Ο Ιησούς και η Σαμαρείτιδα Κατά Ιωάννη, 4, 1-42

2
400

Αλέξανδρος Κοσματόπουλος

Ο Ιησούς μαθαίνοντας ότι οι Φαρισαίοι είχαν ακούσει ότι βαπτίζει περισσότερους μαθητές από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, αναχωρεί από την Ιουδαία. Τις βαπτίσεις έκαναν οι μαθητές του και όχι ο ίδιος, συνεχίζοντας κατά κάποιο τρόπο την προφητική παρουσία του Βαπτιστή που τους ήταν οικεία, πιστεύοντας ουσιαστικά ότι και ο Ιησούς δεν ήταν παρά ένας προφήτης. Στο δρόμο προς την Γαλιλαία περνά από την Σαμάρεια. Η συνάντησή του με την Σαμαρείτιδα γίνεται σε έναν ιστορικό τόπο, στο αποκαλούμενο φρέαρ του Ιακώβ, την πηγή που είχε βρει ο Ιακώβ και κατόπιν χάρισε στους κατοίκους της περιοχής.

Ο Ιησούς κάθεται κοντά στο πηγάδι, και ζητά από την Σαμαρείτιδα να πιει νερό. Και πάλι εδώ καταδεικνύεται η ανθρωπότητα του Ιησού: είναι κουρασμένος και διψασμένος. Στο πρόσωπό της βλέπει τον άλλον άνθρωπο, χωρίς ουδόλως να στέκεται στο γεγονός ότι είναι γυναίκα και μάλιστα από την Σαμάρεια, παρότι οι Ιουδαίοι και οι Σαμαρείτες είχαν έχθρα μεταξύ τους. Στην ερώτησή της, πώς ένας Ιουδαίος της ζητά να πιει νερό, ο Ιησούς απαντά: «Ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις εστίν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων. Λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων; Μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ ος έδωκεν ημίν  το  φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού; Απεκρίθη Ιησούς  και είπεν αυτή· πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν· ος δ’ αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον».*

Ποιο είναι το ύδωρ το ζων που εισέρχεται στον άνθρωπο και τον μεταμορφώνει ώστε να ελευθερωθεί από την μέγγενη της ανάγκης; Το ύδωρ με το οποίο δεν θα διψάσει ποτέ δεν μπορεί παρά να είναι το ύδωρ που ανταποκρίνεται σε μία και μόνη δίψα: τη δίψα της αιωνίου ζωής. Το ύδωρ είναι η αγάπη του Χριστού, που αν την δοκιμάσει κανείς θα ξεδιψάσει από την πλησμονή των ουρανίων πραγμάτων. Και τούτο προσφέρεται ως δώρο από τον Θεό. «Φτάνοντας στο πλήρωμα της αγάπης», λέει ο Ισαάκ ο Σύρος, «δεν  έχουμε χρεία υλικών αγαθών. Τα πάντα μας παρέχονται. Η αγάπη του Θεού είναι θερμή κατά τη φύση, και όταν άφθονη παρασχεθεί σε κάποιον, κάνει εκείνη την ψυχή εκστατική. Γίνεται το πρόσωπο πυρρό, περιχαρές, και το σώμα θερμαίνεται. Σ’ εκείνον στον οποίο επέπεσε η θεία αγάπη, φεύγει από πάνω του ο φόβος και η αιδώς, και περιφέρεται ωσάν να βρίσκεται σε έκσταση. Φεύγει η δύναμη που συνάγει το νου, και γίνεται έκφρων…». Η συνεχής αναζήτηση του ζώντος ύδατος προέρχεται από μια δίψα που δεν ικανοποιείται παρά μόνο στη συνάντηση με τον Θεό, και τότε είναι που συναντούμε πραγματικά και τον άλλον άνθρωπο. Ο άνθρωπος που λατρεύει τον ουράνιο Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία πλέει στη θάλασσα μιας φωτεινότητας αδιανόητης για το πνεύμα που διέπει τον κόσμο.

