Γ’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν Σταυροπροσκυνήσεως θα

0
241

Ἀγαπητοί ἀδελφοί, σήμερα τρίτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς γιορτάζουμε καὶ προσκυνοῦμε τὸν τίμιο καὶ ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ὅλη ἡ Σαρακοστὴ βέβαια εἶναι ἀφιερωμένη στὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, στὴ μελέτη τοῦ Σταυροῦ του. Ἀλλὰ σήμερα, ἐπειδὴ φθάσαμε στὰ μισά, ὑψώνουμε τὸν Σταυρὸ στὴ μέση τοῦ ναοῦ, δηλαδὴ ἀνάμεσά μας, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε μὲ τὸν ἐμφανέστερο τρόπο αὐτὸ ποὺ κάνουμε καὶ νὰ ἐνισχυθοῦμε ἀτενίζοντάς τον γιὰ τὴ συνέχεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

Γι’ αὐτὸ ἀκούσαμε στὸν Ἀπόστολο μιὰ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ ὅπου γίνεται λόγος γιὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὴν ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Κι ὁ Σταυρός του εἶναι τὸ κατεξοχὴν σημεῖο φανερώσης τῆς ἱερωσύνης του. Ὁ Χριστὸς ἀπεκάλυψε τὴν ἀληθινὴ ἱερωσύνη ὄχι κάνοντας τελετουργικὲς πράξεις ἀλλὰ ἀνεβαίνοντας στὸν Σταυρό. Ἐκεῖ προσέφερε ὡς ἱερεὺς θυσία στὸν Θεὸ τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, ἔγινε δηλαδὴ ὁ ἴδιος τὸ θύμα τῆς θυσίας. Ἡ θυσία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεό, ἔγινε θεία εὐχαριστία κι εἶναι αὐτὴ ποὺ τελοῦμε ἐμεῖς κάθε Κυριακὴ καὶ κάθε γιορτὴ ἐδῶ στὸν ναό. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἀκούσαμε σήμερα αὐτὴ τὴν περικοπή, ἡ ὁποία ἀρχίζει μὲ τὸ ὅτι ἔχουμε ἀρχιερέα ποὺ πέρα- σε μέσα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔφτασε στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Μὲ αὐτὴ τὴν προϋπόθεση μέ- νουμε σταθεροὶ στὴν πίστη ποὺ ὁμολογοῦμε. Ἡ πίστη μας δὲν εἶναι κάποια ἰδέα ἢ ὁτιδήπο- τε ἄλλο. Εἶναι τὸ πέρασμα τοῦ Χριστοῦ στοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ φτάσιμό του στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.

Μέχρι νὰ ἔρθει ἐκεῖνος γίνονταν θυσίες στὸν Θεό από τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ οἱ ἀρχιερεῖς ἐκεῖνοι, ὅπου καὶ ἂν βρίσκονταν, δὲν μποροῦσαν νὰ περάσουν μέσα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ φτάσουν στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν τότε καὶ πολλοὶ πιστεύουν ἀκόμα ὅτι πάνω ἀπὸ τὴ γῆ ἦταν οἱ οὐρανοί, αὐτὸ ποὺ ἔβλεπαν κι αὐτὸ ποὺ φαντάζονταν. Καὶ πάνω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ φαντάζονταν ἔβαζαν τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἦταν ἀντίληψη τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ τώρα δὲν ἰσχύει ἐπειδὴ ξέρουμε

