Τα πάθη του Δον Κιχώτη ή Μπόρχες και μεταμοντερνισμός

0
463

Ο μεταμοντερνισμός, ένα πνευματικό κίνημα που προδιαγράφει την εμφάνιση της μετανεωτερικότητας (των κοινωνικών δηλαδή και πολιτικών, καθώς και οικονομικών εξελίξεων, από την δεκαετία του ’60 και μετά), διακρίνεται, ως γνωστόν, από τα εξής χαρακτηριστικά: έλλειψη αρχών και σταθερών σημείων αναφοράς, ακραίος σχετικισμός στις αξίες και στην επιστημονική μέθοδο, άρνηση επίσης της αλήθειας και της αντικειμενικότητας. Είναι ένα ρεύμα που ακμάζει ακόμη στα δυτικά, πρωτίστως αμερικανικά, πανεπιστήμια, όπου διδάσκονται ακόμη κατά κόρον ο Derrida, o Foucault, o Lyotard κλπ –και όλα αυτά, αν το συγκεκριμένο ρεύμα σκέψης έχει δεχθεί πια πάρα πολλές επιθέσεις και έχει «αποδομηθεί» η ίδια η αποδόμηση.

Το όλο κίνημα κάνει στην πραγματικότητα θεαματικά την εμφάνισή του στο μικρό διήγημα, που παρουσιάζεται ως δοκίμιο, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες «Πιερ Μενάρ, συγγραφεύς του Δον Κιχώτη» (από την συλλογή του «μυθοπλασίες», 1944), το οποίο, επειδή πρόκειται για την απαρχή του ιδεολογικού ρεύματος, προτείνω να εξετάσουμε βαθύτερα. Ίσως έτσι μάθουμε ορισμένα ουσιώδη πράγματα που αφορούν τον μεταμοντερνισμό και τις πηγές του. Στο διήγημα λοιπόν αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζεται ως φίλος του νεκρού πια μυθιστοριογράφου και πνευματικού άνθρωπου Πιερ Μενάρ, γι’ αυτό και αναλαμβάνει να υπερασπιστεί τη μνήμη του έναντι μιας αδικίας, που προέκυψε εις βάρος του κοιμηθέντος. Τι έχει συμβεί; Η μαντάμ Ανρί Μπασελιέ δημοσίευσε έναν κατάλογο με τα έργα του Μενάρ, όπου διαπράττεται το «ασύγγνωστο», ασυγχώρητο δηλαδή λάθος να παραλείπονται και να προστίθενται ορισμένα μικροέργα – βρισκόμαστε μπροστά σε μια ειρωνεία, καθότι κάποιο λάθος σε μια προσπάθεια καταλογογράφησης των έργων ενός συγγραφέα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί «ασυγχώρητο», καθώς εύκολα μπορεί να διορθωθεί. Ωστόσο, πρόκειται για ένα λάθος που αφορά τη «γραφή» – και το όλο διήγημα εξισώνει την ίδια την πραγματικότητα με την γραφή. Προαναγγέλλεται η γνωστή φιλοσοφία του Ζακ Ντεριντά, η «αποδόμηση», κατά την οποία μέσα στη φωνή κρύβεται η γραφή, μέσα στη γραφή η φωνή, μέσα στη φωνή η γραφή κ.ο.κ., στο άπειρο, σε σημείο που δεν μπορεί κανείς ν’ αποφασίσει αν τελικά προηγείται ο «λόγος», η ομιλία, η «φωνή», ως ζώσα έκφραση της βιωματικής εμπειρίας του ανθρώπου, ή το αντίθετο. Πρωτοεμφανίζεται λοιπόν μια νέα άποψη για τη γραφή, η  οποία, ειρήσθω εν παρόδω, κατά τον γαλλοεβραίο φιλόσοφο Εμμανουέλ Λεβινάς γεννά και την συνείδηση. Η «πραγματικότητα» ωχριά μπροστά στη «γραφή», τα συσσωρευμένα ανά τους αιώνες κείμενα δεν είναι οι ανθρώπινες προσπάθειες για να εξευρεθεί η αλήθεια -αυτή εξοβελίζεται πια- , αλλά, μάλλον, θα έλεγε κανείς, η ίδια η αλήθεια. Μια αλήθεια όμως αποκομμένη από το πραγματικό, αυτοαναφορική, που σημαίνει και σημαίνεται μόνο από τον εαυτό της, που αρχίζει και καταλήγει στο δικό της είναι- μια αλήθεια που αναζητά ένα στήριγμα σε ό,τι έχει γραφτεί, αρκεί αυτό να αποσυνδεθεί από το τι «πράγματι» συμβαίνει. Ένας νεοσχολαστικισμός κάνει την εμφάνισή του με τον μεταμοντερνισμό, ο οποίος κατακλύζεται  από τις φωνές των γραμμένων έργων, που στερούνται πια νοήματος. Αντί να παίρνονται στα σοβαρά, ως απόπειρες να εξευρεθεί το ορθό, αντιμετωπίζονται όλα μαζί ως «παράδοση», από την οποία έλκεται όσο τίποτε άλλο ο μεταμοντερνισμός –εφόσον, αρνούμενος την αλήθεια, αδυνατεί και να επιχειρηματολογήσει, να συνεχίσει την προσπάθεια του «ζητείν» και ερευνάν.