Και σε άλλα σημεία ο Ιησούς μιλά για τον άρτο της ζωής και το ύδωρ το ζων. «Εγώ ειμί ο άρτος της ζωής· ο ερχόμενος προς εμέ ου μη πεινάση, και ο πιστεύων εις εμέ ου μη διψήσει πώποτε (Ιω. 6, 35). Εάν τις διψά, ερχέσθω προς με και πινέτω. Ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε έλεγε περί του πνεύματος ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύσαντες εις αυτόν (Ιω. 7, 37-39)». Η έκφραση «ύδωρ ζων» ανακαλεί τον λόγο του Ιερεμία που προλέγει την υποδοχή και την στάση των ανθρώπων απέναντι στον Χριστό: «Εμέ εγκατέλιπον, πηγήν ύδατος ζώντος, και ώρυξαν εαυτοίς λάκκους συντετριμμένους, οι ου δυνήσονται ύδωρ συνέχειν (Ιερ. 2, 13)». (Εγκατέλειψαν εμένα, την πηγή του ζωντανού νερού, και έσκαψαν λάκκους γεμάτους ρωγμές όπου το νερό δεν μπορεί να κρατηθεί). Στα υλικά πράγματα πάντοτε αντιπαραβάλλονται τα ουράνια.
Ο Ιησούς της αποκαλύπτει ότι παρά τους άντρες που γνώρισε ουσιαστικά δεν έχει άντρα. Στη σχέση της με τους άντρες επαναλαμβάνει τον εαυτό της, χωρίς να συνδέεται με κάποιον. Ο Ιησούς δεν την επικρίνει, ούτε διατυπώνει κάποια παραίνεση. Φανερώνει το κενό που την διακατέχει, καθώς μέσα της δεν αποκτά υπόσταση κανένας άντρας. Η υδρία του γυναικείου σώματος είναι άδεια. Και επειδή ακριβώς είναι άδεια είναι η στιγμή που πρέπει να εγκαταλείψει την δυσπιστία που την κρατά κλεισμένη στον εαυτό της. Η γυναίκα πιθανόν το διαισθάνεται αυτό και μιλά ως προσκυνήτρια: «Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει συ. Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν· και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν». Και ο Ιησούς της απαντά: «Γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω, ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί…. Αλλ’ έρχεται ώρα, και νυν εστίν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία». Η Σαμαρείτιδα θεωρώντας τον προφήτη θέτει ευθύς το θέμα της λατρείας. Η απάντηση του Ιησού δίνει στον μέχρι τότε τρόπο της λατρείας ένα διαφορετικό περιεχόμενο, υπονοώντας ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών. Ο Θεός δεν  ζει σε συγκεκριμένους χώρους και τόπους, δεν λατρεύεται ούτε στο όρος Γεριζίμ ούτε στο ναό του Σολομώντα.  Η παρουσία της αγάπης είναι ήδη εδώ, και οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνήσουν τον Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία. Αν δεν εισέλθει ο άνθρωπος στην παρουσία του Θεού, δηλαδή στο παρόν του, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν τα δεινά που φέρει ο ατελεύτητος χρόνος στην καθημερινή ζωή.
«Λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. Λέγει αυτή ο Ιησούς· εγώ ειμί ο λαλών σοι». Ο Ιησούς, που έκρυβε το ποιος ήταν και από τους ίδιους τους μαθητές του, αποκαλύπτεται σε μια Σαμαρείτιδα! Η απάντησή του είναι αδιανόητη, αν σκεφτούμε ότι όταν ο Πέτρος του λέει ότι είναι ο Χριστός, ο υιός του Θεού του ζώντος, ο Ιησούς απαντά: «μακάριος ει Σίμων Βαριωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ’ ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς (Ματθ. 16, 17-18)».
Οι μαθητές του απορούν βρίσκοντάς τον να συνομιλεί με μια γυναίκα. Οι συναντήσεις του Ιησού με γυναίκες είναι χαρακτηριστικές της αντίληψης που εισάγει σε έναν κόσμο όπου η γυναίκα δεν είχε σημαντική θέση. Το ίδιο συμβαίνει με την αιμορραγούσα, όταν εκείνη αγγίζει το ρούχο του και αισθάνεται να του φεύγει δύναμη ενώ συνθλίβεται από το πλήθος, και την μοιχαλίδα που την γλιτώνει απ’ τον λιθοβολισμό.
Η Σαμαρείτιδα σπεύδει στην πόλη και ανακοινώνει ότι ο Ιησούς της  απεκάλυψε όσα έκανε στη ζωή της. Είναι σαν να ανοίγουν για πρώτη φορά τα μάτια της ψυχής της και τα βλέπει όλα ξεκάθαρα. Αυτό είναι που την πείθει ότι της μίλησε ο Χριστός:  «Δεύτε ίδετε άνθρωπον ος ειπέ μοι πάντα όσα εποίησα· μήτι ούτος εστιν ο Χριστός;

Εν δε τω μεταξύ ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε. Ο δε είπεν αυτοίς· εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. ΄Ελεγον  δε οι μαθηταί προς αλλήλους· μη τις ήνεγκε αυτώ φαγείν; Λέγει αυτοίς ο Ιησούς· εμόν βρώμα εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσαι αυτού το έργον». Με την απάντησή του ο Ιησούς συνεχίζει κατά κάποιο τρόπο την συνομιλία του με την Σαμαρείτιδα. Το ύδωρ το ζων έρχεται να συναντήσει την ουράνια βρώση, που είναι η πραγματοποίηση του θελήματος και η ολοκλήρωση του έργου του Πατρός. Τα χωράφια είναι έτοιμα για θερισμό, όμως άλλος είναι ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. «Εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτών εισελυλήθατε». Ο Ιησούς αναφέρεται με τα λόγια τούτα εμμέσως στην Παλαιά Διαθήκη υπογραμμίζοντας το πνεύμα που συνέχει τις δύο Διαθήκες, το οποίο δεν κυριαρχείται από τον χρόνο, αλλά κυριαρχεί του χρόνου και των μεταπτώσεών του.

