέσα στό παρελθόν, τό παρελθόν πού ἑλκύει τόν αἰσθητικό δέν ὑπῆρχε, ἦταν παρόν. Ἐμπρός στήν ἀσχήμια τοῦ παρόντος, βρίσκουμε μία παρηγοριά στό γεγονός ὅτι τό παρελθόν ἔγινε ἀρχαῖο. Ἡ μνήμη μακριά ἀπό τοῦ νά εἶναι μία παθητική δύναμη, εἶναι μία δύναμη δημιουργική, μεταμόρφωσης. Εἴμαστε κάθε στιγμή ἀναγκασμένοι νά διαπιστώνουμε τόν παράδοξο χαρακτήρα τοῦ χρόνου.

Οἱ νέοι ἐκπρόσωποι τῆς σκέψης καί τῆς λογοτεχνίας τῆς σημερινῆς Γαλλίας κατέληξαν στήν φιλοσοφία τῆς ἀπελπισίας, καί ἡ τελευταία τους λέξη γιά ν’ ἀπαντοῦν εἶναι τό μηδέν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο δόλιος ὥστε εἶναι ἱκανός νά βρῆ παρηγοριά ὡς καί μέσα στήν ἀπελπισία. Αὐτά τά ρεύματα ὀφείλονται κυρίως στήν ἐπίδραση τοῦ Νίτσε καί τοῦ Χάιντεγκερ, ἐν μέρει τοῦ Κίρκεγκααρντ καί τοῦ Σέστωβ, παρ ‘ ὅλο πού οἱ ἰδέες αὐτῶν τῶν δύο τελευταίων παρουσιάζουν ἕνα προσανατολισμό θρησκευτικό. Ἄς ἀναφέρουμε, ἀνάμεσα στούς ἐκπροσώπους τῶν σύγχρονων ρευμάτων, τόν Σάρτρ, τόν Μπατάϊγ, τόν Καμύ κ.λ.π. Ἀηδιασμένοι ἀπό τήν ἀσχήμια τοῦ ὄντος, γυρεύουν μία διέξοδο μέσα στή δημιουργική δραστηριότητα. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος εἶναι γι’ αὐτούς ἕνα πράγμα ἀνύπαρκτο, μία μηδαμινότητα, μία χούφτα λάσπης. Πῶς θά μποροῦσε λοιπόν νά ἐκδήλωση τήν ἀναγκαία δραστηριότητα ; Τό καλό εἶναι ἀπό μόνο του ἀνίσχυρο καί ἀνίκανο νά σώση. Ἀλλά ἐπίσης ἐντελῶς ἀνίσχυρη καί ἀνίκανη νά σώση εἶναι καί ἡ καλλιτεχνική δημιουργία. Ἐξ αἰτίας τῆς ρήξης ἀνάμεσα στό θεῖο καί στό ἀνθρώπινο ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται ὁδηγημένος στό χεῖλος τῆς ἀβύσσου, μιᾶς ἀβύσσου μηδενισμοῦ καί ἀπελπισίας. Ἡ ὡραιότητα φθίνει γιατί ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται παραδομένος σ’ αὐτόν τόν ἴδιο, δέ γυρεύει παρά νά βεβαιωθῆ καί διατείνεται ὅτι ἐπαρκεῖ στόν ἑαυτό του. Πρόκειται γιά μία διαλεκτική ἀναίρεση αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, καί ὄχι μόνο τῆς σκέψης. Τό θέμα τῆς ὡραιότητας μᾶς ὁδηγεῖ σ’ ἐκεῖνο τοῦ τέλους, στήν ἐσχατολογία. Ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τό δρόμο τοῦ σταυροῦ μέχρι τέλους.

1 σχόλιο

  1. Όταν από την Τέχνη απουσιάζει η Ωραιότητα και η ασχήμια θριαμβεύει (εντονότατο φαινόμενο της Μετανεωτερικότητας, πρωτίστως, στη Μουσική και τον κινηματογράφο),
    η ανθρωπότητα πρέπει να αρχίσει ν’ ανησυχεί.
    Μακάρι η ανησυχία αυτή να καταστεί γόνιμη, ίσως κάποια στιγμή και μεταμορφωτική, όταν οι υπαρξιακές διαδρομές, βέβαια, το επιτρέψουν!…

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here