Ο κορονοϊός και η κοινωνία της ασφάλειας

4
1137

Είναι σχεδόν μάταιο να προσπαθήσει να πείσει ή να επιχειρηματολογήσει κανείς με ανθρώπους φοβισμένους, στα όρια της υστερίας σε κάθε στιγμή κινδύνου, για την θεολογική σημασία της Θείας Κοινωνίας. Το να προσέρχεται ο πιστός στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι, πέρα από κάθε θεολογική ανάλυση, κοινωνικό γεγονός σωτηρίας: αυτό σημαίνει ότι ο λαός του Θεού καλείται να συμμετέχει, προσφέροντας την φθαρτότητά του στη θέωση της φύσης εν Πνεύματι Αγίω. Οπότε το ζήτημα είναι εάν έχουμε πλέον στην χώρα μας «λαό του Θεού».

Αν προσέξει κανείς τις αντιδράσεις για την Θεία Κοινωνία ως του τρόπου μετάδοσης του κορονοϊού, εύκολα θα διαπιστώσει ότι αυτές προέρχονται από τις γνωστές ομάδες των «φωτισμένων» οπαδών της «αυτονομίας» του ατόμου και των πολλαπλών δικαιωμάτων του. Στις αντιδράσεις τους χρησιμοποιούν ως αυτονόητα επιχειρήματα την κατ’ αυτούς κοινή λογική, πάντα επιστημονική (!), της μετάδοσης του επικίνδυνου ιού μέσω της Μετάληψης. Από την πλευρά τους είναι λογική αυτή η επιχειρηματολογία, διότι για αυτούς ο άρτος και ο οίνος είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ένα τελετουργικό, που δεν έχει να κάνει με καμία μυστηριακή μεταβολή σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Το πολύ πολύ, φθάνουν μέχρι το σημείο να σέβονται απλά το τελετουργικό αυτό, φροντίζοντας βέβαια να το περιχαρακώνουν στα όρια του «δικαιωματισμού» επιμέρους ομάδων πολιτών, που είναι ελεύθεροι να πιστεύουν ό,τι θέλουν, αλλά δεν μπορούν να θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του κοινωνικού συνόλου. Είναι, τελικά, η αντίληψη μίας κοινωνίας που δεν υπάρχει ως ενιαία οντότητα, αλλά είναι επιμερισμένη σε πολλές ομάδες και για αυτό καλούνται αυτές οι «κοινωνικές μερίδες» να σέβονται τα όρια της δράσης τους.

Στην ουσία πρόκειται για μία ακόμη εκδοχή ενός ακήρυχτου ιδεολογικού πολέμου ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές περί κοινωνίας αντιλήψεις. Από τη μία είναι η πίστη σε μία κοινωνία που υπάρχει ενιαία, με τις αξίες και τα πιστεύω της, και από την άλλη η αντίληψη ότι κάτι τέτοιο ενιαίο ή δεν υπάρχει ή είναι καταπιεστικό και, μερικές φορές, «φασιστικό». Η μία πλευρά του ιδεολογικού πολέμου χρεώνεται με την αφέλεια να πιστεύει ότι η κοινωνία του 2020 είναι ίδια με την κοινωνία των προηγούμενων δεκαετιών, η άλλη όμως πλευρά χρεώνεται με μία βαθύτατη υποκρισία: στο όνομα του «κοινού καλού» και της υγείας των πολιτών, με την επίκληση δηλαδή υπερατομικών, συλλογικών αξιών που ούτως ή άλλως δεν πιστεύουν στην πραγματικότητα, παραθεωρούν (δεν τους νοιάζουν) φαινόμενα κοινωνικής και εργασιακής αυθαιρεσίας, που τελικά είναι δυνατόν να προκαλούν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα στη διάδοση του ιού. Εστιάζουν στην Θεία Κοινωνία, διότι εκεί είναι ο ιδεολογικός τους εχθρός, και όχι η όποια επιχείρηση, εταιρεία, εκδήλωση, εκδρομή, διασκέδαση που μπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο της διάδοσης αυτού του κινδύνου. Μάλιστα, αστειεύονται με χώρες και καθεστώτα που είτε δεν αναφέρουν κανένα κρούσμα είτε εφαρμόζουν απάνθρωπες μεθόδους καραντίνας (Β. Κορέα, Κίνα), ουσιαστικά αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν στη δική τους ζωή αυτή την ζοφερή πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα του κορονοϊού είναι οι Εκκλησίες και όχι, ενδεχομένως, οι διασυνοριακές μετακινήσεις, η απόκρυψη στοιχείων, τα ελλιπή μέτρα σε νοσοκομεία και άλλους χώρους, και ό,τι άλλο.