Όλα αυτά, επειδή μακρηγορήσαμε, μπορεί να τα διαπιστώσει ο αναγνώστης, αν διαβάσει τον κατάλογο, που κατά τον συγγραφέα του δοκιμίου, άφησε πραγματικά πίσω του ο Μενάρ: είναι ένα αληθινό καρναβάλι. Παρελαύνουν κάθε λογής σοβαρά, αλλά μαζί και εκκεντρικά έργα, όπως είναι π.χ. συμβολιστικά σονέτα, αλλά και «μία μονογραφία με θέμα τη δυνατότητα  σύνταξης ενός ποιητικού λεξικού εννοιών που δεν θα ήταν συνώνυμα ή περιφράσεις, όπως αυτές που διαμορφώνουν την τρέχουσα γλώσσα, ‘‘αλλά ιδεατά αντικείμενα’’, πλασμένα κατά συνθήκην και προορισμένα κατά βάσιν να καλύψουν ποιητικές ανάγκες», άλλη μια μονογραφία για τις συγγένειες της σκέψης των Καρτέσιου, Λάιμπνιτς και Ουίλκινς (η φιλοσοφία ‘‘λογοτεχνικοποιείται’’ και σχετικοποιείται εν μέσω των κάθε λογής λογοτεχνικών και μη έργων που απαρτίζουν τον κατάλογο), και άλλα φιλοσοφικά έργα, όπως π.χ. μια μονογραφία για ένα ήσσον έργο του Λάιμπνιτς (η τάση απ’ το κεντρικό στο περιφερειακό είναι έκδηλη στον μεταμοντερνισμό), ένα άρθρο που υποστήριζε  τη δυνατότητα «εμπλουτισμού» του σκακιού διά της καταργήσεως ενός από τους δύο πύργους (κάτι εμπλουτίζεται όταν κάτι καταργείται!), και άλλα πολλά παράξενα και, όπως είπαμε, ιδιότροπα έργα. Αξίζει ν’ αναφέρουμε ακόμη ότι υπάρχουν ορισμένες μεταφράσεις, έργα συμβολικής λογικής, ένα δοκίμιο για τα «μέτρα της γαλλικής πρόζας» (εδώ παραδόξως αποδίδεται μέτρο όχι στην ποίηση αλλά στην πρόζα), πρόλογος σε μια έκθεση λιθογραφιών,  δοκίμιο για το γνωστό αρχαίο ελληνικό μαθηματικό πρόβλημα «ο Αχιλλέας και η χελώνα», μεταγραφές λογοτεχνικών έργων σε άλλο στυλ, μια κριτική – υβρεολόγιο για τον Πωλ Βαλερύ, την οποία εξέλαβε ο τελευταίος ως έπαινο (γνωρίζοντας ότι ο Μενάρ δεν εκφράζει συνήθως παρά το αντίθετο από ό,τι πιστεύει) κ.λπ.