Με το ύδωρ το ζων και την βρώση στην οποία αναφέρεται ο Ιησούς έρχεται στο νου ο λόγος του για τον ζωντανό άρτο και όχι το μάνα που έφαγαν οι Ιουδαίοι στην έρημο και πέθαναν. «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς˙ εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε ον εγώ δώσω, η σαρξ μου εστιν, ην εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής. Εμάχοντο ουν προς αλλήλους οι Ιουδαίοι λέγοντες˙ πώς δύναται ούτος ημίν δούναι την σάρκα φαγείν; Είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς˙ αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα. Η γαρ σαρξ μου αληθώς εστί βρώσις, και το αίμα μου αληθώς εστί πόσις. Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ….Πολλοί ουν ακούσαντες εκ των μαθητών αυτού είπον˙ σκληρός εστιν ούτος ο λόγος˙ τις δύναται αυτού ακούειν;  (Ιωαν. 6, 51-60)».*

Ακούγοντας τον λόγο τούτο, που θύμιζε παγανιστικές τελετές ωμοφαγίας, πολλοί μαθητές του τρόμαξαν και αποχώρησαν. Ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος δίνει ωστόσο άλλη εξήγηση σε τούτη την περικοπή: «Ο άνθρωπος που βρήκε την αγάπη τρώει και πίνει τον Χριστό κάθε μέρα και κάθε ώρα… Μακάριος είναι αυτός που τρώγει  από τον άρτο της αγάπης που είναι ο Ιησούς! Εκείνος που εσθίει αγάπη τον Χριστό εσθίει, τον επί πάντων Θεό… Η αγάπη είναι η Βασιλεία, την οποία ο Κύριος επαγγέλλεται μυστικά στους μαθητές του πως θα φάνε εν τη βασιλεία του. Όταν τον ακούμε να λέει ότι «εσθίητε και πίνητε εν τη τραπέζη της βασιλείας μου», τι να υποθέσουμε ότι θα φάμε, αν όχι την αγάπη; Η αγάπη είναι ικανή να θρέψει τον άνθρωπο περισσότερο από την τροφή και το ποτό». Η αιώνια ζωή δεν αφορά κάποιο κοντινό ή απώτερο μέλλον, ούτε αποτελεί ανταπόκριση του παρελθόντος, αλλά είναι αυτή ταύτη η σχέση με τον Πατέρα δια του Ιησού Χριστού.

2 Σχόλια

  1. αγαπητέ κ. Κοσματόπουλε,
    όπως σε κάθε περικοπή του Ευαγγελίου έτσι κι εδώ έχουμε μια επιμέρους αλλα και καθολική αποκάλυψη την οποία με τον λόγο σας μάς προσφέρετε για άλλη μια φορά.
    Στις μέρες τούτες θαρρώ πως δεν υπάρχει τίποτα ουσιαστικότερο από την βίωση των παραπάνω αληθειών που περιγράφετε.
    Give us more!

  2. Άρχισα πολύ πρόσφατα ν’ ανακαλύπτω τα κείμενα του Αλέξανδρου, που αναφέρονται σε χωρία της Γραφής. Και τα διαβάζω βαδίζοντας αντίστροφα στον χρόνο. Πρώτα διάβασα τους “Πειρασμούς στην έρημο” και μετά το “Ιησούς και η Σαμαρείτις”. Είμαι ενθουσιασμένος και, συγχωρέστε με που θα επαναλάβω μέρος από το σχόλιό μου στους “Πειρασμούς”:
    Εκείνο που με ελκύει [στο κείμενο] είναι ότι ο Αλέξανδρος μας εκθέτει πώς εκείνος “διαβάζει” το συγκεκριμένο χωρίο της Γραφής, δίχως η ανάγνωσή του να είναι ιδιόρρυθμη ή ιδεολογική. Δεν μας γεμίζει με “ιδέες”, αλλά δείχνει σαφώς ότι έχει προκύψει από προσωπικά βιώματα. Αυτό κάνει τη δική του (αλλά, επιμένω, μη ιδιόρρυθμη) ανάγνωση να διανοίγει προοπτικές για μια βαθύτερη δική μας σχέση με το συγκεκριμένο χωρίο της Γραφής και μας κάνει να υποψιαστούμε τί σημαίνει ουσιαστική σχέση με τη Γραφή, γενικώτερα. Προφανώς, αυτή η σχέση, που υποδηλώνεται (έμμεσα) από το κείμενο του Αλέξανδρου, δεν έχει τίποτα να κάνει με τα ευσεβή κελεύσματα του τύπου “κάθε μέρα να διαβάζεις ένα κεφάλαιο (ή παρόμοιες νόρμες) της Αγίας Γραφής” ή την αναζήτηση (σε αυτήν) υποδειγμάτων ορθής χριστιανικής συμπεριφοράς….

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here