Είναι άνθρωποι που δεν μπορούν να φανταστούν πόσο μεγάλη είναι η κοινωνική και αξιακή παρακμή που παράγουν σε όλα τα επίπεδα. Θυμίζουν τις εκστρατείες για τα πλαστικά και τα καλαμάκια στις ακτές, όταν ολόκληρες βιομηχανίες και λύματα μολύνουν σε απίστευτο βαθμό τις θάλασσες. Η κοινωνική τους ευαισθησία είναι αντιστρόφως ανάλογη της αξίας του μοντέλου ζωής που προβάλλουν. Η κοινωνία της ασφάλειας που επιθυμούν είναι η ψευδαίσθηση που τους επιτρέπει να επιβιώνουν σε κοινωνίες αποσαθρωμένες και ετοιμόρροπες. Για αυτό και ο ενστικτώδης πανικός στην οποιαδήποτε απειλή της υλικής τους υπόστασης, διότι γνωρίζουν κατά βάθος ότι δεν έχουν κάτι για να την υπερβούν, για να κάνουν το άλμα στην άλλη πλευρά της συνείδησης.

Στην περίοδο των εχθρικών περικυκλώσεων και των τρομακτικών λοιμωδών ασθενειών στο Βυζάντιο, ο λαός συγκεντρωνόταν και προσευχόταν στις Εκκλησίες. Δεν γνωρίζω αν έτσι γίνονταν περισσότερο ευάλωτοι στον κίνδυνο, άλλωστε δεν υπήρχαν τότε οι επιστημονικές αναλύσεις της εποχής μας, όμως ως κοινωνίες εν κινδύνω έδειχναν τον τρόπο υπέρβασης της φθαρτότητας και, τελικά, της προσωπικής ασημαντότητας. Άνθρωποι της εποχής μας μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή ή της τηλεόρασης δίνουν «μάχες» εκ του ασφαλούς, μάχες γεμάτες δηλητήριο εχθρότητας προς κάθε αληθινή και γνήσια κοινωνία ζωής και πίστης.

 

Εικονογράφηση: Μικρογραφία από το “Beatus de Liebana”, Ισπανία, 12ος αι.

4 Σχόλια

  1. Αγαπητέ μου Αρθρογράφε,

    Θά μού επιτρέψετε νά σημειώσω οτι διαβάζοντας κανείς τό άρθρο σας αποκομίζει τήν εντύπωση οτι τούτο συμβάλλει περισσότερο σέ μιά διαίρεση καί “κατηγοριοποίηση” – εν τέλει πρός μιά αντιπαλότητα μεταξύ “ομοφρονούντων” καί “αντιφρονούντων” – ημών όλων, τών εν συνειδήσει, εν δυνάμει, εν αποδοχή, εν “κατ’ οικονομίαν”, εν “κατά παραχώρησιν”, ή εν δυνητική μεταστροφή εκ τής αγνοίας, αδιαφορίας ή καί αντιπαλότητας ακόμα, μελών τής Εκκλησίας, ενώ τό ζητούμενο, εν μέσω τών χαλεπών καιρών που οι απερινόητες βουλές τού Θεού μάς επιφυλάσσουν, είναι η αλληλοπεριχώρηση – αυτή καί μόνο, μακράν περιχαρακώσεων καί διαχωριστικών γραμμών. Καί όσες διαχωριστικές γραμμές (τώ όντι) υπάρχουν, καλούμαστε νά τίς γεφυρώσουμε συμπεριληπτικά καί όχι αποκλειστικά.