τί ἀκριβῶς εἶναι πάνω μας. Ξέρουμε τί εἶναι ἀπὸ δῶ μέχρι τὴ σέληνη καὶ τὰ ἄλλα ἀστέρια. Διαστημόπλοια καὶ δορυφόροι ταξιδεύουν καὶ περιφέρονται στὸ σύμπαν καὶ δὲν ἔχουμε νὰ φανταστοῦμε τίποτα. Ὁ ἀπόστολος ἀπὸ τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι φαντάζονταν τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ἔγραψε ὅτι ὅταν ὁ Χριστός, ὡς ἀρχιερεύς, πέρασε μέσα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς κι ἔφτασε στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ, δὲν πῆγε σὲ κανέναν οὐρανό. Ἀντίθετα ἀνέβηκε στὸν Σταυρό. Ἡ τοπικὴ ἀπόσταση ποὺ διήνυσε γιὰ ν’ ἀνεβεῖ στὸν Σταυρὸ ἦταν πολὺ μικρή. Ὅλοι μποροῦσαν νὰ τὸν δοῦν καὶ πάρα πολλοὶ τὸν εἶδαν.

Ὅταν λοιπὸν ἀνέβηκε πάνω στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστὸς πέρασε ὅλους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν εἶδαν ὅλοι ὅσοι ἦταν ἐκεῖ. Αὐτὸ ποὺ δὲν εἶδαν ὅμως ἦταν ὅτι ἔφτασε στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ὁ θρόνος τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ὁ Θεός, εἶναι ὁ Σταυρός. Ἐκεῖ πάνω ἀνέβηκε, ἐκεῖ κάθισε κι ἀπὸ κεῖ βασιλεύει ὁ Χριστός. Ὅταν λοιπὸν ἔγραφε ὁ ἀπόστολος πὼς ὁ Χριστὸς πέρασε μέσα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ἐννοοῦσε πὼς ἡ δυσκολία τῶν ἀνθρώπων νὰ φτάσει ἡ θυσία τους στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν ἡ ἀπόσταση ποὺ φαντάζονταν ἀλλὰ ἡ πνευματική τους ἀδυναμία. Ἡ πνευματικὴ ἀδυναμία τους ἦταν τόσο μεγάλη ὅση ἦταν καὶ ἡ σωματικὴ ἀδυναμία τους νὰ ἀνεβοῦν στοὺς οὐρανούς. Αὐτὴ τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόσταση μεταξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκάλυψε ὁ Χριστὸς ἀνεβαίνοντας στὸν Σταυρό. Ὁ Χριστὸς εἶχε τὴ δύναμη νὰ προσφέρει θυσία ποὺ φτάνει τόσο μακριὰ καὶ δὲν ἀπέχει ἀπὸ τὰ μάτια μας παρὰ μόνο λίγα μέτρα. Αὐτὸ μᾶς εἶπε ὁ Ἀπόστολος. Ἄρα λοιπὸν ἐμεῖς πιστεύουμε καὶ μένουμε σταθεροὶ στὴν πίστη μας, γιατὶ ἔχουμε ἕναν τέτοιο ἀρχιερέα, τὸν Ἰησοῦ, ποὺ μᾶς χάρισε θυσία ποὺ φθάνει στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ.