Δεν θα έπρεπε να εκλάβουμε τον Μενάρ ως ένα είδος «homo universalis», καθολικού δηλαδή ανθρώπου της Αναγέννησης, ο οποίος έχει πάθος με την μόρφωση, αναζητεί την αλήθεια σε ό,τι διαβάζει και προσπαθεί ποικιλοτρόπως να καλλιεργήσει τον εαυτό του – ο Μενάρ είναι το αντίθετο.  Και γι’ αυτόν υπάρχει το κλασικό (π.χ. οι αρχαίοι Έλληνες, ο Ντεκάρτ, ο Λάιμπνιτς, ο Βαλερύ κ.λπ.), ωστόσο δεν το εκλαμβάνει με την ίδια έννοια που το εξελάμβανε ο «καθολικός άνθρωπος» της Αναγέννησης. Εκείνος πίστευε ότι στο διάβα του χρόνου ξεχώρισαν μερικά έργα για την εγγενή τους αξία, ενώ ο μεταμοντέρνος δεν πιστεύει ότι υπάρχει τέτοιου είδους πράγμα- απλώς στέκεται περισσότερο και από το «κλασικό» στον «κανόνα» (=κατάλογο) του κλασσικού που εκπόνησαν οι μοντέρνοι. Αν τον ρωτήσεις «ποια έργα κατά την γνώμη σου αξίζει να μείνουν κλασικά;» δεν ξέρει, μπορεί όμως να  σου πει άνετα ποια θεωρήθηκαν κλασικά. Η ύπαρξη του μεταμοντέρνου είναι λοιπόν παρασιτική, έχει ανάγκη το μοντέρνο και τους κατάλογους του, έχει ανάγκη το εγγύς παρελθόν του. Γι’ αυτό περιστρέφεται ξανά και ξανά μονότροπα γύρω από τους ίδιους συγγράφεις –τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Ντεκάρτ, τον Χάιντεγκερ κ.λπ., αδυνατώντας να αναθεωρήσει τον κανόνα. Ο μεταμοντέρνος λοιπόν παρουσιάζει μια βασική αδυναμία: αδυνατεί να αξιολογήσει το κλασικό, να κάνει προσθαφαιρέσεις. Και έτσι βρίσκεται πιο αδύναμος έναντι του (κλασικού) φιλολόγου, που μπορεί να ερμηνεύει, να κρίνει, να θεωρεί κάτι ψευδεπίγραφο, εμβόλιμο, να  αναχρονολογεί κ.λπ. Αναπτύσσεται γι’ αυτό ένα είδος κρυφού φθόνου του μεταμοντέρνου για τον φιλόλογο, καθώς, συν τοις άλλοις, πριν αρχίσει τις αποδομητικές παρεμβάσεις του, ο μεταμοντέρνος θα πρέπει και πάλι να προστρέξει στον φιλόλογο, για την πρώτη «έγκυρη ερμηνεία» ενός έργου, γιατί, αν δεν ερμηνεύει π.χ. κανείς σωστά τον πλατωνικό «Θεαίτητο», αλλά τον παρερμηνεύει, τότε δεν έχουν νόημα και οι όποιες «αποδομητικές» παρεμβάσεις επιχειρούνται. Ο φιλόλογος όμως, δυστυχώς, μπορεί ν’ αλλάξει τον κανόνα- να  θεωρήσει ότι ο τάδε συγγραφέας δεν είναι στην πραγματικότητα μεγάλος και να τον εξοβελίσει από τον κατάλογο των «σπουδαίων λογοτεχνών». Έχουν συμβεί με τα χρόνια πολλές τέτοιες ανακατατάξεις. Για τούτο και ο μεταμοντέρνος, παρόλο που, υποτίθεται, τον βολεύει μια τέτοια ανακατάταξη («τα πάντα ειναι σχετικά»), την φοβάται, εφόσον, αν δούλεψε με έναν συγγραφέα που τώρα πια θεωρείται «ήσσων», «ήσσων» είναι και η δουλειά του και τα συμπεράσματά του– πώς ν’ αποδομήσεις τη μη σκέψη; Τη φιλολογική του «εμβρίθεια», που αποτελεί και την αιτία του συμπλέγματος κατωτερότητας που τον διακρίνει και την κρυφή του ζήλεια έναντι του φιλολόγου, ο μεταμοντέρνος αφηγητής του διηγήματος (ας κάνουμε εδώ τη διάκριση μεταξύ του Μπόρχες, συγγραφέα του διηγήματος, και του «αφηγητή» που αφηγείται την όλη συγγραφική περιπέτεια του Μενάρ) προσπαθεί να την καλύψει κατηγορώντας με σφοδρότητα την Μαντάμ Μπασελιέ, για τα λίγα της λάθη στον κατάλογο των έργων του Πιερ Μενάρ, ενώ ο ίδιος, με μεγάλη φιλολογική σχολαστικότητα, μας παρουσιάζει τον πραγματικό κατάλογο, σε όλη του την ειρωνικά καρναβαλική μεγαλοπρέπεια. Ο αφηγητής είναι λοιπόν ο καλός φιλόλογος – και επικαλείται μαρτυρίες όχι από άλλους φιλολόγους, αλλά από την βαρόνη Ντε Μπακούρ και την κόμισσα Ντε Μπανιορέτζιο. Είναι εντυπωσιακό ποιοι συντρέχουν να τον βοηθήσουν: αυτός ο ανατροπέας των δεδομένων αξιών και παρασιτικό στοιχείο των φιλολόγων, βρίσκει στήριξη στην πολιτική τάξη – για την ακρίβεια ούτε καν στην πολιτική, αλλά στην παρωδία αυτής, σε ξεπερασμένους και παρωχημένους πολιτικούς θεσμούς (τίτλοι ευγενείας κ.λπ.). Πάντως, γρήγορα ο μεταμοντερνισμός, κατανοώντας το κενό που βρίσκεται κάτω από τα πόδια του, προσπάθησε να το αναπληρώσει με πολιτική στήριξη, αυτή τη φορά όσο γινόταν πιο «σκληρή» και πραγματική. Το όλο κίνημα, από πνευματικό, έγινε σύντομα πολιτικό – πλουραλισμός, πολυπολιτισμός κ.λπ. Ειναι μέσα στη φύση του αυτή η πολιτική βία, καθώς, πιθανόν, στη φαντασία του η πολιτική δύναμη αναπληρώνει την παρασιτική , όπως την περιγράψαμε, φύση του.