    Καί, απαντήστε μόνος σας (κι’ ο καθένας χωριστά) στό ερώτημα : δέν είναι οίηση νά θεωρούμε οτι ο Πάπας, ο δικός μας ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο τής Αμερικής Ελπιδοφόρος, καί οι άλλες “φωνές” που μέ τήν φρόνηση περισσότερο συντάσσονται καί μέ τά μέτρα που οι συντεταγμένες Πολιτείες παίρνουν (μαζί καί μέ τό πλήθος τών Χριστιανών που συντάσσονται μέ τίς συστάσεις τους), είναι “λιγότερο πιστοί Χριστιανοί” από κάποιους άλλους, σάν αυτούς που, αθέλητα ίσως, “φωτοστεφανείτε” στήν παρουσίασή σας ; Μήπως αντιποιούμαστε – ή “φέρνουμε στά μέτρα μας” – τήν κρίση τού Μόνου Κριτή ;

    Καί κάτι τελευταίο, πρίν τήν παράθεση τών περιχωρητικών απόψεων ενός άλλου αρθρογράφου, εγκύρου κι’ αυτού, όπως φαντάζομαι νά τόν θεωρείτε, κατά τόν κατωτέρω σύνδεσμο. ΔΕΝ μιλάμε γιά “ασφάλεια”. Μιλάμε γιά φρόνηση, που σέ τίποτα δέν “συγκρούεται” μέ τήν οποιουδήποτε επιπέδου χριστιανική πίστη τού καθενός μας.

    ” Δες «Η Θεία Κοινωνία δεν είναι μαγκιά» –Τι δηλώνει ο καθ. Θεολογίας στο ΑΠΘ Χρυσόστομος Σταμούλης”

    Σάς ευχαριστώ πολύ

    • Αγαπητέ, κ. Σταμπούλη, Καλημέρα και σας Ευχαριστώ.
      Η διαίρεση, δυστυχώς, είναι δεδομένη και απλά περιμένει αφορμές για να φανεί. Τώρα είναι η Θεία Κοινωνία, αύριο το ό,τιδήποτε. Είναι μία διαίρεση-διαχωρισμός μεταξύ δύο αξιακών νοοτροπιών, που αφορά λίγο ως πολύ όλη την Ευρώπη. Όπως θα παρατηρήσατε δεν ασχολήθηκα καθόλου με τη φύση της Θείας Κοινωνίας, τις ιατρικές θεωρίες της μετάδοσης και τα μέτρα της Εκκλησίας για τον περιορισμό της μάστιγας, τα οποία είναι υπαρκτά, και κανείς δεν διαφωνεί. Ασχολήθηκα με τις προσπάθειες ενοχοποίησης των ανθρώπων της πίστης από τους μετεφηβικούς κοσμικιστές. Μίλησα για την κοινωνία της ασφάλειας που προσπαθούν με κόπο να διατηρήσουν άνθρωποι που έχουν χάσει κάθε πίστη στη ζωή και στο μεγαλείο της. Πρόκειται για τη χειρότερη μορφή αθεϊσμού: “οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός. οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου” (Αποκ. 3,15-16). Συγγνώμη, αλλά η παραπομπή δεν μου λέει απολύτως τίποτε, καθώς είναι στο ίδιο πνεύμα του “άλλα λόγια, πάντα να αγαπιόμαστε”

  2. Αγαπητέ κ. Βαρδή,

    Αφού σάς ευχαριστήσω κι’ εγώ γιά όσα είχατε τήν προθυμία / ετοιμότητα νά μού παραθέσετε, θά ήθελα, επιγραμματικά καί εν κατακλείδι, νά σάς επαναλάβω οτι βρήκα τήν τοποθέτησή σας (καί τήν “κατηγοριοποίηση”) πιό αυστηρή καί απόλυτη από τό όπως από πλευράς μου προσλαμβάνω / αντιλαμβάνομαι τά πράγματα, μάλιστα δέ, μέ τόν επισχολιασμό σας μού εντείνατε – αντί ν’ απαλύνετε – αυτήν τήν εντύπωσή μου, χωρίς καθόλου νά σάς “μέμφομαι” γι’ αυτό (Παράδειγμα : “… που προσπαθούν με κόπο να διατηρήσουν άνθρωποι που έχουν χάσει κάθε πίστη στη ζωή και στο μεγαλείο της. Πρόκειται για τη χειρότερη μορφή αθεϊσμού”. Φοβάμαι οτι αυτό είναι μιά “βαρειά” κουβέντα – δέν έχω συναντήσει κανέναν που νά “ταιριάζει” σ’ αυτήν τήν απολυτότητα, καί δέν είμαι πιά νέος, όπως εσείς. Αντ’ αυτού, καταλαβαίνω οτι καμμιά φορά είναι δύσκολο ν’ “ανιχνεύσουμε” τήν κάποια καλή πλευρά – πιστεύω οτι πάντα υπάρχει – στόν μή αρεστό μας πλησίον μας)

