Ο αφιλοκερδής καπιταλισμός

0
77

ΚΑΤΑ ΚΑΝΟΝΑ, οι άνθρωποι παίζουν τυχερά παιχνίδια για να κερδίσουν. Παίζουν πόκα, ζάρια, ρουλέτα, στοιχήματα, ΠΡΟ-ΠΟ, ιππόδρομο αγοράζουν λαχεία με την προσδοκία να κερδίσουν. Λίγους ανθρώπους ξέρω που τζογάρουν απλώς για διασκεδάσουν, που αντλούν απόλαυση από την αγωνία του αποτελέσματος και φεύγουν ευχαριστημένοι από το παιχνίδι έστω και με άδειες τις τσέπες. Ακόμη και οι ψυχοπαθολογικά εξαρτημένοι από τον τζόγο, από το κέρδος έχουν τελικά εξάρτηση. Βεβαίως, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Θυμάμαι κάτι -πολύ παλιά- χαρούμενα, φιλικά καρέ πόκας ή μεγάλα οικογενειακά τραπέζια τριανταμία ή στούκι με διακύβευμα… ένα σακούλι φασόλια γίγαντες που αντικαθιστούσαν τις μάρκες και φυσικά τα λεφτά. Γιατί; Γιατί απλώς τα λεφτά δεν υπήρχαν.

ΠΡΟΣΠΑΘΩ, ΛΟΙΠΟΝ, να αντιληφθώ πώς ακριβώς φαντάζονται οι ηγέτες του παγκόσμιου καπιταλισμού-καζίνο τον οικονομικό μας πολιτισμό χωρίς τους κερδοσκόπους. Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η φλύαρη διεθνής συνεννόηση μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ για την αναζήτηση μηχανισμών που θα ελέγξουν την ασύδοτη κερδοσκοπία στις επιθέσεις της κατά του κρατικού χρέους, των νομισμάτων και των εθνικών οικονομιών; Είναι ακριβώς σαν να θέλουμε να μετατρέψουμε ένα σκληρό καρέ πόκας ή μια αμείλικτη αναμέτρηση στο μπλακ τζακ σε παιδικό παιχνίδι με φασόλια (γίγαντες, πάντα), σε Monopoly με ψεύτικα λεφτά ή σε φιλανθρωπικό σουαρέ γηραιών κυριών για κουμκάν με τα κέρδη προορισμένα για το φιλόπτωχο ταμείο της ενορίας.

ΚΑΤ’ ΑΡΧΑΣ, υπάρχει ένα ερώτημα φιλοσοφικής τάξης. Τι εστί κερδοσκοπία; Ή ακόμη και αισχροκέρδεια, αν θέλουμε να ενισχύσουμε την ηθική απαξίωση της δράσης που εκπροσωπεί ο όρος; Ποιο είναι το όριο κέρδους που θεωρείται ηθικά θεμιτό, κοινωνικά αποδεκτό, οικονομικά ανεκτό; Εκφράζεται σε κάποιο ποσοστό; Είναι 5%, 20%, 50%, 100%; Αν υπάρχει ένα τέτοιο όριο, τότε θα πρέπει να αναρωτηθούμε πώς προήλθε ο πλούτος που είναι συσσωρευμένος σε όλον τον κόσμο σε τόσο λίγα χέρια, ενσαρκωμένος σε περιουσιακά στοιχεία ασύλληπτης χλιδής; Πώς γίνεται το 2% του παγκόσμιου πληθυσμού να κατέχει το 50% του παγκόσμιου πλούτου και, αντίστροφα, το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού να διαθέτει μόλις το 1% του παγκόσμιου πλούτου; (Στοιχεία Διεθνούς Ινστιτούτου Οικονομικής Ανάπτυξης του ΟΗΕ για το 2006) Από ποια ΜΗ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΗ δραστηριότητα προήλθε αυτή η συσσώρευση; Κι ακόμα, ποιο μη κερδοσκοπικό κίνητρο αποδίδει την κερδοφορία των επιχειρήσεων, που συνήθως προβάλλεται ως θεμελιώδες κριτήριο υγείας μιας εθνικής ή της παγκόσμιας οικονομίας;

