Ψυχοσάββατο: Το πανηγύρι των ψυχών

2
112

Βασιλική Νευροκοπλή

Kι εκεί που περπατείς βλέπεις μπροστά σου την ψυχή σου κρεμασμένη από τσιγκέλι σαν αυτά που κρεμάνε τα κατσίκια και τ’ αρνιά στα χασάπικα.

Εσύ περπατείς κι η ψυχή σου σπαρταρά εμπρός στα μάτια σου, που δεν τους απόμεινε ούτε ένα δάκρυ για τη φρεσκοσφαγμένη. Μπροστά πηγαίνει το τσιγκέλι κι εσύ από πίσω ακολουθείς. Ξάφνου γελάς με τα καμώματά σου τα γελοία.

Μα καλά δεν ντρέπεσαι καθόλου, λες από μέσα σου. Γίνεται η ψυχή του ανθρώπου να καταντήσει έτσι; Τι ονειρεύεσαι τώρα; Για σύνελθε άνθρωπε αλαφροϊσκιωτε και αλαζόνα.

– Κι αν όλες οι ψυχές είναι έτσι, αντιλέγει μια φωνή ψιθυριστά. Αν όλες περασμένες στα τσιγκέλια ενός ουράνιου χασάπικου περιμένουν σπαρταρώντας; 

– Τι να περιμένουν δηλαδή;

Δεν απαντά η φωνή. Μόκο. Τσιμουδιά. Τάφος.

Και δεν περνούν ώρες πολλές και ξημερώνει Ψυχοσάββατο. Είτε η ψυχή σου είναι έξω από σένα κρεμασμένη στο τσιγκέλι είτε μέσα σου αλυσοδεμένη, σηκώνεσαι και καβουρντίζεις τα σπασμένα αμύγδαλα, τα φουντούκια, τα καρύδια και τα σουσάμια, καβουρντίζεις λίγο και τη φρυγανιά.

Παίρνεις μισό μοσχοκάρυδο και το κάνεις σκόνη στο μπλέντερ.

Μοσχοβολά καβουρντισμένη ψυχή καρπών ο τόπος.

Τα ανακατώνεις όλα με το στάρι που ‘χες βρασμένο από βραδύς, βάζεις και την άχνη και τέλος στρώνεις πάνω της κι ένα σταυρό από μισά καρύδια.

Παίρνεις αγκαλιά το πιάτο. Η ψυχή του είναι ακόμα ζεστή. Ανασαίνει.

Φτάνεις στην εκκλησιά κι είναι νωρίς ακόμα.

Στο αριστερό κλίτος, εκεί μπροστά στο τέμπλο που έχει έναν Χριστό και μια Παναγιά παλιότερους απ’ αυτούς που στέκονται στην Ωραία Πύλη, πάνω σ’ ένα τραπέζι πλήθος πιάτα τα κόλλυβα. Ακουμπάς και το δικό σου με προσοχή, βάζεις και στο καλάθι που συνήθως έχει αντίδωρα, αλλά τώρα χαρτάκια, το δικό σου με τα ονόματα.

Α4 μέγεθος, ξεχωρίζει, λαός οι νεκροί σου και το Α4 το αγαπημένο μέγεθος των χαρτιών σου. Κάτω κάτω έχεις βάλει κι ένα βέλος. Μη θαρρεί ο παπάς πως τέλειωσε εκεί η διπλή στοίχιση. Έχει κι από πίσω κόσμο.

Αναρωτιέσαι αν οι ψυχές ξεπηδούν απ’ τα σιτάρια ή φτερουγίζουν πεινασμένες από πάνω τους.

Ασυνήθιστη ακινησία έχουν σήμερα οι πιστοί. Δε σαλεύουν.

Θαρρείς πως δε θέλουν να ταράξουν τους νεκρούς τους.

Σα να μην τους μιλούν παρά μονάχα τους ακούν.

Ναι, τους ακούν. Ίσως και να τους βλέπουν.

Δυο ιερείς διαβάζουν ταυτόχρονα τα ονόματα που είναι πολλά. Τα ονόματα του ενός μπερδεύονται με τα ονόματα του άλλου. Στο στόμα των ιερέων και στ’ αφτιά των πιστών. Κανένα μπέρδεμα στον ουρανό. Ούτε λόγος να γίνεται.