    Καί άς έρθω τώρα στό χωρίο τής Αποκάλυψης που μού παραθέσατε.

    Δέν έχω ούτε τήν γνώση, ούτε τήν Πίστη, ούτε, πολλώ μάλλον, τήν διορατικότητα, γιά νά μπορέσω νά καταλάβω, μέσα στό είναι μου, αυτούς τούς στίχους. Σάς πληροφορώ οτι κατέφυγα καί σέ γνώμες / ερμηνευτικές προσεγγίσεις φίλων μου, περισσότερο επαϊόντων, που μέ βοήθησαν στήν “αποκρυπτογράφηση”. Εκείνη, όμως, η “χλιαρότητα” – που μέ χαρακτηρίζει απολύτως – μού “καθόταν στό στομάχι”, σάν βαρειά πέτρα. Κατέληξα στό συμπέρασμα οτι πρέπει νά κάνω καλύτερη χρήση τού όποιου χρόνου μού απομένει, αντιπαρατιθέμενος καθημερινά πρός τό περιγραφόμενο γιά τόν άδηλο χρόνο τής Κρίσης.

    Υπό τό πρίσμα αυτό, σάς ευχαριστώ γιά τήν επισήμανσή σας.

    Κλείνοντας, θά μού επιτρέψετε μιά μικρή “κακία”, μόνο καί μόνο γιά νά σάς επισημάνω μιάν αντίστοιχη δική σας, στό γενικότερο πλαίσιο τής “αυστηρότητάς” σας.

    Κατάλαβα, από τόν τρόπο σας, οτι δέν “συμπαθείτε” τίς απόψεις τού συγκεκριμένου κ. Καθηγητή τής Δογματικής, μιά που τόν αντιπαρέρχεστε κάπως απαξιωτικά. Από πλευράς μου δέν τόν γνωρίζω κάν, απλά βρήκα τό άρθρο του νά “συνάδει” περισσότερο μέ τήν περιχωρητικότητα, στήν οποία αναφέρθηκα στό σχόλιό μου, που, πιστεύω, οτι είναι “ΤΟ” ζητούμενο στίς παρούσες περιστάσεις.

    Θά πώ, λοιπόν, κι’ εγώ, γιά τό δικό σας σχόλιο, παραφράζοντας : ” Ίδια λόγια, πάντα γιά νά μήν μπορούμε νά πλησιάζουμε”.

    Καληνύχτα σας

  3. Αγαπητέ κ. Σταμπούλη καλησπέρα σας.
    Αυτό που δεν καταλάβατε, κατά την ταπεινή μου άποψη πάντοτε, στο κείμενο του κ. Βαρδή είναι το πνεύμα της εκκοσμίκευσης που έχει σαρώσει την Εκκλησία από μέσα. Το κείμενο που παραθέτετε ως αναφορά είναι βαθύτατα εκκοσμικευμένο ομοίως. Η Εκκλησία που προβάλλει ο Ελπιδοφόρος ή ο Βαρθολομαίος ούτε του Χριστού είναι δυστυχώς πόσο μάλλον των φίλων του Χριστού, δηλαδή των αγίων ανδρών και γυναικών. Πιο χαρακτηριστική απάντηση από τους στίχους της Αποκάλυψης δεν θα μπορούσε να δώσει ο κ. Βαρδής για να σας εισάγει στο πνεύμα της κατάστασης που βιώνουμε. Αν το ποτήριο είναι κοινό χωρά σε αυτό ο λογισμός μας; Ας το σκεφτούμε όλοι μας αυτό.

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here