ΟΙ ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΟΙ θα αντιτείνουν ότι κάνω μια εννοιολογική λαθροχειρία, μιας και η ελληνική λέξη κερδοσκοπία, η οποία ετυμολογικά αποδίδει την επιδίωξη του κέρδους γενικώς, είναι η μετάφραση του αγγλικού οικονομικού όρου speculation ο οποίος, βάσει των εγχειριδίων, είναι η επίτευξη κέρδους μέσα από την πρόβλεψη διακυμάνσεων στις τιμές αξιογράφων, αγαθών ή ακινήτων και την αντίστοιχη αγορά ή πώλησή τους. Σε αντίθεση με την οποιαδήποτε άλλη επένδυση που αναλαμβάνει έναν κάποιο κίνδυνο και προσδοκά μακροπρόθεσμα κέρδη -λένε πάντα τα οικονομικά εγχειρίδια-, η κερδοσκοπία ταυτίζεται με τον κίνδυνο και εξαντλεί το ενδιαφέρον της στα βραχυπρόθεσμα κέρδη. Έτσι, για να έλθουμε στα καυτά παραδείγματα των ημερών μας, η αγορά ενός δεκαετούς ελληνικού ομολόγου θεωρείται μια θεμιτή επένδυση που περιέχει την εύλογη προσδοκία μιας ετήσιας απόδοσης 6,3% (με τα τελευταία δεδομένα) ή 63% στη λήξη του. Αντιθέτως, τα ασφάλιστρα κινδύνου των ελληνικών ομολόγων, τα περίφημα CDS, που βρίσκονται στις δόξες τους, πωλούνται με μια απόδοση 400 μονάδων βάσης, ήτοι 4% τον χρόνο. Βεβαίως, ξεκίνησαν από μια βάση πολύ χαμηλότερη, μόλις 0,2% προ διετίας, κι έτσι ενοχοποιούνται για την εκτόξευση του κόστους των ομολόγων. Αλλά αυτό δεν τα καθιστά περισσότερο «αισχροκερδή» από τα καλά καγαθά κρατικά ομόλογα. Η «αισχροκέρδεια» ενδεχομένως υπάρχει στις βίαιες, βραχυπρόθεσμες αγοραπωλησίες που πράγματι έδωσαν αποδόσεις μέχρι και 90% σε λίγες μόνον εβδομάδες στα CDS, αλλά παρόμοιες δυνατότητες δίνονται και στην «αγία» αγορά κρατικού χρέους, στην οποία επιδίδονται όχι μόνο σκοτεινοί κερδοσκόποι, σκιώδη hedge funds που σε μυστικούς δείπνους κατασπαράσσουν τις σάρκες της Ελλάδας, αλλά και καθωσπρέπει ευαγή κρατικά ιδρύματα, όπως η Deutsche Bank. Άλλωστε, για να μην πάμε πολύ μακριά, στα δυσθεώρητα μεγέθη των κρατικών χρεών, ας ρίξουμε μια ματιά σε κάτι πολύ κοντινό μας: στο πορτοφόλι μας. Με τι επιτόκιο ξεπληρώνουμε το ιδιωτικό χρέος της πιστωτικής μας κάρτας; Κι αν μας φαίνεται ληστρικό και αισχροκερδές το επιτόκιο των ελληνικών ομολόγων και των «αντ-ομολόγων» CDS, τι πρέπει να πούμε για το επιτόκιο 14% έως και 19% των πιστωτικών μας καρτών;