                                                  ***************

Εκτός όμως από όλα τα παραπάνω έργα, όσα αναφέρθηκαν ότι συνέγραψε ο Μενάρ, υπάρχει και άλλο ένα έργο, «υπόγειο, ατελείωτα ηρωικό, ασύγκριτο και – αχ, οι πεπερασμένες δυνατότητες του ανθρώπου!- ημιτελές». Πιο συγκεκριμένα, ο Πιερ Μενάρ κατάφερε να γράψει μέρος του Δον Κιχώτη, καθώς ο αφηγητής της ιστορίας λέγει ότι βρήκε μέσα στα κατάλοιπά του το ένατο και τριακοστό όγδοο κεφάλαιο του Πρώτου Μέρους του Δον Κιχώτη, και ένα απόσπασμα  από το εικοστό δεύτερο. Το πρώτο ερώτημα είναι πώς ο αφηγητής ξέρει ότι πρόκειται όντως για μια εξυπαρχής συγγραφή αποσπασμάτων του έργου και όχι για μια αντιγραφή (παρά τις επιστολές του ομολογημένου ψεύτη Μενάρ στον αφηγητή). Αλλα ας αφήσουμε αυτό το ερώτημα και ας πάμε στο πιο σημαντικό: πώς ο Μενάρ κατάφερε να συγγράψει τον Δον Κιχώτη; Στο σημείο αυτό μπερδεύονται δικές του εικασίες με σκέψεις του ίδιου του Μενάρ, ο οποίος, δι’ επιστολών, όπως είπαμε, είχε εξομολογηθεί στον αφηγητή κάποια σχετικά πραγματα. Καταρχήν, τίθεται το θέμα, που θίγει ο Νοβάλις, της «ταύτισης με ένα συγγραφέα». Θα μπορούσε δηλαδή ο γάλλος θαυμαστής της συμβολικής ποίησης και συγγραφέας συμβολιστικών σονέτων Μενάρ, να προσπαθήσει να «γίνει» ο Δον Κιχώτης: να μάθει τα ισπανικά του 17ου αιώνα (ο αφηγητής καλύπτει αυτή την δυσκολία λέγοντας, πώς αλλιώς, ότι «έτυχε να γνωρίζει πολύ καλά, και άσχετα από τον Δον Κιχώτη, την καστιλιάνικη διάλεκτο της εποχής»), να επιστρέψει στον καθολικισμό, να πολεμήσει εναντίον των Μαυριτανών ή των Τούρκων, να ξεχάσει την ευρωπαϊκή ιστορία από το 1602 έως το 1918 (οπότε και αποφάσισε να γράψει κ.λπ.). Αν κατάφερνε να γίνει Θερβάντες, θα έγραφε και το έργο. Φυσικά και δεν είναι δυνατόν να γίνει κανείς «Θερβάντες»: ειναι περιττή κάθε επιχειρηματολογία, καθώς, για παράδειγμα, θα έπρεπε να έχει και την παιδική ηλικία του Θερβάντες κ.λπ. Ωστόσο, ο Μπόρχες προσπερνά αυτή την αδυναμία γράφοντας: «Ο Πιερ Μενάρ μελέτησε αυτή τη διαδικασία (ξέρω πως χειριζόταν αρκετά πιστά τα ισπανικά του 17ου αιώνα), αλλά, εντέλει, την απέρριψε ως πολύ εύκολη. ‘‘Μάλλον ως ανέφικτη!’’ θα πει ο αναγνώστης. Σύμφωνοι, αλλά…». Ο ίδιος ο Μενάρ δεν πιστεύει στην ετερότητα. Τυχαίνει να είμαστε κάποια εξωτερικά συμβάντα της ζωής μας, σημαδιακά για τους άλλους, και γι’ αυτό σημαδιακά και για μας: φαίνεται σχολαστική αυτή η παρατήρηση, την κάνω όμως γιατί ο μεταμοντερνισμός πράγματι δεν πιστεύει στην ετερότητα και στην εκ-στατική αλληλοπεριχώρηση του υπαρξισμού. Διαδέχτηκε άλλωστε στη σκηνή της γαλλικής φιλοσοφίας και πολέμησε σφοδρά τον υπαρξισμό (ιδίως του Σαρτρ), περνώντας από ένα μικρό ενδιάμεσο στάδιο, τον στρουκτουραλισμό, από τον οποίο άλλωστε ομαλά προέκυψε ο μετα-στρουκτουραλισμός, το άλλο όνομα στην φιλοσοφία του μεταμοντερνισμού. Η ζωή είναι διάφορα εξωτερικά σημαίνοντα -μάλλον χωρίς σημαινόμενα- , τα οποία, αν καταφέρει να βάλει κανείς σε σειρά, θα πραγματώσει το άπιαστο όνειρο: να ζήσει τη ζωή ενός άλλου.