Στὴ συνέχεια μᾶς εἶπε ὅτι ὁ Χριστὸς ἀρχιερεὺς μπορεῖ νὰ συμπάσχει στὶς ἀδυναμίες μας. Ὅταν γράφει νὰ συμπάσχει, δὲν ἐννοεῖ ἁπλῶς νὰ μᾶς καταλάβει καὶ νὰ μᾶς ρίξει ἕνα βλέμμα σπλαχνικό. Γράφει συγκεκριμένα ὅτι ὁ Χριστὸς «δοκιμάστηκε σὲ ὅλα, σύμφωνα μὲ τὴν ὁμοιότητά του μ’ ἐμᾶς, χωρὶς νὰ ἁμαρτήσει». Οἱ παλαιοὶ ἀρχιερεῖς ἦταν Ἅγιοι καὶ εὐλαβεῖς καὶ συμμερίζονταν τὶς ἀδυναμίες τῶν ἀνθρώπων. Δὲν ἁμάρταναν μὲ συγκεκριμένες πράξεις ποὺ ἦταν ἀντίθετες μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦταν ἀναμάρτητοι. Συνέβαινε δηλαδὴ νὰ διστάζουν καὶ νὰ φοβοῦνται τὴν ἁμαρτία, νὰ ἀμφισβητοῦν τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὶς ὑποσχέσεις του. Αὐτὸ δὲν συνέβη ποτὲ στὸν Χριστὸ ποὺ ἀκολουθώντας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, δὲν δίστασε ποτέ. Δὲν πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό του ποτὲ ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει πάει τζάμπα καὶ χαμένο. Ἢ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς ὑποσχέσεις του. Δοκιμάστηκε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἔγινε ἕνας σὰν κι ἐμᾶς, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔμοιασε στὴν ἁμαρτία. Ἔμεινε πάντοτε πιστὸς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, σίγουρος γιὰ τὴν ἐπιλογή του καὶ βέβαιος γιὰ τὸ ἀποτέλεσμα.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅταν λέμε ὅτι πιστεύουμε στὸν Θεὸ σημαίνει ὅτι ἀναφερόμαστε σὲ ἐκεῖνον. Σὲ κάποιον ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας καὶ ἔξω ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἀλλὰ μὲ ποιὸ τρόπο ἀναφερόμαστε στὸν Θεό; Μὲ ἕναν καὶ μοναδικὸ τρόπο, τὸν τρόπο τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀνεβαίνοντας στὸν Σταυρὸ ἔγινε ἡ ἀναφορά μας. Γι’ αὐτὸ καὶ τὴ θεία λειτουργία τὴ λέμε εὐχαριστία τοῦ Θεοῦ καὶ Ἁγία ἀναφορά. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο προσεγγίζουμε τὸν Θεό. Ὅ,τι καὶ ἂν κάνουμε τηρώντας τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ παίρνει ἀξία ἀπὸ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ γίνεται ἀναφορὰ στὸν Θεὸ διὰ τῆς θείας λειτουργίας. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος συνεχίζει «ἂς προσερχόμαστε μὲ παρρησία στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ γιὰ ἔλεος καὶ νὰ βροῦμε χάρη ὅταν θὰ ἔχουμε ἀνάγκη γιὰ βοήθεια». Ὅταν γράφει νὰ προσερχόμαστε στὸν θρόνο τῆς χάριτος ἐννοεῖ τὴ θεία λειτουργία ποὺ περιλαμβάνει τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάστασή Του.
Καὶ ὅταν γράφει γιὰ ἔλεος, χάρη, ἀνάγκη καὶ βοήθεια ἐννοεῖ συγχώρηση καὶ ὅ,τι χρειαζόμαστε γιὰ νὰ εἴμαστε καὶ νὰ ζοῦμε σὰν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο καὶ δὲν πρέπει νὰ φανταζόμαστε τίποτε ἄλλο. Θρόνος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Σταυρός, ἡ Ἁγία Τράπεζα τῆς θείας Λειτουργίας. Ἀπὸ ἐκεῖ πηγάζει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκεῖ γίνεται ἡ ἀναφορά μας.

Ὅταν λέει ἂς προσερχόμαστε μὲ παρρησία παίρνει μιὰ εἰκόνα τῆς ἐποχῆς. Ὅταν ἐμφανίζονταν οἱ ἄνθρωποι μπροστὰ στοὺς βασιλιάδες, ἐμφανίζονταν ταπεινωμένοι. Οἱ βασιλιάδες πάνω στὸν θρόνο τους ἔδειχναν μὲ κάθε τρόπο δόξα καὶ δύναμη. Ὅταν ἐμφανιζόταν ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ βασιλιᾶ βίωνε τὴ μεγάλη ἀπόσταση ἀνάμεσα στὴ θέση τοῦ βασιλιᾶ καὶ τὴ θέση τὴ δική του. Μιὰ διαφορὰ ποὺ συνέτριβε αὐτὸν ποὺ ἐμφανιζόταν. Ἦταν καὶ αἰσθανόταν ἀδύναμος, γι’ αὐτὸ γονάτιζε καὶ προσκυνοῦσε τὸν βασιλιὰ γεμάτος ταπείνωση. Λέει λοιπὸν τώρα ὁ Ἀπόστολος, ἂς προσερχόμαστε μὲ παρρησία στὸν θρόνο τῆς χάριτος. Ὄχι στὴν κατάσταση ποὺ ἐμφανίζονταν οἱ ἄνθρωποι μπροστὰ στοὺς βασιλιάδες. Ἀλλὰ μὲ τὸ θάρρος ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Χριστός. Τὸ θάρρος τοῦ Χριστοῦ ἦταν τὸ θάρρος νὰ ἀναφέρεται στὸν Θεὸ ὡς ἀναμάρτητος. Μὲ τὴν παρρησία τοῦ ἄσπιλου καὶ ἄμωμου προσφέρθηκε καὶ αὐτὴ τὴν παρρησία χαρίζει. Ποὺ τὴ φορᾶμε σὰν φόρεμα μπαίνοντας στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπως τὴν φοροῦσαν οἱ προσκεκλημένοι τῆς παραβολῆς τοῦ γάμου (Μτ. 22, 11-12).