Το Α4 όμως μένει τελευταίο μαζί με τον αναγνώστη ιερέα του. Ακούγονται ένα ένα τα ονόματα με τη σπασμένη προφορά του ξένου ιερέα. Δεν έκανες καλά γράμματα. Τον ταλαιπώρησες τον άνθρωπο. Σε δυο τρία ονόματα προσπαθεί συλλαβιστά. Προσπαθεί τόσο έντιμα και ειλικρινά που συγκινείσαι. Και μετά τον ακούς να προσπαθεί πολύ ξανά και ξανά πάνω στο όνομα του παιδιού. Σαν να μην πιστεύει αυτό που διαβάζει. Νομίζει πως κάνει λάθος, αλλά δεν κάνει. Γιατί πάλι προσπαθεί; Θα του κάνει παιχνίδια το μικρό. Να δεις που θα του κρύβει με το μικρό του δαχτυλάκι κανένα γράμμα κι ενώ ο καημένος ιδρώνει, αυτό ξεκαρδίζεται στα γέλια. Εντάξει μικρέ, σε καταλάβαμε. Έκανες πάλι αισθητή την παρουσία σου. Μη θαρρούμε δηλαδή πως επειδή έφυγες νωρίς μας ξέχασες κιόλας. Ούτε που να μας περάσει απ’ το μυαλό. Παρόλα αυτά, σ’ ευχαριστώ…

Τελειώνει η λειτουργία και παίρνεις το λεωφορείο για το σπίτι. Πρώτη φορά σκέφτεσαι να μοιράσεις κόλλυβα στα μαγαζιά, σ’ ανθρώπους που έχεις μαζί τους μια καλημέρα. Πας στο βίντεο – κλαμπ, και ρωτάς: θέλετε κόλλυβα, σας αρέσουν; Όχι. Κάθετη, μουτρωμένη απάντηση. Καλά, εντάξει, λες και βγαίνεις χαμογελώντας, αν και θα ήθελες πολύ να πεις: γιατί ρε παιδιά, πού μεγαλώσατε εσείς, στη Ν.Υόρκη; Ή να πεις, αύριο μεθαύριο δε θα σας κάνουν κι εσάς κι εμένα κόλλυβα λίγο να ξελευτερωθούμε; Ποτέ σας, λες εν τέλει μέσα σου και τελειώνει ο εσωτερικός μονόλογος.

Προχωράς προς το κρεοπωλείο, -δεν πτοήσαι. Ο χασάπης με τα δυο χασαπάκια του έχουν ήδη ένα τραπέζι γεμάτο από πλαστικά ποτήρια και πιάτα με κόλλυβα, παίρνουν ενθουσιασμένοι και τα δικά σου: συγχωρεμένοι να είναι όλοι, λένε μεγαλόψυχα.

Το βλέμμα σου καρφώνεται στα τσιγκέλια.

Λαγοί και κατσίκια κρέμονται ανάποδα.

Η ψυχή σου δε βρίσκεται ανάμεσά τους.

Είναι μέσα στο στέρνο σου και τραγουδά. Χορεύει κιόλας.

Μέσα στο καταχείμωνο με γυμνά πόδια χορεύει στριφογυρίζοντας και τα μεταξωτά μακριά μαλλιά της σκορπίζουν ήλιους κι αστέρια μέσα σ’ ένα ατέλειωτο φως.

Άγγελοι βαράνε νταούλια και τύμπανα, φυσάνε τρομπέτες και παίζουν λαγούτα.

Στο καταπράσινο λιβάδι καταφτάνουν απ’ όλες τις μεριές του ορίζοντα λευκοντυμένες ψυχούλες πανέμορφες που αρπάζουν τη δική σου απ’ το χέρι.

Κι όλο καταφτάνουν, κι όλο χορεύουν, κι όλο γελούν, ενώ οι άγγελοι ακόμη παίζουν….

Τι ζητά μωρέ μια ψυχή που πέταξε για να χαρεί;

Μια χούφτα στάρι.

Και μια ψυχή που βολοδέρνει μέσα σ’ αυτόν τον ψεύτη κόσμο τι μπορεί να κάνει;

Μια χούφτα στάρι προσφορά σ’ αυτούς που έφυγαν.

Για το κοινό τραπέζι. Το κοινό μας γλέντι.

Τον κοινό χορό, ενώ οι άγγελοι ακόμη παίζουν…

πηγή: Αντίφωνο

2 Σχόλια

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here