Εν πάση περιπτώσει, καθώς μια τέτοια εκδοχή, όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης, ήταν αδύνατον να επισυμβεί, ο Μενάρ την απορρίπτει, κοροϊδεύοντας τον εαυτό του, ως «εύκολη» και επίσης «μη ενδιαφέρουσα». «Το να είσαι, εν μέσω 20ου αιώνος, ένας λαϊκός μυθιστοριογράφος του 17ου , του φάνηκε υποβιβασμός». Και φτάνουμε σε μια κρίσιμη φράση: «Το να είσαι, κατά κάποιον τρόπο, ο Θερβάντες και να οδηγηθείς στον Δον Κιχώτη, του φάνηκε λιγότερο επίπονο -και κατά συνέπεια, λιγότερο ενδιαφέρον- απ’ το να συνεχίσει να είναι ο Πιερ Μενάρ και να οδηγηθεί στον Δον Κιχώτη μέσα από τις εμπειρίες του Πιερ Μενάρ». Πρόκειται και πάλι για μια διαδικασία χωρίς νόημα, αν πιστεύουμε ότι στο λογοτεχνικό έργο, ιδιαίτερα το μεγάλο, αποτυπώνεται ολόκληρη η πολυσχιδής προσωπικότητα ενός συγγραφέα, σε όλη της την ιδιαιτερότητα. Εδώ κάτι τέτοιο ακυρώνεται: τίθεται το ζήτημα του ίδιου και του άλλου. Δύο τελείως διαφορετικά σύμπαντα, θα μπορούσαν να γεννήσουν το ίδιο εντέλει πρόσωπο και την ίδια ζωή (ως το σημείο να φθάσουν να συγγράψουν διά της διαφοράς το ίδιο βιβλίο). Τα πράγματα είναι τόσο διαφορετικα που συμβαίνει να είναι ίδια. Στην ακαταληψία της Βαβέλ όλες οι λέξεις λένε το ίδιο πράγμα: και πάλι το νόημα έχει χαθεί. Μετρά η διατύπωση. Ο Μπόρχες προβλέπει, όπως είπαμε, και τη φιλοσοφία του Λεβινάς, που ισχυρίζεται ότι η «γραφή» -δηλαδή ο μωσαϊκός νόμος- προηγείται της συνείδησης, κατά το ότι αυτός την δημιουργεί. Πρόκειται για το αντίστροφο του ανθρωπισμού: εκεί που ο ανθρωπιστής πιστεύει ότι οι γραφές του εκφράζουν ό,τι λέγει η καρδιά του, ο Λεβινάς ισχυρίζεται ότι η καρδιά τελικά φθάνει -και όχι από επηρεασμό, τρόπον τινά φύσει- να εμπεριέχει ό,τι λένε οι γραφές. Το νόημα φαίνεται να έχει απωλεσθεί – οι ειδικοί λέγουν ότι ο μεταμοντερνισμός μεταγράφει σε θεωρία την απώλεια του νοήματος, που έφερε ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος (αν και ο Μπόρχες γράφει στην αρχή του, το 1939, διαισθανόμενος, όμως, από ό,τι φαίνεται, το τι θα ακολουθήσει), ενώ άλλοι λέγουν ότι το κίνημα περιγράφει τον ύστερο καπιταλισμό, τις νέες μορφές της υπερεθνικής οικονομίας, που βασίζονται στην παγκοσμιοποίηση του οικονομικού και πολιτισμικού αυτού συστήματος. Το νόημα, επαναλαμβάνουμε, έχει απολεσθεί και μένουν μόνο τα «σημαίνοντα» δίχως τα σημαινόμενα. Μένουν οι γραφές, και όχι οι άνθρωποι. Και οι γραφές πολλαπλασιάζουν τον εαυτό τους, εφόσον το νόημα, που ήταν κάτι μοναδικό, εκλείπει- οι γραφές πετούν από δω και από κει, γεννούν το ίδιο, αλλα επειδή στιγμιαία βαριούνται, το μετατρέπουν σε διαφορετικό.