Γιὰ νὰ προσέλθουμε στὸν θρόνο τῆς χάριτος, στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴ δική του παρρησία, πρέπει νὰ προσέχουμε κάτι. Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἀντέστρεψε τὰ πράγματα, ὁ θρόνος του δὲν μοιάζει μὲ τὸν θρόνο τῶν βασιλιάδων, δὲν δείχνει τὴ δόξα του καὶ τὴ δύναμή του. Ὁ Χριστὸς πάνω στὸν θρόνο του ἐμφανίζεται γυμνὸς καὶ πληγωμένος. Στὴν γνώμη τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀπαξιωμένος καὶ ταπεινωμένος. Τόσο πολὺ ποὺ δύσκολα κανεὶς Τὸν ἀναγνωρίζει. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ Τὸν εἶδαν σταυρωμένο δὲν κατάλαβαν ὅτι ὁ Σταυρὸς ἔγινε ὁ θρόνος του. Μακάριος ἐκεῖνος ποὺ θὰ Τὸν ἀναγνωρίσει. Ὅπως Τὸν ἀναγνώρισε ἡ πόρνη, ὁ ληστὴς καὶ ὁ ἑκατόνταρχος. Κανεὶς ἄλλος δὲν μπόρεσε νὰ Τὸν ἀναγνωρίσει. Θὰ προσέλθουμε λοιπὸν μὲ παρρησία, ἂν ἀναγνωρίσουμε τὸν Χριστὸ ταπεινωμένο, ἀπαξιωμένο καὶ ἀνύπαρκτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε θὰ Τὸν πλησιάσουμε, θὰ Τὸν ἀγγίξουμε καὶ θὰ Τὸν πάρουμε στὰ χέρια μας.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γι’ αὐτὸ τὸν λόγο τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ μελετᾶμε τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο θὰ Τὸν περιφέρουμε σὲ λίγο λιτανευτικὰ ἀνάμεσά μας γιὰ νὰ Τὸν προσκυνήσουμε. Γιὰ νὰ ξέρουμε ποιὰ πίστη ἔχουμε καὶ σὲ ποιὸν Θεὸ ἀναφερόμαστε.

Πιστεύουμε σὲ ἕναν ἀρχιερέα ποὺ ἀνέβηκε πάνω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς κι ἔφτασε στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Στὸν Χριστὸ ποὺ ἀνέβηκε πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ μᾶς ἀξίωσε νὰ τὸν προκυνοῦμε καὶ νὰ παίρνουμε τὴ χάρη του. Γιὰ νὰ βαδίζουμε χωρὶς δισταγμὸ στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Νὰ μὴν θεωροῦμε ὅτι αὐτὸ πάει στὰ χαμένα. Νὰ εἴμαστε σίγουροι ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τηρήσει τὶς ὑποσχέσεις Του. Ἀμήν!

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀνάμεσα σὲ δύο κόσμους, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Πειραϊκή Εκκλησία”, τχ 321, Μάρτιος 2020.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here