ΑΣ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ, λοιπόν, στα βασικά. Το κέρδος, σε κάθε ηθική ή ανήθικη εκδοχή του, είναι το DNA του οικονομικού μας πολιτισμού. Αφιλοκερδής καπιταλισμός δεν υφίσταται. Θα ήταν σαν πόλεμος χωρίς θανάτους και καταστροφές, χωρίς νικητές και ηττημένους. Λυσσασμένοι νεοφιλελεύθεροι, συνετοί κεϊνσιανοί, μετριοπαθείς κρατικιστές και ριζοσπάστες αντικαπιταλιστές συμφωνούν σχεδόν μόνο σ’ αυτό: το κέρδος -ανεξαρτήτως ηθικού προσήμου- είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομικής μηχανής που ευθύνεται όχι μόνο για τη σημερινή απειλητική συγκυρία που έχει φέρει την Ελλάδα στο χείλος της χρεοκοπίας. Αλλά και για την επίπλαστη ευημερίας της που την εμφάνιζε για μια δεκαετία τουλάχιστον πρωταθλητή της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Το κέρδος είναι το κίνητρο εκείνων που επενδύουν σε παραγωγικές δραστηριότητες και σε χιλιάδες θέσεις εργασίας, αλλά και των ίδιων που σήμερα απο-επενδύουν και καταργούν με μια μονοκοντυλιά ολόκληρες μονάδες και γραμμές παραγωγής. Το κέρδος είναι το «σαράκι» που έσπρωξε την τεχνολογική πρόοδο και τον παραγωγικό αυτοματισμό στον βαθμό του περιττού και το ίδιο είναι που οδηγεί ολόκληρες χώρες σε παραγωγική υποβάθμιση και οπισθοδρόμηση, που αναβιώνει συνθήκες Μεσαίωνα για ολόκληρους πληθυσμούς. Το κέρδος επέβαλε τα μεγάλα «διαλείμματα» ειρήνης και δημιουργικότητας, αυτό προκάλεσε τα κύματα πολέμου και καταστροφής. Το κέρδος κινητοποιεί τον πλούτο, αυτό επεκτείνει και τη φτώχεια.

ΩΣ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ, το κυνήγι των κερδοσκόπων ως υπαίτιων της καταστροφής που μας απειλεί ισορροπεί μεταξύ υποκρισίας και αφέλειας. Η οικονομία της αγοράς υπάρχει για την κερδοσκοπία, από την πιο «θεμιτή» μέχρι την πιο ακραία. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ηθικό σύνορο ανάμεσά τους. Ενδεχομένως να υπάρχει ένα ποσοτικό όριο, στον βαθμό που ο ανελέητος ανταγωνισμός ανάμεσα στις πτέρυγες του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος προκαλεί… αντιζηλίες και εμφύλιες διαμάχες. Η σχετικά νεοσύστατη αγορά των ασφαλίστρων κινδύνου χρέους (τα CDS που πρόσθεσαν άλλον ένα δυσνόητο όρο στη ζωή μας) εδώ και είκοσι χρόνια έχει γίνει το προνομιακό πεδίο δράσης του πιο επιθετικού τμήματος του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, που αντιστοιχεί στην έσχατη εκδοχή του καπιταλισμού-καζίνο. Αυτή η νέα ελίτ του εικονικού χρήματος έρχεται συχνά πυκνά σε σύγκρουση με «παραδοσιακούς» θύλακες του τραπεζικού ή του βιομηχανικού κεφαλαίου, αλλά αυτό δεν την καθιστά «ηθικά» κατώτερη και πολιτικά αποδιοπομπαία, παρά τη ρητορική των Ευρωπαίων ηγετών. Άλλωστε, μπορεί ο Τζορτζ Σόρος να κατήγγειλε ως «όπλο μαζικής καταστροφής» τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα, αλλά είναι ο ίδιος που λειτούργησε ως όπλό μαζικής καταστροφής που γκρέμισε τη στερλίνα το 1992.

ΣΥΝΕΠΩΣ, όσους φραγμούς κι αν υψώσουν στις κινήσεις των κερδοσκοπικών κεφαλαίων οι ηγέτες Ε.Ε. και ΗΠΑ, τα αποτελέσματα θα είναι μάλλον βραχυπρόθεσμα. Η επινοητικότητα της απληστίας είναι τόσο ανεξάντλητη, που, αν ζούσε σήμερα ο Άνταμ Σμιθ και ανακάλυπτε πόσες άπειρες όψεις έχει πάρει σήμερα ο πονηρούλης κερδοσκόπος των ημερών του, πόσες διαβαθμίσεις «ηθικού» και «ανήθικου» κέρδους υπάρχουν, θα είχε γίνει φανατικός οπαδός του ελέγχου των τιμών και της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία. Και, φυσικά, θα είχε κόψει από τον ώμο το αόρατο χέρι της αγοράς…

 

πηγή: Ο κόσμος του Επενδυτή, 13 Μαρτίου 2010

Σχολιάστε:

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας
Please enter your name here