Πρέπει να υπενθυμίσω ξανά ότι ο Μενάρ δεν ήθελε να αντιγράψει μηχανικά τον Δον Κιχώτη, αλλά, να «γεννήσει» αυτούσια κάποια κομμάτια του. Τον είχε διαβάσει ως παιδί και βέβαια δεν τον θυμόταν λέξη προς λέξη – ξαναδιάβασε αργότερα μερικά κεφάλαια, αλλά αποφάσισε να μην γράψει αυτά. Και αφού απέρριψε, όπως είπαμε, την «εύκολη» προσπάθεια να γίνει Θερβάντες, αρχίζει να ξαναλέγει τα ίδια: «Βασικά, το εγχείρημά μου δεν είναι δύσκολο», έγραψε σε μια επιστολή του στον αφηγητή, ενώ προσθέτει ειρωνικά, «θα μου αρκούσε να  ’μαι αθάνατος για να το ολοκληρώσω». Στην απειρία της ζωής βλέπει ως δυνατή τη συγγραφή ολόκληρου του έργου.

Περνάμε τώρα στο ιδιαιτέρως σημαντικό θέμα τού γιατί το έργο που αποφάσισε να γράψει ο Μενάρ είναι ο Δον Κιχώτης και όχι κάποιο άλλο έργο της παγκόσμιας «κλασικής» (αυτό το εξηγήσαμε), λογοτεχνίας. Πώς ένας γάλλος συμβολιστής από τη Νιμ, που θαύμαζε τον Πόου, τον Μπωντλαίρ κ.λπ. , αποφάσισε ξαφνικά να συγγράψει ένα σπανιόλικο μυθιστόρημα; Στην προαναφερθείσα επιστολή «εξηγείται» και αυτό το σημείο: «Ο Δον Κιχώτης, εξηγεί ο Μενάρ, μ’ ενδιαφέρει βαθύτατα, αλλά δεν μου φαίνεται – πώς να το πω;- αναπόφευκτος. Μου ειναι αδύνατον να φανταστώ το σύμπαν χωρίς την αναφώνηση του Πόου: ‘‘Ah, bear in mind this garden was enchanted’’ ή χωρίς το ‘‘Bateau ivre’’ ή το  ‘‘Ancient Mariner’’, αλλά μπορώ κάλλιστα να το φανταστώ χωρίς τον Δον Κιχώτη». Μολονότι καταπληκτικό αριστούργημα, ο Κιχώτης φαντάζει στο νου του Μενάρ ως το περιττό της γραφής, ως την περίσσεια ακόμη και του κλασικού, ως την υπερεπάρκεια που καταντά ευτέλεια. «Ο Δον Κιχώτης, λέγει, είναι ένα βιβλίο τυχαίο, ένα βιβλίο περιττό. Μπορώ να προσχεδιάσω τη συγγραφή του, μπορώ και να το γράψω, χωρίς να περιπέσω ούτε σε μία ταυτολογία». Με άλλα λόγια, ο Κιχώτης, έτσι όπως είναι γραμμένος, κατά την βιογραφία του Θερβάντες, «στο γόνατο», «με την βοήθεια και της αδράνειας της γλώσσας και της έμπνευσης» επίσης, μοιάζει να γράφτηκε, τουλάχιστον εν μέρει, τυχαία! Απίστευτο κατηγορητήριο κατά του Κιχώτη, που περιγράφεται περίπου ως η τυχαία διάταξη των τραπουλόχαρτων, μετά από ένα καλό ανακάτεμα. Μοιάζει και αυτός να είναι περισσότερο σημαίνοντα και όχι σημαινόμενα – οπότε μπορεί κάλλιστα κανείς, τη βοηθεία της τύχης, της αδράνειας της γλώσσας και της έμπνευσής του επίσης, να τον γράψει! Έτσι λοιπόν, η εξήγηση για το πώς ο Μενάρ έγραψε τον Δον Κιχώτη είναι, με μια έννοια, ότι δεν τον έγραψε. Εφόσον ο Κιχώτης είναι στην ουσία ένα κενό, είναι εύκολο και για τον Μενάρ και για τον καθένα φιλόσοφο Μενάρ να γράψει, και όχι να αντιγράψει, το κενό. «Η γενική μου εντύπωση απ’ τον Δον Κιχώτη, λέει σε μια άλλη του αποστροφή ο Μενάρ, αποφορτισμένη από τη λήθη και την αδιαφορία, μπορεί κάλλιστα να παρομοιαστεί με την ακαθόριστη εικόνα ενός βιβλίου που δεν έχει ακόμη γραφτεί». Εφόσον ο Κιχώτης δεν έχει γραφτεί ακόμη, μάλλον ειρωνικά θα έπρεπε να διαβάσουμε τους ισχυρισμούς του Μενάρ ότι δοκίμασε διάφορες παραλλαγές λεκτικού ή ψυχολογικού τύπου, «θυσιάζοντας» όλες τις παραλλαγές στο «πρωτότυπο», δηλαδή στο κενό, ενώ ταυτόχρονα θυμάται ότι το να γράψεις το έργο του Θερβάντες στον εικοστό αιώνα, τρεις δηλαδή αιώνες μετά την πρώτη συγγραφή του, «είναι σχεδόν ακατόρθωτο». Κάμποσα νοήματα του 17ου αιώνα έχουν στο μεταξύ κάνει φτερά στο πεδίο της λήθης, όπως και πολλά επίσης στοιχεία του τότε πνεύματος. Η ιστορία αλλοίωσε εν τω μεταξύ πολλά. Και έτσι δεν μένει παρά να γράψει τον Δον Κιχώτη δίνοντας τελείως νέα σημασία στις λέξεις του. Διαβάζουμε άραγε τον Κιχώτη σήμερα όπως τον διάβαζαν οι Ισπανοί τον 17ο αιώνα; Ο Μενάρ θα κάνει το ίδιο: θα γράψει κατά λέξη το κείμενο του Θερβάντες, αλλά πια οι λέξεις του θα έχουν άλλη σημασία. Για τον Θερβάντες, για παράδειγμα, η χώρα του, όπου και εκτυλίσσεται το έργο, είναι μια φτωχή, επαρχιώτικη γη, για τον Μενάρ όμως είναι ο μαγικός τοπος της Κάρμεν! Αλλά αυτολογοκρίνεται, δεν περιγράφει τα συναισθήματά του αυτά, ούτε μιλά «για τσιγγαναριά, κονκισταδόρες, μυστικιστές, τον Φίλιππο Β, ούτε για autos da fé». Όλες αυτές τις «ισπανικούρες», λέγεται αντιφατικά, και τις γραφικότητες, ο Μενάρ τις καταφρονεί – πώς αλλιώς θα έγραφε τον Δον Κιχώτη, που δεν έχει τέτοια στοιχεία; Υπονοούνται όμως στην ανάγνωση, είναι βέβαιο ότι ο σύγχρονος αναγνώστης θα στρέψει το νου του προς τα κει, συγχρονιζόμενος και συντονιζόμενος με τον Μενάρ. Αλλά δεν λέγει τα ίδια το κείμενο του Θερβάντες, που είναι ταυτόσημο! Όσον αφορά «τον έπαινο στα όπλα και όχι στα γράμματα που κάνει ο Δον Κιχώτης» (οφειλομένη στο ότι ήταν πολεμιστής), τον επαναλαμβάνει ο Μενάρ αυτούσιο: αυτό εξηγείται από το ότι ο τελευταίος εδώ συνειδητά «υποτάσσεται» στην ψυχολογία του ήρωά του –κοροϊδεύοντας τον αναγνώστη-, ή, το πολύ πολύ, πρόκειται για μια επίδραση από την φιλοσοφία του Νίτσε. Ο ίδιος ο αφηγητής προτιμά μια άλλη ερμηνεία: ο Μενάρ είχε συνήθεια, όπως είπαμε, να υποστηρίζει τα πράγματα στα οποία δεν πίστευε. Και κάτι τελευταίο: η πρόταση «…η αλήθεια, που μητέρα της ειναι η Ιστορία, η ανταγωνίστρια του Χρόνου, η παρακαταθήκη των πεπραγμένων, ο μάρτυς για τον παρελθόν, το παράδειγμα και η συμβουλή για το παρόν, η προειδοποίηση για το μέλλον» (που υπάρχει αυτούσια και στον Θερβάντες και στον Μενάρ), στον μεν Θερβάντες είναι ένας έπαινος της αντικειμενικής αλήθειας, που ξεκαθαρίζει με τον χρόνο, που μιλά με ασφάλεια για το παρελθόν και γίνεται συμβουλάτορας για το μέλλον, ενώ στον Μενάρ παίρνει άλλη σημασία: γίνεται σχετικισμός («η Ιστορία γεννά την αλήθεια») και ωφελιμισμός (χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν, όπως μας βολεύει, την «Ιστορία», την οποία δεν ορίζουμε ως αναζήτηση της αληθείας, αλλά ως «καταγωγή» της).

                                               ****************

Φυσικά και ο αφηγητής δεν μας εξήγησε πώς ο Μενάρ έγραψε τον Δον Κιχώτη. Προβαίνει όμως γρήγορα στα κηρύγματά του, εν είδει επιστολής του Μενάρ προς αυτόν: «Το σκέπτεσθαι, το αναλύειν, το επινοείν, δεν είναι ανώμαλες δραστηριότητες∙ αποτελούν τη φυσική αναπνοή του νου. Το να δοξολογούμε, το ν’ αποθησαυρίζουμε αρχαίους και αλλότριους στοχασμούς, το να θυμόμαστε με αναξιόπιστη κατάπληξη ό,τι έχει σκεφτεί ο doctor universalis, αυτά ισοδυναμούν με ομολογία της ραθυμίας ή της βαρβαρότητάς μας. Κάθε άνθρωπος είναι ικανός για όλες τις ιδέες, και θαρρώ πως έτσι θα είναι στο μέλλον.» Το μεταμοντέρνο λουνα-παρκ έχει στηθεί για τα καλά. Και ο αφηγητής επιλέγει ότι ο Μενάρ εμπλούτισε την τέχνη της ανάγνωσης, διά της τεχνικής του «εκούσιου αναχρονισμού» και των εσφαλμένων αποδόσεων, μια τεχνική που φθάνει στο αναγνωστικό χάος: «να διατρέξουμε την Οδύσσεια σαν να ήταν μεταγενέστερη της Αινειάδας, και το βιβλίο ‘‘Le jardin du Centaure’’ της Madame Ανρί Μπασελιέ σαν να ήταν γραμμένο από τη Madame Ανρί Μπασελιέ. Επιπλέον, η τεχνική αυτή γεμίζει περιπέτειες ακόμα και τα πιο φιλήσυχα βιβλία. Αν αποδώσεις το ‘‘Imitatio Christi’’ στον Λουί-Φερντινάν Σελίν ή στον Τζέημς Τζόυς, δεν κάνεις μια ένεση φρεσκάδας στις χλωμές πνευματικές παραινέσεις του βιβλίου;».

Ήταν μια από τις πρώτες προσκλήσεις για ασχημία, αυτή του Μενάρ, αυτή του Μπόρχες. Αλίμονο, ακολούθησαν και άλλες πολλές.

 

Σημείωση: χρησιμοποίησα τη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, από το βιβλίο «Χόρχε Λουίς Μπόρχες: Άπαντα τα πεζά», Πατάκης, Αθήνα 2014.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Ο Δον Κιχώτης”, 1933) είναι έργο του Νίκου Εγγονόπουλου.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here